portraita

kentriki mpara

..
Η Άνοιξη το ξεκαλοκαιριό
και η Σαρακατσάνικη στάνη
..

Στάνη Αθανασίου Πολύζου – Τεκές Βερμίου

της Βασιλικής Ζαγναφέρη

Πήρε ο Μάρτης δώδεκα κι Απρίλης δεκαπέντε
και τα κοπάδια κίνησαν κι όλα τα τσελιγκάτα.
Θα βγουν οι βλάχοι στα βουνά, θα βγουν κι οι βλαχοπούλες,
θα βγουν τα λάια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια.

Η άνοιξη, λοιπόν, αποτελούσε για τους νομάδες Σαρακατσάνους την εναρκτήρια περίοδο των ετοιμασιών τους για την μετάβασή τους στα γραφικά και καλότυχα βουνά. Οφείλουμε να τονίσουμε το γεγονός ότι οι Σαρακατσάνοι λόγω της συνυφασμένης ζωής τους με τη φύση, καθώς γεννιόνταν, μεγάλωναν και πέθαιναν κοντά σ’ αυτήν, είχαν γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της.

Κατ’ επέκταση, αγαπούσαν και πονούσαν τα βουνά σαν ένα μέρος του εαυτού τους και έτσι δεν έβλεπαν την ώρα και την στιγμή να περάσει ο βαρύς χειμώνας, να εγκαταλείψουν τον κάμπο και τα χειμαδιά, που κάθε χρόνο σχεδόν τ’ άλλαζαν, και να ανέβουν στα βουνά τους, στον δικό τους τόπο.





Χαρακτηριστικά, έγραψε ο Μ. Γκιόλας: “Η περιφρόνηση που αισθάνονταν οι Σαρακατσαναίοι για τον κάμπο εκφράστηκε ως ιδεολόγημα στα ίδια τα τραγούδια τους. Τα βουνά των Αγράφων, ροδαμισμένα την άνοιξη και κίτρινα το καλοκαίρι ήταν ο κόσμος τους, η χαρά τους, η υγεία τους, ο ψυχικός ανασασμός τους. Οι ποιμένες που παραχείμαζαν στον κάμπο δεν ήθελαν ν’ αφήσουν εκεί ούτε το σκυλί τους, όταν επέστρεφαν την άνοιξη στα βουνά”:

Μας ήρθε η άνοιξη, παιδιά μ’ το καλοκαίρι.
Πάρτε αρματώστε τα τραγιά, στολίστε τα γκισέμια,
σ’ αυτές τις μορφοκάλεσιες βάλτε αργυρά κουδούνια,
μαυλίστε τα κοπάδια μας, ούτε σκυλί μην μείνει,
να πάμε πάνω στ’ Άγραφα, ψηλά στο Καρπενήσι,
πο ‘χει  ο σταυραετός φωλιά και η πέρδικα λημέρι.


Άλλα, χαρακτηριστικά, τραγούδια των Σαρακατσαναίων είναι τα ακόλουθα:

Βελούχι μου παράμορφο κι Οξιά ζωγραφισμένη,
λιώστε τα χιόνια γλήγορα, να χορταριάσει ο τόπος,
να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, οι Σαρακατσαναίοι,
να βγουν τα λά(γ)ια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια


Φέρτε την κάπα την παλιά το κεντητό μου φέσι
να τα φορέσω και να βγω στις ράχες που μ’ αρέσει.
Να σεργιανίσω τα βουνά και τις κοντοραχούλες,
να ιδώ τα γρέκια τα παλιά και τις κρυοβρυσούλες.


Καλότυχα ‘ναι τα βουνά, καλογραμμένοι οι κάμποι,
το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνια
κι καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφου καλοκαίρι,
ν’ ανθίσει ο γάβρος κι η οξιά, να ισκιώσουν τα λημέρια,
να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες,
να βγουν κι τα βλαχόπουλα, βαρώντας τη φλογέρα,
να βγουν τα λάια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια,
Να βγει κι η βλάχα η όμορφη, η βλάχα η παινεμένη.


Επίσης, ο Δημοσθένης Γούλας έγραψε: “Λένε πως τα χιλιοτραγουδισμένα βουνά, τα στολισμένα με έλατα και καταπράσινα χορτάρια, που τα ζωντανεύει η φλογέρα του τσοπάνη, τα κυπροκούδουνα των ζώων και τα γαυγίσματα των σκύλων είναι η μόνιμη πατρίδα των Σαρακατσαναίων. Μα τότε τι γίνεται η δεύτερη πατρίδα τους, τα ξεχειμαδιά, που περνάνε το μισό χρόνο; Α! Αυτό δεν το γράφουν στα χαρτιά τους και δεν θέλουν να το θυμηθούν”. 





Έτσι, λοιπόν, με τον ερχομό της άνοιξης και πιο συγκεκριμένα του Αγίου Γεωργίου  “κίναγαν” με τα καραβάνια τους για τα “ψηλώματα”. Το ξεκαλοκαιριό διαρκούσε, αναλόγως των κλιματολογικών συνθηκών περίπου τρεις μήνες, με προηγούμενη σταδιακή προσαρμογή, δύο μηνών, ανθρώπων και ζώων στις υψομετρικές, κλιματολογικές και διατροφικές συνθήκες, συνολικά πέντε με έξι μήνες.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι προετοιμασίες και η εορταστική αναχώρηση της στάνης για τη μεγάλη στράτα απαιτούσε μεγάλη οργάνωση και προπαρασκευή, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας αφορούσε τις γυναίκες. Επιπλέον, σ’ αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την καθαρά μεταποιητική δουλειά που τις περίμενε, όταν θα έφθανε η ώρα των καλοκαιρινών εργασιών: του κούρου, του πλυσίματος, του χτυπήματος, του στεγνώματος και του στοιβάγματος του μαλλιού.

Κι αυτό, καθώς τα ρούχα, τα σκεπάσματα και τα σύνεργα της ποιμενικής ζωής των Σαρακατσαναίων: φανέλες, φλοκιαστές, κάπες, κάλτσες, τσαντίλες κ.α., ήταν όλα λιτά και απέριττα, φτιαγμένα από το πρωτογενές υλικό, το μαλλί των προβάτων τους, με μια απαράμιλλη και αξιοθαύμαστη, κληρονομημένη απ’ τους προγόνους τους, τεχνογνωσία.  





Ύστερα, από πολλών ημερών πορεία, μόλις έφθαναν οι Σαρακατσάνοι στα όμορφα, γραφικά βουνά, πρώτο μέλημά τους ήταν «να ρίξουν το βιο», να χωρίσουν δηλαδή σε κοπάδια τα γαλάρια, τα στέρφα και τα ζυγούρια, καθώς και να επιλέξουν τα βοσκοτόπια στα οποία θα βοσκούσε το κάθε κοπάδι. Κατόπιν, επιφορτίζονταν με την τακτοποίηση της στάνης και την κατασκευή των κονακιών, των φρεντζάτων, της στρούγκας και των μαντριών.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως όλα φάνταζαν τόσο διαφορετικά πάνω στα βουνά, ο ήλιος, ο αέρας, η βροχή, τα θολοκατεβασμένα ρέματα, οι λευκές καταχνιές, και τα χαράματα. Επιπλέον, οι πέτρινες στρούγκες και οι πετροκάλυβες, χτισμένες από πέτρες ακατέργαστες, παρμένες απευθείας από το φυσικό περιβάλλον, συμπλήρωναν μοναδικά την ομορφιά του τοπίου. Στον κόσμο των νομάδων, η φύση ήταν αυτή που προσδιόριζε μοναδικά τον χρόνο: σκάρος, άρμεγμα κοπαδιών, πήξιμο και αλάτισμα τυριού, στάλος, νυχτοβόσκημα, γρέκιασμα προβάτων, κούρος κ.α.





Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η λέξη «Στάνη» σχετίζεται και προσδιορίζει άμεσα αφενός μεν την χειμερινή κι αφετέρου δε την καλοκαιρινή ζωή των Σαρακατσαναίων. Ο όρος περιλαμβάνει: τα γυναικόπαιδα, τους τσοπάνηδες, τους σμίχτες, τα κοπάδια, τα καλύβια, τα γρέκια (δηλ. τους κινητούς στάβλους από αχυρένιες πλάτες για την προφύλαξη των προβάτων απ’ το κρύο), τα μαντριά για τα γίδια, τον οβορό (πρόχειρη ξύλινη κατασκευή για την τοποθέτηση των αλόγων και των μουλαριών), το μπατζαριό (μέρος όπου γινόταν το τυρί), διάφορες άλλες βοηθητικές κατασκευές και τα βοσκοτόπια.

Γενικότερα, μ’ αυτήν την λέξη προσδιορίζονταν η περιοχή στην οποία ξεκαλοκαίριαζαν ή ξεχειμώνιαζαν οι Σαρακατσάνοι, συμπεριλαμβάνοντας οποιαδήποτε κατασκευή ήταν απαραίτητη για την καθημερινή ζωή τους αλλά και τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες.

Στην στάνη, λοιπόν, ζούσε μία ολόκληρη κοινωνία, η οποία τηρούσε αυστηρά τους εθιμικούς άγραφους νόμους των Σαρακατσαναίων όσον αφορά στους κανόνες συμβίωσης, συνεργασίας και της μεταξύ τους αλληλοβοήθειας. Ο αριθμός των ατόμων σε μία στάνη κυμαινόταν από 5 μέχρι 20 κονάκια (οικογένειες), δηλαδή περιλάμβανε από 25 έως 100 άτομα. 





Επικεφαλής κι αρχηγός της στάνης ήταν ο τσέλιγκας, ενώ υπήρχαν επίσης και οι σμίχτες, δηλαδή αυτοί που δεν έβρισκαν δικό τους λιβάδι και “έσμιγαν” τα πρόβατά τους με τον τσέλιγκα, για να περάσουν μαζί το χειμώνα ή το καλοκαίρι (ή και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα), καθώς και οι τσομπαναραίοι, οι οποίοι “ρογιάζονταν” (μισθώνονταν) καθώς είχαν λίγα πρόβατα και δεν κατείχαν δικό τους τσελιγκάτο.

Έτσι, λοιπόν, απ’ την περίοδο του Δεκεμβρίου και έπειτα, η στάνη προσδιόριζε το μέρος όπου ήταν στημένα τα μαντριά, η στρούγκα για το άρμεγμα και το μπατζαριό. Ο σχηματισμός αυτός αποτελούσε το «Στανοτόπι» ή «Στανομάντρι», στον οποίο συγκεντρώνονταν, κυριολεκτικά, όλη η ζωή και η βαριά δουλειά της στάνης.  Στανοτόπι ονόμαζαν, κατά την περίοδο της άνοιξης για την στράτα τους από τα χειμαδιά στα βουνά, οποιαδήποτε τοποθεσία, στην οποία έκαναν στάση οι τσοπάνηδες με τα κοπάδια, προκειμένου να ξεκουραστούν ή να ξενυχτήσουν, να “ξεμουδιάσουν” τα γαλάρια ή και να στηθεί η στρούγκα και το πρόχειρο μπατζαριό.

Επιπλέον, αξίζει να επισημάνουμε το γεγονός ότι κάθε άνοιξη και φθινόπωρο, η στάνη, ουσιαστικά, άλλαζε μορφή. Πιο συγκεκριμένα, την άνοιξη, όταν οι Σαρακατσάνοι ετοιμάζονταν για το ξεκαλοκαιριό τους, η στάνη ήταν σε μεγάλη εγρήγορση και κινητικότητα, προκειμένου να ανέβουν στα ψηλά βουνά με όλο τους το βιος: κοπάδια, γαλάρια, τσοπάνηδες, προβαταραίους, γυναικόπαιδα, υποζύγια κ.α. Γι’ αυτό κι έλεγαν, χαρακτηριστικά: “έφυγε η στάνη” ή “περνάει  η στάνη”.

Η αναχώρηση της στάνης γινόταν, εντελώς, ξαφνικά, κι αυτό για να μην ματιάσουν οι ξένοι τη στάνη, ενώ η ώρα αναχώρησης αποφασίζονταν αποκλειστικά και μόνο από τον τσέλιγκα. 





Απ’ την άλλη, το φθινόπωρο η στάνη αποκτούσε, εντελώς, διαφορετική σημασία. Οι Σαρακατσάνοι ήταν αναγκασμένοι να αποχαιρετίσουν τα αγαπημένα τους βουνά και να ξεχάσουν όλες τις ξέγνοιαστες και ευχάριστες στιγμές που συνεπάγονταν η διαμονή τους σ’ αυτά, όπως πανηγύρια, γλέντια και γάμους (“Χαρές”). Επαγγελματικοί καθώς και κλιματολογικοί λόγοι ανάγκαζαν τα γυναικόπαιδα να φεύγουν πιο μπροστά, προκειμένου να κατέβουν στα χειμαδιά, ενώ ακολουθούσαν οι τσοπάνηδες και τα κοπάδια, που κατέβαιναν από άλλες στράτες. 

Εν κατακλείδι, αναλογίζοντας όλα τα παραπάνω προβαίνουμε αβίαστα στην υπόθεση πως ίσως κάποια μοίρα να καταδίωκε αιώνες ολόκληρους τους νομάδες, τότε, Σαρακατσάνους και δεν τους άφηνε να σταθούν πουθενά!

 Είναι ιδιάζουσας σημασίας το γεγονός ότι οι Σαρακατσάνοι μετακινούμενοι από τόπους σε τόπους και ζώντας σε πλούσιες περιοχές και μέρη ευλογημένα, τα οποία αν και είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα κάνουν δικά τους και να γίνουν κύριοι αυτών, δεν ρίζωναν πουθενά. Με κανέναν τρόπο δεν θέλησαν να “δεθούν” στα χειμαδιά, παρά μόνο με τα άγονα και κακοτράχαλα βουνά, απελευθερωμένοι από οποιονδήποτε κοινωνικό, τυπικό, καταναγκασμό.  

Κατ’ επέκταση, μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι αυτά τα θεόρατα και κραταιά βουνά με τις ευθυτενείς κορυφές και τα ορθόστητα έλατά τους, καθώς και η ανοδική πορεία των Σαρακατσαναίων μέσα στο χάραμα για αυτές τις μεγαλοπρεπείς κορυφές, συντέλεσαν στο να ασκήσουν βαθύτατη επίδραση στη διαμόρφωση του ήθους αυτών των ανθρώπων των βουνών. Έτσι, τα φυσικά αυτά στοιχεία εμφύσησαν σε αυτούς τις αξίες: της ελευθερίας, της τιμής, της αλήθειας, της αυτογνωσίας και προπάντων της αξιοπρέπειας.     





Πηγή : Sarakatsanokostantis




Πηγή : Σταύρος Σιούτης