portraita

kentriki mpara






αβανιά, η 1. ζημιά. 2. συκοφαντία [17, 325]: η αβανιά κι η κλιφτουριά κι ου χάρους κι τα ξένα, ούλα μαζί ζυγιάστηκαν μ’ ιένα βαρύ καντάρι [3α, 170].
αβαντζάρου 1. προκαταβάλλω. 2. πλειοδοτώ [27, 380].
αβάριτου γάλα γάλα που δεν είναι αποβουτυρωμένο [17, 325].
αβάριτους, -η, -ου ακούραστος, δρα­στήριος, άνθρωπος με ζωντάνια: αβάριτους ανθρουπους η μάνα μ’. Απ’ του προυΐ ους του βράδι δε λαρώνει.
άβαρους, -η, -ου (μτφ.) πλούσιος: ο Μαλαμούλης, που ’ταν νοικοκύρης άβαρος, πολλά λιβάδια και τσιφλίκια κονταρέλα το ’να μι τ’ άλλο [20, 122].
αβασκαμός, ου μάτιασμα, βλάβη που προκαλεί κάποιος σε κάποιον άλλον από ζήλια ή φθόνο με την επήρεια του βλέμματος ή της σκέψης [12β, 108].
αβασκιαίνου 1. ματιάζω, προκαλώ βλά­βη σε κάποιον από ζήλια ή φθόνο με την επήρεια του βλέμματος ή της σκέψης. 2. -ουμι ματιάζομαι.
αβγαταίνου [25α, 136], βλ. αβγατίζου.
αβγατίζου αυξάνω, μεγαλώνω.
αβγάτους, ου αύξηση: φέτους δεν κράτ’σα πουλλές αρνάδις ’ια αβγάτου.
αβγουλίθι, του αρρώστια των προβάτων (όγκος που δημιουργείται μέσα στο σώμα των ζώων και έχει μέγεθος και σχήμα αβγού).
αβγουλουιότι η κότα κάνει κινήσεις (κακαρίζει) που δείχνουν ότι θέλει να γεννήσει.
αβδέλλα, η 1. βδέλλα. 2. γλωσσίδι από κουδούνι [26, 123].
αβδέλλιασμα, του αρρώστια που προκαλεί η βδέλλα στα πρόβατα (διστομάτωση).
αβδιλλιάζουμι (για ζώα) αρρωσταίνω από τη βδέλλα, παθαίνω διστομάτωση [26, 356].
αβλάτ’σμα, του η ενέργεια του αβλατίζου.
αβλατίζου προσέχω χωρίς επιμονή, ρίχνω κλεφτές ματιές [25β, 51].
άβρακους, -η, -ου χωρίς βρακί: άβρακους έβαλι βρακί, του είιδι ου κώλους τ’ κι θαμπώθ’κι [4, έτος 24ο, 56].
αγαθούτσ’κους, -η, -ου αυτός που κουτοφέρνει [17, 325].
αγαλαξιά, η αρρώστια των προβάτων (πρήζεται το μαστάρι τους και κόβεται το γάλα) [25β, 51].
αγάλια (επίρρ.) σιγά, αργά.
αγαλιανός, -ή, -ό βραδύς, αργός.
αγαλλιάζου ευχαριστιέμαι, χαίρομαι.
αγανός, -ή, -ό 1. μαλακός, απαλός [26, 324]. 2. αραιός, ανάριος.
άγανου, του βελονοειδής απόφυση από τους καρπούς κυρίως των σιτηρών.
αγαπητικός, -ιά παράνομος εραστής, παράνομη ερωμένη:Γιώργη μ’, σι κλαίν’ ν-οι φίλοι σου κι οι αγαπητικιές σου.
αγγειά, τα μέρος από την οικοσκευή που περιλαμβάνει κυρίως μάλλινα ενδύματα και μεταλλικά αντικείμενα. Μέσα στο κονάκι τα βάζουμε σε κάποιο χώρο και τα σκεπάζουμε: μην κάθιστι στ’ αγγειά, θα πέσουν.
αγγειό, του 1. χάλκωμα (ταψί, πιάτο, κατσαρόλα, κ.ά.): τ’ αψύ του ξίδι χαλάει τ’ αγγειό [4, έτος 24ο, 56]. 2.(μτφ.) γυναικείο γεννητικό όργανο.
αγγιλουβαριμένους, -η, -ου (μτφ.) παράξενος, ιδιότροπος.
αγγιλουκρούουμι 1. εξίσταμαι, δαιμονίζομαι και θίγομαι πολύ εύκολα [12α, 53]. 2. ψυχορραγώ, ψυχομαχώ: κειος, είχι άλλη δ’λειά, έκραζε το χάροντα, αγγελοκρούεται, πιδιά μ’ [16, 30].
αγγιλουκρουσμένους, -η, -ου (μτφ.) μυγιάγκιχτος, 2. μισότρελος. 3. παράξενος.
αγγόνα, η εγγονή.
άγγουνας, ου εγγονός.
αγγούρι, του καρπούζι [25β, 52].
αγγυφτού 1. λερώνομαι σωματικά. 2. (μτφ.) αμαρτάνω: να μη μ’ αγγίξεις, Ρίνα μ’, κι αγγυφτού, μη μι βαλαντώσεις κι ’γω πουλύ δεν κάθουμι στου σπίτι του δικό σου [24, 86].
αγιένουτα, τα υφαντά υφάσματα που δεν τα πηγαίνω στα μαντάνια (βλ. λ.) για επεξεργασία.
αγιένουτου ψουμί ψωμί που δεν είναι ακόμα έτοιμο για να το ψήσω.
αγίνουτους, -η, -ου αγέννητος.
αγκάθι είνι (μτφ.) με πονάει με τα λόγια του.
αγκαθιάζουμι 1. (μτφ.) υποψιάζομαι, πονηρεύομαι. [17, 325]. 2. τρυπιέται το σώμα μου από αγκάθι.
αγκάλις, οι αγκαλιά: θα ’ρθει κιρός να κρύβισι μες τις δικές μου αγκάλις.
αγκίδα, η μύτη από αιχμηρό ξύλο ή λεπτό αιχμηρό κομμάτι από ξύλο που τρυπάει το σώμα μου.
αγκότσια (επίρρ.) τρόπος που μεταφέρω κάποιον, και κυρίως μικρό παιδί (το σώμα του πάνω στις πλάτες μου, τα χέρια του γύρα από το λαιμό μου και τα πόδια του θηλιά στη μέση μου).
αγκούσα, η 1. δυσφορία από την πολλή ζέστη, δύσπνοια [27, 381]. 2. (μτφ.) στενοχώρια, πρόβλημα: δεν πούλ’σαμαν τ’ αρνιά κι έχουμι αγκούσις.
αγκουσιεύουμι 1. δυσφορώ από την πολλή ζέστη, έχω δύσπνοια. 2. (μτφ.) στενοχωριέμαι.
αγκυλώνου 1. τσιμπώ, πληγώνω με αιχμηρό όργανο. 2. κεντώ ή ράβω με το βελόνι [17, 325]: τ’ς γιουρτές δεν αγκυλώνουμι. 3. -ουμικάποιο αιχμηρό αντικείμενο μου τρυπάει το δέρμα.
αγλείφου γλείφω.
αγλήγουρα (επίρρ.) γρήγορα.
αγληγουρότιρα (επίρρ.) 1. πιο γρήγορα (σε ταχύτητα). 2. πριν από λίγο: ήταν ιδώ αγληγουρότιρα η Κουστάντου.
αγλήγουρους, -η, -ου γρήγορος: να γιένουμουν χρυσός αϊτός κι αγλήγουρους πιτρίτης [3α, 93].
αγλίνα, η όγκος από λάσπη που γλιστράει επικίνδυνα.
αγναντεύου από ένα ψηλό σημείο παρατητώ κάτι ή παρατηρώ κάτι από μακρινή απόσταση: ’ια βγάτι ν’ αγναντέψουμι τις Αγραφιουτουϊπούλις, πώς ρουβουλάν’ ν-απ’ τ’ Άγραφα κουρίτσια κι νυφάδις [3α, 148].
αγνάντια (επίρρ.) απέναντι.
αγνάντιμα, του η ενέργεια τουαγναντεύου.
αγνάντιου, του θέση από την οποία έχω μεγάλη θέα.
άγνιστα, τα αυτά που δεν έχουν γνεστεί.
αγουνία, η σκληρή προσπάθεια, αγχώδης προσπάθεια: τα πρότα, πιδί μ’, έχουν πουλλή αγουνία. Απ’ του προυί ους του βράδυ σι θέλουν στου πουδάρι.
αγουνιόμι 1. αγωνίζομαι, προσπαθώ. 2. ταλαιπωρούμαι.
αγούρμαστους, -η, -ου (για καρπούς) αυτός που δεν έχει ωριμάσει.
αγουρουμαραγκιάζου (για καρπούς) μαραίνομαι προτού να ωριμάσω.
άγουρους, -η, -ου (μτφ.) νεαρός: ν-άγουρους απού σειρά, κόρη απ’ την Ανατουλή πάησαν κι ανταμώσανι μες του Δαφνουπόταμου [3α, 150].
αγραμάδα, η χαραμάδα [26, 362].
αγρασιά, η υγρασία [26, 116].
αγριάδα, η 1. το φυτό άγρωστη η έρπουσα. 2. αγριότητα.
αγρίδι, του τόπος που δε βγάζει καλό χορτάρι [17, 325].
αγρίδια, τα ανώριμοι καρποί.
αγριεύου 1. εξαγριώνομαι. 2. ταράσσομαι.
αγρίμια, τα άγρια ζώα του δάσους.
αγριουγίδι, του αγριόγιδο: να φκιάσουστρούγκα του λαγού, ν’ αρμέξου τ’ αγριουγίδι [3α, 178].
αγριουκαστανιά, η αγριοκαστανιά.
αγριουκουρουμπλιά, η αγριοκορομηλιά.
αγριουκρίθαρου, του αγροστώδες βο­σκόφυτο όρδεο το μύουρο [2].
άγριους τόπους, βλ. αγρίδι.
άγριους, -α, -ου 1. άγριος. 2. (για καρ­πούς) άγουρος, ανώριμος.
αγριουσύνη, η αγριότητα, αγριάδα: ν-άγρια πιριστιρούλα μου κι χαϊδιμένη τρυγόνα, ρίξι την αγριουσύνη σου κι έλα σιμά μου κάτσι [15α, 221].
αγριουτήραμα, του η ενέργεια τουαγριουτηράου.
αγριουτηράου αγριοκοιτάζω: κι όσου την ημέριβα, τόσο μ’ αγριουτήραϊ.
αγροικάου καταλαβαίνω, νιώθω, μόλις αρχίζω να καταλαβαίνω (για μικρά παιδιά) [12α, 54], «κόβει» το μυαλό μου: όποιους αγροίκαϊ κούριβι· δεν κουλουκούρ’ζι [4, έτος 9ο, 25].
αγροικούμινους, -η, -ου έξυπνος, νο­ή­μονας.
αγρυπνιά, η ξαγρύπνημα, εγρήγορση τη νύχτα: πάρι του μάτι του αϊτού κι του ’λαφιού του πόδι κι του λαγού την αγρυπνιά κι στήσι καραούλι [23α, τ. 3, 45].
αδέ (μόρ.) ενώ, αλλά: απού τούτη τ’ μιριά έχει καλό χουρτάρι, αδέ απ’ ’ ν άλλη τίπουτας.
αδειά, η ελεύθερος χρόνος, ευκαιρία, άνεση χρόνου: δεν έχου αδειά να κάτσου ν-ούηδι κι να σταθού, δυο λόια θα σ’ αφήκου σα νά ’ρθει να του ειπείς [3α, 117].
αδειάζου 1. κενώνω κάτι. 2. ευκαιρώ.
άδειξιους, -α, -ου αυτός που δεν έχει καλή δείξη, άσχημος [25β, 53]: άδειξιους είνι ου Κώστας μ’ κι δεν τουν θέλουν ’ια γαμπρό;
αδηδώια (επίρρ.) εδώ με την έννοια του πολύ κοντά, εδώ δίπλα.
αδηκεί (επίρρ.) αμέσως, στη στιγμή: αδηκεί κινούρια στάνη, αδηκεί μαγαρουσύνη [3α, 208].
αδηκεία (επίρρ.) εκεί πέρα ακριβώς.
αδήλουτους, -η, -ου μη δηλωμένος.
αδητότι (επίρρ.) την ίδια στιγμή, αμέσως: αδητότι έπριπι να τ’ ρίξεις νια φανταλιά.
αδικιά, η συκοφαντία: κακιά αδικιά μου ρίξανι πως αϊγαπού νια κόρη.
αδίπλα κουνάκι κονάκι που έχει δυο πλευρές και δυο σκεπές (επικλινές).
αδιρφάδις, οι αδερφές [7α, 45].
αδιρφουμαχιριά, η 1. μαχαιριά από αδερφό: αν είνι ξένη μαχιριά, ιγώ θα σι γιατρέψου, αν είνι αδιρφουμαχιριά κανιά γιατρειά δεν έχει. 2. (μτφ.) κακό που προέρχεται από τον αδερφό μου.
αδιρφουμοιραή, η μοιρασιά περιουσίας μεταξύ των αδερφών.
αδιρφουξάδιρφα, τα πρώτα ξαδέρφια.
αδιρφουπαίδι, τουανιψιός.
αδιρφουποιτάδις, οι σταυράδελφοι: ξένι μ’, σι κλαίν’ ν-οι φίλοι σου κι οι αδιρφουποιτάδις, σι κλαίου κι γω ν-απόκρυφα, κρυφά σι μνημουνεύου [3α, 165].
αδιρφώνου βάζω δυο πράγματα μαζί [17, 325].
αδράζου είμαι ανώτερος, δυνατότερος, καλύτερος από κάποιον άλλο [25β, 54].
αδράχνου αρπάζω κάποιον με τη βία.
αδράχτι, του ξύλινη μικρή ράβδος μήκους 15-20 εκατοστών στην οποία μαζεύεται το νήμα που παράγεται κατά το γνέσιμο με τη ρόκα [12α, 55].
αδρεύου γίνομαι αδρύς, σκληραίνω.
αδρικός, -ή, -ό 1. δυνατός. 2. σκληρός [17, 325].
αδρόμ’σμα, του η ενέργεια τουαδρουμάου.
αδρουμάου 1. τρέχω 2. λοξοδρομώ.
αδρύς, -ειά, -ύ 1. πυκνός, σφιχτός. 2. δυνατός. 3. σκληρός.
άζαπους, -η, -ου απείθαρχος, αυτός που είναι έξω από κανόνες.
αζάπουτους, -η, -ου άζαπος, (βλ. λέξη).
αζάτι (επίρρ.) ελεύθερα, χωρίς περιορισμό [26, 94]: απόλ’σι τ’ άλουγα αζάτι κι ρήμαξαν τα σπαρτά.
αζατιάτ’κους, -η, -ου αυτός που είναι χωρίς περιορισμούς, ελεύθερος [27, 381].
αζβάρα (επίρρ.) σβάρνα.
αζύγουτους, -η, -ου απλησίαστος.
αζύιαους, -η, -ου αζύγιστος.
αηδουνολαλούσα, ηπέρδικα που λαλεί σαν αηδόνι.
αηδουνουλάλ’μα του η ενέργεια τουαηδουνουλαλού.
αηδουνουλαλού κελαηδώ σαν το αηδόνι: γιουμίζει του στόμα αίματα, τα αχείλια του φαρμάκι κι η γλώσσα αηδουνουλαλεί κι λέει.
Άης, ου Χριστός.
αθέρα, η πρώτος, καλύτερος [17, 325]: οι αρνάδις τ’ Μήτρου ήταν αθέρα.
αθέρας, ου, βλ. αθέρα.
αθώους, -α, -ου χαζός, καθυστερημένος, αυτός που έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης.
αϊά κοίτα να δεις.
άι μαθέ άντε να μάθεις, πρόσεξε να καταλάβεις, εμπρός να μάθεις [12β, 146].
αϊάρι, του ποσοστό απόδοσης γάλακτος σε τυρί [17, 325].
αϊγάπη, η αγάπη.
Αϊ-Δημήτρ’ς, ου ο μήνας Οκτώβριος.
αϊκάλλια, τα κάλλη, ομορφιά, ωραία εμφάνιση [22, 137].
άικουσμα, του φήμη: ν-ου Γιάννους είχι τ’ άικουσμα που σκότουνι τα φίδια, κι ούλα τα φίδια το ’μαθαν κι σύμφουνου του κάνουν [21β, 33].
αϊκουσμένη, η ανήθικη γυναίκα, αυτή που ακούστηκε ότι μπορεί να έχει εξωσυζυγικές σχέσεις ή προγαμιαίες, αυτή που έχει υποπέσει σε ηθικό παράπτωμα, κακοφημισμένη, έχει κακή φήμη για την ηθική.
άιντι άιντι (επίρρ.) σιγά σιγά, λίγο λίγο. δεν ήμουν άιντι άιντι δεν ήμουν τυχαίος, παρακατιανός αλλά ήμουν σπουδαίος: τσέλιγκας ήμαν, δεν ήμαν άιντι άιντι [7β, 126].
αϊουκέρι, του κερί από τον επιτάφιο (Μεγάλη Παρασκευή) [26, 306].
άιους, ου άγιος.
αΐσκιουτους, -η, -ου 1. μη σοβαρός, αυτός που δεν έχει κύρος, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και σιγουριά [12α, 55]. 2. χωρίς χαρίσματα, καθόλου συμπαθής.
άιστι (επίρρ.) εμπρός, άιντε: άιστι, πιδιά μ’, να φύβγουμι, σ’ άλλουν τόπου να πάμι, να μην ακούου τα σκυλιά στις ράχις να ουρλιάζουν [21β, 94].
αίτιους, -α, -ου υπαίτιος.
-ακ’ς παραγωγικό επίθημα που το χρησιμοποιούν κυρίως τα κύρια ονόματα για να σχηματίσουν υποκοριστικά: Γιουργάκ’ς, Κουστάκ’ς, Παυλάκ’ς, κτλ.
ακάλλιαστους, -η, -ου άσχημος, αταίριαστος με τα πρότυπα ομορφιάς: ακάλλιαστη η νύφη, τι τ’ θέλουν; [25β, 55].
ακαμάτρα, η οκνηρή, νωθρή.
ακάμουτους, -η, -ου αυτός που δεν έγινε, αγίνωτος.
ακατούργους, η, ου αυτός που δεν έχει κατουρήσει.
ακέργια κ’λούρα, η κουλούρα με καθαρό καλαμποκίσιο αλεύρι [25β, 55].
ακέργιους, -α, -ου ολόκληρος, πλήρης [27, 381].
-άκι παραγωγικό επίθημα που χρησιμοποιείται κυρίως σε ουσιαστικά για να σχηματίσουν υποκοριστικά: αρνάκι, κατσ’κάκι, μπλαράκι, κριαράκι, τσιουλάκι, πλαράκι, τραγάκι, κουνακάκι, ανηφουράκι κ.ά.
άκληρους, -η, -ου άτεκνος.
ακόνι, του εργαλείο (ειδική πέτρα) κατάλληλο για τρόχισμα.
ακουλλ’τά (επίρρ.) κολλητά [25β, 55].
ακουλλάου κολλάω σα βεντούζα πάνω σε ένα επικλινές και γλιστερό έδαφος, για να μπορέσω να το ανεβώ και να το περάσω [12β, 109].
ακουμπάου 1. αφήνω κάτι καταγής. 2. γέρνω για να κοιμηθώ [27, 381], κοιμάμαι: σήκου μαράζι πλάιασι, σήκου μαράζι ακούμπα [21β, 347].
ακουνάου οξύνω τα μαχαίρια, τα τροχάω [25α, 162].
ακουνιές, οι ακόνια, πλάκες σταχτόμαυρες, για να τροχίζουμε τα μαχαίρια [26, 358].
άκουπα (επίρρ.) χωρίς διακοπή, συνέχεια: ικειά τα χρόνια πάηναμαν άκουπα σ’ν Πρέβιζα.
ακουρμάζουμι [12α, 56], βλ. ακουρμαίνουμι.
ακουρμαίνουμι ακούω με προσοχή, στήνω αφτί να ακούσω: ν’ ακουρμαστού την πέρδικα την αηδουνουλαλούσα [3α, 178].
άκουρους, -η, -ου ακούρευτος.
-άκους παραγωγικό επίθημα που το χρησιμοποιούμε κυρίως στα κύρια ονόματα για να σχηματιστούν υποκοριστικά: Μητράκους, Κουτσιάκους, Γιουργάκους, κτλ.
άκρη, η σανίδα από τον εξωτερικό φλοιό των πεύκων [13, 119].
ακριβός, -ή, -ό (μτφ.) πολυαγαπημένος.
άκριτους, -η, -ου 1. αυτός που δε μιλάει ή δεν πολυμιλάει, λιγομίλητος. 2. αντικοινωνικός: τι άκριτους άνθρουπους είνι αυτός, γιε μ’;
ακρουγιάλια, τα παραλία.
ακρουθαλασσιά, η παραλία: να μείνου σε ψηλόι βουνό φουβάμι απού του χιόνι, να μείνου σ’ ακρουθαλασσιά φουβάμι απού του κύμα [7α, 25].
ακρουπέλαου, του ακροθαλασσιά, παραλία: λάλησι, κούκι μ’, λάλησι, πες του καημένου αηδόνι, λάλησι σ’ ακρουπέλαου απ’ αράζουν τα καράβια [15α, 51].
ακρουπιλαϊά, η ακροθαλασσιά.
άκυπρου, του ζώο χωρίς κυπρί.
αλ’κότ’μα, του η ενέργεια τουαλ’κουτάου.
άλ’κους, -η, -oυ αυτός που έχει βαθύ κόκκινο χρώμα.
αλ’μουριάζου 1. ρίχνομαι σα θεονήστικος [25β, 57]. 2. ορμώ σε κάποιον και τον φοβίζω.
αλ’μούριασμα, του η ενέργεια τουαλ’μουριάζου.
αλ’πού είνι (μτφ.) είναι άσχημος.
αλ’πουνόρα, η προβατίνα που έχει φουντωτή ουρά σαν της αλεπούς.
αλ’πουτ’νάζου (μτφ.). κακομεταχειρίζομαι, βασανίζω κάποιον και τον τινάζω σαν δέρμα της αλεπούς: πες τα χιριτίσματα στουν κλέφτη, άμα τουν πιάσου θα τουν αλ’πουτ’νάξου [25β, 58]. –ουμι πετάγομαι ξαφνικά επάνω.
αλ’πουτίναμα, του η ενέργεια τουαλ’πουτ’νάζου.
αλ’σίβα, η σταχτόνερο με το οποίο πλένω τα χαλκώματα.
αλ’σουμένους, -η, -ου 1. αλυσοδεμένος. 2. (μτφ.) χαζός, παλαβός.
άλ’σους, ου αλυσίδα με την οποία δένω τα σκυλιά.
αλ’χήνα, η λειχήνα, μύκητας, εξάνθημα στο δέρμα.
αλ’χηνόχουρτου, του βότανο για τις λειχήνες.
αλ’χτάου γαβγίζω.
αλ’ψό, του ψωμί χωρίς ζύμη [26, 313].
αλάδιαγους, -η, ου (βλ.)αλάδουτους.
αλάδουτους, -η, -ου 1. αυτός που είναι χωρίς λάδι. 2. (μτφ.) αβάφτιστος [17, 326]. 3. (μτφ.) χωρίς ιερό και όσιο.
αλάθους, του λάθος.
άλαλους, -η, -ου δυστυχισμένος, έρημος: αν είμι άσπρους κι κόκκινους, σκύψι κι φιλησέμι, κι αν είμι μαύρους κι άλαλους, γύρνα κι σκέπασέ μι [21β, 356].
αλαμπούρμπουδα (επίρρ.) φίρδην μίγδην, άνω-κάτω [27, 382].
αλάνταβους, -η, -ου 1. αδέξιος, απρό­σεχτος, άτσαλος [12β, 109]: ου­ρέ, ντιπ αλάνταβου είνι! Δεν τηράει πού πατάει. Μη πήρι αζβάρα. 2. αφηρημένος.
αλάργα (επίρρ.) μακριά.
αλαργεύου απομακρύνομαι.
αλάργιμα, του η ενέργεια τουαλαργεύου.
αλαργινός, -ή, -ό μακρινός: κι τ’ άλουγου μ’ ν-απόστασι κι δεν μπουρεί να φύβγει κι η στράτα μ’ ν-είν’ αλαργινή κι πού θα μείνου απόψι.
αλάρουτους, -η, -ου αυτός δεν ησυχάζει, αβάρετος, ακούραστος.
αλαταριά, η μέρος που αλατίζω τα γιδοπρόβατα [26, 102].
αλατίζου ρίχνω στην αλαταριά (βλ. λ.) αλάτι για τα γιδοπρόβατα.
αλατουσάκ’λου, του σακούλι στο οποίο βάνω το αλάτι.
αλαφατζάνους, ου 1. φλύαρος. 2. αλαζόνας.
αλάφι, του ελάφι [3α, 108].
αλαφιάζουμι (μτφ.) φοβάμαι, προγκάω [17, 326].
αλάφιασμα, του η ενέργεια τουαλαφιάζου.
αλαφότριχη, η προβατίνα που έχει άσπρες και μαύρες τρίχες ανακατωμένες.
αλαφουκιέρικους, -η, -ουαυτός που έχει κέρατα ελαφιού: κάτου στουν Ασπρουπόταμου κάνει ν-ου Γιουργής χουράφι μι βόδια αλαφουκιέρικα μι ζεύγις ασημένιις.
αλαφουκυνηγού κυνηγώ ελάφια: κι ένας πασιάς ιξέβγινι ν’ αλαφουκυνηγήσει, κουντουκρατεί του φάρου του κι λέει στους τσιλιγκάδις.
αλαφρόγνουμους, -η, -ου (μτφ.) επιπόλαιος, αυτός που δεν έχει η γνώμη του «βάρος».
αλαφρουγιουρτή, η μικρή γιορτή, μικρός άγιος.
αλαφρουίσκιουτους, -η, -ου αυτός που «βλέπει» φαντάσματα [17, 326].
αλαφρουκουπιά είνι (μτφ.) είναι επιπόλαιος.
αλαφρουμάρις, οι ( μτφ.) επιπόλαιες, αστόχαστες πράξεις.
αλαφρύς, -ιά, -ύ, βλ. αλαφρόγνουμους.
αλαφρώματα, τα οικοσκευή (μικρό καραβάνι) που στέλ­νουμε στα χειμαδιά ή στο ξεκαλοκαιριό λίγες μέρες πρωτύτερα απ’ το ξεκίνημα του τσελιγκάτου, για να ξαλαφρώσουμε και έτσι να μπορέσουμε να μεταφέρουμε ολόκληρη την οικοσκευή μας [1, 112].
αλέγρους, -η, -ου εύθυμος, πρόσχαρος [17, 326].
αλείξουρους, -η, -ου λαίμαργος, αχόρ­ταγος [12α, 57].
αλείφου επαλείφω, χρίω.
αλέστα είμι είμαι σε εγρήγορση.
αλευρουσάκι, του σακί για το αλεύρι.
αλήθειου, του αλήθεια.
αλησμουνιώμι ξεχνιέμαι, πέφτω στη λησμονιά.
αλησμουσύνη, η λησμονιά: π­αρη­γου­ριά ’χει ου θάνατους κι αλησμουσύνη ν-ου χάρους κι ου ζουντανός ν-ου χουρισμός παρηγουριά δεν έχει.
αλί (επίρρ.) αλίμονο. Δυστυχία μου!
αλιά, βλ. αλί.
αλιβρώνου ρίχνω αλεύρι.
αλίξουρους, -η, -ου [25β, 57], βλ. αλείξουρους.
αλισβιρίσι, του δοσοληψία, συναλλαγή.
αλίφασκους, ου το φυτό σάλβια η τρίλοβος, χόρτο που βγαίνει το φθινόπωρο και μοσχοβολάει [2].
αλκουτάου [12α, 57], βλ.αλκουτίζου.
αλκουτίζου αναχαιτίζω, απωθώ, απομακρύνω, παρεμποδίζω: αλ’κότσαν τ’ς σ’χαριάτις μι τα τ’φέκια.
αλλ’μανάου 1. καταταλαιπωρώ, δέρνω κάποιον αλύπητα και τον τσαλαπατώ [12β, 109]. 2. αλλμανάει του σκ’λίο σκύλος ρίχνει κάποιον στο έδαφος, τον δαγκώνει και τον γρατσουνάει σε πολλές μεριές.
αλλ’μανίζου, βλ. αλλ’μανάου.
άλλ’μμα, του υλικό για επάλειψη: η γύφτσα ήβρι άλλ’μμα κι άλ’ψι κι τουν κώλου τ’ς.
αλλάδιρφα, τα ετεροθαλή αδέρφια.
άλλαμα, του άλλαγμα.
αλλαξιά, η καθαρή ενδυμασία που φοράω, όταν αλλάζω ρούχα.
αλλόκουτους, -η, -ου παράξενος, ιδιότροπος.
αλουγόμ’γα είνι (μτφ.) είναι ενοχλητικός, κολλητήρι.
αλλούθι (επίρρ.) από άλλο μέρος, από άλλοπρόσωπο ή από άλλη πηγή: βήκι ν-Αντώνης σταϊ βουνά μι τουν Καραϊαννάκη κι αλλούθι παίρουν πρόβατα κι αλλούθι παίρουν λύτρα [4, 7ο έτος, 7].
αλλουκαλύτιρους, -η, -ου αυτός που αγαπάμε περισσότερο από τους άλλους, αυτός που είναι ο καλύτερος από όλους τους άλλους [22, 79].
αλλουκουντά (επίρρ.) τελικά, στο τέλος.
αλλουτισνός, -ή, -ό πολύ παλιός, παλιάς εποχής.
αλμουρίζει του σκ’λί γρινιάζει και βγάζει ήχους που δείχνουν ότι είναι άρρωστο [25β, 58].
αλμπασία, η αναταραχή, φασαρία: τι αλμπασία ήταν αυτήν απόψι στου κουνάκι τ’ Μητράκου! Δε μ’ άφ’καν να πλαϊάσου ούηδι ώρα!
αλμπέτι (επίρρ.) τελικά, στο τέλος, επιτέλους: αλμπέτι, τα κατάφιρα να διαβού του πουτάμι.
αλόγατα, τα άλογα.
αλόιστους, -η, -ου αυτός που δε βάζει φροντίδες στο κεφάλι του, αυτός που είναι «πέρα βρέχει» ή όξω καρδιά: αλόιστους άνθρουπους, δε θα γιράσει πουτές.
αλουγίσια,η  αυτή που προέρχεται από το άλογο.
αλουγόκουμπους, ου ειδικός τρόπος με τον οποίο πεδουκλώνω τα άλογα.
αλουγότσιουλου, του τσιόλι (βλ. λ.) για να προστατεύει τα άλογα και τα σαμάρια τους απ’ την κακοκαιρία.
άλουγου τ’ Θιού πολύ μικρό ζωάκι που μοιάζει κάπως με ακρίδα.
αλουγουβέλιντσα, η μια μικρή βελέντσα που στολίζει το άλογο του τσέλιγκα.
αλουγουκάλ’βα, η καλύβι για το άλογο του τσέλιγκα.
αλουγουλίβαδου, του λιβάδι στο οποίο βοσκάνε τα άλογα.
αλουγουσύρτ’ς, ου αυτός που κλέβει άλογα.
αλουγόψουρα, η ασθένεια των αλόγων [27, 382].
αλουή, η 1.πικρό υγρό που βγαίνει από το φυτό αλόη. 2. πικρό.
αλουνάρ’ς, ου αλωνιστής, αυτός που αλωνίζει.
Αλουνάρ’ς, ου ο μήνας Ιούλιος: ν-ιγώ ’μι του τριαντάφυλλου στουν κόσμου ξαϊκουσμένου. Τουν Αλουνάρη χάνουμι, του Μάη μήνα βγαίνου στης κουρασιάς του μάγουλου, στης έμουρφης τ’ αχείλι.
αλουνίζου 1. περιφέρομαι, κινούμαι συνέχεια σε ένα συγκεκριμένο μέρος: δραγάτες καβάλα σ’ άλογα και με γκράδες στον ώμο ν’ αλωνίζουν τον τόπο σιουρώντας με σιουρίστρες [20, 111]. 2. κακομεταχειρίζομαι: έπιασι τουν κλέφτη κι τουν αλών’σι. 3. προκαλώ ζημία: απόψι μ’ τ’ αλών’σι (τα πρόβατα) του ζλάπι.
αλουνιστής, ου αυτός που αλωνίζει: κι αυτόν τουν πρώτου αλουνιστή άντρα θελά τουν πάρου [24, 51].
αλτζές, ου μελαχρινοκόκκινος [27, 351].
αλτζέτ’κου άλουγου, βλ. αλτζές.
αλύσια, τα κοσμήματα που βάνω στη στήθος και μοιάζουν με αλυσίδες, αλυσιδωτά κοσμήματα [7α, 49], ασημένια περιδέραια [27, 374]: ν-ιδώ που πάμι, κόρη μου, κουρίτσια δε διαβαίνουν, γιατί βρουντούν τ’ αλύσια τους κι λάμπουν τα μαλλιά τους [3α, 176].
αλύχτ’μα, του γάβγισμα σκύλου.
αμάδα, η πλάκα, πέτρα με την οποία παίζεται το παιχνίδι «τα φίτσια» [12α, 58].
αμάζουτους, -η, -ου αμάζευτος.
αμάκα (επίρρ.) δωρεάν [27, 382].
αμαλαϊά, η 1. λιβάδι που δε βοσκήθηκε κι έχει απαλό χορτάρι [26, 28]. 2.(μτφ.) βόλεμα.
αμάλια, η δίχτυ με το οποίο πιάνω τα πουλάρια για να τα σαμαρώσω.
αμάλλιαγους, -η, -ου (μτφ.) χωρίς πείρα.
αμαντάν’γου, του, βλ. αγιένουτα.
αμάραθους, ου χόρτο.
αμαρκάλ’γα, τα πρόβατα που δε μαρκαλίστηκαν, βλ. μαρκαλιώvτι.
αμαρτεύουμι αμαρτάνω.
αμαρτία, η (μτφ.) 1. ατυχία, αναποδιά. 2. ταλαιπωρία: ουρέ, αμαρτία σήμιρα! Δεν μπόρισα να κάμου νια σουστή δ’λειά.
αμασκάλη, η 1 μασχάλη. 2 -ες εξάρτημα του αργαλειού (ξύλα γυριστά στα οποία στηρίζονται τα αντιά) [22, 111].
αματσιάλ’γους, -η, -ου αμάσητος.
αμάχη, η καβγάς, φασαρία: έπιασαν αμάχη οι τζιουμπαναραίοι  ’ια τα σύνουρα.
αμαχιάρ’ς, ου καβγατζής, εριστικός: του Λάπα δεν τουν κάλισι, γιατί ήταν αμαχιάρης, γιατί σκουτώνει τους γαμπρούς κι παίρει τις νυφάδις [3α, 42].
αμούντι, γίν’κι αμούντι χάθηκε, εξαφανίστηκε: αμούντι ου τζιουμπάνους, έφκι κι έχει να ματαγυρίσει.
αμπ’δάει τ’ άλουγου ζευγαρώνει με τη φοράδα.
αμπ’δάου πηδάω.
αμπ’δηχτός, ου χορός με πηδήματα, τσάμικος [25α, 198].
αμπ’διά, η  αχλαδιά.
αμπήδ’μα, του πήδημα.
αμπήδμα τσ’ τρεις αγώνισμα, άλμα εις τριπλούν.
αμπιστιμένους, -η, -ου έμπιστος, αυτός που τον εμπιστευόμαστε πολύ: ψιλή φουνούλα απόρησι, ψιλή κι αμπιστιμένη [15α, 89].

άμπλας, ου μικρή πηγή νερού που στερεύει το καλοκαίρι: Χαραλαή περήφανη, Δροσούνι παινεμένο, πόχουν τις βρύσες στα ζερβά τους άμπλους μες στο ρέμα [23α, τ. 4ο, 30].
αμπόδ’μα, του αδυναμία του γαμπρού να ολοκληρώσει τη σεξουαλική επαφή με τη νύφη [20, 199].
άμπουγμα, του η ενέργεια τουαμπώχνου.
αμπουδάου εμποδίζω, εναντιώνομαι.
αμπουλιάζου (μτφ.) παντρεύω.
αμπουξιά, η σπρώξιμο.
αμπουράνι, του λαχανόρυζο με αγριόχορτα.
αμπουριά, η είσοδος (πόρτα) από το μαντρί [26, 61].
αμπουριάζου απλώνομαι παντού, κατακλύζω.
αμπούριασμα, του η ενέργεια τουαμπουριάζου.
αμπώχνου σπρώχνω, σκουντώ.
αμψιόκας, ου ανιψιός (χαϊδευτικά).
αμψιός, -ά ανιψιός, ανιψιά.
αν’κάου νικάω: κι πιάστηκαν στουν πόλιμου τρεις τέσσιρις μιρούλις. Κι ανίκησαν τα τούρκικα κι πήραν τα ρουμαίικα [21β, 53].
αν’χάκι, του το φυτό μελλίλωτος ο φαρμακευτικός. Το χρησιμοποιούμε ως αρωματικό και εντομοαπωθητικό [2].
αναβάλλου αναφέρω, θυμάμαι κάποιον.
αναβιλάζου φωνάζω δυνατά από πόνο ή από φόβο [12α, 59].
αναγαλλιάζου ευφραίνομαι.
αναγιλάου κοροϊδεύω, χλευάζω: όποιου χουρτάρι αναγιλάς, γιένιτι στην αυλή σου.
αναγκάζου παροτρύνω: κλέφτις πάν’ να κλέψουνι, τσιούπρα τους κατάλαβι, τα σκυλιά ν-ανάγκαζι.
αναγκαστά (επίρρ.) βιαστικά.
αναγκώνα, η αγκώνας [27, 381].
αναγλιατσιάζου  ανακατεύω άσχημα, λασπώνω.
αναγνουμιά, η αμυαλοσύνη, ανοησία: ιταίρι που ’ χα κι έχασα απ’ την αναγνουμιά μου [15α, 70].
αναγούλις, οι (μτφ.) 1. παραξενιές. 2. κουταμάρες, αηδίες.
αναδεύου 1. ανακατώνω. 2. -ουμι κινούμαι ήρεμα, ανασαλεύω, κινούμαι μόλις που διακρίνομαι [12α, 59].
αναδιχτός, -ή βαφτισιμιός, βαφτισιμιά.
αναδουσιά, η άσχημη μυρωδιά.
αναδριμώνου ανατριχιάζω, ανασκιρτώ: μουλουγάου τα πάθια τ’ς κι αναδριμώνου [25β, 60].
ανάκαρα, η 1. παλληκαριά, περηφάνια [25β, 60]. 2. σωματική δύναμη [17, 326]. 3. ανθεκτικότητα, κουράγιο: δεν έχου ανάκαρα να πάου απού ιδώια ους ικεία [4, έτος 8ο, 21].
ανάκατα (επίρρ.) ανακατωμένα [12α, 59]
ανακατώνουμι (μτφ.) έχω κοινωνικές συναναστροφές.
ανακατώστρα είνι (μτφ.) είναι κουτσομπόλα.
Ανακρατώ
ανάλ’στους, -η, -ου αυτός που έχει να λουστεί πολλές μέρες.
αναλαβαίνου 1. αναλαμβάνω. 2. απόκτώ τις δυνάμεις μου μετά από κάποια αρρώστια.
ανάλατα, τα (μτφ.) ανοησίες.
ανάλατις, οι είδος αγκαθιού.
ανάλατους, -η, -ου (μτφ.) άχαρος, δεν έχει νοστιμιά επάνω του.
αναλέτι (πιθ.) κατάρα: απ’ του πουλύ τ’ ανάθιμα κι απ’ του βαρύ αναλέτι, η Κώστας αναστήθηκε πίσου απ’ τ’ Άι- Δήμα [3β, τ. 31, 8].
αναλιγώνου (πιθ.) διαλύω κάτι που είναι στερεό με τη μέθοδο της τήξης: σαν το κερί τη μάλαξα, σα ράφτης το βελόνι, σα χρυσικός το μάλαμα να την αναλιγώσει.
αναλλαγιά, η η μη αλλαγή ρούχων.
ανάλλαγους, -η, -ου αυτός που δεν άλλαξε φορεσιά.
ανάλμα, μ’ το ’βγαλι ανάλμα μου το ’βγαλε «ξίδι», δεν μπόρεσα να χαρώ ένα γεγονός, γιατί έγινε κάτι που με στενοχώρησε: πήγα φ’λιά στ’ μάνα μ’ κι δεν έκλεισα μάτι ούλου του βράδυ απ’ του κλάμα τ’ πιδιού. Μ’ το ’βγαλι ανάλμα.
αναμέρ’σμα, του η ενέργεια τουαναμιράου.
ανάμι, του καλό ή κακό όνομα (φήμη): η κοπέλα τ’ Μήτρου πήρι ανάμι.
ανάμιρα (επίρρ.) παράμερα, σε ερημικό μέρος.
αναμιράου παραμερίζω, κάνω στην άκρη, αφήνω τόπο να περάσει κάποιος: αναμέρα να πιράσουν τα πρότα.
ανάμιρους, -η, -ου απόμερος, ερημικός, απομονωμένος.
αναμπαίζου κοροϊδεύω.
αναμπέξαλλους, -η, -ου απρόσεκτος, παράξενος, στραβόξυλο, απρόβλεπτος στη συμπεριφορά του [12β, 110].
ανάντιους, -α, -ου αντίθετος, αυτός που έχει διαφορετική άποψη, αντίπαλος.
ανάπαλου, του [22, 104], βλ. δρούγα.
αναπαμός, ου ξεκούραση, ανάπαυση.
ανάπαψη, η ανάπαυση.
αναπάψουμα, του ψυχολειτουργιά [26, 314].
αναπιάνου ανακατώνω το ζυμάρι με αλεύρι για να φτιάξω το ψωμί και κυρίως τα ψωμιά για το γάμο: κόρη ξανθή τ’ ανάπιανι μι μάνα, μι πατέρα [3α, 136].
ανάπιασμα, του η ενέργεια του αναπιάνου.
ανάπλιγα, τα ξέπλεγα μαλλιά.
αναπουδιά, η εμπόδιο, ατυχία.
αναπουδιασμένους, -η, -ου ιδιότροπος.
ανάπουτους, -η, -ου ανάποδος.
ανάργαστα, τα δέρματα που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία.
αναργυρώνου
ανάρια (επίρρ.) αραιά-αραιά: ν-ανάρια- ανάρια τα ’ριχναν ν-οι κλέφτις τα ντουφέκια.
ανάρμιγους, -η, -ου ανάρμεχτος: στους κάμπους βόσκουν μαναχά, ανάρμιγα κι ακούριφτα δίχους κάναν αφέντη [4, έτος 23ο, 18].
ανασκ’λώνου 1. ρίχνω κάποιον ύπτια. 2. -ουμι πέφτω ύπτια: ανασκ’λώθ’κι του βράδυ η παλιουπράτ’να στου γρέκι κι ψόφ’σι.
ανασκυρίζου νοικοκυρεύω το εσωτερικό του κονακιού.
ανατριχιάδα, η ανατρίχιασμα [27, 383].
αναφαγιά, η λειψή διατροφή, ανεπαρκής διατροφή: του φαΐ φέρνει φαρδύ κι η αναφαϊά κουμάρα [19, τόμος 1ος, 338].
αναφακάς, ου καλή τύχη.
αναφέρου 1. μνημονεύω: τι τ’ς αναφέρ’ς αφνούς. 2. ονομάζω.
ανάφτου ανάβω.
αναχαράζουν τα κουπάδια ανακατώνονται, κινούνται [26, 115].
ανάχλια (επίρρ.) χλιαρά, σιγά-σιγά, με μαλακό τρόπο.
ανάχλιους, -α, -ου χλιαρός: ν-ανά­χλι­ου-ανάχλιου του νιρό κι αφράτου του προυζύμι [3α, 136].
ανέγνουμους, -η, -ου ανόητος, άμυαλος.
ανέσουστους, -η, -ου όχι σωστός, μισοτελειωμένος. ανέσουστου καταστροφή χωρίς τέλος.
ανηβάσταγους, -η, -ου ανυπόμονος [25β, 62].
ανήλιαγους, -η, -ου 1. ανήλιαστος, αυτός που δεν έχει εκτεθεί στον ήλιο για να ξηρανθεί ή για να στεγνώσει. 2 σκιερός, αυτός που δεν τον βλέπει ο ήλιος: ν-ανάθιμα τα Γιάννινα πόχουν στινά σουκάκια κι παραθύρια ανήλιαγα κι μέσα μαύρα μάτια [7α, 40].
ανήλιου, του μέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος, ζερβό.
ανημπόρια, η αρρώστια [16, 94].
ανημπουρεύου αδιαθετώ, αρρωσταίνω: ανημπόριψι του πιδί κι του πήγαμαν στου γιατρό.
ανήμπουρους, -η, -ου 1. αδιάθετος, άρ­ρωστος. 2. αδύναμος, αυτός που έχει ανάγκη από βοήθεια και συμπαράσταση, άτομο με ειδικές ανάγκες.
ανήξιρους, -η, -ου 1. απληροφόρητος. 2. άπειρος: μην του μαλώνεις του πιδί κι μην του παραπαίρεις, τ’ είνι μικρό κι ανήξιρου.
άνθια, τα άνθη.
ανθού ανθίζω.
άνθρακας, ου ασθένεια των ζώων ή των ανθρώπων (αχαμνό, νταλάκι).
ανιβαδιάζου στις δημοπρασίες ανεβάζω την προσφορά: -ιατί μας παίρ’ς τα χειμαδιά, τι μας ανιβαδιάζεις; τ’ έχου κι ’ γω κι άλλα φλουριά κι θα τ’ ανιβαδιάσου [21β, 224].
ανιβάδιασμα, του η ενέργεια τουανιβαδιάζου.
ανιβάτ’σμα, του η ενέργεια τουανιβατίζου.
ανιβατής, ου κόκκαλο για να βάζω τα ποδήματα [25α, 203].
ανιβατίζου ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι για να φτιάξω το ψωμί: σήκου, Μηλίτσα μ’, ζύμουσι, σήκου ν’ ανιβατίσεις, κι ακόμα τούτη τη βραδιά που είμαστι ν-αντάμα [24, 15].
ανιβατό, του ψωμί που είναι φτιαγμένο με προζύμι [26, 313].
ανίδια, η άσχετη, γυναίκα που δεν έχει ιδέα από πολλά πράγματα.
ανιμόκουνια, η αιώρα, πρόχειρη τεχνητή κούνια [22, 85].
ανιμουβούνια, ταβουνά που τα «δέρνουν» οι βοριάδες: ν-ισείς βουνά, ψηλάι βουνά, βουνά κι ανιμουβούνια μην πέρας ν-ου Μαντάς απ’ αυτού μι καναδυό συντρόφους [7α, 27].
ανιμουπύρουμα, η ψύξη στο πρόσωπο [17, 328].
ανιχουρταϊά, η απληστία.
ανιώνιους, -α, -ου παντοτινά αιώνιος, ακατάλυτος [17, 326].
ανουϊασμένου, του σπίτι με ανώγια, πολυώροφο: μι γέλασι νια χαραυγή κι ένα λαμπρό φιγγάρι, κι έφκιασα του σπιτάκι μου ψηλό κι ανουϊασμένου [15α, 111].
άνουμους, -η, -ου παράνομος.
αντάμα (επίρρ.) μαζί.
αντάμουμα, του η ενέργεια τουανταμώνου.
άνταμους, -η, -ου 1. σημαδεμένος, κα­κόσχημος [25β, 63]. 2. (μτφ.) αυτός που δεν έχει κομψή συμπεριφορά.
αντάμουση, η συνάντηση.
ανταμώνου συναντώ.
αντάρα, η 1. ομίχλη. 2. (μτφ.) καβγάς, φασαρία [27, 383].
ανταριάζου μου «θολώνει» το μυαλό και κάνω πράξεις ανόητες και επιθετικές: κι εκεί, απ’ λες Γιωργή μ’, ανταριάζω κι ιγώ, την μπερδικλώνω, την κουτρουβαλάω στο μιντέρι.. κι να! και τούτηνη, να! και κείνη! Να!..να!.. [16, 97].
ανταριάζουν τα β’νά γεμίζουν από ομίχλες κυρίως το Φθινόπωρο.
αντάριασμα, του η ενέργεια τουανταριάζου.
ανταριασμένους, -η, -ου 1. (μτφ.)άνθρωπος με «θολωμένο» μυαλό που κάνει σκέψεις και πράξεις ανόητες και επιθετικές [25β, 63]. 2. (μτφ.) κατσούφης, μουτρωμένος.
ανταρτιά, η αντάρτες, πλήθος ανταρτών.
ανταρτουσύνη, η αναταραχή, πόλεμος, ανταρτοπόλεμος.
αντέτι, του έθιμο, συνήθεια: ν-ιμείς αντέτι το ’χουμι να τρώει ν-η νύφη ψάρια [24, 29].
άντζα, η γάμπα.
αντήλιου, του [12α, 60], βλ. ανήλιου.
αντί, του εξάρτημα του αργαλειού (μακρύ και στρόγγυλο ξύλο πάνω στο οποίο τυλίγεται το στημόνι και το υφασμένο διασίδι).
αντιάζου αμφιβάλλω, δεν είμαι σίγουρος [17, 327]: αντιάζου, ήταν σκουτάδι κι δεν του είιδα καλά.
αντικιάζου 1. σκοπεύω, επισημαίνω κάτι [17, 327]. 2. κοιτάζω απέναντι εκεί [25β, 64]. αντικιαστά κινούμαι κατευθύνομαι από την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με κάποιον άλλον, κατευθύνομαι αντικριστά [12β, 111].
αντίκλαρου, του: ν-ιγώ ’μαν τ’ αντίκλαρου στουν Λαρσινόν τουν κάμπου κι κάθουνταν στουν ίσκιου μου κι Τούρκοι κι Ρουμαίοι., βλ. αντίκλαρους.
αντίκλαρους, ου1. μοναχικό δέντρο που δεσπόζει στην περιοχή που φυτρώνει [21α, τ. 164, 10]. 2. (μτφ.)
αντίκρια (επίρρ.) απέναντι: ν-αντίκρια, αντίκρια διάβινα, κόρη μ’, στου μαχαλά σου, κι άικουσα που σι μάλουναν ν-η μάνα σου κι η θεια σου [15α, 237].
αντικρίνουμι απαντώ, απαντώ για κάποιον άλλον: - Κώστα μ’, αν είσι ανύπαντρους, αν είσι παντριμένους. Κι ου γρίβας αντικρίθηκι προυτού να πει ν-ου Κώστας [4, έτος 22ο, 26].
αντιλουιά, η απόκριση, ανταπάντηση: δώδικα χρόνους έκαμι μέσα στη Φραγκιά, ν-ούηδι γράμμα μου στέλνει ν-ούηδι αντιλουϊά [24, 35].
αντιλουϊόμι αντιλέγω, ανταπαντώ: στου δρόμου που την πάηναν, στου δρόμου που πααίνουν γυρίζει ν-η Νίτσα κι τους λέει κι τους αντιλουϊότι.
αντίμαχους, -η, -ου αντίπαλος, αυτός που με εχθρεύεται:κι συ, βρε Μάρτη, αντίμαχε, βρε Μάρτη, αφορισμένε [20,­ 32].
αντίπιρα (επίρρ.) στο απέναντι μέρος.
αντιπρουψές (επίρρ.) παραπροψές, (τρία βράδια πριν).
αντίστρα, η ράβδος με την οποία στρίβω το πίσω αντί, αλλά κρατάω και το διασίδι τεντωμένο [27, 371].
αντίχαρη, η ανταπόδοση ευεργεσίας: η χάρη θέλει αντίχαρη κι πάλι χάρη μένει.
αντίχριστους, -η, -ου 1. άπιστος. 2 (μτφ.) καταραμένος, δύστροπος.
αντράδιρφα, τα κουνιάδια.
αντράδιρφους, -έρφη κουνιάδος, κου­νιάδα: ποια έχει ν-άντρα στην ξινιτιά κι αντράδιρφου στα ξιένα, πες της να μην τουν καρτιρεί, να μην τουν πιριμένει [21β, 337].
αντράλα, η ζαλάδα, ίλιγγος [27, 383].
αντραλίζουμι ζαλίζομαι, έχω ίλιγγο.
αντραλιόμι έχω ίλιγγο, ζαλίζομαι [27, 383].
αντρειώνουμι γίνομαι γενναίος.
αντρέπουμι ντρέπομαι.
αντριάς, ου αντρειωμένος: σύρι, ν-αντριά μου, στου καλό στους άλλους ν-αντρειουμένους [21β, 332].
Αντριάς, ου ο Δεκέμβριος.
αντρίκια (τ’)τρόπος με τον οποίο καβαλικεύει ο άντρας (το ένα πόδι από τη μια μεριά του αλόγου και το άλλο από την άλλη) [22, 65].
αντρουγινιά, η σόι του άντρα: να τιμάς την πιθιρά σου κι ούλη την αντρουγινιά σου [3α, 159].
αντρουπή, η ντροπή.
αντρούτσους, ου άντρας δυνατός: ξικίνησι η λιφτουκαρυά μ’ ούλα τα λιφτουκάρια, ξικίνησι κι ου αντρούτσους μου μ’ ούλα τα παλληκάρια [21β, 308].
άνυδρους τόπους τόπος στον οποίο δε βρέχει, που έχει ξηρασία: στουν Αλμυρό ξεχείμασα στον άνυδρο τουν τόπου, τα πρόβατα τα χάσαμε, τα γίδια κινδυνεύουν [20, 33].
ανυπουδησιά, η (μτφ.) κακομοιριά, φτώχεια.
ανύφαντα, τα αυτά που δεν τα έχω υφάνει.
άξ’βους να σ’ γενει κατάρα για γυναίκα: φάι κι άξ’βους να σ’ γένει. Θέλει να πει μάλλον ότι αυτό που θα φας να σου « κάτσει στο στομάχι» ή να σου γίνει φαρμάκι.
αξ’βώνου τρώω με κακή διάθεση [20, 339].
αξαίνου ψηλώνω, μεγαλώνω: αξαίνει του γουμαράκι, μ’κραίνει του σαμαράκι.
αξιάδα, η 1. παλληκαριά. 2 ικανότητα.
αξιάζου αξίξω [17, 327].
αξιότιρους, -η, -ου δυνατότερος.
αξιώνου καθιστώ κάποιον άξιον: πιδιά μ’, να τουν αξιώσουμι τούτουν του νοικουκύρη [7α, 61].
αξούργους, ου αξύριστος [16, 69].
αουπάν (επίρρ.) από επάνω.
απ’ τα τώρα από τώρα.
απ’θαμή, η 1. πιθαμή. 2. μονάδα που μετράω το μήκος (όσο είναι το μήκος της πιθαμής): νια π’θαμή ου παπάς, δυο τα γένια τ’.
απ’θούλια βάλτα τοποθετησέ τα εδώ κάτω, πολύ κοντά.
απ’θώνου αποθέτω, βάζω κάτι καταγής. -ουμι κάθομαι κάτω.
απ’κάζου μαντεύω, φαντάζομαι, υποθέτω, καταλαβαίνω: δυο πιδιά κλιφτόιπουλα πάν’ να κλέψουν πρόβατα στα βουργαρουκόπαδα. Τα σκυλιά τους ’πείκασαν κι Βουργάροι τ’ς έπιασαν [24, 4].
άπ’κους, -η, -ου άσχημος, κακοφκιαγμένος [25β, 67]: άπ’κου είνι ικειό του πιδί; λιβέντ’ς είνι.
απ’στόμ’σμα, του η ενέργεια τουαπ’στουμάου.
απ’στουμάου 1 .αναποδογυρίζω, γυρίζω απίστομα, (βλ. λ.): απ’στόμα του καρδάρι. 2. -ιώμι (μτφ.) κοιμάμαι.
απ’στουμίζου [25β, 71], βλ. απ’στου­μάου.
απ’στουμώνου [25β, 71], βλ. απ’στου­­­­­μάου.
απαγάδιασι  μαλάκωσε, ηρέμησε:απαγάδιασι του κρύου.
απαγάλια σιγά-σιγά, ήρεμα, αργά, χωρίς θόρυβο [12α, 61].
απαγκιάζου προφυλάσσομαι από τον αέρα, πηγαίνω και κάθομαι σε απάνεμο μέρος [26, 30].
απαγκιρό, του απάνεμο μέρος.
απάκι, του νεφραμιά των ζώων.
απαλό, του ψίχα από ψωμί [27, 375].
απάν’ (επίρρ.) επάνω.
απαντάου συναντώ: πο ’χει δυο μέρις να τουν ιδεί, τρεις να τουν απαντήσει [21β, 194]. απαντάου τα σκ’λιά τα εμποδίζω να επιτεθούν: απάντα τα σκ’λιά να μη φάν’ του ντραγάτη. απαντάου του λ’βάδι δεν αφήνω τα ζώα να το βοσκήσουν [26, 41].
απαντουχή, η 1. προσδοκία. 2. παρηγοριά.
απαρατάου εγκαταλείπω, αφήνω.
απάρμιγμα, του τελείωμα από το άρμεγμα.
απαύτου από αυτού, από αυτό το μέρος.
απέ (επίρρ.) κατόπι, ύστερα: απέ πάει κι ου Μήτρους στου καλύβι [24β, 66].
απέδου από εδώ.
απεικιαστά, τα αινίγματα, γρίφοι [20, 40].
απειρουλόητους, -η, -ου  ατημέλητος, απεριποίητος.
απέκει από εκεί, από εκείνο το σημείο: φεύγα απέκει να πιράσουν τα πρότα [25β, 66].
απέκεια 1. από εκεί: κι συ στιφάνι πρόστυχου να πας απέκεια που’ ρθις [3α, 28] 2. από εκεί και πέρα: απέκεια πααίνει μαναχό τ’ στου μαντρί [25β, 66].
απήγανους, ου θάμνος που χρησιμοποιείται για εξορκισμούς.
απεύτου από αυτό το σημείο.
απθώτρα, η 1. μέρος που αποθέτω κάτι. 2.(μτφ.) πρόσωπο εμπιστοσύνης.
απιδούκλουτους, -η, -ου (για ζώα) αυτός που δεν είναι περδικλωμένος.
απίστουμα (επίρρ.) μπρούμυτα: δεν πρέπει ιγώ να χαίρουμι μούηδι να καμαρώνου, μόν’ πρέπει να’ μι σ’ ιρημιά, σ’ ιένα βαθύ λαγκάδι, να κείτουμι τ’ απίστουμα [21β, 243].
απλάδα, η χαλκωματένιο πολύ ρηχό πιάτο, σχεδόν επίπεδο, που το χρησιμοποιούμε και για κέρασμα [4, έτος 18ο, 9].
απλάδι, του κεντητό στρωσίδι που το βάνουμε στο άλογο του γαμπρού.
άπληρους -η, -ου [12β, 112] 1. καχεκτικός, αδύνατος 2. νήπιο 3. νεογνό του πτηνού. 4. νεογέννητο αρνί που δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του.
απλουκιέρα, η γίδα που έχει τα κέρατά της απλωμένα.
απλουσιά, η το διάστημα του στημονιού ανάμεσα στο μπροσταντί και στο ξυλόχτενο που το έχουμε υφάνει [22, 112].
απλουτό, του είδος διασιδιού.
απλουτός, ου χορός στα τρία [20, 188]
απουβουλή είνι 1. είναι μισή μερίδα. 2. είναι περιττό.
απόβραδου, του προχωρημένη εσπέρα.
απόβρουχου, του καιρός μετά από βροχή που έχει συνήθως υγρασία.
απόγιουμα, του απόγευμα.
Απόγιουρτα
απόγουνου, του απάνεμο μέρος [26, 258].
απόγραμμα, του επιγραφή έξω από το γράμμα, σύσταση: ν-απόξου λέεει τ’ απόγραμμα κι μέσα λέει του γράμμα [7α, 33].
απόδαυλου, του μισοκαμένο κομμάτι ξύλου που έμεινε μετά από το σβήσιμο της φωτιάς, και που το θάβω μέσα στη στάχτη για να το βρω αναμμένο μετά από κάποιες ώρες, για να ξανανάψω φωτιά [12β, 113].
απόδητους, -η, -ου ξυπόλυτος [25α, 208].
απόι, του απογευματινό ελαφρό φύσημα του αέρα [12β, 113].
απόιμινους, -η, -ου υπομονετικός: Ους πότι αχ, ους πότι βαχ, ους πότι κασαβέτι, ους πότι να ’ μι απόιμινους κι ους πότι καπιτάνους [15α, 52].
απόκλαρα, τα μικρά κλαδιά που μένουν μετά από το κλάρισμα ενός μεγάλου κλωναριού από δέντρο [26, 160].
απόκουμμα, του η ενέργεια του απόκόβου [26, 68].
απόκουντα, τα επόμενα, αυτά που ακολούθησαν: έχει κι απόκουντα η σύβαση τ’ς Μαριγώς [25β, 68].
απόκουντους, -η, -ου λίγο κοντός.
απόκρυφα (επίρρ.) κρυφά-κρυφά, μυστικά, χωρίς να μας καταλάβουν: σύρτι, πδιά μ’, ν-απόκρυφα σ’ αυτόν του ζυγουριάρη κι πάρτι καναδυό σφαχτά να φάν’ τα παλληκάρια.
απόλ’σι ου κιρός καλυτέρευσε, άνοιξε. απόλ’σι η ικκλησιά σχόλασε. απόλ’σι του κουρμί ξεκουράστηκε, χαλάρωσε.
απόλαμπρα (επίρρ.) μετά το Πάσχα.
απόνας, -νιά, -όνα από ένας: ν-ικεί ’ν-απόνας μαναχός, έρ’μους κι ρημαγμένους [21β, 357].
απόπατους, ου αποχωρητήριο [25α, 97]. απόπατους είνι είναι βωμολόχος, εκφράζεται άσχημα.
απόρ’ξι ου τόπους έβγαλε λίγο χορτάρι μετά από βροχή και ύστερα από μεγάλη ξηρασία.
απόρρ’μα, του 1. έμβρυο που απόβάλλει το ζώο. 2. (μτφ.) μικροκαμωμένος άνθρωπος, μισή μερίδα.
απόσκαρα (επίρρ.) μετά το σκάρο κατά το ξημέρωμα.
απόσκια, τα σκιερά μέρη: γείραν τ’ απόσκια γείρανι, Λουλούδου μ’, στην αυλή σου κι συ, Λουλούδου μ’, νύχτουσις στου μύλου μην πααίνεις [3α, 113].
απόσουσμα, του πολύ κοντός και αδύνατος άνθρωπος, ανθρωπάκος.
απού (επίρρ.) όπου: είιδα του τέκνου από ’κλιγι κι πιάσ’κι η καρδιά μ’ [25β, 67].
απου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δίνει την έννοια της αποπεράτωσης της ενέργειας που εκφράζει το δεύτερο συνθετικό: απουβράζου, απου­ζ’μώνου, απουπλένου, απουφκιά­νου, απουχαρτώνου, απούπι κτλ.
απουβραδίς (επίρρ.) από την προηγούμενη εσπέρα: όποιους βουλιότι απουβραδίς, στη στάχτη ξημιρώνει [4, έτος 24ο, 56].
απουγάλια (επίρρ.) σιγά, πιο σιγά.
απουγιένουμι καταλήγω κάπου: ν-ισύ ,ν-αϊτέ μ’, που μέθυσις, πάλι θα ξιμυθύσεις, ν-ιγώ, ν-αϊτέ μ’, που γιέρασα, ν-ιγώ τι θ’ απουγιένου.
απουγουνιάζου κάθομαι σε απόγωνο, (βλ. λ) [27, 383].
απουδιαλιούδια, τα αυτά που απομένουν μετά από τη διαλογή και είναι κατώτερης ποιότητας ή άχρηστα: τα μήλα και τα σύκα ήταν αποδιαλεούδια, από κείνα που δίνουν στα πράματα [20, 41].
απουδιώχνου απομακρύνω.
απουδότ’ς, ου βοηθητικός τσομπάνος (μισοτσομπάνος) που βοηθάει και όπου αλλού χρειάζεται [20, 27].
απουδουτ’λίκια, τα χρήματα με τα οποία το τσελιγκάτο πληρώνει τον αποδότη, (βλ. λ.)
απουδώθι από εδώ, από ετούτη τη μεριά, από τη μεριά που βρίσκομαι.
απούθι από πού: πουλί μ’, ν-απούθι ν-έρχισι, κι απούθι κατιβαίνεις, μην έρχισι απού τ’ Άγραφα κι απού του Καρπινήσι; [21β, 112].
απουκάμνου έχω καταπονηθεί, έχω απαυδήσει.
απουκείθι (επίρρ.) 1. από την πίσω μεριά: στην απουκείθι τη μιριά δυο ’δέρφια σκουτουμένα [3α, 24]. 2. έπειτα.
απουκόβου 1. απογαλακτίζω. 2. απαγορεύω, εμποδίζω: αν θέλ’ς να φύβγ’ς απ’ του τσιλιγκάτου, ιγώ δι σ’ απουκόβου.
απουκόντριους, ου  βλ. απουκουντουριασμένους.
απουκουντά (επίρρ.) 1. από πίσω, στη συνέχεια: μπρουστά ου λύκους κι απουκουντά τα σκ’λιά. 2. από την πίσω μεριά.
απουκουντουριασμένους, -η, -ου α­ποβλακωμένος, απογοητευμένος, πολύ προβληματισμένος, μοναχικός, κλεισμένος στο σπίτι του.
απουκουτιά, η παράτολμη ενέργεια.
απουκρεύου κάνω αποκριά.
απουκρίνουμι 1. απαντώ. 2. απολογούμαι.
απουκώλουμα, του το πίσω μέρος από το κονάκι [26, 185].
απουλ’σιά, η ορισμένο μέρος του λιβαδιού που λευτερώνεται για βοσκή μιας μέρας [12α, 63].
απουλ’τή, η είδος βελέντσας.
απουλ’τό, του υφαντό χωρίς σχέδια, ελεύθερο [25β, 70].
απουλαμπή, η λιακάδα, ζέστη ανάμεσα σε βροχή [25β, 69].
απουλάου 1. αφήνω.2. -ώμι σπεύδω: μπήκαν τα πρότα στ’ απαντ’μένου κι απουλιώτι ου Γιώρ’ς να τα προυκάνει να μη φάν’ του παστρικό.
απουλαυές, οι ωφέλειες, κέρδη.
απουλίβαδου, του λιβάδι (απολυσιά) που έχει βοσκηθεί [20, 30].
απουλουιόμι δίνω απολογία.
απουλτός, ου 1. ελεύθερος, λυτός [25α, 192]. 2. χορός στα τρία [20, 188].
απουλυταριά, η εργαλείο του αργαλειού που στηρίζει το πισινό αντί για να μην ξεσέρνει το στημόνι [22, 112].
απουμόνου [12α, 64], βλ. απουμώνου.
απούμουμα, του η ενέργεια τουαπουμώνου.
απουμουμάρα, η δυσφορία ή ασφυξία που νιώθω από την πολλή ζέστη.
απουμουρώνουμι αποβλακώνομαι, εφησυχάζω.
απουμώνου 1. προκαλώ ασφυξία σε κάποιον: η πρατίνα απούμουσι τ’ αρνί. 2. –ουμι παθαίνω ασφυξία.
απουμώρια, η εφησυχασμός, αποβλάκωση.
άπουνους, -η, -ου αυτός που δεν είναι πονετικός.
απουνύχια, τα αποκόμματα των νυχιών.
απουπέρα (επίρρ.) απέναντι.
απουπιρούλια (επίρρ.) απ’ την από πέρα μεριά, όχι όμως μακριά.
απουρρίχνου (για ζώα) αποβάλλω. απουρ΄μένη γίδα είνι (μτφ.) είναι χαλασμένη στην όψη.
απουσκιώνου κάνω ίσκιο, κάνω σκιά, ισκιώνω: κι ικεί κλαρί δεν έβρισκι για ν’ απουσκιώσει ν-η κόρη, βγάνει του γιλικάκι του, φκιάνει ίσκιου για την κόρη [3α, 96].
απουσταμάρα, η μεγάλη κούραση.
απουστένου κουράζομαι.
απουσώνου αποτελειώνω.
απουτώρα (τ’)(επίρρ.) πρωτύτερα, πριν από λίγο [16, 30].
απουχτάου (για γυναίκες) γεννάω: φέρ’τι του σαμάρι· απουχτάει η Γιαννάκινα.
απόφουνους, ου βόγκος ή φωνή του νεκρού: όπως βεβαίωναν κι ότι στο τάδε μέρος όπου οι Τούρκοι ή οι ληστές σκότωναν κάποιον, ακούγεται «απόφωνος» [22, 80].
άπραγους, -η, -ου απείραχτος.
άπριπα (επίρρ.) δεν πρέπουν.
απύτιαου, του καχεκτικό ζώο, αυτό που μεγάλωσε χωρίς να τραφεί με πρωτόγαλο (πυτιά).
αράδα, η σειρά. σ’ άλλη αράδα γυναίκα) είναι έγκυος: είνι πάλι σ’ άλλη αράδα η Ζώιου. πιδί τ’ς αράδα παιδί της παντρειάς.
αράδι, του σειρά.
αραδιάζου 1. εξιστορώ, διηγούμαι με τη σειρά κάτι. 2. –ουμι μπαίνω στη σειρά. αραδιάζου του γάλα το αδειάζω από το ένα αγγειό στο άλλο, και κυρίως όταν είναι ζεστό, για να μην κοπεί.
αράδιασμα, του η ενέργεια τουαραδίζου.
αραδίζου διαβαίνω μέσα από ξένο κτήμα για να πάω στο δικό μου, περνάω.
αράζου εμφανίζομαι, ξεμυτίζω: ν-α­ράξαν, Μάρου μ’, τρία σύγνιφα, τα τρία ν-αράδα, αράδα, Μαρία μου [3α, 110].
αραήλιασα ζαλίστηκα από τον ήλιο.
αράθ’μους, -η, -ου οξύθυμος, ευέξαπτος: Κώστα μ’, του τι’ σι αράθυμους, τι έχεις κι μαλώνεις;
άραμα, του η ενέργεια τουαράζου.
αρανός, ου ουρανός.
αράπ’ς, -ου μαύρο αρσενικό μουλάρι ή μαύρο αρσενικό σκυλί, μαύρο θηλυκό μουλάρι.
αραπουβάκρα, ηπροβατίνα που έχει σχεδόν μαύρο σκούρο το πρόσωπο, το λαιμό, τα πόδια και τα αφτιά [23α, τ. 3, 34].
αραπουσίτι, του καλαμποκίσιο αλεύρι.
αρατίσου χάσου απ’ τα μάτια μου.
άραχνους, -η, -ου δυστυχισμένος, έρημος, άθλιος: πως είνι μαύρη κι άραχνη, μαύρη σαν του κουράκι [3α, 95].
αρβάλα (επίρρ.) στη σειρά, το ένα μετά το άλλο, συνέχεια, σβάρνα: πήρι ου Κίτσιους αρβάλα τα καλύβια [25β, 72].
αρβάλι, του 1. χερούλι από αγγειό, χειρολαβή, (βλ λ.). 2. το ίδιο το αγγειό. 3. (μτφ.) άδικο κουτσομπολιό: αντάμουσι ου Κουσταντής τ’ Μαρία στ’ βρύση κι τ’ς έβγαλαν αρβάλι.
αρβανίτ’ς, ου βορειοδυτικός άνεμος [27, 383].
αργάζου 1. κατεργάζομαι το δέρμα. 2. σκληραίνω το δέρμα.
αργαλειός τ’ς γούρνα αυθεντικός σαρακατσιάνικος αργαλειός.
αργαλίσια, τα αυτά που υφαίνονται στον αργαλειό.
άργανου, του πρήξιμο.
αργαστήρι, του εργαστήριο.
αργγιλές, ου ομάδα από νεαρά και ασαμάρωτα άλογα [19, τόμος 1ος, 266].
αργγιλίτ’κου, του, βλ. αργγιλές.
άργητα, τα ώρες αργίας, σχόλης, ελεύθερος χρόνος.
αργητό, του αυτό που αργεί.
αργουξυπνάου ξυπνάω κάποιον σιγά σιγά, αργά-αργά: παίρνου κι ’γω ρουιδόσταμου κι την αργουξυπνάου, για να της που του χλιβιρό του μαύρου του μαντάτου [21β, 139].
αργουπλέκου πλέκω αργά.
αργουστόλ’ς, ου 1. αυτός που στολίζεται αργά, επειδή προσέχει πολύ την εμφάνισή του [20, 43]. 2. (μτφ.) αυτός που είναι αργός στη δουλειά του και δεν αποδίδει πολύ.
αργόχιρα, τα χέρια που κινούνται αργά και απρόθυμα: μι τι πουδάρια να σταθού, μι τη καρδιά να κρίνου, μι τι χιράκια αργόχιρα ν’ αλλάξου τα στιφάνια [15α, 68].
αργυρός, -ή, -ό ασημένιος: κι νύφη που ’ταν γνουστική κι καλουμαθημένη ν-απλώνει του χιράκι της στην αργυρή της τσέπη.
αρδέλιμα, του η ενέργεια τουαρδιλεύου.
αρδιλεύου εξολοθρεύω, εξοντώνω: αμπήδ’σι απόψι του ζ’λάπι στου γρέκι κι μ’ τ’ αρδέλιψι τα πρότα.
αρέ προσφώνηση της Σαρακατσιάνας προς τον άντρα της που σπάνια τον προσφωνεί με το όνομά του.
αρέθου αρέσω [20, 340).
αρέου αρέσω [27, 383].
αρζάφτι, του τμήμα του κρανίου που βρίσκεται στη βάση από το αφτί: στ’ αρζάφτι τουν έχουμι (το θάνατο).
αριά, η φυτό [26, 37].
αριβανή, η 1. ριβάνι (βλ. λ.), τρέξιμο απ’ το ρεβανλίτικο άλογο. 2 (πιθ.) καμαρωτή κορμοστασιά: βαρκέστηκα, μπιζέρισα στα έρημα τα ξιένα. Κι η αριβανή μου χάλασι κι η φούντα απ’ το σπαθί μου.
αρίδα, η 1. κνήμη [12α, 64]. 2. (μτφ.) κοντούλης άνθρωπος: α, μουρέ αρίδα, ποιος σι λουγαριάζει ισένα!
αριεύου αραιώνω.
αριουπλέκου πλέκω αραιά.
αριουπλιμένου, του αραιοπλεγμένο.
αριπούμπλικα, η αναρχία [27, 383].
αρισιά, η γούστο, προτίμηση: να βρει ψηλή, να βρει λιγνή, να βρει της αρισιάς του.
αρκάτα, τα πουλάρια που ακόμα δεν τα καβαλίκεψαν, ελεύθερα, άπιαστα [25β, 73]
αρκούδια, τα αρκούδες.
αρκουδουπούρναρου, του είδος από πουρνάρι.
αρκουδουτόμαρου είνι (μτφ.)  είναι χοντράνθρωπος.
αρμαθιά, η πλήθος από όμοια πράγματα που είναι περασμένα σε σκοινί, σε σύρμα κτλ. νια αρμαθιά πιδιά (μτφ.) πολλά παιδιά.
αρμαθιάζου 1. φτιάχνω αρμαθιά, (βλ. λ.). 2 -ουμι μπαίνω στη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο ή δίπλα από τον άλλο: ν-ισείς, παλληκαράκια μου, ν-αρμαθιαστείτι στου χουρό.
αρμακάς, ου σωρός από πέτρες [12α, 64].
αρμάτα, η 1. στολισμός (γιορτινή φορεσιά, κοσμήματα, κουδούνια). 2. οπλισμός.
άρματα, τα 1. όπλα. 2. κοσμήματα [22, 182].
αρμάτουμα, του η ενέργεια τουαρματώνου.
αρματώνου 1. στολίζω 2. φοράω στα γιδοπρόβατα τα κουδούνια και τα κυπριά [17, 143]: του Ευαγγελισμού αρματώνουμε τα πρότα.3. οπλίζω. 4 -ουμι στολίζομαι, οπλίζομαι.
αρματώστρα, η κοπέλα που στολίζεται: μουρ’, στουλίστρα μου κι αρματώστρα μου, του ποιος σι στόλιζι κι σ’ αρμάτουνι ; [3α, 145].
αρμέου αρμέγω.
αρμιή, η άρμεγμα.
άρμιμα, του η ενέργεια τουαρμέου.
αρμιρουλίθι, του, βλ. στρουγκουλίθι [26, 80].
αρμιχτάδις, οι βοσκοί που αρμέγουν τα πρόβατα στη στρούγκα.
αρμιχτουλίθι, του, βλ. στρουγκουλίθι.
αρμύρα, η υγρό μέσα στο οποίο συντηρείται το τυρί.
αρμυρουκ’λούρα, η πολύ μικρή αρμυρή κουλούρα που τρώνε τα κορίτσια την Καθαροδευτέρα [17, 303].
αρνάδα, η θηλυκό αρνί.
αρναδουχρουνιά, η χρονιά που οι προβατίνες γεννούν πολλά θηλυκά αρνιά και λίγα αρσενικά.
αρνάρ’ς, ου αυτός που βόσκει τα αποκομμένα αρνιά [26, 25].
αρνάρι, του, βλ. ρνάρι.
αρναρίζου [12β, 115] 1. κόβω, χαράζω βαθιά ένα αντικείμενο σιδερένιο με το αρνάρι. 2. επιμένω πιεστικά, «γίνομαι κουνούπι» σε κάποιον για να επιτύχω μια ενέργειά του.
αρνητής, ου αυτός που απαρνιέται τον έρωτα, την πίστη κτλ.: ν-ισείς, βουνά μου, πράσινα, βουνά μου, χιουνισμένα μην είιδαταν τουν αρνητή, τουν ψεύτη της αϊγάπης.
αρνόπρατα, τα κοπάδι με αρνιά και πρόβατα.
αρνου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό έχει απόλυτη σχέση με το πρώτο κι ανήκει σ’ αυτό: αρνουκόπαδου, αρνουκούδ’να, αρνουκούρους, αρνουλίβαδου, αρνουμάντρι, αρνουτόμαρου, αρνόκ’ρα (αρνόμαλλα), αρνουπόκι (αρνόμαλλο κουρεμένο), αρνουτσιούλι (μαντράκι).
αρνουζύγουρα, τα κοπάδι με αρνιά και ζυγούρια.
αρπαγάδις, οι κλέφτες.
αρπάκι, του θάμνος, είδος βελανιδιάς τα κλαδιά του οποίου είναι κατάλληλα για να φράξουμε μαντριά [12β, 116].
αρπακουλλιώμι αρπάζομαι από κάπου την τελευταία στιγμή: έτσι μόλις χώθηκε ο ψαρής κάτω απ’ τη γκορτσιά, δε χάνω καιρό, αρπακολλιώμαι με τα χέρια απόνα κλωνάρι [20, 72].
άρπαξι του ψουμί  ήταν δυνατή η φωτιά και σκούραινε η επιφάνειά του.
αρραβωνιαστικό μαντίλι, βλ. συβουμάντ’λα.
αρριβουνίσια, τα αρραβώνες.
αρριβώνα, η βέρα: κι ’κει που τα γκιζέραγα κι ’κει που τα γυρνούσα, μο ’πισι η αρριβώνα μου κι η φούντα απ’ του σπαθί μου [3α, 90].
αρρόιαστους, ου αυτός που δεν είναι ρογιασμένος, βλ.ρουιάζουμι.
αρρούπουτους, -η, -ου αχόρταγος, παμ­φάγος.
αρρουστιά, η αρρώστια: τι να της κάμου της καρδιάς που ’νι παραπουνιάρα, φουρές μι ρίχνει σ’ αρρουστιά, φουρές για να πιθάνου.
αρρουστού αρρωσταίνω.
αρταίνουμι τρώω κάτι που δεν είναι νηστήσιμο: σήμιρα είνι Τιτράδη κι δεν αρταίνουμι.
αρτιρίζει φτάνει και περισσεύει, περισσεύει, ξεχειλίζει [25β, 74]: θα μ’ αρτιρίσεις την ταή τριάντα πέντι χούφτις, θα μ’ αρτιρίσεις του κρασί σαράντα πέντι κούπις [24, 26].
αρτσιβούτσι, του είδος από μανιτάρι που μοιάζει με σφουγγάρι.
αρτυμή, η 1. τυρί: αργότιρα το καλοκαίρι πο ’βαναν τα τυριά, τις αρτυμές όπως έλεγαν [4, έτος 13ο, 30]. 2. φαγητό που αρταίνει, το να τρώμε φαγητό που αρταίνει [12β, 116].
αρφανός, -ή, -ό ορφανός.
αρχ’νάου αρχίζω.
αρχάνει (ν’) να μαλακώσει.
αρχεύου αρχίζω.
αρχνή, η αρχή, ξεκίνημα.
αρχουντικός, -ή, -ό πλούσιος: καλώς του γάμου πο ’ρχιτι, καλώς τους συμπιθέρους. Κι ου γάμους ν-είν’ αρχουντικός.
αρχουντουδυχατέρα, η πλουσιοκόριτσο.
αρχουντουϊπούλα, η πλουσιοκόριτσο.
αρχουντουμαθημένους, -η, -ου αυτός που έχει συνηθίσει να ζει με αρχοντικούς τρόπους, καλομαθημένος.
αρχουντουνιός, ου πλουσιόπαιδο.
ασαμάρουτα, τα αλογομούλαρα που είναι χωρίς σαμάρι.
άσαρκους, -η, -ου λιπόσαρκος, αδύνατος.
ασήμαδους, -η, -ου 1. αυτός που δεν έχει σημάδι (σημείο γνώρου). 2. αυτός που έχει καιρό να δώσει σημεία ζωής: ασήμαδου ιδώ κι δυο χρόνια του πιδί τ’ς Κώστινα.
ασήμια, τα κοσμήματα [22, 182], βλ. και αλύσια.
ασημο- ή ασημου-πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι αργυρό ή επάργυρο ή κάτι πολύ σημαντικό και αγαπημένο: ασημουδαχτυλάκι, ασημουκιέρατου, ασημουδαχτυλίδι, αση- μουκουδουνάτα, ασημουχανακάτα, ασημουκούμπια, ασημουμαχιράκι,ασημόικουπα, ασημουσουιά (σουγιάς με ασημένια αλυσίδα που κρε­μάνε οι νιόνυφες στο ζωνάρι), ασημουζώναρου (κόσμημα της νύ­φης).
ασημώνου 1. επαργυρώνω. 2. (μτφ.) δωρίζω αργυρένιο νόμισμα για καλή τύχη.
ασιγούριφτους, -η, -ου αυτός που δεν ησυχάζει, που κινείται συνέχεια, ανήσυχος.
ασκαλιά, η σκαλοπάτι: Αντρούτσους πάει κι έκατσι σι νια ασκαλιά στη βρύση [15α, 31].
ασκαντιρός, -ή, -ό σιχαμερός, άσχημος.
ασκασιά, η σιχασιά, σιχαμάρα, αηδία που νιώθει κάποιος για κάτι: ιμένα μι βαρυφόρτουσις την άσκημη γυναίκα, την άσκημη, τη γαλανή, την ασκασιά του κόσμου [15α, 99].
ασκέπαγου, του καλύβι ή μαντρί που είναι ανοιχτό από μπροστά.
ασκητήδις, οι ασκητές.
ασκιαίνουμι σιχαίνομαι, αηδιάζω.
ασκιέρι, του άτακτο σώμα στρατού.
ασκόλαστους, -η, -ου μισοτελειωμένος.
ασλάνι, του παλληκάρι.
άσμιγους, -η, -ου αντικοινωνικός, ακοινώνητος.
ασόιαστους, -η, -ου βλ.άσουγους.
άσουγους, -η, -ου άσχημος.
άσουτους, -η, -ου απεριόριστος, άφθονος, απέραντος.
ασπάλαθους, ου θάμνος με χοντρά αγκάθια.
άσπρα, τα τούρκικα νομίσματα.
ασπριδιρός, -ή, -ό άσπρος στην εμφάνιση, στο πρόσωπο.
ασπρόβουλου, του είδος από φυλαχτό.
ασπρόκουλους,ου είδος πουλιού με άσπρα πούπουλα στην ουρά.
ασπρόρουχα, τα άσπρα, χαρούμενα, γιορτινά ρούχα.
ασπρουκανούτα μαλλιά γκρίζα ανοιχτά.
ασπρουνόρα, -κου λάγια (μαύρη) προβατίνα που έχει άσπρη την άκρη από την ουρά της. Μαύρο αρσενικό πρόβατο που έχει άσπρη την άκρη από την ουρά του [26, 32].
ασπρουπάρια, τα είδος πουλιών.
ασπρουσυγνέφιασι ου ουρανός ο ουρανός είναι γεμάτος με άσπρα σύννεφα και σε λίγο θα βρέξει: ν- ασπρουσυγνιέφιασι ου ουρανός, τώρα ξιουρίζιτι ου γαμπρός.
ασπρουφουρού φοράω άσπρα ρούχα, ρούχα γιορτινά, ρούχα χαρούμενα: να πάει να πει της μάνα μου, της δόλιας αδιρφής μου, να μην αλλάξουν τη Λαμπρή, να μην ασπρουφουρέσουν [3α, 2065].
ασπρόχουμα, του αργιλώδες χώμα που το χρώμα του είναι προς το άσπρο.
ασπρόχρυσα ρούχα όμορφα, χαρούμενα [15α, 159].
ασταύρουτους, -η, -ου αυτός που μιλάει πολύ και χωρίς να σταματάει.
αστένια, η ασθένεια: ν-ανάθιμα την αρρουστιά κι την κακιάν αστένια, που μόλυψι τρία χουριά, τρία κιφαλουχώρια.
αστέρου, η φοράδα με άσπρο μπάλωμα στο πρόσωπο.
αστήθι, του μπροστινό μέρος από το κονάκι.
αστιράτου άλογο που έχει άσπρο μπάλωμα στο πρόσωπο.
αστουχάου 1.ξεχνάω, λησμονώ. 2.-ώμι λησμονιέμαι.
αστράγκ’στου τυρί δεν του έχουμε αφαιρέσει το υγρό, το τυρόγαλο.
αστραπόβουλους, ου κεραυνός, αστραπή που πέφτει.
αστραπουβουλάει αστράφτει και πέφτουν κεραυνοί.
αστραπουκαμένους, -η, -ου 1. αυτός που τον έκαψε ο κεραυνός. 2. (μτφ.) κακός, ανεπιθύμητος, παλιάνθρωπος [25β, 76].
αστρί, του αστέρι.
αστρίτ’ς, ου είδος φιδιού με στίγματα πάνω στο σώμα του με σχήμα σαν τα αστέρια: έγιν’ αστρίτης τ’ άλουγου, σαπίτης γίν’κι σέλα [21β, 33].
αστρουβουλή, η καλικάντζαρος [25α, 195].
αστρουπιλέκις, οι κεραυνοί.
αστρουφιγγιά, η ξαστεριά χωρίς φεγγάρι.
ασφάκα, η ο θάμνος φλομίς η θαμνώδης [2].
ασφακουκιέφαλου, του άνθος από την ασφάκα.
ασφάλαγγας, ου [25β, 76], βλ. σφάλαγγας.
άταλα, τα ισχνά ζώα, αδύνατα, κακορίζικα.
ατάλκα, τα, βλ. άταλα [20, 31].
ατάραγους, -η, -ου βαρύς κι ασήκωτος: ν-Ουμέρ Βρυώνης ν-έρχιτι μι δικουχτώ χιλιάδις, φέρνει κανόνια ατάραγα, μπουλούκια καβαλάρ’δις [21β, 58].
άτια, τα άλογα: δυο άτια σ’ έναν ταβλά δεν κάνουν [19, τόμος 1ος, 33].
ατλαζάκι, του αντρικό πόσι, (βλ. λ.) [12β, 164].
ατόφια ρόκα, η μονοκόμματη, μονόξυλη ρόκα [26, 364].
ατόφιους, -α, -ου αγνός, γνήσιος.
ατσίτγου, του, βλ. αμαλαϊά [26, 28].
άτχα, η  χαμάρα, λιποψυχία.
αυλάκι, του αυλάκι γύρω από το κονάκι ή από την τέντα (τσιατούρα) για προστασία από τα νερά της βροχής.
αυλίτ’ς, ου αυτός που ανήκει στην υπηρεσία του βασιλιά [15α, 183].
αυνούς (αντων.) αυτούς:άφτ’ς αυνούς.
αυτήνη αυτή: ν-όσου ζυγώνου στου χουριό, τόσου καλά μόρχιτι για νια κουπέλα π’ αϊγαπού κι αυτήνη δεν του ξέρει [21β, 269].
αυτίνα (αντων.) αυτός, αυτός εκεί: δε στου’ πα, Κώστα μ’, νια βουλά, δε στου ’πα τρεις κι πέντι στου Μέγα Λόγγου μη διαβείς, καβούλι να μη βάλεις, θα σι βαρέσει ν-η συντρουφιά αυτίνα ν-ου Στριφτάρης.
αυτίνους αυτός, αυτός εκεί.
αυτοίν (αντων.) αυτοί: είνι καλός κόσμους αυτοίν οι κινούργιοι σμίχτις;
αυτότητα, η ταυτότητα.
αυτού (επίρρ.) εκεί: κάτσι αυτού που ’σι κι έρχουμι κι ’γω.
αυτούια (επίρρ.) εκεί ακριβώς.
αυτούνους (αντων.) [25α, 162], βλ. αυτίνους.
αφ’μένα, τα οικοσκευή που δεν μας είναι απολύτως αναγκαία και την αφήνω το φθινόπωρο ή την άνοιξη σε φίλους μας.
αφ’σκιά, η ασχήμια.
αφαλέγκους, ου, βλ. αφαλέους.
αφαλέους, ου τυφλοπόντικας [25β, 77]
αφαλός λ’βαδιού, ου το μέρος εκείνο του λιβαδιού που είναι πλούσιο σε βοσκή και βρίσκεται μάλλον στο κέντρο του λιβαδιού.
αφαλουκόβου κόβω τον ομφάλιο λώρο.
άφανους, -η, -ου άφαντος.
αφαντιασμένους, -η, -ου φαντασμένος.
αφέντ’ς, ου κουνιάδος: ου αφέντ’ς μ’ ου Βρουπίδ’ς είνι μουλαΐμ’ς άνθρουπους.
αφηρημένους, -η, -ου (μτφ.) αυτός που έχει χάσει τα λογικά του.
αφηρούμι (μτφ.) χάνω τα λογικά μου: γέρασι ου μαύρους κι αφηρέθ’κι ντιπ!
αφιντάκους, ου ο μικρότερος απ’ τους κουνιάδους της νύφης.
αφίρι, του δροσερό.
αφόντας αφ’ ότου, από μια στιγμή και μετά [12α, 68].
αφόρμ’σι η πληγή ερεθίστηκε και επιδεινώθηκε η κατάστασή της.
αφούντζια (επίρρ.) τρόπος μεταφοράς κάποιου και κυρίως μικρού παιδιού (το σώμα του είναι πάνω στο σβέρκο μου, τα πόδια του κρέμονται μπροστά μου κι εγώ το πιάνω από τα χέρια του) [12β, 117].
αφουρμή, η κατηγορία, συκοφαντία: μου ρίξαν νια κακιά αφουρμή, πως φίλησα κουρίτσι [3α, 196].
άφουρου σαπούνισαπούνι πολύ καλής ποιότητας ή και σαπούνι που δεν έχει χρησιμοποιηθεί: ποιος έχει ν-άσπρου βασιλικό κι άφουρου σαπούνι να πλύνει ν-ου νιος τα ρούχα του κι τα μιταξουτά του [21β, 32].
αφράτους, -η, -ου αυτός που έχει τη λευκότητα και την απαλότητα του αφρού.
αφριάζου αφρίζω.
άφριασμα, του η ενέργεια τουαφριάζου.
αφρύδια, τα φρύδια.
αφρύς, ου ευρύχωρος, ανοιχτός τοπος.
αφτί ρόκας πλάτωμα της ρόκας.
αφύσ’κα μο’ρχιτι δε νιώθω καλά, αισθάνομαι κάποια αδιαθεσία.
αφύσ’κους, -η, -ου άσχημος, ασχημάνθρωπος.
αχάλαγου τυρί είδος από μαλακό τυρί (φέτα): δεν πρέπει αχάλαγου τυρί σι σκ’λίσιου τουμάρι [19, τόμος 1ος, 341].
αχαμνά, τα γεννητικά όργανα του άντρα [12β, 118].
αχαμναίνου αδυνατίζω [26, 28].
αχαμνή, η (μτφ.) το αρσενικό γεννητικό όργανο.
αχαμνό, του αρρώστια (άνθρακας) [17, 309].
αχαμνός, -ή, -ό 1. αδύνατος. 2. κακός: καράβι μπαρμπαρέζικου κατ’ τη Φραγκιά πααίνει, σέρνει καλούς, σέρνει αχαμνούς, σέρνει κι αλυσουμένους [3α, 27]. 3. –ά (επίρρ.) κακά, άσχημα.αχαμνά κάνου κάνω αταξίες, δεν κάθομαι ήσυχα. αχαμνά μο ’ρχιτι νιώθω αδύναμα, έχω μια ξελιγωμάρα και έχω ανάγκη από τροφή: βάλι λίγου ψουμί να φάμι, γιατί μο ’ρχιτι αχαμνά
αχαμνουσύνη, η αδυναμία.
αχαμνούτσ’κους, -ούλα, -ούτσ’κου λί­­γο αδύνατος.
αχανιάτ’κα, τα χρήματα που πληρώνει ο τσέλιγκας στα χάνια για τον ίδιο αλλά και για το μπινέκι του και στο τέλος τα βάνει στον κοινό λογαριασμό [7β, 126].
αχάου ηχώ
άχαρους, -η, -ου άκομψος.
αχμάκ’ς, ου κακορίζικος.
αχνίζου βγάζω αχνό, (βλ. λ.).
αχνός, ου 1. ατμός. 2. χλομός στην όψη άνθρωπος.
αχνουβουλάου 1. αχνίζω διαρκώς. 2. (μτφ.) μυρίζω άσχημα, βρομάω.
αχός, ου βουητό, αντίλαλος, ήχος [13, 11].
αχραδουτός, ου είδος τρουβά.
αχρόνιαγους, -η, -ου αχρόνιστος.
αψήλου (τ’) ψηλά, σε ύψος: να ’μουν πουλί να πέταγα να πήγινα τ’ αψήλου, ν’ αγνάντιβα τα Γιάννινα κι τη Θισσαλουνίκη [21β, 85].
αψηλός, -ή, -ό  ψηλός: του κυπαρίσσι τα’ αψηλό που ‘νι στην Άιου-Μαύρα.
άψηφους, -η, -ου απονήρευτος, αθώος [25β, 78].
άψυουμα, του η ενέργεια τουαψυώνου.
αψύς, ου ευέξαπτος, οξύθυμος.
αψυώνου θυμώνω, γίνομαι οξύθυμος [12β, 118].







β’ζαχτάρι, του αρνί ή κατσίκι που είναι μικρό και βυζαίνει ακόμα από τη μάνα του, βυζανιάρικο.
β’ζόπιασμα, του η ενέργεια τουβ’ζουπιάνου.
β’ζουπιάνου πιάνω τη θηλή από το μαστάρι της προβατίνας και βοηθάω το νεογέννητο αρνί να βυζάξει.
β’λάρι, του ύφασμα που προέρχεται από το υφασμένο διασίδι [4, έτος 7ο, 40].
β’νί, του βουνό.
βαβά, η [12α, 69], βλ. βάβου.
βάβου, η γιαγιά, γριά.
Βαγγιέλιου, του Ευαγγέλιο.
βαδέκλα, η περπατημένη γυναίκα, πρόστυχη, ανήθικη.
βαένι, του μεγάλο βαρέλι [27, 385].
βάζου 1. βουΐζω, κάνω μεγάλο θόρυβο: κι ακούου τα πεύκα που βουγκάν’ κι τις ουξιές που βάζουν. 2. φωνάζω δυνατά, σκούζω: την τραβάου στην καλύβα, σκούζει, βάζει σαν τη γίδα [3α, 196].
βαζούρα, η φασαρία, θόρυβος.
βαϊάφτ’κου, του σημάδι στο αφτί των προβάτων (κόβω στη ρίζα το αφτί στο μπροστινό μέρος και το αφτί γέρνει προς τα κάτω) [17, 168].
βαΐζου 1. γέρνω προς τη μια μεριά: βάισι τ’ άλουγου κι θα τα γκριμίσει. 2. λυγίζω [12α, 69]. βαϊσμένους, -η, -ου (μτφ.) του έφυγε το μυαλό.
βάισμα, του η ενέργεια του βαΐζου.
βάκρα, -ου προβατίνα με μαύρο μούτρο και μαύρα πόδια. Αρσενικό πρόβατο με μαύρο μούτρο και μαύρα πόδια [26, 32].
βακρουκάλλισια, η προβατίνα που έχει περισσότερα από την κάλλεσια και λιγότερα από τη βάκρα μαύρα στίγματα στο πρόσωπο, στα αφτιά και στα πόδια [23α, τ. 3., 34].
βαλαντουτό σύγνιφου «θυμωμένο» σύννεφο, σύννεφο που θα φέρει μεγάλη κακοκαιρία: τρία σύγνιφα βαλαντουτά, τα τρία βαλαντουμένα. Το ’να ρίχνει ψιλή βρουχή, τ’ άλλου βαρύ χαλάζι [15α, 163].
βαλαντώνου κακοκαρδίζω, στενοχωρώ κάποιον.
βαλέρα, η [15α, 209], βλ. βαρέλα.
βαλμαραίοι, οι, βλ. βαλμάς.
βαλμαριό, του αλογομούλαρα της στάνης [26, 25].
βαλμάς, ου 1. αύτός που βοσκάει τα αλογομούλαρα [26, 25]. 2. (μτφ.) αθώος, αυτός που δεν είναι και πολύ έξυπνος, «χοντροκομμένος» [17, 153]: όχι γαμπρό μαναχά δεν τουν κάνου, αλλά ούδι ’ια βαλμά τουν παίρου.
βαλμοί, οι (πιθ.) θόρυβοι, κρότοι, γδούποι: ν-ιψές που πιρνουδιάβινα ν-απού του ξηρουλάκι κι άικουσα βρόντους κι βαλμούς κι ταραχή μιγάλη.
βαλμούσα, η (πιθ.) γυναίκα του βαλμά ή γυναίκα που είναι άξια να φυλάει μόνον τα άλογα, ανάξια γυναίκα: γίν’καν ν-οι μπάντρις ν’κουκυρές κι οι ν’κουκυρές βαλμούσις.
βαλτουνιέρια, τα νερά από τους βάλτους.
βάνου μιτάνοια κάνω μετάνοια μπροστά σε εικόνα: κι του σταυρό τους κάνουν, απού μίνια μιτάνοια βάνουν [21β, 264].
βάνου στα πουδάρια καταδιώκω [27, 385]: πήγαν του βράδυ να κλέψουν, τ’ς κατάλαβαν τα σκ’λιά κι τ’ς έβαλαν στα πουδάρια.
βάντα, η 1. νήμα μαζεμένο σε κύκλους, μπούκλα, κούκλα με νήμα, τσικλί. 2. κλαδάκι από δέντρο. 3. σταφύλι.
βαντακαλιά, η, βλ.βάντα.
βαντιέρα, η δίσκος για κέρασμα.
βαραίνει η γνώμη (μτφ.) σκέπτομαι με λογική, με σωφροσύνη.
βαρβαρίτσα, η κρεατοελιά [17, 309].
βαρβαριτσουχόρτι, του βότανο με το οποίο γιατρεύω τη βαρβαρίτσα.
βαρβάτου, του αρσενικό ζώο που είναι ικανό για αναπαραγωγή.
βαργουμάου δυσφορώ, παραπονούμαι, το φέρω βαρέως [12β, 118].
βάρδα (επίρρ.), βλ. ντόλι.
βάρδια [1, 125], βλ. ντόλι.
βαρεί ου νους  πηγαίνει ο νους σε κάτι, σκέφτομαι κάτι.
βαρέλα, η μικρό ξύλινο βαρελάκι με το οποίο μεταφέρουν οι γυναίκες το νερό φορτωμένες στην πλάτη [13, 120].
βαριακούου ακούω άλλο αντί άλλου, δεν ακούω καλά:πέρδικα βαριάικουσι, μπήκι μέσα κι άλλαξι, στου χουρό κατέβηκι [19, τόμος 1ος, 363].
βαριανταριασμένις ράχις βουνοκορφές που σκεπάζονται από πυκνέςομίχλες: πέρα σι κείνου τουϊ βουνό του βαριανταριασμένου, πο ’χει ανταρούλα στην κουρφή κι καταχνιά στουν κάμπου [15α, 40].
βαριαστινάζου αναστενάζω με καημό, με πόνο.
βαριλουκρέβατου, του θέση στην οποία αποθέτω τη βαρέλα, (βλ. λ.). [26, 262].
βαριλουτριχιά, η τριχιά με την οποία φορτώνονται οι γυναίκες τη βαρέλα, (βλ. λ.).
βάριμα, του χτύπημα, πληγή, τραύμα.
 βαριόμοιρους, -η, -ου αυτός που έχει κακή μοίρα, κακότυχος.
βαριουκοιμάμι κοιμάμαι με βαρύ ύπνο: για σήκου απάνου λυγιρή κι μι βαριουκοιμάσι.
βαριουκούδ’να, τα μεγάλα σε βάρος κουδούνια [26, 119].
βαριουσκανιάζου καταστενοχωρώ: στη βρύση θε να κατιβού κάτου στην Αϊα-Μαύρα, θε νά ’βρου την αϊγάπη μου, να τη βαριουσκανιάσου [3α, 25].
βαριουσκάνιασμα, του η ενέργεια τουβαρισκανιάζου.
βάρισι λύκους λύκος πλησίασε στο κοπάδι, τα σκυλιά τον έχουν επισημάνει και το κοπάδι κινδυνεύει.
βάρισι ου τόπους (μτφ.) έβγαλε χορτάρι.
βαριτάδις, οι αυτοί που κεντάνε (ερεθίζουν) τις προβατίνες να περάσουν στη στρούγκα για άρμεγμα.
βαριτάρους, ου [4, έτος 13ο, 27], βλ. βαριτάδις.
βαρκαδόρους, ου βαρκάρης.
βαρκιέστηκα βαρέθηκα: βαρκιέστηκα, μπιζέρισα στα έρημα τα ξένα [21β, 30].
βαρκό, του μέρος που είναι επίπεδο και κρατάει νερά και βαλτώνει [26, 36].
βαρκώνου πηγαίνω το κοπάδι στο βαρκό (βλ. λ.) για βοσκή.
βαρού 1. χτυπώ. 2. σκοτώνω: μαύρα χαμπέρια ν-ήφιρα, πικρά φαρμακουμένα, τουν Παύλου τουν βαρέσανι [3α, 33]. 3. ληστεύω: οι Ριτζαίοι βάρισαν ’ν τράπιζα σ’ν Πέτρα. 4. (μτφ.) στενοχωρώ: -τι έχεις, Δημάκη μ’, κι βουγκάς κι βαριαναστινάζεις; Μήιδα του χώμα σι βαρεί, μήιδα ν-η άσπρη πλάκα ; [ 3α, 178]. βαρού τα πρότα κεντάω τις προβατίνες να περάσουν στη στρούγκα, για να τις αρμέξουν οι αρμεχτάδες. βαρού τζαμάρα παίζω τζαμάρα: βάρηγι, Γιάννου μ’, βάρηγι, βάρηγι τη τζαμάρα κι αν μ’ απουστάσεις στου χουρό, γυναίκα να μι πάρεις [21β, 46]. βαρού του γάλα το αποβουτυρώνω.
βαρυξουμπλιασμένους, -η, -ου: πολυστολισμένος:μο ’πισι του μαντίλι μου, του βαρυξουμπλιασμένου [3α, 101].
βαρυπληρώνου ακριβοπληρώνω: αν είνι απού τους δούλους μου να τουν βαρυπληρώσου κι αν είν’ απού τους σκλάβους μου να τουν ξιλιφτιρώσου          [18, 196];
βαρυχ’μουνιά, η χειμώνας με πολλή κακοκαιρία, δύσκολος χειμώνας.
βασ’λεύου την Πρωτοχρονιά προβαίνω σε κάποια ενέργεια, για να μου πάει καλά όλο τον χρόνο η αντίστοιχη ένέργεια. Π.χ. ρίχνω ντουφεκιές, για να μου πάει το ντουφέκι μου όλο τον χρόνο καλά [20, 49].
βασ’λόξιγκου, του ξίγκι στην κοιλιά του γουρουνιού· το χρησιμοποιώ ως θεραπευτικό μέσο.
βασ’λόσπ’του, του παλάτι.
βασιλ’κά, τα, βλ. λιμπά.
βασίλειου, του κράτος με βασιλικό πολίτευμα: πουλλά χρόνια του κέρδισις κλέφτης στα δυο βασίλεια [21β, 198].
βασιλίνα, η βασίλισσα: να πω στο Γιώργο βασιλιά, να πω της βασιλίνας [21β, 91].
βασιλόκ’λουρα, η βασιλόπιτα.
βασιλόψουμου, του βασιλόπιτα.
βασκαντηρούλις, οι υλικά που χρησιμοποιώ στα ξόρκια (κοχύλια, χάντρες, σταυρός, κτλ.).
βασταηρός, -ή, -ό αυτός που κρατιέται καλά από υγεία και είναι μεγάλος σε ηλικία: βασταηρός ου μπαρμπα-Γιώργους, κι ας είνι ουγδουντάρ’ς.
βαστάκι, του θηλειά από το κουδούνι [26, 123].
βαστακότρυπα, η τρύπα στο στεφάνι του κουδουνιού μέσα από την οποία περνάει το βαστάκι, (βλ. λ.) [26, 135].
βαστάου 1. κρατώ. 2. νηστεύω.
βαστιώμι 1. κρατιέμαι. 2. (μτφ.) έχω οικονομική ευχέρεια: έχει πουλύ βιο κι βαστιώτι καλά. 3. (μτφ.) (για γέροντες) βρίσκομαι σε καλή κατάσταση από πλευράς υγείας): βαστιώτι καλά η κακου-Ρίνα.
βαστούμινους, -η, -ου (μτφ.) πλούσιος.
βαταλαλού λέγω αερολογίες, λέγω κουβέντες χωρίς ουσία.
βατεύου (για ζώα) έρχομαι σε σεξουαλική επαφή [12α, 69].
βάτιμα, του [12α, 69] ενέργεια του βατεύου.
βάτρα, η μέρος που ανάβω τη φωτιά μέσα στο κονάκι ή τόπος που ανάβω φωτιά για να κάνω φαγητό [12α, 69], γωνιά.
βατσ’νιές, οι βάτα, βάτοι.
βαύου [12α, 69], βλ. βάβου.
βαφόρρ’ζα, η το φυτό αλκάννα η κοκκινοβαφής, ανχούσα. Με τη ρίζα από το φυτό βάφω τα μάλλινα [2].
βγαλσιμουχόρταρου, του φαρμακευτικό φυτό, μολόχα. Το χρησιμοποιώ για να σπάζω διάφορα σπυριά και να βγάζω το πύον [15β, 243].
βέλασμα, του 1. φωνή προβάτου ή γιδιού. 2 άνθρωπος που δεν έχει καμιά σοβαρότητα και λέει ανοησίες: αυτός είνι βέλασμα, τι τουν λουγαριάζεις [12α, 69].
βέρα, η δαχτυλίδι των νεόνυμφων.
βέργα, η 1. βελόνα για να πλέκω. 2. άξονας από το πίσω αντί [27, 371],
βέργισμα, του διαδικασία που ακολουθούν οι γυναίκες για να καθαρίσουν το τραγόμαλλο από τις σκόνες (χτύπημα με τριχιές) [22, 105].
βζούλα  περηφάνια, λεβεντιά.
βήκι του σόι (μτφ.) χάθηκε η συγγένεια: του σόι είνι μέχρι τα τρίτα ξαδέρφια· κουντά βγαίνει.
βια (με) με βιασύνη.
βιάζου πιέζω κάποιον να κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του: πιδιά μου, μη μι βιάζιτι, θα σας του μουλουήσου [3α, 41].
βίγλα, η 1. καραούλι, σκοπιά: ν-ιγώ για κόρην έμουρφη, ν-ιγώ για μαύρα μάτια, ν-ιγώ για την αϊγάπη μου τρεις βίγλις θαλά βάλου [21β, 241]. 2. ένα ειδικό καλαμάκι για να πίνω νερό [26, 107].
βιγλίζου παρατηρώ από τη βίγλα, παραφυλάω, ξεχωρίζω από μακριά, διακρίνω, ερευνώ με το βλέμμα: ν-απόψι είιδα στουν ύπνου μου, στου υπνουείνουρό μου, είιδα δυο ’λάφια πο’ βουσκαν σ’ ιένα παλιουκαψάλι κι ου κυνηγός τα βίγλιζι ν-απού του καραούλι [4, έτος 22ο, 17].
βιδούρα, η είδος ξύλινου δοχείου που το έχω για πολλαπλή χρήση (παρασκευή γιαουρτιού, αποθήκευση γαλακτοκομικών προϊόντων, κ.ά.): τ’ αρμέξανι τα πρόβατα σι νια παλιουκαρδάρα, του πήξανι κι του τυρί σι νια παλιουβιδούρα [26, 22].
βίζ’τα, η επίσκεψη σε συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο [27, 386].
βιζές, ου είδος από τυρί.
βιζίλια, τα μεγάλες ομάδες από στρατιώτες [15α, 104].
βιζινές, ου ζυγαριά απόλυτης ακρίβειας με την οποία ζυγίζω πολύτιμους λίθους: κουντός είν’ κι ου βασιλικός τη μυρουδιά την έχει. Πουλιώτι μι του βιζινέ ιένα κλουνί του δράμι.
βιλαέτι, του τούρκικη διοικητική περιφέρεια: θέλου να τα καταραστού τα τρία βιλαϊέτια, την Πόλη κι τη Βουργαριά κι τη Βλαχιά τα τρία [3α, 168].
βιλάνι, του βελανίδι (καρπός βελανιδιάς).
βιλασμένου (βλ.)βέλασμα.
βιλαώρα, η ορεινό λιβάδι, ακαλλιέργητο μέρος μόνο για βοσκή [17, 327].
βιλέντζα, η βελέντζα.
βιλιντζάκι, του μικρό τσιολάκι που το ρίχνω στις πλάτες μου, για να με προστατεύει από τη βροχή [4, έτος 14ο, 28].
βιλίτα, η τυρόψωμο ψημένο στη χόβολη, (βλ. λ.) [4, έτος 18ο, 12].
βιλούχι, του πηγή με άφθονο νερό [22, 156].
βιο, του ζωντανή περιουσία ενός κτηνοτρόφου (πρόβατα, γίδια, άλογα): θα του χάσουμι του βιο φέτου.
βιουλιά, τα μουσικές παρέες στα πανηγύρια.
βίραγκας, ου βαθύ κοίλωμα (γούρνα) γεμάτο νερό μέσα στο ποτάμι [20, 306].
βιργιάνοι, οι (πιθ.) χαμόκλαδα: κάτου στου Σερριών τουν κάμπου κι στης Λιβαδιάς τουν ίσκιου, που ’ταν τσάλια κι βιργιάνοι.
βιργινάδα, η 1. φοράδα ασαμάρωτη. 2. (μτφ.) όμορφη κοπέλα: μην είιδιταν βαρκούλις μου, χρυσές μου βιργινάδις, μην είιδιταν τουν άντρα μου, τουν αϊγαπητικό μου [21β, 244].
βιργουκαλαμίζουμι, βλ. βιργουλυγάου: να ιδού ψηλές, να ιδού λιγνές, να ιδού την κόρη απ’αϊγαπού, πώς σειότι, πώς λυγίζιτι, πώς βιργουκαλαμίζιτι [15α, 198].
βιργουκαμαρουμένους, -η, -ου αυτός που έχει λεπτό, ψηλό σώμα και όμορφο παρουσιαστικό: ν-ούηδι η μισούλα μι πουνεί ν-ούηδι καμάρι το ’χου. Μόν’ το ’χει του λιγνό μ’ κουρμί, βιργουκαμαρουμένου [21, 323].
βιργουλουγάου κόβω τις άχρηστες βέργες από το κλήμα: βάλι γριές μισόκουπις να μι βιργουλουγήσουν. Βάλι κουρίτσια ν-ανύπαντρα να μι κουρφουλουγήσουν.
βιργουλυγάου 1. λυγίζω σαν τη βέργα: απ’ την Πόλη κατιβαίνου κι σι πιριβόλι μπαίνου. Βρίσκου νια μηλιά στη μέση που βιργουλυγάει να πέσει [3α, 85] 2. (μτφ.) κάνω όμορφες κινήσεις στο περπάτημα ή στο χορό.
βιρέμ’κου, του λειψό, ελαττωματικό.
βιρέμ’ς, ου αρρωστιάρης, καχεκτικός: Ο Χίμος, ο βερέμης έκοψε ένα κλαρί που το φύσαε τ’ αέρι και γκρίνιαζε με την καρδάρα, και το πέταξε [16, 56].
βιριμιάρ’ς, ου, βλ. βιρέμ’ς: κοιμάτι του γαρίφαλου κουντά στου βιριμιάρη. Ν-Ου βιριμιάρης πλάιασι κι η κόρη ν-αναστινάζει [23α, τ. 3, 55].
βιτ’λόγρικου, του γρέκι (βλ. λέξη) για τα βετούλια.
βιτ’λουγινν’μένη, η βετούλα που γέννησε [27, 349].
βιτ’λουκάτσ’κου, του κατσίκι που γεννήθηκε από βετούλα, (βλ. λ.) [27, 349]
βιτλιάρ’ς, ου τσομπάνος που βόσκει τα βιτούλια, (βλ. λ.) [26, 27].
βιτούλα, η θηλυκό χρονιάρικο κατσίκι [17, 283].
βιτούλι, του χρονιάρικο κατσίκι.
βιτσουνόρα, -’κου προβατίνα με λεπτή ουρά, με ουρά σαν τη βέργα, σαν τη βίτσα. Αρσενικό πρόβατο με λεπτή ουρά.
βλάβει (δεν)δεν βλάπτει.
βλαγκά, τα ρούσα πρόβατα.
βλαγκάρι, του μπρούτζινο καμπανέλι (κυπρί) που βγάζει βραχνό ήχο [26, 118].
βλαγκάρια, τα κυπριά που έχουν μολυβένιο γλωσσίδι και βγάζουν βραχνό ήχο.
βλαγκίζου βγάζω βραχνό ήχο [26, 124].
βλαγκόκυπρους, ου κύπρος που βγάζει βραχνό, κουφό ήχο.
βλαγκός, ου βραχνός.
βλάμ’ς, ου, βλ. μπράτ’μους.
βλάμ’σσα, η αδερφοποιτή.
βλασάτη, -ου μακρυμάλλα προβατίνα, αρσενικό μακρυμάλλικο πρόβατο.
βλάχ’κου, του τρόπος ζωής των Σαρακατσιαναίων, νομαδική ζωή: όταν ήρθαν στην Καρδίτσα, ένας Κολοβός κατοίκεψε στο χωριό, δηλαδή έγινε χωριάτης κι ο άλλος συνέχισε το βλάχικο [20, 217].
βλάχ’κους, -η, -ου σαρακατσιάνικος [22, 38].
βλάχ’σσις, οι Σαρακατσιάνες.
βλαχνιά, η Σαρακατσιαναίοι.
βλαχο- ή βλαχου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό ανήκει στο πρώτο: βλαχόπρατα, βλαχόστρατις, βλαχουστάνις, βλαχουκόπαδα, βλαχουμάντρι, βλαχουμπάτζια, βλαχουπαίδια, βλαχουπρόβατα, βλαχουτήγανου, βλαχόσκυλα, βλαχουσκάφιδου.
βλαχουδάσκαλοι, οιδάσκαλοι, μη Σαρακατσιαναίοι, που μαθαίνουν το καλοκαίρι στις σαρακατσιάνικες στάνες τα παιδιά γράμματα [4, έτος 16ο, 10].
βλαχουκαμπίσιοι, οι Σαρακατσιαναίοι που μένουν μόνιμα στα χειμαδιά, αλλά δεν έχουν χάσει τη σειρά τους ως Σαρακατσιαναίοι [20, 355].
βλαχούλ’δις, οι Σαρακατσιαναίοι που έχουν μικρά κοπάδια ή έχουν πολλά γίδια αντί για πρόβατα [26, 24].
βλαχούλα, η μικρή Σαρακατσιάνα: μικρή βλαχούλα ν-έπλυνι στη βρύση στα πλατάνια [21β, 221].
βλάχους, ου [25β, 81] Σαρακατσιάνος: βάστα, καημένι Έλυμπι, κι ’σεις καημένα Χάσια, βάστα τους βλάχους πο ’ρχουντι, τους Σαρακατσιαναίους [3α, 74].
βλαχουσειρά, η (πιθ.) σαρακατσιάνικη σειρά, σαρακατσιάνικη καταγωγή [20, 353].
βλιόρα, η σάρα και μάρα, συρφετός: μαζώχ’κι ούλη η βλιόρα.
βλόιρους, ου, βλ. βλουϊρό [22, 49].
βλουγάει κλαρί (μτφ.) ευδοκιμεί κλαρί: ν-αυτού κλαράκι δε βλουγάει, ν-ούηδι χλουρό χουρτάρι. Αυτού φυτρώνει νια μηλιά [21β, 253].
βλουγάου ευλογώ: Χριστός βλουγάει του κρασί, Χριστός κι του τραπέζι κι η Παναϊά ν-η Δέσποινα βλουγάει του νοικουκύρη [23, τ. 3., 21].
βλουημένους, -η, -ου ευλογημένος.
βλουϊά, η ευλογιά (αρρώστια): να ’χιτι χάρη ν-απ’ τη βλουϊά κι απ’ την κακιά ν-αρρώστια, που μ’ έκανι ν-ανήμπουρου, να κείτουμι στου στρώμα [21β, 127].
βλουϊάρ’ς, ου αυτός που πάσχει από ευλογιά.
βλουϊρό, του, βλ. σφράιστρου [26, 379].
βόμπιρας, ου 1. ανήσυχο κι έξυπνο παιδί. 2. παλιόπαιδο, ζημιάρικο, αυτό που τα ανακατώνει όλα. 3. παλιάνθρωπος: τι μο’καμις, μουρέ βόμπιρα! 4.μικρόσωμο άτομο 5. –δις πληθυντικός αριθμός του βόμπιρας.
βόρσμα, του φύσημα που κάνει ο δυνατός και κρύος αέρας που έρχεται από το βοριά και συνοδεύεται συνήθως από χιόνι [12β, 120].
βουβαλουγιέλαδα, τα θηλυκά βουβάλια: σφάζουντι χίλια πρόβατα κι πιντακόσια γίδια κι τα βουβαλουγιέλαδα με δυο, μι τρεις χιλιάδις [3α, 142].
βουδώνου  προφταίνω.
βούζα, η κοιλιά.
βούζια, τα ξερά φυτά (πόες), κυρίως σπερδούκλια ή μπότσκες (βλ. λ.), με τα οποία στρώνω τα μαντριά [12α, 70].
βουζιασμένους, -η, -ου αυτός που έχει σπυριά στα χείλη του.
βουζουκ’λιάρ’κα, τα ζώα με πρησμένη κοιλιά, με μεγάλη κοιλιά.
βουζουκρανιά, η είδος κρανιάς.
βούζουμα, του η ενέργεια τουβουζώνου.
βουζώνου θυμώνω, μένω αμίλητος στη γωνιά: πάλι εγώ στο παράπονο, βούζωνα, έσκαγα από το κακό μου [20, 44].
βούκουλας, ου γελαδάρης: δεν ήταν άντρις στου χουριό, δεν ήταν παλληκάρια, κι αϊγάπησις του βούκουλα, τουν παλιουγιλαδάρη [15α, 64].
βούλα, η 1. σφραγίδα και σήμα που αποτυπώνεται από αυτήν. 2. λακκίσκος στα μάγουλα. 3. στίγμα. βούλα κακιά είδος κατάρας.
βουλά, η μια φορά: νια βουλά κι έναν κιρό …
Βουλγαρ’νοί βλάχοι, οι Σαρακατσιαναίοι της Βουλγαρίας: σαν του κακό που πάθανι οι Βουλγαρ’νοί ν-οι βλάχοι, πινήντα ουχτώ την άνοιξη ν-οι κούκοι δε λαλούνι [21β, 94].
Βουλγάρα, η 1. Βουλγάρα. 2. όμορφη γυναίκα, λεβεντογυναίκα: χήρα Βουλ­­γάρα κάθουνταν σι φράγκικα σαράια κι αγνάντιβι τ’ς αϊουκκλησιές κι τ’ άιου μαναστήρι. 3.διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [15β, 309].
βουλγαρουκόπαδα, τα κοπάδια των Βουλγάρων.
βουλέθηκα 1. σχεδίασα. 2. αποφάσισα: πουλλές βουλές βουλέθηκα, Μαριγώ μ’, γραμμένα σ’ μάτια, στου σπιτάκι σου να έρθου [7α, 10].
βουλή, η θέληση: ν-ήταν ν-η μέρα βρουχιρή κι η νύχτα χιουνισμένη, όντας σι βάλαν στη βουλή ν-η φάρα οι Μπασδαναίοι [21β, 42].
βούλι, του γλύκισμα που βάζω στο στόμα του μωρού, για να ξεγελιέται και να ηρεμεί (αντί για πιπίλα) [22, 145].
βούλια, η βάλτος, βαρκό.
βουλιασμένους, -η, -ου (μτφ.) τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν οι γυναίκες και δηλώνει μάλλον τον κακό, τον ανάποδο, τον άτυχο, το ρημάδι ή την αποστροφή για ένα πράγμα, π.χ. βουλιασμένα β’νά.
βουλιαστής, ου: μπισκουτούλις, τσικουλάτις, άλλις να κριάμουντι απού δω κι άλλις απού κει κι να μη σ’ λέει ιάνας βουλιαστής πάρι ικειόια να βάλ’ς στου στόμα σ’ να σο   ’ρθει καλά [4, έτος 9ο, 26], βλ. βουλιασμένους.
βούλιμα, του βούλευμα, γνωμοδότηση.
βουλιόμι θέλω, επιθυμώ, σχεδιάζω: ν-άσπρου μαντίλι, ρούσα μ’, που φουρείς, κι μι του ταρινάνι, βουλιόσι να του βάψεις[3α, 108].
βουλοί χαλάζι χαλάζι σα βόλια: στους κάμπους πέφτουνι βρουχές κι σταϊ βουνά τα χιόνια, στης Σαμαρίνας τοϊ βουνί τρία βουλοί χαλάζι [15α, 77].
βουλουδέρου τριγυρίζω σε ένα μέρος, γυροφέρνω αναζητώντας να βρω κάτι που έχασα.
βουλουκιέρι, του σφραγιδοκηρός.
βούλουμα, του πώμα.
βούλουμι προτίθεμαι, έχω σκοπό: τώρα κι ου ξιένους βούλιτι στον τόπου του να πάει.
βουλουτή, η στρωσίδι, βελέντζα.
βουλύμι, του μολύβι: βαρύς ν-ήταν κι ου πόλιμους ν-ιννιά δραμιών βουλύμι, μου πήρι τις πλατούλις μου κι πέσανι κουμμάτια [21β, 177].
βουλώνει ου διάουλος σφραγίζει: όχι τα γίδια, ’ιατί τα γίδια τάχει ου σατανάς «βουλουμένα» στα γόνατα [17, 294].
βουλώνου 1. βάζω πώμα σε κάτι, ταπώνω [27, 387]. 2. φράσσω. βουλώνου τα πρότα τα σταματάω σε ένα σημείο. βουλώνου του στόμα (μτφ.) εξαγοράζω τη σιωπή κάποιου.
βουμπίρ’κου, του, βλ. βόμπιρας.
βουμπιριασμένου βλ.βόμπιρας.
βουνιά, η κοπριά από ζώα και κυρίως αγελαδοκοπριά.
βούρβουλα, τα καρπός της βουρβουλιάς.
βουρβουλιά, η θάμνος.
Βουργαριά, η Βουλγαρία: της Πόλης τα κρασόιπουλια φουτιά να τα ’ χει κάψει, της Βουργαριάς τα πρόβατα κλαπάτσα να τα πιάσει κι της Βλαχιάς τις έμουρφις χουλέρα να τις μάσει [3α, 168].
βουργαρουκουρεύου δεν κουρεύω το ζώο γουλί αλλά ζωνάρια ζωνάρια [20, 127].
βουρδούλα, η αρρώστια των προβάτων (υδροκεφαλία) [27, 357].
βουρδουλιάζου βγάζω στο σώμα μου εξανθήματα [25β, 82].
βουρδούλιασμα, του η ενέργεια τουβουρδουλιάζου.
βούρλα, η αρρώστια των ζώων, τρέλα (κύστη με υγρό μέσα στο κεφάλι του ζώου) [12α, 71].
βουρλαίνουμι ( για ζώα) αρρωσταίνω από βούρλα, (βλ. λ.).
βουρλαμάρα, η, βλ. τρέλα.
βουρλή, -ό προβατίνα που πάσχει από βούρλα, πρόβατο που πάσχει από βούρλα, (βλ. λ.).
βουρλιά, η ρίζα από βούρλο.
βούρλου, του υδροχαρές φυτό.
βούρτσα, η ψηλό ξύλινο καδί μέσα στο οποίο αποβουτυρώνω την «κουρφή», (βλ. λ.) [26, 111].
βουρτσόξ’λου, του ειδικό ξύλο με το οποίο χτυπάω το γάλα στη βούρτσα και το αποβουτυρώνω.
βουσκάου βόσκω. βουσκάου ασκότουτα βόσκω το κοπάδι με μεράκι, είμαι μάστορας τσομπάνος στο βόσκημα των προβάτων: ο μπαρμπα- Κωσταντής ήξερε να λαρώνει τα πρόβατα στη βοσκή, να τα οχτιάζει, και προπαντός το πώς να τα βοσκάει ασκότωτα, όπως έλεγαν [4, έτος 13ο, 27].
βουστ’νόπ’τα, ηπίτα που γίνεται με βουστίνα, (βλ. λ.).
βουστίνα, η γαλακτοκομικό προϊόν. Βράζω το ξινόγαλο και βγαίνει η βουστίνα (κλωτσοτύρι ή ξινοτύρι) [22, 99].
βουτυρόκαδα, η καδί στο οποίο βάζω το βούτυρο [26, 111].
βραδιάζου 1. φτάνω το βράδι. 2.-ουμι νυχτώνω, διανυχτερεύω: σταφύλι μου κρουστάλλινου κι κρουσταλλιένια βρύση, πού μένεις πού βραδιάζισι, πού νιχτουξημιρώνεις; βραδιάζου τα πρότα τα βόσκω μέχρι να βραδιάσει κι ακόμα περισσότερο.
Βραζιλιάνοι, οι Σαρακατσιαναίοι που έφυγαν κυνηγημένοι από τη Σερβία. Επιτροπή για αποκατάσταση προσφύγων τους έστειλε στη Βραζιλία!!! Οι βουνίσιοι Σαρακατσιαναίοι δεν άντεξαν και επέστρεψαν. Το κράτος τούς αποκατάστησε, τελικά, σε χωριά του νομού Σερρών.
βρακανήθρα, η χορταρικό.
βρακάτη, η προβατίνα που έχει μαλλιά και κάτω από τη θηλειά του ποδαριού.
βρακί, του (μτφ.) λίπος που συγκεντρώνουν τα αρνιά κοντά στην ουρά [20, 45]: έχουν βρακί τ’ αρνιά τ’ Κουστούλα.
βρακουζώνα, η η βρακοζώνα.
βρακουθλ’ιά, η η βρακοθηλειά.
βρακουμένου, του (μτφ.) το ζώο που έχει βρακί, (βλ. λ.).
βρακώνουμι φοράω εσώρουχο: βρακώθ’κα κι μ’ είιδι ου Θιός.
βραστήρα, η ένα σκοινί που πιάνεται στην κατσιούλα από το κονάκι και μία κλιτσούλα δεμένη σε αυτό. Από την κλιτσούλα αυτή κρέμεται το κακκάβι και βράζει στη φωτιά.
βραστόγαλου, του γάλα που κρατάνε οι τσομπαναραίοι για φαγητό. Το υπόλοιπο το πήζουν τυρί.
βριζάλα, η άχυρο από βρίζα [26, 161].
βριτίκια, τα εύρετρα [23α, τ. 4ο, 23].
βριτός, -ή, -ό έχει βρεθεί: μάλιστα το ονομάζει «Γιάννη Βρεττό».Το «Βρετ­τός» γιατί βρέθηκε [4, έτος 24ο , 20].
βριχτάρια, τα βραστά φασόλια [26, 360].
βρόντα, η κουδούνι.
βρόντους, ου κουδούνι: σπάνια στις αρ­νάδες έβαναν κάτι βρόντου [20, 149].
βρουκόλακας, ου 1. στοιχειό, βρικόλακας [27, 387]. 2. (μτφ.)ανάποδος, κακός, παλιάνθρωπος: πέρασι ικειός ου βρουκόλακας ου Κίτσιους κι σκιάχ’κι τ’ άλουγου.
βρουκουλακιάζου (μτφ.) ζω πολλά χρόνια: βρουκουλάκιασι η Χρίστινα, ’ν αστόχ’σι ου χάρους.
βρουκουλιασμένου βλ.βρουκόλακας.
βρουμουκλάρι, του το φαρμακευτικό φυτό ανάργυρος ο δυσώδης, θάμνος που αναδίνει μια άσχημη μυρωδιά. Το χρησιμοποιώ για να επουλώνω τις πληγές από τσίμπημα σκορπιού [2].
βρουντάει ου τόπους τα πρότα τα πρόβατα αρρωσταίνουν, όταν τρώνε κάποιο φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες (π.χ. σκιλλοκρέμμυδο).
βρουνταλίδια, τα μικρά κουδουνάκια.
βρουντάρα, η παιδικό παιχνίδι που, όταν σπρώχνουμε το έμβολό του, βγάζει δυνατό κρότο.
βρουνταριά, η βροντή.
βρουντή, η κεραυνός.
βρουντότριχα, η 1.ασθένεια των ζώων (παρασιτική βρογχίτιδα) [27, 357]. 2. (μτφ.) άχρηστο, ενοχλητικό.
βρουχάδις, οι βροχές.
βρουχιάζου 1. παγιδεύω με βρόχια (βλ. λ.) [21β, 230]. 2. (μτφ.) στήνω ερωτική παγίδα. 3. - ουμι πιάνομαι στα βρόχια.
βρόχια, τα παγίδες για πουλιά.
βτίνα, η, βλ. φτίνα.







γ’δαμπουριά, η πόρτα (είσοδος) από το γιδομάντρι [26, 61].
γ’δάρ’κου κριάρι, του κριάρι που, όταν ήταν αρνί, είχε πιει γάλα από γίδα [26, 68].
γ’δάρ’ς, ου τσομπάνος που βόσκει τα γίδια.
γ’δαραίοι, οι, βλ. γ’δάρ’ς
γ’δο- ή γ’δου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό έχει άμεση σχέση με το πρώτο και ανήκει σ’ αυτό: γ’δό­κλιτσα, γ’δόστρουγκα, γ’δου­κόπαδου, γ’δόσταλους, γ’δουλί­βα­δου γ’δουτσιόκανου, γ’δουστιέ­φανου, γ’δόστρατα, γ’δόκουρους, γ’δουμάντρι, γ’δόγαλου, γ’δουκόπι, γ’δουτόμαρου, γ’δουμαμές (καλός γι­δοβοσκός), γ’δουκακαράντσα (γί­δινη κοπριά), γ’δότουπους.
γ’δόπρατα, τα γιδοπρόβατα.
γ’δουκουρεύτρα, η χοντρό παλούκι με διχάλα που το χρησιμοποιούμε για να κουρεύουμε τα γίδια [26, 100].
γ’δουμαμέδις, οι Σαρακατσιαναίοι. που έχουν μόνον γίδια.
γ’δουξούρια, τα έτσι υποτιμητικά αποκαλούμε τους Σαρακατσιαναίους που έχουν πολλά γίδια [1, 123]
γ’δούρα, η κοπάδι με πολλά γίδια [26, 24].
γ’μαρκό γαϊδούρι.
γ’νικίσιους, -α, -ου γυναικείος.
γ’ρουνάρ’ς, ουείναι ο παίχτης που φυλάει την τρύπα στο παιχνίδι της γ’ρούνας.
γαβρουλουιόμι γαμπρολογιέμαι.
γάβρους, ου είδος δέντρου.
γαζέτα δεν έχει (μτφ.) είναι απένταρος [27, 387].
γαϊδουρουτόμαρου είνι (μτφ.) είναι ασυγκίνητος, είναι χοντρόπετσος.
γαϊτανάτα αφρύδια φρύδια που είναι λεπτά σαν το γαΐτάνι.
γαϊτάνι, του λεπτό κορδόνι με το οποίο διακοσμώ τα ενδύματα.
γαϊτάνουμα, του διακόσμηση των ενδυμάτων με γαϊτάνι.
γαϊτανουφρυδούσα, η γυναίκα με ωραία και λεπτά φρύδια.
γαϊτανώνου διακοσμώ τα ενδύματα ή τα υφάσματα με γαϊτάνι, (βλ. λ.).
γαλαζιάζου γίνομαι στο πρόσωπο γαλάζιος από το κλάμα, το κρύο ή από δαρμό.
γαλάζιου σ’κώτι έκφραση υπερβολής για το πολύ μαύρο: γαλάζιου σ’κώτι ου γαμπρός.
γαλάζιους, -α, -ου γαλανός, κυανούς.
γαλαζούλα, η θάμνος.
γαλαζουφουρημένη, η γυναίκα που φοράει γαλάζια ρούχα.
γαλανής, ου γαλανομάτης.
γαλανός, -ή, -ό γαλανομάτης.
γαλάρα, η προβατίνα ή γίδα που την αρμέγω.
γαλαρεύου αρχίζω να αρμέγω μια προβατίνα ή μια γίδα, δηλ. την κάνω γαλάρα είτε γιατί ψόφησε το μικρό της είτε γιατί το πούλησα [20, 31].
γαλάρι, του, βλ. γαλαριό: τα πρότα μπήκαν στου μαντρί, τα γίδια στου γαλάρι [ 21β, 302].
γαλάρια θάλασσα πολύ καθαρή.
γαλαριά, η, βλ. γαλαριό.
γαλάρια, τα πρόβατα ή γίδια που αρμέγονται και δίνουν γάλα.
γαλαριάρ’ς, ου τσομπάνος που βόσκει τα γαλάρια, (βλ. λ.). Πολύπειρος και μάστορας τσομπάνος [20, 29]: να ’χα νιράκι ν-απού ζιρβό κι συντρουφιά στιρφάρη
γαλάριμα, του η ενέργεια του γαλαρεύου.
γαλαριό, του γαλαρομάντρι.
γαλαρο- ή γαλαρου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό ανήκει στο πρώτο: γαλαρόγ’δα, γαλαρόκαμπους, γαλαρόκυπρους, γαλαρουκούδ’να, γαλαρουκουπή, γαλαρουτσιόκανου, γαλαρουκόπαδου, γαλαρουτόπι, γαλαρουλίβαδου, γαλαρουχόρταρου, γαλαρόκυπρους.
γαλαρουμπλιόρα, η η τρίχρονη γεννημένη προβατίνα.
γαλατάσκι, του, βλ. γαλατσάκι.
γαλατένιους, -α, -ου αυτός που το χρώμα του δέρματός του είναι άσπρο σαν το γάλα.
γαλατόπ’τα, η πίτα που γίνεται με κύριο συστατικό το γάλα.
γαλατουδ’λειές, οι υποθέσεις που έχουν να κάνουν με την παραγωγή του γάλακτος [16, 105].
γαλατουκάλ’βα, η καλύβα στην οποία βάνω το γάλα.
γαλάτους, -η, -ου παρέχει πολύ γάλα: γαλάτα κι μαλλάτα κι τ’ αρνιά θηλ’κά.
γαλατσάκι, του 1. ασκί μέσα στο οποίο βάνω το γάλα του σπιτιού [26, 306]. 2. μικρό ασκί από επεξεργασμένο δέρμα αρνιού ή κατσικιού που σέρνει μαζί του ο τσομπάνος και είναι γεμάτο ξινό γάλα [12α, 72].
γαλατσίδα, η το φυτό πόα ευφόρβια η μυρσινίτις που έχει γαλακτώδη χυμό [2].
γαλαχτιρή, η προβατίνα ή γίδα που έχει πολύ γάλα.
γαλιάτι προχωρήστε πιο αργά, με αργό βήμα.
γαλίκι, του μικρό κοφίνι καμωμένο από φέτες ξύλου [26, 183].
γαλουδέρματου, του ασκί, τομάρι για το γάλα του σπιτιού.
γαλουκούρκουτα, η χυλός που γίνεται με βρασμένο γάλα και καλαμποκίσιο αλεύρι.
γαλουμέτρημα, του το μέτρημα της ποσότητας του γάλακτος, που βγάζουν τα πρόβατα του κάθε σμίχτη ή κάθε μέλους του τσελιγκάτου, ιδίως όταν είναι διαφορετικής ράτσας, για να γίνεται πιο σωστά ο λογαριασμός με τον υπολογισμό των εσόδων αναλογικά [12α, 72].
γαλουτύρι, του προϊόν του γάλακτος που γίνεται με ειδική επεξεργασία. Βάζουμε σε μια κάδη βρασμένο πρόβειο γάλα. Το αφήνουμε κάποιες μέρες. Το αλατίζουμε και το ανακατώνουμε συνέχεια. Αυτό σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται παχύρρευστο. Στη συνέχεια ρίχνουμε και άλλο γάλα και το ανακατώνουμε μέχρι να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Το καλοκαίρι φτιάχνουμε το γαλοτύρι.
γαμουκούλουρα, τα ψωμιά του γάμου.
γαμπρουβέλιντσα, η βελέντσα πάνω στην οποίαν κάθεται ο γαμπρός, όταν πηγαίνει στο κονάκι της νύφης, κι από τότε γίνεται απαραίτητο εξάρτημα της αρματωσιάς του αλόγου του.
γάνα, η αιθάλη που μαζεύεται κάτω από τα οικιακά σκεύη και τα μαυρίζει.
γανιάζου [12α, 72], βλ. γκανιάζου.
γάνους, ου χιουμοριστικό σαρακατσιάνικο παιχνίδι που ο ένας μαυρίζει το πρόσωπο του άλλου με καπνιά από τη γάστρα ή από τα καμένα κάρβουνα [25β, 84].
γάντσοι, οι μικρές φουρκούλες μπηγμένες στο κονάκι και στις οποίες κρεμάμε διάφορα πράγματα (κρεμάστρες).
γανώνου 1. κασσιτερώνω τα χαλκώματα 2. -ουμι γεμίζω γάνες, (βλ. λ.).
γαράφα, η καράφα.
γαργαλίδι, του μικρό κλειστό κουδουνάκι για κατσίκια και αρνιά.
γάργαλους, -η, -ου γάργαρος: μόν’ νια ’λαφίνα ταπεινή δεν πάει κουντά στις άλλις, κι οπού ’βρει γάργαλου νιρό, θουλώνει κι του πίνει [15α, 32].
γαργαρουκρασάτου, του (πιθ.) παράγει πολύ καλής ποιότητας κρασί: ν-αμπέλι μου πλατύφυλλου κι γαργαρουκρασάτου [18, 207].
γαργαρουλιμούσα, η κοπέλα με όμορφο λαιμό: κι νια νιραντζουμάγουλη, νια γαργαρουλιμούσα, ν-ούηδι πεινάει ν-ούηδι διψάει ν-ούηδι παντρειά χαλεύει.
γαρδαβίτσα, η (πιθ.) κρεατοελιά: μη μετράτε τ’ αστέρια του βράδυ, θα βγάλετε γαρδαβίτσες στα χέρια σας [23β, τ. 13, 4].
γαρδάλουμα, του η ενέργεια τουγαρδαλώνου.
γαρδαλώνου φτιάχνω κάτι πρόχειρο και όχι σταθερό.
γάρους, ου [12α, 73], βλ. αρμύρα.
γαρούφαλα, τα γαρίφαλα: τα τριαντάφυλλα πουτίζει, τα γαρούφαλα, του Λινάκι μ’.
γάστρα, η μεταλλικό κωνικό σκεύος, σαν ένα μεγάλο καπάκι, που το τοποθετώ πάνω από το ταψί με το φαγητό για να το ψήσω.
γαστρέλους, ου ταψί χωρίς κόθρο (γύρω-γύρω) στο οποίο ψήνουμε τις κουλούρες.
γάστρους, ου [12α, 73], βλ. γάστρα [26, 280].
γάτις, οι κάτι σαν πέταλο στη σιόλα από τα παπούτσια.
γατουξιέρασμα, του (μτφ.) ασήμαντο ανθρωπάκι (αδύνατο και κοντό), «μισή μερίδα».
γατσιασμένους, -η, -ου κακομοιράκος.
γατσόμαλλα, τα χνούδια στο μέτωπο, στο λαιμό, κτλ. [27, 388]
γατσόπ’λου, του (μτφ.) αυτός που παραφούσκωσε η κοιλιά του από το πολύ φαγητό: έφαγα κ’λιάστρα κι γίν’κα γατσόπ’λου σήμιρα
γατσουμαλλιασμένους, -η, -ου αυτός που του «σηκώθηκε» η τρίχα από το κρύο.
γ’δίσιου, του γίδινο.
γειτουνεύου 1. είμαι γείτονας με κάποιον. 2. επισκέπτομαι το γείτονά μου: θα πάου να γειτουνέψου σήμιρα.
γέριμα, του η ενέργεια τουγιρεύου.
γηράδις, οι παλιές πληγές, γερασμένα τραύματα [25β, 85].
γηρουκόμι, του 1. γερασμένο ή αδύνατο ζώο που έχει ανάγκη από φροντίδα [26, 42]. 2. γέροντας, αδύναμος άνθρωπος.
γηρουκουμάου περιθάλπω, φροντίζω τους γέροντες.
γης γη
γητεύου θεραπεύω με γιατροσόφια [25α, 172].
για (σύνδ.) ή: για ζούμι, για πιθαίνουμι, για σ’ άλλουν τόπου πάμι.
για ταύτου γι’ αυτό το λόγο.
γιακέτα, η μάλλινη πλεχτή ζακέτα.
γιαλός, η παραλία: πέντι μήνις γκιζιρούσα τα ψηλάι βουνά, του Λινάκι μ’, κι άλλις πέντι σιριανούσα του γιαλό-γιαλό [3α, 155].
γιάνου, να γιάνου να γίνω καλά, να θεραπευτώ.
γιαρτίμι, του βοήθεια στο συνάνθρωπο: κάμι κι κάνα γιαρτίμι για την ψ’χή σ’.
γιατάκι, του 1. τόπος για ανάπαυση, καταγύγιο, λημέρι, κατάλυμα [13, 34]. 2. φωλιά άγριων ζώων.
γιάτουια να το μπροστά σου.
γιατρειά, η θεραπεία.
γιατρέσσια, η γυναίκα που είναι γιατρός.
γιατρεύουμι θεραπεύομαι.
γιατρικό, του φάρμακο.
γιατριμός, ου θεραπεία.
γιάτρισσα, η γιατρίνα: πιρπάτα, Νίτσα μ’, γλήγουρα, Νίτσα κι γιάτρισσα [21β, 206].
γιατρουκουμάου περιθάλπω άρρωστο ή άρρωστο ζώο [20, 24].
γίδι, του γίδα.
γιδιρά, τα γίδια: πέρα ιδώ στουν Έλυμπου κι στου Γαλαρόκαμπου βόσκουν χίλια πρόβατα κι άλλα τόσα γιδιρά.
γιε μ’ έκφραση που βάνουμε ανάμεσα στις κουβέντες και ισοδυναμεί με το εσύ [12α, 75] ή με το καλέ που λένε κάποιοι άλλοι Έλληνες [25β, 86].
γιελαντζούρι, του πρώιμο ανοιξιάτικο χορτάρι.
γιεννουλίβαδου, του μέρος του λιβαδιού με παστρικό χορτάρι στο οποίο βόσκουν μόνον οι γεννημένες προβατίνες.
γιέννους, ου χρόνος κατά τον οποίο γεννάνε τα πρόβατα.
γιένουμι 1. γίνομαι. 2. γεννιέμαι: η Μαρία μας γίν’κι μι τουν πόλιμου. τι γιένιστι τι κάνετε, πώς είστε.
γιέρα, τα γεράματα.
γιέρμα του ηλιού ηλιοβασίλεμα: κι μες του γιέρμα του ηλιού, μες του βασίλιμά του, βρίσκου νια κόρη ρουϊδουνιά, ξανθιά κι μαυρουμάτα[3α, 92].
γιέρνου 1. κλίνω προς τα πλάγια. 2. (για τον ήλιο) δύω. 3. κοιμάμαι.
γιερουμπαμπαλής, ου πολύ γέρος.
γιέρουντας, ου 1. γέροντας 2. έτσι προσφωνεί η γριά Σαρακατσιάνα τον άντρα της: τι λες, γιέρουντα, να του δώκουμι του κουρίτσι; 3. -ις αρνιά που γεννιούνται καθυστερημένα [17, 159].
γιεύουμι 1. παιδεύομαι, ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι [17, 328] 2. πικραίνομαι, δοκιμάζω ψυχικό πόνο [25β, 85].
γίκους, ου υφαντά (κυρίως βελέντσες) διπλωμένα το ένα πάνω στο άλλο που φκιάχνουν στοίβα [26, 247].
γιλάδι, του βόδι [27, 388].
γιλαδ’κό, του (βλ.)γιλάδι.
γιλαδουβουνιά είνι (μτφ.)  είναι βρόμα.
γιλαδουβύζ’κα, τα πρόβατα ή γίδια που έχουν στο μαστάρι τέσσερις ρό­γες [22, 59].
γιλαδουμάσταρα, τα, βλ. γιλαδουβύζ’κα.
γιλάου 1. κοροΐδεύω: θα τουν ξικλήσουν τα κλαριά, θα τουν γιλάσουν τα πουλιά. 2. εξαπατώ.
γιλασούμινους, -η, -ου εύθυμος άνθρωπος, πρόσχαρος.
γιννουβόλ’μα, του η ενέργεια τουγιννουβουλάου.
γιννουβουλάου γεννάω συνέχεια και πολλά παιδιά: γιννουβουλάει αράδα η Κατιρίνη.
γινόκαδη, η κάδη στην οποία αφήνω το γάλα που έχω για αποβουτύρωση για να ξινίσει.
γινουμένα, τα 1. υφάσματα που τα έχουμε επεξεργαστεί στα μαντά­νια, (βλ. λ.) [22, 121]. 2. ώριμα φρούτα. 3. αυτά που έγιναν, οι πράξεις μας.
γίνουνταν ωρίμαζαν [13, 37].
γιντάτους, -η, -ου γεννημένος έτσι όπως είναι. Από τη γέννα του.
γιόκας, ου γιος, χαϊδευτικά ή σκωπτικά:μάνα κι γιόκας μάλουναν για νια Βουργαρουϊπούλα [15α, 300].
γιόμ’σι του φιγγάρι είναι πανσέληνος.
γιόμα, του 1. μεσημέρι [17, 328]: 2. γεύμα, μεσημεριανό φαγητό [12α, 75]. να σ’ φκιάνου δείπνου να δειπνάς, γιόμα να γιουματίζεις.3. μεσουράνημα:: ν-όσου να σκάσει ου αυγιρινός να πάει ν-η πούλια γιόμα κι του φιγγάρι δειλινό κι ου ήλιους μισημέρι.
γιον μόλις, όπως: γιον έκατσαν να φάν’ ψουμί, λίγου να γιουματίσουν [15α, 56].
γιουκλαμάς, ου η περιπλάνηση του κοπαδιού από τόπο σε τόπο για κάποιο χρονικό διάστημα.
γιούκους, ου, βλ. γίκους [22, 49].
γιούλη μ’ παιδί μου: στα ξιένα, γιούλη μ’, να μην πας, να κάτσεις να μι θαψεις [21β, 338].
γιουμάτα, τα έθιμο του γάμου. Τα «γιουμάτα» είναι το επισφράγισμα του γάμου. Έχουν μεγάλη γραφικότητα και πρέπει να τηρηθούν και τα σχετικά με αυτά έθιμα. Στο τραπέζι φέρνουμε το κρασί, την κουλούρα και το ψημένο σφαχτό του νουνού. Γι’ αυτό και λέγεται του νουνού του γιουμάτου. Ορίζουμε κάποιον αρχηγό (πρό­εδρο π.χ.) για να διευθύνει τα δρώ­μενα. Αυτός κάθε φορά καλεί (φωνάζει το όνομά του) κι έναν καλεσμένο. Γεμίζει τρία ποτήρια με κρασί, τα βάζει πάνω σε έναν δίσκο, και φτάνουν σ’ αυτόν που πρέπει να τα πιει. Ο καλεσμένος πίνει κάθε φορά κι ένα ποτήρι κρασί και λέει ευχές για τους νεόνυμφους, το νουνό ή την παρέα. Μετά ο πρόεδρος δίνει εντολή σε άλλον καλεσμένο να πιει το κρασί και έτσι συνεχίζεται η διαδικασία. Τελευταίοι πίνουν οι νεόνυμφοι και ο νουνός [4, έτος 7ο, 41]. Το έθιμο αυτό έχει διάφορες παραλλαγές. Μία παραλλαγή είναι να προσφέρει το κρασί στον κάθε καλεσμένο ο νουνός. Αυτός που πίνει το κρασί πέρα από τις ευχές λέει και διάφορους γλωσσοδέτες [15α, 214].
γιουματίζου γευματίζω: να σύρου του ντουφέκι σου, να σύρου τ’ άρματά σου, να σ’ φκιάνου δείπνου να δειπνάς, γιόμα να γιουματίζεις [3α, 115].
γιουμάτους, -η, -ου γεμάτος.
γιουμίδια, τα είδος από φαγητό, βραστά εντόσθια με σπανάκι και φρέσκα κρεμμυδάκια [12α, 75] ή εντόσθια καβουρδισμένα.
γιουμίζου γεμίζω: του στόμα τ’ αίμα γιόμουσι, τα χείλια του φαρμάκια [24, 10]
γιουμώνου γεμίζω.
γιουρτάδις, οι γιορτές.
γιουρτάνι, του περιδέραιο, στολίδι.
γιουρτάσι, του γιορτή, γλέντι.
γιουρτόπιασμα, του ύβρις, παλιόπαιδο, παιδί που η σύλληψή του γίνεται τις γιορτινές μέρες [25β, 86].
γιρακουμύτ’ς, -α αυτός που έχει τη μύτη κυρτή σαν του γερακιού, καμπουρομύτης, καμπουρομύτα.
γιράλαφους, ου γέρικο ελάφι: πέρα ιδώ στουν ιέλατου κι στουν κουντουιέλατου βόσκει ’νας γιράλαφους κι ούλου κλαίν’ τα μάτια του [4, έτος 12ο, 29].
γιρεύου θεραπεύομαι.
γιρουντάματα, τα γεράματα.
γιρουντουϊέλατα, τα γέρικα έλατα: ν- αντάριασαν τα διάσιλα κι ταϊ βουνά κακιώσαν κι τα γιρουντουϊέλατα τρίζουν αγριιμένα.
γιρουσύνη, η γεράματα.
γκαβός, -ή, -ό τυφλός.
γκαβουλόους, ου οφθαλμίατρος [4, έτος 8ο, 30]
γκαβράρους, ου ο πρώτος, ο βασικός, ο κουμανταδόρος από τους δυο βοσκούς-συντρόφους που φυλάνε το ίδιο κοπάδι [21α, τ. 162].
γκαβώνουμι τυφλώνομαι.
γκαγκαμάνια, τα «άβγαλτοι» ανθρωποι, ανθρωπάκια τι νουγάν’ τα θκάμας τα γκαγκαμάνια.
γκαϊδιάζου αλληθωρίζω [27, 387].
γκαΐδός, ου αυτός που πάσχει από στραβισμό, αλλήθωρος.
γκαλιαμάνα, η είδος από πουλί.
γκαλιούρ’ς, ου αλλήθωρος.
γκάλιουρας, ου αλλήθωρος: μι γκάλιουρα πλάιασις, γκάλιουρας θα ξημιρώσεις.
γκαλιουρίζου αλληθωρίζω.
γκάλμπα, -ου γίδα με κοκκινωπό χρώμα. Αρσενικό γίδι με κοκκινωπό χρώμα.
γκαμηλουψώρα, η ψώρα που δε γιατρεύεται.
γκανιάζου 1. (για μικρά παιδιά) «σκάω» από το κλάμα. 2. καίγομαι από δίψα [27, 389].
γκάντινα, τα γλοιώδης ουσία που βγαίνει στη γέννα των ζώων, αμνιακός σάκος του εμβρύου [20, 36].
γκάντσι, τουν γκάντσι (πιθ.) τον αγανάχτησε ή τον ανάγκασε ή τον έπεισε: μι τα πουλλά τουν γκάντσι κι απουφάσισι ου Κώτσιους να πάει σ’ν ικκλησιά.
γκάρα, η υδρόφιλο μεγάλο φυτό σαν κρίνος με μεγάλα και πλατιά φύλλα [20, 29].
Γκαραγκούν’δις, οι Αρβανιτόβλαχοι της Ηπείρου [17, 26].
γκαρδεύου στερεώνω το διασίδι με το γκάρδιο, (βλ. λ) [22, 109].
γκαρδιακός, ου επιστήθιος φίλος.
γκάρδιου, του βέργα που τη χρησιμοποιεί η γυναίκα που τυλίγει το διασίδι, για να το στερεώνει πάνω στο αντί [22, 109].
γκάρδιουμα, του η ενέργεια τουγκαρδιώνου.
γκαρδιώνου (μτφ.) ξεπαγιάζω: γκά­ρδιουσα, πιδάκι μ’, στα κρούσταλλα κι τ’ς γυαλουπαϊές [25β, 87].
γκαρσμένους, -η, -ου ξεφωνημένος.
γκαστριά, η εγκυμοσύνη.
γκαστριάρ’ς, ου τσομπάνος που βοσκάει τα γκαστρωμένα πρόβατα [26, 26].
γκαστρόγρικου, του μαντρί για τις γκαστρωμένες προβατίνες.
γκαστρουλίβαδου, του μέρος από το λιβάδι στο οποίο βόσκουν μόνον τα γκαστρωμένα πρόβατα.
γκαστρουλουιόμι παρουσιάζω σημάδια εγκυμοσύνης ή κάνω προσπάθειες για να μείνω έγκυος [12β, 123].
γκαστρουμένα, τα έγκυες προβατίνες.
γκαστρουχουρίζου χωρίζω από το κοπάδι τις προβατίνες που θα γεννήσουν σε λίγο καιρό.
γκαστρουχώρ’σμα, του η ενέργεια τουγκαστρουχουρίζου.
γκαφαλντί, του επιδόρπιο: έτρουγι τρεις τσιανάκις ξ’νόγαλου κι του γάλα γκαφαλντί [3β, τ. 32, 3].
γκβάρι, του κουβάρι: μας έμασι του κρύου γκβάρι (κρυώνουμε πολύ).
γκβαριάζου 1. κουβαριάζω, μαζεύω το νήμα σε κουβάρια. 2. –ουμι κουβαριάζομαι. γκβαριάζουντι τα πρότα (μτφ.)συνωστίζονται.
γκβάριασμα, του η ενέργεια που κάνει η γυναίκα για να μαζέψει το νήμα σε κουβάρια.
γκβέντα, η κουβέντα.
γκβέντιασμα, του η ενέργεια τουγκβιντιάζου.
γκβιντιάζει η φουτιά (μτφ.) φλόγες από τη φωτιά βγάζουν τσιριξιές, ήχους [20, 403].
γκβιντιάζου 1. κουβεντιάζω. 2. στοχάζομαι: ανταμώθ’καμαν ικεί στου διάσιλου κι γκβέντιαζαμαν για ’κειά π’ πέρασαν κι για ’κειά π’ θανάρθουν. να γκβιντιαστού να ευχαριστηθώ κουβέντα: είχα χρόνια να τ΄ς ιδού κι πήγα νια βραδιά στου κουνάκι τ’ς να γβινταστούμι ους ’ν αυγή [4, έτος 8ο, 30].
γκδούνα, η μεγάλο κουδούνι που το κρεμάμε κυρίως στα γκεσέμια, (βλ. λ.).

γκδούνι, του  κουδούνι. γκδούνι δίχους γλουσσίδι (μτφ.) χωρίς περιεχόμενο, κενός.
γκδουνότρυπα, η βαθύ κοίλωμα στο έδαφος [27, 403].
γκζάνια, τα μικρά παιδιά.
γκιέμι, του χαλινάρι: πιάνει της νύφης τ’ άλουγου κι του γαμπρού του γκιέμι [3α, 155].
γκιέσα, η 1. μαύρη (γκόρμπα) γίδα με άσπρες ή καφέ γραμμές στο πρόσωπο. 2. μαύρη γίδα που έχει άσπριδερά τα πόδια της και το μούτρο της άσπρο. [17, 170]. 3. μαύρη γίδα με καφεκόκκινο χρώμα στην κοιλιά και στα πόδια [23α, τ. 40 , 24]. 4. γίδα που έχει άσπρες ή μαύρες γραμμές στο πρόσωπό της και το τρίχωμά της είναι άλλοτε μαύρο και άλλοτε γκρίζο [26, 33]. 5. γίδα που έχει μαύρο σώμα με καφέ λωρίδες [27, 350]. 6. όνομα μουλαριού.
γκιεσουκάντα, η γίδα που το σώμα της είναι γκρίζο και το μούτρο της είναι άσπρο [27, 350].
γκίζα, η, βλ. μτζήθρα [26, 303].
γκιζέρ’μα, του η ενέργεια του γκιζιράου.
γκιζιράου περιπλανιέμαι, τριγυρνώ, τριγυρίζω άσκοπα.
γκιζιρισμός, ου περιπλάνηση, τριγυρισμός: τα Καστανιώτικαϊ βουνά γκιζιρισμούς δεν έχουν [15α, 144].
γκιζουτόμαρου, του ασκί στο οποίο βάνω τη γκίζα, (βλ. λ.) [26, 303].
γκιζουφάηδις, οι παραγκώμι Σαρακατσιαναίων, αυτοί που τρώνε γκίζα, προϊόν κατώτερης ποιότητας.
γκιόλι, του γκιόλα, λιμνούλα.
γκιόξια, τα στήθη.
γκιουβούρι, του κιβούρι, μνήμα: κι τώρα μου ’ρθι θάνατους κι θέλου να πιθάνου κι φκιάσι του γκιουβούρι μου πλατύ, ψηλό να γιένει.
γκιουρτινάτους, -η, -ου (για ζώα) πολύχρωμος στο λαιμό: πιρδικούλα γκιουρτινάτη κι όμουρφου πουλί [21β, 316].
γκιουφύρι, τουγεφύρι.
γκυρατζίδ’κα άλουγα άλογα του αγωγιάτη.
γκίρνα, η πιθαράκι.
γκισιέμι, του ευνουχισμένο κριάρι ή ευνουχισμένο τραΐ που οδηγεί το κοπάδι.
 γκισιεμουκούδουνα, τα μεγάλα κουδούνια που τα βάζουμε στα γκισιέμια, (βλ .λ).
γκλάνας, ου τεμπέλης.
γκλικ, κάνου γκλικ καταπίνω [22, 93]
γκόλιους, ου φαλακρός.
γκόλφι, του φυλαχτό.
γκόρμπα, -ου μαύρη γίδα, αρσενικό μαύρο γίδι.
γκόρτσα, τα 1. μικρά άγρια απίδια: τα πιδιά τρών’ τα γκόρτσα, των πατιράδων μουδιάζουν τα δόντια. 2. (μτφ.) μικρόσωμα άτομα: α!, ρε γιαγιά, είσαι κοντούλα και θα γένουμε και μεις γκόρτσα [3β, τ. 28, 8].
γκούβρας, ου  αμίλητος, άκριτος.
γκουγκουρίζει η πρατίνα γλείφει και χαίρεται το αρνί.
γκουζιόκα, η πανωφόρι γυναικείο που φτάνει εφαρμοστά μέχρι τη μεση.
γκουζιόκι, του κεντημένο αμάνικο γυναικείο πισλί με διακοσμητικά ριχτά μανίκια στην πλάτη [17, 198].
γκουλαβίνα, η νωπή προβάτινη κο-πριά.
γκουλαίμ’ς, ου  μακρυλαίμης.
γκουμαχάου ανασαίνω βαριά από κούραση, αρρώστια ή πυρετό.
γκουμούλια, τα (πιθ.) μικρά καρβέλια από ψωμί ή από σκυλόψωμο: τότε έβγαλα κι εγώ απ’ τον τρουβά δυο τρανά γκουμούλια και τ΄ς έρ’ξα, ένα στον καθένα. Εκείνα τάφαγαν λιμασμένα [12β, 40].
γκουμπές, ου ασημένια πόρπη που βάνουν οι γυναίκες στη μέση τους και πάνω από το ζωνάρι.
γκουργκόλια, τα πατάτες [26, 323].
γκουρμπάνι, του 1. τάμα σε άγιο, και κυρίως ζώο, σφαχτό που θυσιάζεται [19, 311]. 2. γιορτή που συνοδεύεται με θυσία ζώου [26, 41].
γκουρμπανίσια τραγούδιατραγούδια που λέμε στα γκουρμπάνια, (βλ. λ.).
γκούρουμα, του η ενέργεια του γκουρώνου.
γκουρτσιά, η αγριοαπιδιά.
γκουρώνου πεισματικά αρνούμαι, μουλαρώνω: ικεί τ’ γκούρουσι κι δεν τ’ αλλάζεις μι τίπουτα.
γκούσγκουνας, ου αυτός που δε θέλει κόσμο, μοναχός, ερημίτης.
γκούσια, η βρογχοκήλη των προβάτων [27, 356].
γκουσιάζου (για ζώα) βγάζω γκούσια, (βλ. λ) [27, 390].
γκούτσια, η, βλ. γρούνα.
γκράδις, οι παλιά όπλα οπισθογεμή.
Γκραίκους, -α Έλληνας χωρικός, Ελληνίδα χωρική [24, 31].
γκράνας, ου  ξεροκέφαλος, χωρίς πνευματική ευστροφία.
γκρέμπα, τα 1. μέρος γεμάτο βράχους. 2. γκρεμός [26β, 88].
γκριγκαρίδι, του σφαιρικό μικρό κουδουνάκι για τα κατσίκια [26, 118].
γκρικεύου γίνομαι χωριάτης. Κατοικώ σε χωριό και αφομοιώνομαι από τους κατοίκους του. Παντρεύομαι χωριάτη : τουρκιεύου κι δε γκρικεύου.
Γκρικιά, η Ελλάδα. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιούν οι Βουλγαρινοί Σαρακατσιαναίοι. για την Ελλάδα.
γκριμάου κρημνίζω.
γκριμός, ου βάραθρο, απότομη κατωφέρεια.
γκριτζιάλα, η γκρίνια.
γκριτζιαλιάρ’κου, του βλ.γκρίτζιαλους.
γκριτζιαλεύουμι γκρινιάζω, μεμψιμοιρώ: γκριτζιαλεύισι του πιδί κι δεν κάν’ς καλά.
γκρίτζιαλους, -η, -ου γκρινιάρης, μεμ­ψίμοιρος.
γκρυμπιάζου καμπουριάζω.
γκυρατζής, ου αγωγιάτης [25β, 88].
γκώνου παραγεμίζω την κοιλιά μου με τροφές, τη διογκώνω [12β, 123].
γκώσμα, του (μτφ.) στενοχώρια, άγχος, πρόβλημα.
γλαβάνι, του πηγή, αρχή από ρέμα.
γλαρά μάτια λαμπερά, ζωηρά, χαρούμενα.
γλέντημα, του διασκέδαση, ευχαρίστηση: του κέντημα ’νι γλέντημα κι η ρόκα ’νι σιριάνι [20, 111].
γλέπου βλέπω.
γληγουράτι κάντε γρήγορα: για γληγουράτι, ουρέ πιδιά, κι στρώστι τα ψαλίδια.
γλιέπια, τα [25β, 88], βλ. λόιασμα.
γλιντιστού να γλεντιστώ, να γλεντήσω, να διασκεδάσω: ξιέβγινα να σιριανήσου, Κουσταντή, βρε Κουσταντή κι να γλιντιστού, μαρ’ Λένου μ’ κι Βασιλική [15α, 256].
γλοιτσιάζου κάνω κάτι να γλιστράει [12β, 123].
γλούπους, ου στόμιο από όπλο.
γλουσσίδι, του μικρό σιδεράκι στο εσωτερικό του κουδουνιού που προκαλεί τον ήχο.
γλυκάδια, τα αδένες κάτω από το λαιμό του ζώου [17, 328].
γλυκατζής, ου ζαχαροπλάστης [24, 43]
γλυκου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δίνει στο δεύτερο συνθετικό μια εγκαρδιότητα, μια τρυφερότητα, μια ζεστή σχέση, μια «γλυκάδα», μια ευχαρίστηση: γλυκουγιουματίζου, γλυκουκουβιντιάζου, γλυκουλαλού, γλυκουσόια, γλυκουχαράζου, γλυκουμιλού, γλυκουτρώου, γλυκουγιλάου.
γλυκουμπλιά, η μηλιά με γλυκά μήλα.
γλύνα, η  λίπα από χοιρινό.
γλώσσα τ’ γκδουνιού, βλ.γλουσσίδι [26, 120].
γνέθου μετατρέπω το μαλλί σε νήμα.
γνέμα, του νήμα, νήμα που προέρχεται από το μαλλί που γνέθουμε στη ρόκα.
γνισιό, του τόπος στον οποίο μαζεύονται οι γυναίκες για να γνέσουν κυρίως, αλλά και να κουβεντιάσουν, να χωρατέψουν ή να τραγουδήσουν.
γνοιάζουμι ενδιαφέρομαι, φροντίζω.
γνουμηρός, -ή, -ό γνωστικός, μυαλωμένος.
γνώμη, η νους, μυαλό: τόφκι η γνώμη (το ’χασε)
γνώρους, ου 1. ικανότητα που έχει ο τσομπάνος να γνωρίζει τα πρόβατά του από τα χαρακτηριστικά τους [26, 31]. 2. γνωριμία: το ’δουκα γνώρου.
γόνας, ου γόνατο. γαμούτου γόνα τ’ αντρικό βρίσιμο.
γούλη, η οπή, στόμιο. γύρ’σι μι τ’ γούλη κάτ’ (μτφ.)βρέχει πάρα πολύ: ουρέ μας πίνξι, γύρ’σι μι τ’ γούλη κάτ’.
γούλια, τα ούλα.
γουλουνίθια, τα, βλ. γουνουλίθια.
γουλουνίθρια, τα, βλ. γουλουνίθια.
γουμαρ’νά (επίρρ.) γαϊδουρινά: όποι­ους κάνει γουμαρ’νά, πουρεύει ανθρουπ’νά κι ου καλός καλό δε γλέπει [4, έτος 8ο, 32].
γουμαράγκαθα, τα γαΪδουράγκαθα.
γούμινους, ου ηγούμενος του μοναστηριού: κι’ γω του χώμα του’ θιλα να φκιάσου μαναστήρι, να βάλου μέσα καλουγριές, να βάλου καλουϊέρους, να βάλου κι ιέναν γούμινου να τους ξουμουλουγάει.
γουνέοι γονείς.
γουνήδις, οι γονείς.
γουνής, ου γονιός: τέτοιου γουνή δεν είχα δει σαν του χουρσούζη του Γιάννη Κατή [27, 320].
γουνιά, η, βλ. βάτρα [26, 279].
γουνικά, τα γονείς: σι κλαίου κι’ γώ ν-απόκρυφα, κρυφά απ’ τα γουνικά μου. Σι κλαίου ν-όταν λούζουμι.
γουνουλίθια, τα δυο ορθογώνιες λίθινες πλάκες που βάνουμε από τις δυο πλευρές του πυρουμάχου (βλ. λ.) και κάθετα προς αυτόν για να προστατεύουν τη φωτιά [12α, 77]. Τα γουνουλίθια τα λέμε και πυρομάχους [25, 279].
γούπατου, του βαθούλουμα του εδάφους.
γουργουλαλούν κουδούνια ηχούν ρυθμικά και συνέχεια.
γουργουλίδια, τα μικρά κουδουνάκια.
γουργουμαραγκιάζου κάνω κάτι να μαραθεί πριν από την ώρα του: ν’ άπλουσα να πάρου μήλα κι μαράθηκαν τα φύλλα. Μην του παίρνεις, μην τ’ αφήνεις, μην του γουργουμαραγκιάζεις [15α, 295].
γουργούρια, τα, βλ. γκριγκαρίδι.
γούρδας, ου υπερικό το εμπετρόφυλλο, ανοιξιάτικο χορτάρι που, όταν το τρώνε οι άσπρες προβατίνες, κοκκινίζει το σώμα τους [2].
γουρμάζου ωριμάζω : τότε καρτέρα να γουρμάσεις. Σε τούτηνη τη «δ’λεια» ή πας μαναχός ή δεν πας ντιπ [16, 96].
γούρμους, ου ώριμος.
γούρνα, η φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στο έδαφος, λάκκος.
γουρνάσκι, του ασκί που γίνεται από δέρμα γουρουνιού: του γουρνάσκι κρασάσκι δε γίνιτι [3α, 207].
γουρνουμυτιάζου κατεβάζω το κεφάλι κάποιου και το βάζω μέσα σε γούρνα, τον υποτάσσω.
γουρνουμύτιασμα, του η ενέργεια τουγουρνουμυτιάζου.
γράβα, η σχισμή στο βράχο.
γραβανή, η είδος από φαγητό (κουρκούτη).
γραβανός, -ή, -ό αυτός που έχει πολλά χρώματα ανακατωμένα (άσπρο και μαύρο αλλά και γκρι ή και καφέ).
γράδα, η σχισμή βράχων [17, 328], χαραμάδα [26, 362].
γράδους, ου αραιόμετρο των υγρών.
γραδώνουμι σφηνώνομαι σε μια σχισμή ή σε ένα πολύ στενό μέρος.
γραίνου ξεμπλέκω τα μπερδεμένα μαλλιά του πρόβατου κυρίως, ξαίνω τα μαλλιά [12β, 124].
γραμμένους, -η, -ου πολύ όμορφος: ν-αυτά τα μάτια σ’, Δήμου μ’, τα ’ μουρφα, τ’ αφρύδια σ’ τα γραμμένα.
γράν’δις, οι οι Σαρακατσιαναίοι κάποιους Σαρακατσιαναίους. που έχουν πολλά γίδια τους ονομάζουν περιφρονητικά γράν’δις [26, 26].
γρασιρός, -ή, -ό υγρός [26, 242].
γραφή, η γράμμα, επιστολή.
γραφτό, του μοίρα, πεπρωμένο.
γρέκι, του μέρος στο οποίο διανυκτερεύουν τα πρόβατα και είναι περιφραγμένο, μαντρί.
γρέκιασμα, του η ενέργεια τουγρικιάζου.
γρεκουτόπι, του τοποθεσία που είναι κατάλληλη για γρέκι, (βλ. λ.).
γρέντζιλα, τα αγριοστάφυλα.
γρίβας, -α, άλογο με λευκόφαιο χρώμα, φοράδα με λευκόφαιο χρώμα: παίρου κι ’γώ του γρίβα μου κι πάου να τουν πουτίσου.
γριβιάζου γίνομαι σιγά-σιγά ασπρομάλλης.
γρίβιασμα, του η ενέργεια τουγριβιάζου.
γριβίζου ασπρίζουν τα μαλλιά μου [27, 390]: πιδί ανύπαντρου κι γρίβ’σι.
γριβιλάκι, του, βλ. γκριγκαρίδι.
γρίβους, ου γκριζομάλλης, αυτός που του ασπρίζουν συνέχεια τα μαλλιά.
γριγκαλίδι, του, βλ. γκριγκαρίδι.
γρίζιαλους, -η, -ου [12α, 75], βλ. γκρίτζιαλους.
γρικιάζου οδηγώ το κοπάδι στο γρέκι, (βλ. λ.).
γριντζιλά λόια λόγια που λέγονται διπλωματικά [25β, 90]: ου Νικου- Γιώργους άλλα σ’ λέει, άλλα θέλει να σ’ πει κι άλλα καταλαβαίν’ς.
γριντζιλά μαλλιά κατσαρά μαλλιά.
γριντζίλα, η στριμμένο σκοινί.
γριντζιλιά, η αναρριχόμενο αγριόκλημα.
γριντιά, η δοκάρι στέγης.
γριντσιλιάζει η κλουνά στρίβεται [22, 107].
γρόθους, ου γροθιά, μπουνιά.
γρουθίζου με τη γροθιά μου ζυμώνω το ψωμί.
γρουμπούλι, του 1. όγκος στο σώμα. 2. βόλος από χώμα [25β, 91].
γρουμπουλιάζου γίνομαι γρουμπούλια, (βλ. λ.)
γρούνα, η παιδικό παιχνίδι.
γρουνούλα, η παιδικό παιχνίδι που μοιάζει πολύ με το γνωστό παιχνίδι της κολοκυθιάς [21α, τ. 151].
γρυμπός, -ή, -ό 1. καμπούρης [27, 391]. 2. αυτός που έχει αετίσια μύτη [25β, 91].
γυαλί του γρέκι (μτφ.) δεν έμεινε τίποτα, χάθηκαν όλα.
γυαλί, του καθρέφτης.
γυαλιά, τα ποτήρια.
γυαλιένια, η (μτφ.) όμορφη γυναίκα αυτή που αστράφτει σαν το γυαλί: κάθιτι η Μάρου μ’ κάθιτι, γυαλιένια, κρουσταλλιένια.
γυαλιένιους, -α, -ου γυάλινος.
γυαλίσιους, -α, -ου γυαλιστερός.
γυαλουπαϊά, η παγωνιά, με το χιόνι παγωμένο σαν γυαλί [25β, 91].
γυάργυρου, του  υδράργυρος.
γύλα, η μακρύ και διχαλωτό ραβδί [25β, 91].
γυναίκειους, -α, -ου γυναικείος: κι ένας Τούρκους, παλιότουρκους, του λέει γυναίκειου κόρφου [3α, 47).
γύρ’σι η πρατίνα ξαναμαρκαλίστηκε, βλ. μαρκαλιώντι.
γύρ’σμα, του 1. (μτφ.) στέκι, τόπος φιλοξενίας: πάει να βαφτίσει ιένα πιδί, να κάμει ιέναν κουμπάρου να το ’χει ου μαύρους γύρισμα. 2. αμοιβή που παίρνει ο τσομπάνος, όταν βοσκάει περισσότερα πρόβατα από αυτά που πρέπει. [7β, 120].
γυρ’σμένα πρότα αυτά που ζευγαρώνουν για δεύτερη φορά την ίδια περίοδο [17, 157].
γυρίζου (μτφ.) μετανιώνω: κι οι βλάχοι του γυρίσανι, την κόρη δεν τη δίνουν [27, 327].
γυρίσματα του τραγουδιού λαρυγγισμοί και τσακίσματα που κάνει στη φωνή του ο τραγουδιστής για να ομορφύνει το τραγούδι.
γυρίσματα, τα [12α, 77], βλ. πιστρόφια.
γυρ’στάρι, του χειρολαβή [26, 377].
γυρουβόλιασμα, του η ενέργεια τουγυρουβουλιάζου.
γυρουβουλιά τ’ βαρέλα οι νεόνυμφοι χορεύουν το χορό του Ησαΐα γύρω από ένα αυτοσχέδιο τραπέζι (βαρέλα) πάνω στο οποίο ο παπάς τελεί το μυστήριο του γάμου [22, 142].
γυρουβουλιά, η 1. κυκλική κίνηση. 2. στροφή γύρω από τον εαυτό μας, χορευτική φιγούρα. τήρα γυρουβουλιά: κοίτα ολόγυρά σου.
γυρουβουλιάζου φέρνω το κοπάδι γύρα γύρα, το κρατάω στο ίδιο σημείο: τσιούπρα ήταν τα φύλαγι κι τα γυρουβόλιαζι μ’ ικατό βλαχόσκυλα.
γυρουτρόυρα (επίρρ.) ολοτρόγυρα.
γυφτόπλου, του πολύ μελαχρινό παιδί, παιδί που είναι σαν το γυφτάκι.
γυφτουκούνια, η πρόχειρη τεχνητή κούνια, αιώρα.
γυφτουσάκ’λου, του (μτφ.) 1. φιλάργυρος.  2. αναξιοπρεπής. 3. ζήτουλας.
γυφτουτσικουριά, η (μτφ.) γυναικείο γεννητικό όργανο: κι αυτό δεν είνι λάιου αρνί μούηδι λαγός κοιμάτι, μόν’ είνι γυφτουτσικουριά που ισιώνει τα στειλιάρια [21β,