portraita

kentriki mpara

.



  

ν’κουκύρ’ς, ου νοικοκύρης, άντρας που είναι αρχηγός του σπιτιού. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιεί πολλές φορές η Σαρακατσιάνα., όταν θέλει να μιλήσει για τον άντρα της.
ν’φάδις, οι νύφες.
να μ’ [22, 83], βλ. νω μ’
ναμούτι δώστε μου.
νάνις, οι λαχανικό (άγρια σπανάκια) που φυτρώνει την άνοιξη στα βουνά [22, 156].
νε (σύν.) ούτε: κι ιένας τζιουμπάνους πλάιασι, πήραν τα πρόβατά του, κι όταν ξυπνάει ν-ου έρημους νε πρόβατα νε γίδια [15α, 29].
νείρουμι ονειρεύομαι, επιθυμώ, θέλω, ζητώ: ούλου κουπάδια πρότα νείρουμι.
νέσπουλα, τα (πιθ.) μούσμουλα.
νεύρου, του πέος.
νηαρστά, τα φαγητό που γίνεται με βόλους από ζυμάρι τους οποίους βράζουμε και ρίχνουμε μέσα στο νερό τυρί και βούτυρο [12α, 117].
νήλα, η 1. σωματική ταλαιπωρία. 2. συμφορά, πάθημα, καταστροφή [25α, 161].
νηραϊδάλουνου, του αλώνι όπου πιστεύουμε ότι μαζεύονται νεράιδες.
νηραϊδουσφόντ’λου, του φυλαχτό (γυαλιστερή πέτρα που μοιάζει με σφοντύλι) [22, 80].
νηράκια, τα διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [26, 423].
νηρόκουπα, η νεροπότηρο.
νηρουγάλαζιου, του ανοιχτό γαλάζιο χρώμα.
νηρουγκάμπατσα, η  ασθένεια στα ζώα.
νηρουκαντιάζου (πιθ.) «σκάω» για νερό.
νηρουμπλέτσι φαγητό που έχει πολύ νερό και πλέουν τα κομμάτια μέσα σε αυτό.
νηρουπράσινου, του λαχανί χρώμα.
νηρουσυρμή, η δυνατή ροή νερού μέσα σε ρέμα [25α, 210].
νηρουφαϊά, η κοιλότητα που σχηματίζεται στο έδαφος από τη δυνατή ροή του νερού [25β, 151].
νησιάνι, του 1. παλληκάρι, λεβέντης: ιέλα ιδώ, νησιάνι μ’. 2. θαυμάσιο, παράξενο.
νηστιμένους, -η, -ου αυτός που νηστεύει: μ’ ούιδι κουράσι φίλησα μ’ ούιδι κι παντριμένη. Παπαδουπούλα φίλησα κι ήταν κι νηστιμένη [23α, τ. 3, 55].
νητρουβιά, η νεροτριβή (εδώ υφίστανται κατεργασία τα χοντρά υφάσματα με την τριβή του νερού).
νια μία
νιάουρα, τα άγριος καρπός από βουνίσιο θάμνο που μοιάζει με το βάτο.
νιάουρις, οι, βλ. νιάουρα.
νίβουμι πλένω το πρόσωπό μου με νερό.
νικραλλαξιά, η ρούχα που φοράμε στο νεκρό, τα τελευταία ρούχα του ανθρώπου.
νιόνυφη, η νέα νύφη, καινούρια νύφη.
νιος, νια, νιο νέος.
νιουγάμπρια, τα νεόνυμφοι.
νιούτσικους, -η, -ου νεανίας, παλληκάρι.
νιώθου αντιλαμβάνομαι, εννοώ.
νιώσματα, τα αινίγματα [25β, 153].
νόμηστρου, τουενοίκιο για τη βοσκή των κοπαδιών σε λιβάδι [25β, 153].
νουβουρός, ου [12α, 123], βλ. ουβουρός.
νουγάου νοώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω [16, 55]: αυτό του πιδί ντιπ δε νουγάει.
νουή, η νοημοσύνη.
νούλλα, η μηδέν.
νουματαίοι, οι, βλ. νουμάτοι.
νουματίζου ονοματίζω, δίνω όνομα.
νουμάτοι, οι άτομα.
νουμπέτι έχου προσέχω τα άλογα το βράδυ (μάλλον για να μην κάνουν αγροζημίες ή να μη φύγουν μακριά) και φυλάω σκοπιά με νούμερο, με σειρά [20, 163].
νουμπέτι, του συνολική ποσότητα γάλακτος που παίρνουμε από το κοπάδι κάθε φορά που το αρμέγουμε [7β, 124].
νούνους, -α νονός, νονά.
νουρά, η ουρά [26, 30]
νουστιμάδα, η νοστιμιά: τι να τουν κάμου, κουντούλα μ’, του Θιό που δεν κατάλαβαίνει, που σο ’δουκι την ουμουρφιά κι ούλη τη νουστιμάδα.
νουστιμαίνου 1. νοστιμίζω. 2. (μτφ.) ομορφαίνω: τώρα που μπήκα στου χουρό θα που ιένα τραγούδι, να νουστινήνει ν-ου χουρός, να μπει κι ου κόσμους ν-ούλους [21β, 236].
νουτίζου υγραίνω, υγραίνομαι.
νόχτη, η όχθη.
νόχτους, ου πεζουλάκι γύρω από την καλύβα που την προστατεύει από τα νερά της βροχής ή πεζουλάκι στο οποίο αποθέτουμε τα κρεβάτια.
ντ’λάπι, του εργαστήριο που επεξεργάζαται τα μαλλιά.
νταβαλίτ’κους, -η, -ου διεκδικούμενος.
ντάβανους, ου οίστρος του αλόγου [27, 415].
νταβάς, ου 1. αβαθές και πλατύ μαγειρικό σκεύος πιο μικρό από το ταψί. 2. φασαρία.
νταβατζής, ου προδότης: τρία πουλάκια ντιλαλούν στη μέση στου παζάρι: -Ποιος τώρα νταβατσής, τώρα νταβά να κάνει [15α, 68];
νταβίζου ζητώ, διεκδικώ: ικειό του χ’μαδιό του νταβίζουν πουλλοί.
νταβλαράς, ου μαντράχαλος.
νταβραντίζου είμαι πλήρης ζωτικότητας και σφρίγους.
νταβρί, του (μτφ.) πλήρης ζωτικότητας και σφρίγους άνθρωπος.
νταής, ου εγωιστής, ο παλληκαράς.
νταϊάκι, του στήριγμα.
νταϊαμάς, ου υπόστεγο από μαντρί.
νταϊαντάου 1.βάζω κόντρα, υποστηρίζω, στηρίζω [12α, 117]. 2. αντέχω: δε νταϊαντάου δυο πράματα∙ φτώχεια κι γιράματα.
νταίνου ντύνω.
νταλιάνι, του παλιό κοντόκανο ντουφέκι.
νταλντάου χύνομαι, ορμάω.
ντάμα, η παιδικό παιχνίδι, σκάκι των Σαρακατσιαναίων [17, 211].
νταμάρι, του 1. (για ζώα) (μτφ.) ράτσα, είδος .2. παλιό γερό σόι [22, 23].
νταμαχιάρ’ς, -α, -κου αχόρταγος.
ντάμκα, η, βλ. λάκκα.
νταμκό, του συνεταιρικό.
νταουλάς, ου (πιθ.), βλ. ίσκιουμα [20, 250].
νταουρλιό, του φασαρία, μάλωμα, ανεξήγητο μάλωμα [25β, 153].
νταουσάνια, τα δαμάσκηνα [22, 156].
νταούτ’ς, ου κακό και πονηρό πνεύμα.
νταουτζιάς, ου αρρώστια που πιάνει τα αλογομούλαρα και πρήζονται [4, έτος 21ο, 24].
νταούτι, του (πιθ.), βλ. ίσκιουμα [20, 250].
νταρβίρα, η κοντή τζαμάρα [26, 152].
ντάσι, του (μτφ.) όμορφη και δυνατή γυναίκα.
ντε (επίρρ.) άιντε, εμπρός.
ντέβρι (επίρρ.) (πιθ.) σβάρα, παγάνα: ν-οι μαύροι τι θα γιένουμι φέτου του καλουκαίρι, βήκι ν-Αντώνης σταϊ βουνά μι τουν Καραϊαννάκη κι πήραν ντέβρι ταϊ βουνά, ντέβρι τις βλαχουστάνις [4, έτος 7ο, 7].
ντέγκι, του δέμα με ρούχα ή πράγματα, μπόγος.
ντέιτιστι (επίρρ.) άιντε: ντέιτιστι, βλαχόσκυλα πιάστι ’να βλαχόιπουλου να του παντριφτού [3α, 47].
ντένου μπλέκω, βρίσκω το μπελά μου, μπερδεύομαι [12β, 152]: είνι καλά να μη ντέσεις.
ντέσ’μου, του κακό μπλέξιμο [25β, 153]: είνι κακό του ντέσ’μου.
ντηλιμπάσκα πρότα
ντηριόμι διστάζω: να της μιλήσου αντρέπουμι, να της του ειπού ντηριόμι.
ντίγκουσι γέμισε.
ντιζιάκι, του τελάρο με μια έξοδο πάνω στο οποίο στραγγίζουμε το τυρί.
ντιλάλ’ς, ου ντελάλης, κήρυκας, διαλαλητής: ιέβγα, μάνα μ’, κι χούιαξι στου πέρα καραούλι, βγάλι ντιλάλη δυνατό σ’ ούλα τα βιλαϊέτια.
ντιλαλού βγάζω ντελάλη, διαλώ, διακηρύσσω: τρία πουλάκια ντιλαλούν στη μέση στου παζάρι [15α, 68].
ντιλής, ου νταής, παλληκαράς.
ντιλμπασάνου, η αντρογυναίκα.
ντιπ (επίρρ.) τελείως. ντιπ καταντίπ ολοσδιόλου.
ντίπου (επίρρ.) τελείως, όλως διόλου: κι πέτυχι κι βάρισι του στοιχειουμένου αλάφι κι γλέπει ιέναν ξιζάρκουτου ντίπου ξιγυμνουμένου [15α,37].
ντίρα, η στενό πέρασμα, μονοπάτι.
ντιρβένι, του δερβένι, πέρασμα, δρόμος.
ντιρέκι, του 1. παλούκι, ξύλινη κολώνα [26, 198]. 2. (μτφ.) ψηλός και δυνατός άντρας.
ντιριάζου οδηγώ το κοπάδι σε ντίρα (στενό πέρασμα), κυρίως για να το μετρήσω [20, 144].
ντιρλικώνου τρώγω μέχρι σκασμού [12α, 118].
ντιρμπάτι ερημιά: ν-οι κλέφτις ν-απού τ’ Άγραφα κι οι αρματουλοί απ’ του Βάλτου πατήσανι του Λέπινου κι το ’καμαν ντιρμπάτι [3α, 41].
ντιρτιλής, ου αυτός που έχει ντέρτι, καημό, μεράκι: καλώς ν-αντα­μουθήκανι ν-ιμείς ν-οι ντιρτιλήδις, να κλάψουμι τα ντέρτια μας κι τα παράπουνά μας [21β, 174].
ντόλι πολλά πρόβατα γεννούν σε μικρό χρονικό διάστημα [20, 28]. απόψι είχαμαν ντόλι.
ντομουζντό (επίρρ.) οπωσδήποτε, με το στανιό.
ντουζίνα, η σύνολο από κουδούνια ή κυπριά [26, 128].
ντουλαμάς, ου επενδύτης [15α, 300].
ντουλμπέρα, η, βλ. ντουλμπέρου.
ντουλμπέρι, ου νέος, παλληκάρι: για την καλή μου συντρουφιά, ντουλ μπέρι-ντουλμπιράκι, θα ειπού ’να τραγουδάκι [3α, 113].
ντουλμπέρου, η νέο κι όμορφο κορίτσι, αυτό που είναι πάνω στα νιάτα του.
ντουμουσιάρα, η (μτφ.) ζωηρή γυναίκα, γυναίκα που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα ήθη.
ντουμουσιάρ’κου, του αδέσποτο ζώο που τρέχει από δω κι από κει [17, 334].
ντούμπλα, η μεγάλο φλουρί που βάνουν οι γυναίκες στο λαιμό.
ντουμπλές, ου σειρά με κουδούνια από το μικρότερο στο μεγαλύτερο.
ντουνιάς, ου ανθρωπότητα.
ντουπιανοί, οι ντόπιοι: φιβγάτι ’σεις οι ξένοι κι οι αλαργινοί, να ’ρθούμι ’μεις οι ντόπιοι κι οι ντουπιανοί [15α, 265].
ντουράου αφήνω ίχνη (πατημασιές).
ντουρής, -ιά κόκκινο άλογο, κόκκινη φοράδα.
ντουρίτ’κου, του, βλ. ντουρής.
ντουρλάπι, του απότομη λαίλαπα, καταιγίδα.
ντουρός, ου ίχνη από τις πατημασιές των ζώων: ου λύκους ’ν τρίχα άλλαξι, του ντουρό τ’ δεν αλλάζει [19, τόμος 1ος, 340].
ντούσ’κου, του είδος βελανιδιάς [26, 136].
ντούχνα, η  πυκνός καπνός.
ντούχνιασι γέμισε πολύ καπνό.
ντραβαλιόμι κάνω φασαρία.
ντραγάτ’ς, ου αγροφύλακας.
ντραμπάλα, η τραμπάλα, παιδικό παιχνίδι.
ντραμπαλίζουμι 1. κουνιέμαι στην κούνια πάνω κάτω, κουνιέμαι στην τραμπάλα [12α, 118]. 2. ντραμπαλίζιτι του κιφάλι κουνιέται και πηγαίνει πέρα δώθε .
ντρίλλι, του αγοραστό πουκάμισο.
ντριστέλα, η, βλ. νητρουβιά.
ντρλαπόχιουνου, του  (πιθ.)
ντρόγκνα, η ειδικός τεχνητός σάκος με τον οποίο οι γυναίκες μεταφέρουν στις πλάτες τους τα μωρά τους.
ντύμα, του πλακούντας του νεογνού [25α, 199].
ντυμασιά, η ενδυμασία.
νύφη, η έτσι ονομάζουμε για πολύ καιρό τη νιόνυφη (δεν τη φωνάζουμε με το όνομά της ή με το όνομα του άντρα της): πήγι στ’ μάνα τ’ς η νύφη.
νυχτιρεύου αγρυπνώ μαζί με άλλους ή εργάζομαι τη νύχτα: πάου στη θεια μου τη Γιαννιώ, πάου να νυχτιρέψου, να γνέσου μι τη ρόκα μου, τ’ αδράχτι να γιουμίσου [21β, 234].
νυχτόμιρα μέρες και νύχτες: Κώστας Γαρέφης πουλιμάει μ’ ιξήντα παλληκάρια. Νυχτόμιρα πιρπάτησι για δώθι να πιράσει [24, 24].
νυχτουδιαβαίνου περπατάω, διαβαίνω, γυρίζω τις νύχτες: ν-ιψές που νυχτουδιάβινα ν-απού τη γειτουνιά σου, άικουσα που σι μάλουναν ν-η μάνα σου κι η θεια σου.
νυχτουκόρακας, ου νυχτόβιο πουλί που το λάλημά του το θεωρούμε κακό οιωνό, χαροπούλι.
νυχτουξημιρώνου νυχτώνω και ξημερώνω: σταφύλι μου κρουστάλινου κι κρουσταλένια μ’, βρύση, πού μένεις, πού βραδιάζισι, πού νυχτουξημιρώνεις [21β, 255]
νυχτουπιρπατάρ’ς, ου αυτός που είναι ικανός να περπατάει τις νύχτες και να διανύει μεγάλες αποστάσεις, άξιος: ποιος είνι άξιους κι αγλήγουρους κι νυχτουπερπατάρης, να πάει τα χιριτίσματα στου δόλιου του Ρινάκι, να μην αλλάξει τη Λαμπρή [7α, 29].
νυχτουσκάρι, του σκάρος τη νύχτα [26, 51].
νυχτουσκαρίζου σκαρίζω τα πρόβατα τη νύχτα [26, 54].
νχός, ου ήχος από τραγούδια ή από κουδούνια, μελωδία [26, 89].
νωμ’ δώσ’ μου: νώμ’ την γκλίτσα γιατί θα σε χαλάσω [16, 97]!
νώμους, ου ώμος.








ξ’λή, η ξύλινος σκελετός από κονάκι ή από σαμάρι [17, 175].
ξ’λιά, η ξυλιά, χτύπημα με ξύλο, χτύπημα.               
ξ’λόκαρφου, του ξύλινο καρφί.
ξ’λόκουτα, η μπεκάτσα [27, 417].
ξ’λουχούλιαρα, τα ξύλινα κουτάλια.
ξ’λόχτινου, του εξάρτημα του αργαλειού μέσα στο οποίο μπαίνει το χτένι.
ξ’νήθρα, η το φυτό ρούμεξ ο όξινος. Το χρησιμοποιούν οι τσομπανα­ραίοι για να τους «κόβει» τη δίψα [2].
ξ’νόγαλου, του ξινόγαλο.
ξ’νούτσ’κους, -η, -ου υπόξινος.
ξαγγλίζω 1. ξανοίγω, ξεχωρίζω, ξεμπερδεύω τα μαλλιά. 2. χτενίζω τα μαλλιά: η Γιουργούλα λούσ’κι κι ξαγγλίζει τα μαλλιά.
ξαγγλόχτινου, του αραιό χτένι με το οποίο ξαγγλίζω (βλ. λ.) τα μαλλιά [17, 334].
ξαγναντεύου εμφανίζομαι αμυδρά, αρχίζω να φαίνομαι όταν έρχομαι από μακριά, διακρίνομαι από μακριά.
ξαγναντίζου βρίσκομαι σε ξαγνάντιο ,(βλ. λ.) [20, 71].
ξαγνάντιου, του θέση από την οποία μπορώ να έχω καλή θέα.
ξάι, του πληρωμή του μυλωνά σε είδος (άλεσμα): παίρνει για ξάι τ’ άλουγου, φιλεί τα μαύρα μάτια [3α, 113].
ξαϊάζου δίνω ξάι, (βλ. λ.) [27, 416].
ξαίθρου, του ξέφωτο, φωτεινό και καθαρό μέρος [25β, 155].
ξαϊκουσμένους, -η, -ου, βλ. ξια­κουστός [3α, 40].
ξαϊκουστός, -ή, -ό [4, έτος 22ο, 25], βλ. ξιακουστός.
ξαίνου ξανοίγω και καθαρίζω τα κουρεμένα μαλλιά.
ξακριάρα, η προβατίνα που βόσκει στην άκρη από το κοπάδι και πολλές φορές κάνει ζημιές στα χωρά­φια.
ξακρίδια, τα στενόμακρα συνήθως τριγωνικά ξύλα που απομένουν από την επεξεργασία του κορμού των δέντρων [13, 23].
ξακρίζου πηγαίνω στην άκρη, πηγαίνω άκρη άκρη [17, 334].
ξάλμου, του έρημο, περιπλανώμενο [25β, 155]: χύθ’κι του γάλα. Πάει χαμένου του ξάλμου.
ξαμώνου 1. απλώνω το χέρι μου να αγγίξω ή να πιάσω κάτι: ξάμουσα μι τα νύχια μου, ξάμουσα κι του πήρα [21β, 52]. 2. επιχειρώ να κάνω κάτι, δοκιμάζω να προβώ σε κάποια ενέργεια: αν σ’ κουτάει ξάμουσι να μι βαρέσεις κι θα σ’ που ιγώ [12β, 153].
ξαναγιάνου, να ξαναγιάνου, να ξαναγίνω καλά στην υγεία μου [3α, 39].
ξαναγκρίζου υπενθυμίζω, επαναφέρω κάποιο ζήτημα [25β, 156]: του ’χα αστουχήσει, καλά έκαμις κι του ξανάγκρισις.
ξανθουμαλλούσα, η ξανθομάλλα.
ξανοιξιάζου περνάω την άνοιξή μου συνήθως σε ορεινό μέρος: ν-ακόμα τούτ’ -Λιάκου μ’- την άνοιξη, θέλου να γίνου κλέφτης, να βγου στης Γούρας ταϊ βουνά, να βγου να ξανοιξιάσου [21β, 144].
ξαπουλάου εξαπολύω: τη νύφη την ξαπόλυσι, την πόδισι τσαρούχια, της δίνει πέντι πρόβατα, της δίνει πέντι γίδια.
ξαραδιάζου βγάζω από τη σειρά: δεν τ’ς ξαραδιάζει τ’ς κουπέλις ου Πιντιλής.
ξαργού (επίρρ.) επίτηδες, εξεπίτηδες: ήρθα ξαργού για να ιδού τι δ΄λειά κάν’ς [12α, 119].
ξαρίζου καθαρίζω το μαντρί από τις κοπριές ή τις λάσπες ξύνοντάς το με ένα τσαπί.
ξαρμέου  αποτελειώνω το άρμεγμα των ζώων.
ξάσ’μου, του καθάρισμα των μαλλιών για λανάρισμα [13, 103].
ξαχλυάζου περνάω ευχάριστα την ώρα μου [25β, 156].
ξέθαλους, ου, βλ. ξιθάλι.
ξενούτσικους, -η, -ουαυτός που είναι από άλλλο τόπο, από μακρινό μέρος, ξένος: νια πέρδικα ξενούτσικη, ξένη κι απ’ άλλουν τόπου.
ξέπλιγα μαλλιά αχτένιστα: καράβι πάει στου πέλαου, κι η κόρη πάει στην άκρη, μι τα μαλλιά της ξέπλιγα, τα χέρια σταυρουμένα [21β, 28].
ξέρα, η ξηρασία.
ξέρακας, ου δέντρο που ξεράθηκε όρθιο: φόντα θ’ ανθίσει ν-ου ξέρακας, να βγάλει τα βλαστάρια, τότι κι ’μεις θα σμίξουμι [21β, 357].
ξέφιξι έφεξε για τα καλά: ξιχάραξι, Βασίλου μ’, η ανατουλή κι ξέφιξι κι η δύση, πάν’ τα πουλάκια στις βουσκιές κι οι έμουρφις να πλύνουν [15α, 259].
ξέχουρα (επίρρ.) ξεχωριστά.
ξήγα του εξήγησέ το: ξήγα του, Αντώνη μ’, ξήγα του, του υπνουείνουρό μου [3α, 40].
ξηρ’κό, του αυτό που δε χρειάζεται νερό για να φυτρώσει και να αναπτυχθεί [13, 75].
ξηραντάρα, η ομίχλη που παρουσιάζεται σε καιρό ξηρασίας.
ξηραχουμάρα, η απραξία, το να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα, νωθρότητα.
ξηρή, η (μτφ.) πέος.
ξηρή κουρκούτη,.βλ. μαμαλίγκα.
ξηρουβόρι, του κρύος και ξηρός βοριάς.
ξηρουκαμπιά, ηξερός κάμπος [7α, 25].
ξηρουλάκκι, του λάκκος που δεν έχει νερό.
ξηρουτσάγγαδη, η τσαγγάδα (βλ. λ.) προβατίνα με πολύ λίγο γάλα [26, 73].
ξηρουτσιβούρα, η ξερό κρύο, αυτό που περονιάζει, παγωμένος καιρός με πάχνη το πρωί, λιακάδα και πολύ ξερό κρύο.
ξηρουτσιόκανα, τα τσιοκάνια (βλ. λ.) που βροντάνε ξερά και έχουν βαριά ζύγια.
ξηρουφάι, του η τροφή που είναι ξηρή, δηλ. δεν είναι μαγειρεμένη, το ψωμοτύρι του βοσκού.
ξηρουφέλα, η τυρί φέτα που είναι στεγνωμένο και το τρίβουμε στα φαγητά ή το ψήνουμε [22, 50].
ξηρουφέρα, η, βλ. ξηρουφέλα.
ξηρουχρουνιά, η η χρονιά με ελάχιστες βροχές: φέτου είνι νια ξηρουχρουνιά κι δύσκουλους ν-ου χρόνους, λείπει της θάλασσας νιρό, της μαύρης γης χουρτάρι [21β, 215].
ξιαγουρά, η εξαγορά: ν-ήρθαν ν-οι μάνις τουν πιδιών, ν-ήρθαν για να τα πάρουν. Φέρανι κι την ξιαγουρά χίλια τριακόσια γρόσια [4, έτος16ο, 20].
ξιαγουράζου εξαγοράζω [ 19, 182).
ξιαγουρασμός, ου η εξαγορά.
ξιακουστός, ου ξακουσμένος, σπουδαίος.
ξιαλλάζου φοράω καινούρια ρούχα και βγάνω τα παλιά.
ξιαν’ξιό, του τόπος στον οποίο μένει για λίγο η στάνη την άνοιξη (για να έχουν καλύτερη βοσκή τα κοπάδια) καθώς φεύγει από τα χειμαδιά για τα βουνά [26, 41].
ξιαπουσταίνου ξεκουράζομαι.
ξιαρμάτουτους, -η, -ουάοπλος: μαύρου χαμπέρι μας ήφιραν ν-απόψι στα κουνάκια, τουν Κατσιαντώνη πιάσανι ξιαρμάτουτου στου στρώμα [21β, 125].
ξιαρματώνου βγάζω την αρμάτα, (βλ. λ.) [26, 115].
ξιαρρουστ’κό, του γιατρικό, φάρμακο: χαλεύει του ξιαρρουστικό που δεν είνι σι κόσμου [3α, 178].
ξιαστουχάου λησμονώ, ξεχνάω.
ξιβγαίνου εξέρχομαι.
ξιβγάνου 1. ξεπροβοδίζω. 2. ξεπλένω τα ρούχα.
ξιβράκουτις, ου (μτφ.) ανήθικες γυναίκες, παρδαλές: τήρα, πιδάκι μ’, ικεί σ’ν πόλη μι σι γιλάσουν ικείνις οι ξιβράκουτις [20, 286].
ξιγάλ’σμα, του η ενέργεια του ξιγαλίζου, (βλ. λ.).
ξιγαλίζου 1. ξεφλουδίζω μάλλον ελαφρά το δέρμα μου ή κάποιο αντικείμενο. 2. τραυματίζω, γρατσουνάω την πληγή [ 24β, 157]. 3 -ουμι γδέρνομαι ελαφρά, χωρίς να χυθεί αίμα [12β, 154].
ξιγιννάου βοηθάω το ζώο να γεννήσει.
ξίγκι, του λίπος.
ξίγκλα, η σιδερένια βέργα που αποτελείται από δυο κομμάτια και τη χρησιμοποιούμε στον αργαλειό για να κρατάει το ύφασμα τεντωμένο [22, 112]
ξιγκουκιέρι, του τεχνητό μέσο με το οποίο ανάβουμε φωτιά (ύφασμα εμποτισμένο σε λιωμένο ξίγκι και στη συνέχεια τυλιγμένο σε σχήμα κεριού) [26, 288].
ξιγκουμένους, -η, -ουπαχύς.
ξιγλουσσιάσ’κι του γκδούνι έπεσε το γλωσσίδι από το κουδούνι.
ξιγραδώνου ελευθερώνω τα ζώα από το γκρεμό και τα φέρνω στο κοπάδι, τα απεγκλωβίζω.
ξιγυρνάου θεραπεύομαι σιγά σιγά: ήταν μέρις στου κριβάτι, αλλά τώρα ξιγύρ’σι.
ξιδότριψα, η δροσιστικό καλοκαιριάτικο πρόχειρο φαγητό που γίνεται με νερό, ξίδι, ζάχαρη και μπουκιές από ψωμί.
ξιδουκ’μάζει ου Θιός τιμωρεί.
ξιένους, -η, -ου 1. ξένος. 2. μουσα­φί­ρης, φιλοξενούμενος.
ξιζάρκουτους, -η, -ου (μτφ.) γυμνός ή ντυμένος με τα καθημερινά [27, 416]: δεν πααίνου ιγώ ξιζάρκουτους σ΄ν ικκλησιά.
ξιζαρκώνου  ξεγυμνώνω.
ξιθ’λυκώνου βγάνω το στεφάνι από το κουδούνι [26, 138].
ξιθάλι, του ειδικό ξύλο με το οποίο σηκώνω τη γάστρα ή ανακατώνω τα κάρβουνα [26, 283].
ξιθέλνου ξεθρακώνω τη φωτιά ή τη συγυρίζω για να μην καπνίζει.
ξιθλήκουτους, -η, -ουξεκούμπωτος, χωρίς ζώνη ή με ανοιχτή τη ζώνη, αυτός που δεν έχει κουμπωμένη τη ζώνη [12α, 119].
ξικ’λιάζου ξεκοιλιάζω.
ξικαλουκιριάζου περνάω το καλοκαίρι μου.
ξικαλουκιριό, του τόπος που περνάω το καλοκαίρι με την οικογένειά μου και τα κοπάδια μου: του ξικαλουκιριό μας κάθι χρόνου ήταν στου Βέρμιου.
ξικαμπάου ξεμυτίζω, εμφανίζομαι ξαφνικά.
ξικαμώνουμι 1. εξολοθρεύομαι, εξαφανίζομαι, καταστρέφομαι 2. ξεθεώνομαι στη δουλειά [25β, 158].
ξικάνου 1. εξαφανίζω, διαλύω, καταστρέφω, αχρηστεύω: άμα τουν έπιανα, θα τουν ξέκανα. 2. πουλάω: τα ξέκανι τα πρότα ου Γιαννακούλας.
ξίκι απού δω χάσου από τα μάτια μου.
ξίκι να γένει συγχωρώ κάποιον για κάτι που μου έκανε.
ξικλάου ξεσχίζω: θα τουν ξικλίσουν τα κλαριά, θα τουν γιλάσουν τα πουλιά [3α, 136].
ξικλέντσουτους, -η, -ου αυτός που δεν έχει σωστές αναλογίες στο σώμα του και είναι κυρίως πολύ ψηλός ή μακρυπόδαρος. Πολύ άσχημος μακρυπόδης [25β, 159].
ξικλουνίζου με βίαιο τρόπο αποσπώ το κλωνάρι από τον κορμό του δέντρου.
ξικόβου αποχωρίζομαι, απομακρύνομια: ν-ούηδι βουνά ξικόβουνι ν-ούηδι θιριά παλεύουν, χουρίζουν τα κλιφτόιπουλα ν-απού τουν καπιτάνιου.
ξικούκλουμα, του η ενέργεια του ξικουκλώνου.
ξικουκλώνου βγάζω τον κούκλο από τη νύφη.
ξικουλλ’τσιδιάζου βγάζω τις κολλητσίδες από κάτι, π.χ. από τα μαλλιά των προβάτων.
ξικουπή, η αποκοπή, ορισμός σταθερής τιμής [26, 19].
ξικουτιάρ’ς, ου ξεκούτης.
ξικουτιασμένους, η, ου  βλ. ξικουτιάρ’ς.
ξιλαβαίνου 1. υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεών μου, «πληρώνω» για αυτά που κάνω: τα ξέλαβι ούλα όσα έκαμι. 2. βρίσκω άδικα το μπελά μου [25β, 159], την «πληρώνω» εγώ για κάποιον άλλον: φεύγα αλάργα, γιατί θα τα ξιλάβ’ς ισύ.
ξιλακίζου απομακρύνω με βίαιο τρόπο το πρόβατο από το κοπάδι, το ξετοπίζω: του ζ’λάπι ξιλάκ΄σι ’ν πρατίνα κι πάει κι ακόμα πααίνει.
ξιλαμπίζου γίνομαι διαυγής: βρέχουν, χιουνίζουν ταϊ βουνά κι οι κάμποι ξιλαμπίζουν κι ου Κουσταντής δε φάνηκι, δε φάνηκι να έρθει [15α, 95].
ξιλέου αναιρώ τα λόγια μου: ν-ούλοι έλιγαν κι ξέλιγαν κι ου Κουσταντίνους λέει.
ξιλιθρουμός, ου εξολοθρεμός, εξολόθρευση, καταστροφή: ουρέ, ξιλιθρουμός! Απ’ τα τρακόσια τα μ’σά το ’μ’ναν.
ξιλουγαριάζουμι κάνω τους λογαριασμούς μου (χρωστάω - δικαιούμαι) με τον τσέλιγκα και με τους άλλους συνεταίρους στο τσελιγκάτο, ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου.
ξιλουγάριασμα, του η ενέργεια του ξιλουγαριάζουμι.
ξιμισ’μιριάζου κάθομαι σε ένα μέρος για να περάσω το μεσημέρι μου.
ξιμπλιτσώνουμι ξεγυμνώνομαι: ντύσου ουρέ, τι ξιμπλιτσώθ’κις.
ξιναδιρφούλ’ς, ου ξενιτεμένος αδερφός [7α, 21].
ξινάκι, του ξενιτεμένος: ν-ισείς, πιδιά μου, φεύγιτι στουν τόπου σας να πάτι κι ιμένα που μ’ αφήνιτι-ξινάκι μου-ν-ιδώ στα μαύρα ξιένα [21β, 333].
ξινιτάρου αποξενώνομαι από κάτι, διακόπτω την επαφή, τη συνεργασία μου με κάποιον [12β, 155].
ξινιτεύου στέλνω στην ξενιτιιά: να του’ χα δώκει του φιλί, τα δυο μου μαύρα μάτια, παρά που τουν ξινίτιψα κι πάει μι τα καράβια [3α, 165].
ξινίτιμα, του αποχαιρετισμός του συγγενούς επισκέπτη, όταν απομακρύνεται από τη στάνη, με ένα ιδιόμορφο μέλος που είναι και τραγούδι και κλάμα και μοιρολόι, όλα μαζί [12α, 120].
ξινόμιρους, -η, -ου ξενομερίτης: νια πέρ­δικα ξινόμιρη κι απ’ άλλου βιλαέτι, χρυσός αϊτός την κυνηγά κι τρέχει να την πιάσει [24, 67].
ξινότιρους, -η, -ου πολύ ξένος: α­να­μι­ρά­τι ξένοι κι ξινότιροι να χιριτήσει η νύφη τουν πατέρα της [18, 148].
ξινουγιννάου γεννάω μακριά απ’ τον τόπο μου, σε άλλο μέρος.
ξινουγνέθου γνέθω για λογαριασμό άλλων με αμοιβή: κι η πιθιρά μ’ ξινόγνιθι κι ιγώ ξινουκιντούσα [3α, 147].
ξινουκρένου παραμιλώ, παραληρώ: αγγιλουκρούιτι η βάβου κι ξινουκρένει.
ξινουμάλλια, τα πρόσθετα μαλλιά πάνω στα φυσικά.
ξινσάφουτους, -η, -ουαπεριόριστος.
ξινταργάνου, βλ. ξιντιργάνου.
ξιντιργάνου τελειώνω μια δουλειά, ξεμπλέκω από μια δουλειά, απελευθερώνομαι: να ξιντιργάνου απ’ του ξάσ’μου κι έρχουμι.
ξινύστια, τα άνθρωποι που με τη συμπεριφορά τους προκαλούν για τους εαυτούς τους φαιδρές συζητήσεις [12β, 155].
ξιουράφι, του ξυράφι: ξιουράφι ν-απού την Πρέβιζα κι ακόνι ν-απού την Άρτα για να ξιουρίσουν του γαμπρό [3α, 142].
ξιουραφίζουμι ξυρίζομαι.
ξιουράφτ’κου, του σημάδι στα πρόβατα (κόβουμε την άκρη του αφτιού πλαγιαστά).
ξιπαθιάζου  διώχνω τις άσχημες στιγμές της ζωής ή τις δυσκολίες της με το γλέντι και την ψυχαγωγία: ικεί στου  β’νί, στα κρύα τα νηρά κι στα έλατα ξιπάθιαζαμαν.
ξιπαπαδεύου με τις ενέργειές μου κάνω, προκαλώ τον παπά να παραιτηθεί από το αξίωμά του: Σαββάτου μη στουλίζισι, τουν ήλιου βασιλεύεις κι Κυριακή μην προυσκυνάς, παπά ξιπαπαδεύεις.
ξιπατουμένη, η γύρισμα σε τραγούδια: δεν είνι χιόνια σταϊ βουνά, μουρή ξιπατουμένη, δεν είν’ πανιά ’πλουμένα.
ξιπατουνιάζου επιδιορθώνω τις πατούνες, (βλ. λ.) [22, 120].
ξιπατώνουμι 1. κουράζομαι υπερβολικά,«σκοτώνομαι» στη δουλειά. 2. εξολοθρεύομαι.
ξιπιζεύου κατεβαίνω από το άλογο: ξιπέζιψι, νυφούλα μου, κι κάμι του σταυρό σου [21β, 313].
ξιπιζιτίκι, του τάξιμο που κάνει ο πεθερός στη νύφη για να κατεβεί από το άλογο.
ξιπισιάρ’κους, -η, -ου ο ξεπεσμένος.
ξιπίτηδις (επίρρ.) επίτηδες.
ξιπλαϊάζου ξυπνώ.
ξιπλαϊασμένους, -η, ου ο χαζός.
ξιπουνάου  1. δε νιώθω «πόνο», αγάπη για ένα πρόσωπο: αυτοίν δεν είνι συγγινήδις, ξιπόνισαν. 2. μου  φεύγει ο «πόνος», η λαχτάρα που είχα για κάποιον ή για κάποιο πράγμα, εκπληρώνω μια επιθυμία μου: είδα τ’ μάνα μ’ κι ξιπόνισα.
ξιπρατιάζου τελειώνω με τα πρόβατα, αλλάζω επάγγελμα.
ξιπρουβατιάζου δεν ασχολούμαι άλλο με την κτηνοτροφία, αλλάζω επάγγελμα.
ξιπρουβουδάου ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω: όντα ’ρχιτι να σ’κώνιτι, κι όντα κινάει να φεύγει να του σιλλώνει τ’ άλουγου, να τουν ξιπρουβουδάει [15α, 58].
ξιρ’φός, -ή, -ό (πιθ.) αδύνατος [26, 73].
ξιραγκιανός, -ή, ό ξερακιανός, ισχνός, αδύνατος.
ξιράδια, τα ξερά ξύλα, παλιά καυσόξυλα.
ξιραμένου, του (μτφ.) ζουλάπι και κυρίως λύκος.
ξιράτια, τα δυσάρεστα, λυπητερά, συμφορές: πού ν’ ακούσεις κι τα θ’κα μ’ τα ξιράτια!
ξιριάς, ου ρέμα χωρίς νερό.
ξιρουιάζουμι τελειώνω τη θητεία μου ως μισθωτός τσομπάνος.
ξιρουφαϊά, η φτωχό γεύμα χωρίς προσφάι.
ξισ’λόιστους, -η, -ου αυτός που δε σκέφτεται τα προβλήματά του ή δεν έχει προβλήματα.
ξισ’νιρίζουμι 1. παρακινούμαι 2. παρακινούμαι εύκολα και καβγαδίζω.
ξισακιάζου βγάζω από το σακί τα ρού­χα: τ’ Διφτέρα ξισακιάζουμι τα προικιά τ’ς νύφ’ς.
ξισαμαρώνου βγάνω το σαμάρι από το ζώο.
ξισάρ’σι ου νόχτους υποχώρησε.
ξισέρνου 1. μετακινούμαι βαθμιαία, γλιστράω. 2. τραβάω γρήγορα: στα γόνατα γουνάτισι κι του σπαθί ξισέρνει [3α, 44].
ξισιάζου κάνω ακαταστασία.
ξισιδιρώνου, βλ. ξιαρματώνου.
ξισιλλώνου βγάνω από το άλογο τη σέλα.
ξισκαλώνου (μτφ.) βγαίνω ή βγάζω από τις δυσκολίες κάποιον: το ’ δουκα κάτι παράδις κι τουν ξισκάλουσα.
ξισκιλισμένους, -η, -ου αυτός που του έχει φύγει το σκιέλ’σμα, (βλ. λ.) [16, 55].
ξίσκιουτους, -η, -ου αυτός που δεν έχει ίσκιο (βλ. λ.), άχαρος [17, 334].
ξίσκιπους, -η, -ου ξεσκέπαστος.
ξισκιώνου ασχημίζω, απαξιώνω: ξισκιώσαν τα λημέρια μας, μας άδειασαν τουν τόπου [21β, 169].
ξισμιτίζου ξεδιαλέγω το κοπάδι από τα σκάρτα σφαχτά.
ξισπραδιάζου 1. ξασπρίζω, λευκαίνω. 2. ξεθωριάζω [26, 106].
ξισταλίζου βγάνω τα πρόβατα από το στάλο [26, 55].
ξιστανίζου, βλ. ξιπρουβατιάζου.
ξισταυρώνου 1. ξεθάβω μετά από χρόνια το νεκρό και συλλέγω τα οστά του. 2. -ουμι (μτφ.) ξεθεώνομαι στη δουλειά [20, 38].
ξιστιριά, η ξαστεριά.
ξιστιρώνει γίνεται αίθριος ο ουρανός.
ξιστουρνίζου  κόβω τον κατήφορο τρεχάλα: ο Γκαβογιάννης κρατούσε τα γκέμια. « Σκιάζουμι, πιδί μ’, μην ξιστουρνίσ’ τουν κατήφουρου κι σι τσακίσ’» [22, 65].
ξιστρίβου 1. σκαρίζω τα πρόβατα, διαλύω το στάλο, (βλ. λ.). 2. –ουμι βγαίνει ο οφαλός μου [24β, 161].
ξιστρουΐσμένου, του μαλλί διπλολαναρισμένο με μήκος 20-30 εκ. με το οποίο φτιάχνουμε γιορτινές φορεσιές [4, τ. 4ο, 16].
ξισυρτά, τα πρόβατα που μαρκαλιώνται (ζευγαρώνουν) ένα-ένα κι όχι πολλά την ίδια μέρα.
ξισυρτός, -ή, -ό  σέρνεται εύκολα.
ξιτάζου 1. ερευνώ, θέλω να μάθω, παρατηρώ: κι τη Στρουμπούλου ξέταζι, χίλια φλουριά της έταζι. 2. πιστεύω σε κάτι και είναι κακό να το παραβιάσω: η νύφη κρέας απ’ τα σφαχτά δεν επετρέπετο να φάει, γιατί το ξέταζαν οι Σαρακατσιαναίοι. «Τρώει απ’ του σόι τ’ γαμπρού»[4, έτος 7ο, 41]. Οι Σαρακατσιαναίοι ΄ν Τρίτη δεν κίναγαν για τα β’νά, του ξέταζαν. 3. θέλω να μάθω τα μελλούμενα: οι Σαρακατσιαναίοι, όταν σφάζουν το αρνί, ξιτάζουν ’ν πλάτη.
ξιτλάου ξετυλίγω.
ξιτμάου  εκτιμώ, μετράω, υπολογίζω την αξία κάποιου: τ’ς ξιτίμ’σαν σαν  σόι κι συμπιθέριψαν.
ξιτουπίζου απομακρύνω, διώχνω από τον τόπο του κάποιον ή κάτι.
ξιτρυπώνου φανερώνομαι.
ξιτσαν’σμένους, -η, -ου, βλ. ξιτσανίζου.
ξιτσανίζου ξεπερνάω με τη συμπεριφορά μου τα επιτρεπόμενα όρια, φέρομαι απείθαρχα [12α, 121]: η κουπέλα τ’ Γκόγκου ξιτσάν’σι.
ξιτσουλιάζου βγάνω το τσιόλι (σκέπασμα) από το σαμάρι του ζώου.
ξιφανιρώνου 1. αποκαλύπτω. 2. –ουμι εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι και μάλλον απροσδόκητα: κι στου καλό του γύρισμα στου τρίχινου γιουφύρι, στοιχειό ξιφανιρώθηκι διξιά μιριά απ’ τη στράτα [15α, 272].
ξιφαρμακώνουμι (μτφ.) ικανοποιώ μια βιολογική ή ψυχική μου ανάγκη, έστω και με τον ελάχιστο τρόπο. π.χ. έχω έντονη επιθυμία για γλυκό και τρώω μια καραμέλα ή λίγες σταφίδες: από χαρτιά, μαντίλια, ακόμα και καραμέλες κράταγε πάντα εκεί μέσα για να «ξεφαρμακώνεται» και να φιλεύει και τα μικρά παιδιά [22, 79].
ξιφασκιώνου λύνω τις φασκιές (βλ. λ). του μωρού.
ξιφόριμα, του βγάλσιμο των ρούχων, γδύσιμο.
ξιφουβίζου δε φοβάμαι πλέον, έχω διώξει το φόβο μου, έχω ξεπεράσει τον κίνδυνο: όντα κόντιψα στ’ στάνη,  ξιφόβ’σα.
ξιφουρτώνει η κότα η κότα ανοίγει τα   φτερά της προς τα πλάγια (πρόληψη που φανερώνει επίσκεψη στο κονάκι).
ξιφουρτώνου κατεβάζω το φόρτωμα από το ζώο.
ξιφτέρα, η έξυπνη.
ξιφτέρι, του 1. είδος από γεράκι, κιρκινέζι: χρυσός πιτρίτης θα γινού κι ιένα καλό ξιφτέρι, να πάρου την Παρασκευή, την αρριβουνιασμένη [21β, 261]. 2. (μτφ.) έξυπνος, ευφυής.
ξιφύλλι, του, βλ. ρουϊδάμι.
ξιχ’μαδιό, του τόπος που ξεχειμάζω, περνάω το χειμώνα με την οικογένειά μου και τα κοπάδια μου [26, 41].
ξιχ’μάζου πηγαίνω στα χειμαδιά μαζί με τα κοπάδια μου και περνάω το χειμώνα, ξεχειμωνιάζω.
ξιχ’νουπουριάζου περνάω το φθινόπωρο.
ξιχ’νουπουριό, του αντίθετο από τη λέξη ξιαν’ξιό [26, 141].
ξιχάνου  ξεχνώ.
ξιχαράζει χαράζει για τα καλά: ξιχάραξι η ανατουλή κι ιξέφιξι κι η δύση.
ξιχάσουν, να ξιχάσουν τα πιδιά να παίξουν.
ξίχιουνου, του σε χιονισμένο τοπίο μέρος που δεν έχει χιόνι.
ξιχουρισμός, ου χωρισμός: δεν κλαίν’ τα δόλια για σκλαβιά που είνι σκλαβουμένα, μόν’ κλαίν’ για τουν ξιχουρισμό, που θα τα ξιχουρίσουν.
ξιχρέουτους, -η, -ου αυτός που δε χρωστάει χρήματα σε κανέναν, αυτός που δεν έχει χρέη.
ξίψουμα (επίρρ.) χωρίς ψωμί. Ο τσομπάνος ρογιάζεται με ψωμί αλλά και ξίψουμα [12α, 121].
ξ’λένιους, -α, -ου  ξύλινος.
ξιχ’μουνιάζου περνάω το χειμώνα.
ξόανου, του τιποτένιος, «κούτσουρο».
ξόβιργα, τα παγίδα για πουλιά που τη φτάχνουμε από το παρασιτικο φυτό ιξός [12α, 121].
ξόλτους, ου απόβλητος, εξόριστος, έρημος, μοναχός: ουρέ είνι ξόλτους κι πήρι τα β’να κι τα ρμάνια [25β, 163].
ξόμπλια, τα σχέδια, κεντίδια.
ξόρκια, τα εξορκισμοί.
ξουδιάζου ξοδεύω: θέλ’ να ξουδιάσου χρήματα, θέλ’ να ξουδιάσου γρόσια [3α, 105].
ξουδιάρ’ς, ου σπάταλος.
ξουθιές, οι καλά εξωτικά, νεράιδες [26, 162].
ξουμάν’κα, τα ένα είδος από επένδυση στα μανίκια της αντρικής φορεσιάς.
ξουμάντρι, του περιφραγμένος χώρος σε συνέχεια του μαντριού χωρίς σκεπή.
ξουμουλουητήρα, η μέσο που χρησιμοποιεί ο ιερέας για να εξομολογεί.
ξουμπλιάζου 1. διακοσμώ με σχέδια ένα κέντημα: ν-η μια ξουμπλιάζει τουν αϊτό κι η άλλη τουν πιτρίτη [24, 47] . 2. (μτφ.) κουτσομπολεύω.
ξουμπλιαστό, του είδος κεντήματος.
ξουπίσου (επίρρ.) από πίσω, πιο πίσω.
ξούρας, ου ξεκούτης γέροντας [12α, 74].
ξουρέξια, τα ανόρεχτες πράξεις, πράξεις που γίνονται με το στανιό.
ξουτ’κά, τα εξωτικά, φαντάσματα.
ξτούρι, του τμήμα από το κοπάδι, φτερό.
ξυθάλλι, του [25α, 66], βλ. ξιθάλι.
ξυθέλνου συγυρίζω τη φωτιά να μην καπνίζει, ανακατώνω τα κάρβουνα [25β, 164].
ξυλ’κά, τα ξύλα, κλαδιά.
ξυλουκιέρατα, τα χαρούπια.
ξυλουπίνακου, του, βλ. κλειδουπίνακου.
ξυλουσουιά, η είδος μικρού μαχαιριού της τσέπης που έχει ξύλινη χερολαβή [26, 148].
ξυλουχούλιαρα, τα ξύλινα κουτάλια (από πυξάρι ή από άλλο είδος ξύλου) [26, 449].
ξυμμουτόχ (επίρρ.) επί τούτο, επίτηδες: ταχιά, θα πάου ξυμμουτόχ στου παζάρι, για ν’ αγουράσου γκδούνια για τα πρότα.
ξυμμουτόχι 1. η συμμετοχή επί σκοπώ, επί τούτο, επίτηδες 2. η συνευθύνη σε επίθεση: το ’χι ξυμμουτόχι ου Γιάννους κι δι μου ’πι, πως ήρθαν οι αρπαγάδις [25β, 164].
ξυμπουκιέρι, του [1,115], βλ. ξιγκουκιέρι
ξυστάου κοσκινίζω το αλεύρι [25α, 155].
ξύστρα, η σύνεργο για να αναποδογυρίζουμε την κουλούρα ή τα κομμάτια από την πίτα (μονοκόμματο σίδερο που καταλήγει σε ορθογώνιο σχήμα) [26, 287].
ξυστρούλας, ου αυτός που μαζεύει ό,τι βρει [25β, 165].
ξώγραμμα, του (πιθ.) σύσταση από το γράμμα: ν-απόξου λέει του ξώγραμμα κι μέσα λέει του γράμμα.
ξώδιρμα (επίρρ.) επιδερμικά: το ’να τουν πήρι ξώδιρμα, του δεύτιρου στου χέρι [3α, 61].
ξώπιτσα (επίρρ.) επιδερμικά [17, 335].






ό,τι (επίρρ. ή χρονικός σύνδ.) μόλις: ό,τι έκατσα να φάου, μ’ έπιασι η βρουχή.
όβουλα, τα χρήματα.
όθι (επίρρ.) όπου: ξιένους ιδώ, ξιένους ικεί κι όθι να πάου ξιένους.
ομουρφουκαλλιαστά, ταομορφοταιριασμένα.
ομουρφουφριντζουμένα ρούχα που είναι διακοσμημένα όμορφα με φρέντζες.
όμπυουτου, του πύον [22, 76].
όμπυου, του πύον.
όντα (σύνδ.) όταν: σαν τη γυναίκα την καλή όπου τιμάει τουν άντρα, οντά ’ρχιτι να σ’κώνιτι κι όντας κινάει να κλαίει [21β, 277].
όντας, βλ. όντα.
οξαπουδώ, ου (μτφ.) σατανάς, διάβολος.
οξιουτόπι, του μέρος γεμάτο με οξιές.
όρατου, του γυμνό βουνό [27, 417].
όρνια, τα αρπαχτικά πουλιά.
Όρσι, χαιρ.40
όστρια, η συννεφιασμένη ζεστή ατμόσφαιρα.
ότ’νους (αντ.) όποιου.
ότουπου  λέξη συνθηματική· λέγεται μεταξύ δυο ατόμων
ουβίρα, η τρύπα (γούρνα) που έχει σκαφτεί από τα νερά ενός χειμάρρου ή ενός ποταμού, είναι γεμάτη νερό και βρίσκεται μέσα στην κοίτη του [27, 418].
ουβουρός, ου 1. ακάλυπτος περίβολος που κοιμούνται τα άλογα τη νύχτα [27, 364]. 2. (μτφ.) πολύ λασπωμένο μαντρί [20, 37]: βρέχει, βρέχει κι γίν’κι ουβουρός του ρ’μάδι.
Ουβραίοι, οι Εβραίοι.
ουγδουήντα ογδόντα.
ούδι δώ σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που είμαστε αυτή τη στιγμή [12β, 156].
ούδι κεί σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο [12β, 156].
ούηδι (σύνδ.) ούτε: ν-ούηδι η μισούλα μι πουνεί ν-ούηδι καμάρι το ’χου, μόν’ το ’χει του λιγνό μ’ κουρμί βέργα καμαρουμένου.
ούι επιφώνημα απορίας, έκπληξης, προσφώνησης, επίκλησης.
ουιδέ μήτε, ούτε.
ουϊδίζου είμαι ίδιον με κάποιον άλλον, μοιάζω πολύ με κάποιον:ουϊδίζεις τουν παππούλ’ σ’.
ουκά, η οκά, μονάδα μέτρησης βάρους (1280 γραμμ.).
ουκνός, -ή, -ό 1. βραδυκίνητος. 2. (μτφ.) βραδύνους.
-ουλ’ς παραγωγικό επίθημα που το χρησιμοποιούν τα αρσενικά ουσιαστικά για να σχηματίζουν υποκοριστικά: αδιρφούλ’ς, καμπούλ’ς, καφούλ’ς, γαμούλ’ς, τρουβούλ’ς, κ.ά.
-ούλα παραγωγικό επίθημα που το χρησιμοποιούν τα θηλυκά ουσιαστικά για να σχηματίζουν υποκοριστικά: αδιρφούλα, κουπιλούλα, πρατ’­νούλα, γ’δούλα, καλ’βούλα, κ. ά.
ουλνούς όλους
ουλόβουλους, -η, -ου ολόκληρος, από την κορφή μέχρι τον πάτο.
ουλόγυρου ολόγυρα [27, 417].
ουλόριμα (επίρρ.) όλο ρέμα-ρέμα.
ουλότιλα (επίρρ.) εντελώς, καθ’ ολοκληρίαν.
ουλουγυρίζου τριγυρίζου, γυρίζω γύρω από το ίδιο μέρος.
ουλουένα (επίρρ.) συνέχεια, διαρκώς.
ουλούθι (επίρρ.) παντού, από όλα τα μέρη, ολόγυρα: χίλιοι καλοί ουλούθι στρέουντι [4, έτος 24ο, 56].
ούλους, -η, -ου όλος: τουν χαίριτι η μανούλα του, μι γεια του μι γεια του, μι γεια του μι χαρά του, χαίριτι ου κόσμους ούλους [3α, 140].
ουλουτρόυρα (επίρρ.) ολοτρόγυρα.
ουμουλουιά, η ομολογία: στην άκρη στου μαντίλι, γράφει ν-ουμουλουιά: θέλεις, κόρη μ’, παντρέψου, θέλεις καλουγριά [21β, 331].
ουμπλές, οι ίχνη από τις οπλές των ζώων.
ουμπυάζου μαζεύω πύον.
ουμώνου ορκίζομαι: ν-ιγώ στουν ήλιου ν-όμουσα κι στου φιγγάρι ουρκίσκα.
ουντζιάκι, του φάρα, σόι, ομάδα από καλύβια.
ουντζιακλής, -τ’σσα αυτός ή αυτή που ανήκει στο ουντζιάκι, (βλ. λ.) [27, 417].
-ούρα παραγωγικό επίθημα που το χρησιμοποιούμε στα ουσιαστικά για να δημιουργήσουμε μεγεθυντικά: λιβιντούρα, κιχαϊούρα, κουπαδούρα, γ’δούρα, ξινούρα.
ουργανώνουμι  οργανώνομαι, ανασυγκροτούμαι, ετοιμάζομαι: οι κλέφτις ουργανώ­νουνταν.
ουργή, η καταστροφή που στέλνει ο Θεός, κατάρα [25β, 166]: ουργή φέτου, δε θα μείνει ούηδι πουδάρι!
ουργισμένου, του καταραμένο από το Θεό. 2. (μτφ.) ζουλάπι.
ούρδα, η γαλακτοκομικό προϊόν (είδος από τυρί) που παράγεται πό το τυρόγαλο, αφού πρώτα του αφαιρέσουμε το βούτυρο [27, 377].
ουρή τη λέξη αυτή, αντί για το όνομά της, χρησιμοποιεί ο άντρας για να καλέσει τη γυναίκα του ή να την προσφωνήσει: τι λες ουρή, θα πάμι ταχιά για λούρια;
ουρθός, -ή, -ό (μτφ.) χαζός: αφήτι τουν αυτόν, είνι ουρθός.
ουρθουκιέρ’κου, του ζώο που έχει ορθά τα κέρατα.
ουρθουκιέρα, η γίδα με ορθά κέρατα, με τα κέρατα προς τα πάνω.
ουρθώνουμι  (μτφ.) ευτυχώ, ακμάζω.

ουριά, η οργιά, μονάδα μέτρησης μήκους (το μήκος που έχουν οι δυο βραχίονες, όταν απλώνονται οριζόντια) και κυρίως μέτρησης του βάθους του νερού που ισοδυναμεί με 1,83 μ.
ουρίζου ορίζω, εξουσιάζω.
ουριό, του ρίγος, σύγκρυο: ρίξι μ’ νια βιλέντζα, γιατί μ’ έπιασι ουριό.
ουρισμός, ου εντολή ή διαταγή [4, έτος 7ο, 42].
ουρκιόμι ορκίζομαι.
ουρλιόμι ουρλιάζω.
ουρλό, του μελάτο αβγό [12β, 157].
ουρμήνεια, η συμβουλή, νουθεσία.
ουρμηνειά, η συμβουλή, νουθεσία: σαράντα παλληκάρια πάν’ για την κλιψιά, κάναν γιέρου δεν έχουν για την ουρμηνειά [15α, 197].
ουρμηνεύου συμβουλεύω, νουθετώ.
ουρμώνου κατευθύνω, οδηγώ: όρμουσι τ’ άλουγα τουν ανήφουρου.
ουρσούζης, -α γρουσούζης, γρουσού­ζα
ουρσουζλαμάς, ου γρουσούζης.
ουρφανουκόριτσου, του το ορφανό κορίτσι.
ούσια, τα μάτια [20, 340].
ουτλάκι, του, βλ. τλάκι [20, 163].
ουχτιάζου προκαλώ χτικιό. ουχτιάζου τα πρότα τα βόσκω στις όχθες από το λιβάδι για καλύτερη βοσκή.
ουχτρεύουμι φέρομαι εχθρικά.
ουχτρός, ου εχθρός [3α, 191].
ουχτρουπάθεια, η εχθροπάθεια.
ουψιάζει παίρνει χρώμα, παίρνει πέτσα.
όφιους, ου φίδι: βάνουν τουν όφιου άλουγου κι τουν αστρίτη σέλα κι αυτήν την παρδαλή ουχιά τη βάνουνι καπίστρι [24, 26].
όφκιρους, -η, -ου ο εύκαιρος [17, 335].
όχληση, η ενόχληση.
όχτικας, ου 1. χτικιό, φθίση. 2. (μτφ.) βάσανο: του αυζουνικό είνι όχτικας κι ουχτιάζει τα παλληκάρια κι χτίκιασι ιένας λουχαγός κι ιένας πιριλουχίας [15α, 184].
οψ’μάδι, του όψιμο [17, 335].
οψιουχαλασμένους, -η, -ου έχει την όψη του χαλασμένη, έχασε το χρώμα στο πρόσωπό του από αρρώστια ή από φόβο, κιτρίνισε το πρόσωπό του: γυρίζει πίσου αδειανός κι ό­ψιου­χαλασμένους [18, 201].
όψιτι, να όψιτι κατάρα που σημαίνει να καταδικαστεί, να δει ο Θεός το κακό που έκανε και να το βρει από αυτόν [12α, 124].