portraita

kentriki mpara

.





δαδί, του μικρό κομμάτι από πεύκο που έχει ρητίνη.
δαίμουνας, ου 1. πονηρό, ισχυρό και αόρατο ον. 2. (μτφ.) πονηρός, έξυπνος.
δασιά (επίρρ.) πυκνά: για ράψτι τουν δασιά-δασιά, θα γείρει ράχις κι βουνά [3α, 136].
δασκαλούδια, τα δασκαλοπαίδια [1, 99].
δασκαλουκάλ’βου, του σχολείο της στάνης(καλύβι).
δασουπιρπατού περπατάω πυκνά, γρήγορα: δασουπιρπάτα, Νόβινα, κι μη κοντανεμένεις, μη σι βαραίνουν τα φλουριά, μη σι βαραίνουν τ’ άσπρα;
δασουφυτρώνου φυτρώνω πυκνά: στουν άμμου ρύζι ν-έσπειρνα, του ’πα να μη φυτρώσει, κι αυτό πώς δασουφύτρουσι κι γίνηκι σαν τουδάσους [24, 58].
δαυλί, του μακρύ κομμάτι ξύλου που καίγεται από το ένα άκρο.
δαυλιάζου κατακαίω κάτι: του δαύλιασις του ψουμί.
δαχ’λίδι, του δαχτυλίδι.
δαχλίθρα, η δαχτυλίθρα [27, 391].
δάχλου, του δάχτυλο: η γνώση δε μπαίνει ούδι μι του δάχ’λου ούδι μι του χουνί [19, τόμος 1ος, 337].
δάχ’λους, ου δάχτυλο.
δειλ’νό, του δειλινό, απόγευμα.
δειλιάζου 1. φοβάμαι, διστάζω. 2. αποκάμνω, μου ’ρχεται να κοιμηθώ: έκατσα κουντά στ’ φουτούλα να πυρουθού λίγου κι μι δείλιασι.
δείλνισι έγινε δειλινό.
δειματάρα, η προβατίνα που βυζαίνει ορφανό αρνί, που τη δένουμε για να πάρει το αρνί [25β, 91].
δείξη, η 1. διάκριση, ένδειξη. 2. εμφάνιση.
δειουποίηση, η ειδοποίηση.
δειουποιού ειδοπιοιώ.
δείχνουμι  προβάλλω τον εαυτό μου, τον επιδεικνύω.
δέμα, του μικρός φράχτης έξω από το μαντρί ή μέσα στο τσομπανοκάλυβο. Εκεί βάζουν οι τσομπαναραίοι τις προβατίνες κυρίως, για να «πάρουν» τα αρνιά [20, 30].
δέντρινα ξύλα ξύλα από βελανιδιά: τριανταφυλλιένια κίνησι να πάει να κόψει ξύλα, τα ξύλα ν-ήταν δέντρινα κι η κόρη ν-ήταν μικρούλα[3α, 136]
δεντρουμουλόχα, ηφυτό [27, 391].
δέντρους, ου βελανιδιά [26, 108].
δέξ’μου, του υποδοχή που κάνουμε σε κάποιον.
δέξια (επίρρ.) αίσια, επιτυχώς.
δέξιους, -α, -ου 1. δεξιός. 2. επιδέξιος, καταφερτζής [25β, 92].
δέουντα, τα 1. χαιρετίσματα: δώσι τα δέουντα. 2. συνηθισμένα, επιβεβλημένα [12α, 78], έθιμα
δερνουρούγου, η (μτφ.) γυναίκα που γυρίζει στις ξένες πόρτες, αργόσχολη, κουτσομπόλα.
δέρου 1. δέρνω. 2. (μτφ.) περιπλανιέμαι, βασανίζομαι [21β, 242].
δέση, η 1. βλ. σταυρός. 2. φράγμα σε ρέμα από το οποίο ξεκινάει αυλάκι με νερό για να ποτίζουμε τα χωράφια.
Δέσποινα, η Παναγιά.
δευτιρόιννη, η προβατίνα που γεννάει για δεύτερη φορά και είναι στον τρίτο χρόνο ζωής.
δημουσιά, η δημόσιος δρόμος.
διάβα κοπάδια σε πορεία που περνούν από τους ενδιάμεσους σταθμούς πηγαίνοντας στο ξεκαλοκαιριό ή στα χειμαδιά [12α, 78]
διαβαίνου διαβαίνω, περνώ.
διάβαση, η ανάγνωση ψαλμών, ύμνων και ευχών: ιένας παπάς λειτούργαϊ σ’ ιένα μαναστηράκι κι απ’ την πουλλή τη διάβαση κι απού την ψαλμουδία τριμούλιαξι του χιέρι του κι χύνει τα πουτήρια [3α, 190]..
διαβάτ’σσα, η διαβάτισσα, περαστική [27, 392].
διαγουμίζου λεηλατώ, αρπάζω, λαφυραγωγώ: κάτου στ’ Αρβανιτουχώρια κι στα βλάχικα κουνάκια κλέφτις βήκαν να πατήσουν κι ό,τι βρουν να διαγουμίσουν [3α, 71).
διακουνάρ’ς, ου ζητιάνος [17, 329].
διακουνιαρουσάκ’λου (μτφ.) ζήτουλας, αναξιοπρεπής.
διαλέου διαλέγω.
διαλιμένους, -η, -ου 1. διαλεχτός, αξιόλογος, παλληκάρι: ν-ήμαστι οι δόλιοι λιγουστοί, λίγοι κι διαλιμένοι. 2.καθαρός, απαλλαγμένος από κάθε ατόπημα ή κατηγορία: ήρθι καλός κι διαλιμένους.
διαλιχτός, -ή, -ό εκλεκτός.
διαλιώνα, η, βλ. διαλιώνας: τέτοιου λιβέντη πώς να μην τουν βάλ’ς στ’ διαλιώνα!
διαλιώνας, ου μέρος στο οποίο υπάρχουν πολλά πράγματα από τα οποία γίνεται διαλογή [12α, 78].
διάμι (πιθ.) διάβολε: φεύγα απού ’δω, ουρέ διάμι.
διαόλισσα, η θηλυκό του διάβολος: στουν Ιουρδάνη πουταμό τζαμάρα μη λαλήσεις, θ’ ακούσουν ν-οι διαόλισσες, θα πάρουν τη λαλιά σου [15α, 40].
διαουλιά, η 1. πονηριά, πανουργία. 2. πονηρή πράξη, συκοφαντία: αυτό είνι διαουλιά, αλλά δεν ξέρου ποιος ’ν έκανι. 3. αταξία: του παλιόπιδου ούλου διαουλιές κάνει.
διαουλίζου στέλνω στο διάβολο κάποιον βρίζοντάς τον: φεύγα απού ’δω, θα σι διαουλίσου.
διαουλουπαρμένους, -η, -ου (μτφ.) δαιμονισμένος, δημιουργεί άσχημες καταστά­σεις.
διαουλουσπαρμένους, -η, -ου (μτφ.) ανάποδος σαν παιδί διαβόλου, άτιμη ράτσα.
διάουλους, ου 1. διάβολος, σατανάς: μ’κρός διάουλους, τρανά τσαρούχια [19, τόμος 1ος, 337]. 2. (μτφ.) έξυπνος και πονηρός άνθρωπος. 3. πειραχτήρι: ξέρ’ς τι διάουλους είνι, δε σ’ αφήνει σι χλουρό κλαρί.
διαουρτάρι, του μικρή ποσότητα από γιαούρτι (μαγιά) που τη χρησιμοποιώ για να πήξω γιαούρτι.
διαούρτη, η γιαούρτι.
διαουρτουλόους, ου ένα μικρό ασκί στο οποίο βάζω το γιαούρτι [26, 111].
διάσ’μου,του διευθέτηση του νήματος για τοποθέτηση στον αργαλειό (από κουβάρια γίνεται διασίδι).
διασέλα, η, βλ.διάσιλου.
διασίδι, του νήματα (στημόνια) που υφαίνω στον αργαλειό, για να φτιάξω υφάσματα.
διάσιλου, του αυχένας, στενό πέρασμα ανάμεσα σε δυο ράχες: μες στης σμυρνιάς του διάσιλου κοιμάτι νια τριαντάφυλλου [3α, 180].
διάστρα, η 1. μέρος στο οποίο ιδιάζω (βλ. ιδιάζου) το στημόνι. 2. κομμάτι ξύλου εφοδιασμένο με μια κοντή λαβή και τρυπημένο με πολλές τρύπες αραδιασμένες σε δυο σειρές. Το μήκος του εργαλείου είναι περίπου 40 εκ. και το φάρδος του είναι περίπου 15 εκ. [27, 370].
διαστριμμένους, -η, -ου 1. διαστρεμμένος, κακός, μοχθηρός. 2. άτυχος: κι αυτήν η διαστριμμένη τι θα κάμει τώρα πο ’χασι τουν άντρα τ’ς;
διάτα, η διαταγή, εντολή: φώναξι τους συντρόφους του, διάτις να τους αφήσει [21β, 163].
διατάζου συμβουλεύω: ν-η μάνα της της έλιγι κι η θεια της τη διατάζει.
διαταμένα, τα καθιερωμένα, πατροπαράδοτα, έθιμα, αυτά που πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε σε μια τελετή ή σε μια εκδήλωση.
διάτανους, ου διάβολος: α! στου διάτανου, είπε ο γέροντας, κάπου χάνει, είνι τρύπιο από κόψιμο στο γδάρσιμο [4, έτος 13ο, 29].
διαφέρουμι ενδιαφέρομαι.
διαφιντεύου 1.προστατεύω, υπερασπίζομαι. 2. εξουσιάζω.
διαφιντής, ου διευθυντής.
διαφουρεύου κερδίζω [27, 392].
διάφουρου, του τόκος, κέρδος, ωφέλεια, συμφέρον: έχουν τουν άντρα στου πλιβρό κι διάφουρου δεν έχουν [3α, 186].
δίβιργα παγίδες για πουλιά: ν-έστησα τα δίβιργά μου, ήρθι ν-η πέρδικα κουντά μου [24, 74], βλ. και δίβρουχα.
δίβρουχα, τα διπλά βρόχια (παγίδες για πουλιά): κι ου κυνηγός σαν τ’ άικουσι πουλύ του κακουφάνη, στένει τα βρόχια σταϊ βουνά, τα δίβρουχα στους κάμπους [21α, Ιούνιος ’78, 3].
διδ’μάρκου, του 1. δίδυμο [17, 329]. 2. ομορφοκεντησμένο γαμπριάτικο τσιό­λι.
δικάζου υποχρεώνω κάποιον να εκτελέσει εντολή: ου πρόιδρους στα γιουμάτα (έθιμο του γάμου) τουν δίκασι να πιει πέντι κούπις κρασί.
δικαπινταχρουνούσα, η δεκαπεντάχρονη: κόρη ξανθιά πιντάμουρφη, κόρη δικαπινταχρουνούσα [15α, 296].
δικατή, η (πιθ.) δεκάτη, φόρος επί τουρκοκρατίας.: μίνια τη δίνου δικατή, την άλλη του δραγάτη, την τρίτη την καλύτιρη κρατού κι μαναχός μου.
δικατιά, η δεκάτη, φόρος επί τουρκοκρατίας [3α, 88].
δικηόρους, ου δικηγόρος.
δίκια, η γυναίκα που είναι μέτρια στο ύψος, αυτή που έχει ύψος κανονικό [15α, 302].
δίκιου, του μισθός, οφειλή, ρόγα: πέστι μου τι είν’ του δίκιου σας κι ποια είν’ η πληρουμή σας; [21β, 333].
δικιούμι υποχρεούμαι, είμαι υποχρεωμένος προς τους άλλους.
δικιουτής, ου κριτής, δικαστής στα σiναφικά δικαστήρια.
δικούλι, του δικράνι, διχαλωτό ξύλο που το χρησιμοποιώ για να απομακρύνω χόρτα, κοπριά, κ.ά. [12α, 78].
δικουχτώ (αριθμ.) δεκαοχτώ: ιννιά χιλιάδις πρόβατα κι ιννιά χιλιάδις γίδια, ιννιά ’διρφάκια τα φυλάν’ τα δικουχτώ κουπάδια.
διληβουριάς, ου τρελοβοριάς: σαν τράβηξι ν-ου διληβουριάς, γιε μου, κι φέρνει νια γαλιότα…
δίμ’του, του ύφασμα που το υφαίνω με δυο νήματα στον αργαλειό (στημόνι, υφάδι) και το χρησιμοποιώ για να φτιάξω σακάκια και παντελόνια.
διματσούλα, η μικρό δέμα από θαμνους με το οποίο φτιάχνω τις πρόχειρες ποιμενικές εγκαταστάσεις [26, 50].
δίμοιρου, του, βλ. φουρκή.
δίνου κουρίτσι λογοδίνω, παντρεύω.
δίνου φουτιά βάνω φωτιά: πάου κι χτίζου τη φουλιά στης καλαμιάς τη ρίζα. Δίνουν φουτιά στην καλαμιά.
διντρουλάκι, του (μτφ.) αγαπητικός: ποιος στου ’πι, διντρουλάκι μου, δε σαϊγαπού πουλάκι μου [3α, 147].
διουκίμι, του [25β, 93], βλ. δουκίμι.
διπλά γκδούνια, τα μεγάλα και βαριά προβατοκούδουνα.
δίπλα, η 1. πτυχή του φουστανιού. 2. ξύλινο δοκάρι που το τοποθετώ οριζόντια στο στήσιμο της τέντας [12α, 79]. 3. (επίρρ.) παράπλευρα. παίρου δίπλα ταϊ βουνά, περιπλανιέμαι στα βουνά.
διπλάρ’κου δίδυμο.
διπλάρα, η προβατίνα ή γίδα που γεννάει δίδυμα.
δίπλου κουνάκι ορθογώνιο κονάκι με δίριχτη σκεπή. δίπλους τζιουμπάνους (μτφ.) αναπαυμένος, χωρίς έγνοια για το βιο του: ουρθό φιγγάρι, δίπλους τζιουμπάνους· δίπλου φιγγάρι, ουρθός τζιουμπάνους.
διπλόδιμα, του η ενέργεια τουδιπλουδένου.
διπλουδένου δένω το αρνί με τη μάνα του και με μια άλλη προβατίνα που της ψόφησε το αρνί, για να το βυζάνει σαν δικό της [26, 26]
διπλουκουπανιά, η χτύπημα των ρούχων που πλένω με δυο κοπάνους. Εναλλάξ χτύπημα με δυο κοπάνους [3α, 198].
διπλουκύπρια, τα κυπριά που έχουν ανάμεσα στο πρώτο κοίλωμα δεύτερο μικρό κύπρο [26, 123].
διπλουπρουσκυνού προσκυνώ δυο φορές, επειδή έχω πολύ μεγάλο σεβασμό: τουν άγγιλου φιλεύουμι κι του Χριστό κιρνάμι κι την Παρθένα Παναϊά τη διπλουπρουσκινάμι.
διπλουτσιόκανα, τα μεγάλα και βαριά τσιοκάνια (βλ. λ.) που βάζουμε στα γίδια [26, 130].
διρμάτια, τα τομάρια [26, 106].
διρματιάζου βάνω το τυρί σε τομάρια, σε ασκιά [20, 134].
διρπανάτου, του διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [26, 139].
διρπάνι, του δρεπάνι.
δίστρατα (επίρρ.) τόπος με σταυρο­­δρόμι: κι ήρθι κιρός κι αρρώστησι σα­­­ράντα μίνια μέρις κι απ’ τα σαράντα κι ύστιρα δίστρατα τουν αφήσαν [21β, 174].
δίστρατου, του σταυροδρόμι.
δίφουρη, η προβατίνα που γεννάει δυο φορές τον χρόνο.
διφτέρι, του τεφτέρι, μικρό βιβλιαράκι για σημειώσεις ή λογαριασμούς: θα κάμεις νιους για να σφαγούν, γιρόντους να πλαντάξουν, θα κάμεις κι τουν τσέλιγκα να σκίσει τα διφτέρια [3α, 108].
δίχους (επίρρ.) χωρίς.
δόγα, η βαρελοσανίδα [26, 362].
δόκανου, του παγίδα.
δόλιους, -α, -ιου κακόμοιρος, ταλαίπωρος: του δόλιου του Ξηρόιμιρου Θιός να του φυλάξει.
δόντι, του (μτφ.) αρχηγός: γυρνάει ν-ου Πάνους κι τους λέει, ν-ου Πάνους που ’ταν δόντι [21β, 205].
δόντια, τα κάθετα καλαμάκια που έχουν τα χτένια στον αργαλειό [22, 111].
δόσ’μου, του δούναι, έξοδα της στάνης.
δουδουκάρια, τα δόντια τραπεζίτες: νύφη μ’, πού ’ν τα δόντια σου, κι τα δουδουκάρια σου; [24, 91].
δουκίμι, του μέσο για δοκιμή, κριτηριο: λιθάρι ν-είχα στην πόρτα μου, δουκίμι στην αυλή μου [3α, 24].
δουκιώμι θυμάμαι, καταλαβαίνω ότι μου λείπει κάτι, νομίζω: ’ν αυγή δουκήθ’κα ’ν τσιούλα ’ν κάτσινα.
δουλιφτάδις, οι εργάτες: τα τρών’ ν-οι δούλοι του σπιτιού, τα τρών’ ν-οι δουλιφτάδις [4, έτος 17ο, 13].
δούλουμα, του η ενέργεια τουδουλώνου.
δουλώνου δηλώνω.
δουμός, ου 1. κάθε σειρά (στρώμα) από σάλλωμα που μπαίνει στη σκεπή από το κονάκι [17, 176]. 2. απάγκιο και θαμνώδες μέρος.
δουντάκια, τα διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [26, 138].
δουντουσαράκια, τα δόντια, δοντάκια: νύφη μ’, πού ’ν’ τα δόντια σου, τα δουντουσαράκια σου [21β, 341].
δουξάρια, τα (μτφ.) πόδια.
δουξουλουιά, η δοξολογία.
δουσιά, η δόση.
δραγκουμάρα, η αρρώστια στα ζώα, βλ. δραγκώνουμι.
δραγκώνουμι (για ζώα) αρρωσταίνω και άλλες φορές κουτσαίνομαι, «πιά­νομαι» από τα πόδια και άλλες φορές χάνω την όρασή μου [12α, 80].
δράκισσα, η δράκαινα: ν-ου Γιάννους ιρουβόλαϊ τη νύχτα τραγουδώντας. Ξυπνάει τ’ αηδόνια απ’ τις φουλιές κι τα στοιχειά απ’ τις κούρνις. Ξυπνάει κι νια δράκισσα απ’ την αγκαλιά του δράκου [3α, 29].
δρακουντιά, η φαρμακευτικό φυτό πόα, φιδόχορτο.
δράκους, ου υπερφυσικό ον, λαογραφικό μυθικό τέρας.
δράμι τρέξε [12β, 125].
δράμι, του υποδιαίρεση της οκάς (1 οκά = 1280 γραμμ., 1 δράμι = 3,2 γραμμ., 1 οκά = 400 δράμια).
δραμιάρ’κα, τα μικρές μπαλίτσες από μολύβι που τις βάζουμε μέσα στο κούφουμα του κουδουνιού για να βγάζει ήχο [26, 125].
δρασκ’λιά, η, βλ. δρασκίλι.
δρασκίλι, του διασκελισμός [27, 392].
δρασκιλίζου με ανοιχτά τα σκέλη υπερβαίνω κάτι.
δραχτουλόους, ου σακούλι στο οποίο βάζω τα αδράχτια.
δριπανόρραχη, η καμπούρα προβατίνα.
δρούγα, η χοντρό νήμα που μαζεύεται στο αδράχτι, όταν η περιστροφή του αδραχτιού γίνεται στην παλάμη [22, 104].
δρουμιάζου κατευθύνω το κοπάδι στο να ακολουθήσει την πορεία που πρέπει, το βάζω στον δρόμο του.
δρουπίκι, του δηλητηριασμένο αίμα που μαζεύεται στο σημείο εκείνο του ζώου που έχει δεχτεί τσίμπημα από φίδι [17, 310].
δρουσάτα (επίρρ.) δροσερά: ν-ιψές που χιόνιζι ψιλά κι έβριχι δρουσάτα, κόρην ν-ου νιος αϊγάπησι ξανθιά κι μαυρουμάτα [3α, 96].
δρουσιόμι δροσίζομαι: τ’ έχουν της Γκούρας ταϊ βουνά κι στέκουν βουρκουμένα; δίχους πάχνη παχνίζουντι, δίχους δρουσιά δρουσιόντι [15α, 49].
δρουτσίλι, του μπιμπίκι [27, 393].
δυγατέρα, η θυγατέρα: του παπα-Γιώργη ν-η ανιψιά του ρήγα η δυγατέρα για ιδές καμάρι που φουρεί.
δυγόνα, η προβατίνα που γεννάει προς το τέλος της περιόδου του γέννου.
δυγόνι, του αρνί που γεννιέται προς το τέλος της περιόδου του γέννου [25β, 95].
δύναμι δύναμαι, μπορώ, έχω ικανότητα.
δυστυχία, η κακοχρονιά.
δώθι (επίρρ.) προς τα εδώ, προς τη μεριά μου: ν-ούηδι κι πέρα πέρασα, ν-ούηδι κι δώθι βήκα [21β, 120].
δώκ’ τ ’ δώσ’ του: δώκ’ τ’ τα δέουντα.







ειδήσματα, τα [25β, 95] 1. πράγματα: ήφιρι κάτι καλά ειδήσματα απ’ του παζάρι η Γιώργινα. 2. πράγματα αξίας: Είνι είδ΄σμα η τραχ’λιά τ’ς Μαρία. 3. δαχτυλίδια των αρραβώνων [17, 221].
ειδίσια, τα πρώτη συνάντηση δυο υποψήφιων νέων για να αρραβωνιαστούν.
ειδίσματα, τα [17, 221], βλ. ειδήσματα.
είνι (με άρθρο) 1. βρίσκεται στη ζωή: τουν είνι ου μπαρμπα-Νούλας ακόμα; 2. παραμένει: κι του μαντίλι χάλασι κι η ξινιτιά την είνι.
είνουρου, του όνειρο: ψες είιδα στου είνουρό μου μαύρα μάτια στου πλιβρό μου [3α, 102].
είσμπα, η στενό κοίλωμα, άνοιγμα βράχου, σχισμή βράχου που με δυσκολία μπαίνει κάτι μέσα [12α, 81]
έλα γυρισμός.
εμουρφάδα, η ομορφιά.
εμουρφιά, η ομορφιά: τρεις χάρις σο ’δωκε ου Θιός, μα την αγιά τριάδα, την εμουρφιά, τη νουστιμιά, τη ροϊδουκουκκινάδα [3α, 87].
έμουρφους, -η, -ου όμορφος.
έμπλαξα 1. έμπλεξα, βρήκα τον μπελά μου. 2. συνάντησα κάποιον, έπεσα πάνω του,
έξουτα, τα έξοδα.
εξώλης 1. εντελώς καταστραμμένος 2. διεφθαρμένος [12β, 125].
επί ταύτου γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο [25β, 95].
επί τούτου επίτηδες.
έτσια έτσι ακριβώς.
Εύα, η (μτφ.) κακιά γυναίκα, μοχθηρή.
ευτυχία, η καλοχρονιά, χορταροχρονιά [20, 27].
ευτυχού είμαι ευτυχής, πετυχαίνω κάτι.
ευχημένους, -η, -ου αυτός που πήρε την ευχή, ευλογημένος [25α, 193].
έχητα, τα  βλ. έχους.
έχους, του περιουσία, βιο [26, 26]: κράτ’σα πουλλές αρνάδις ’ια έχους φέτου.








ζ’γιάζει η νύχτα έρχονται τα μεσάνυχτα.
ζ’γιάστρα, η μέρος που ζυγιάζω τα προϊόντα μου.
ζ’γός, ου κορυφογραμμή.
ζ’γούρα, η θηλυκό ζυγούρι, (βλ. λ.).
ζ’γούρι, του χρονιάρικο αρνί.
ζ’γουριάρ’ς, ου τσομπάνος που βοσκάει τα ζυγούρια [26, 26].
ζ’γουρου- ή ζγουρο- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι τι δεύτερο συνθετικό ανήκει στο πρώτο: ζ’γουρόσταλους, ζ’γουρουκούδ’να, ζ’γουρουκόπαδου, ζ’γουρουμήλιου­ρου, ζ’γουρουμάντρι, ζ’γουρουτόπι, ζ’γουρουλίβαδου, ζ’γουρόμαλλου.
ζ’γουρουγινν’μένη, η γεννημένη ζ(υ)­γούρα, (βλ. λ.).
ζ’λάπι, του 1. άγριο σαρκοφάγο ζώο και κυρίως λύκος: μο ’καμι ζ’μιά απόψι του ζ’λάπι. 2. (μτφ.) αντικοινωνικός άνθρωπος, άβγαλτος: αυτός είνι ζ’λάπι, δεν ξέρει απού κόσμου.. 3. (μτφ.) ηλίθιος [27, 396]
ζ’λαπουφαουμένα, τα ζώα που έφαγε το ζουλάπι.
ζ’λούμι, του ζήλια με φθόνο, ζήλια που προκαλεί ζημιά [25β, 98].
ζ’μάκι, του λίγο νερό που τρέχει στο ρέμα.
ζ’μάρι, του, βλ. μπλανό.
ζ’μαρόπ’τα, η πίτα με κύριο συστατικό το ζυμάρι.
ζ’μουπόδια, η είδος γυναικείας ποδιάς.
ζ’μώστρα, η κατεργασμένο κατσικίσιο δέρμα πάνω στο οποίο ο τσομπάνος ζυμώνει το ψωμί του [1, 115].
ζ’τάει η φουράδα θέλει να ζευγαρώσει.
ζ’φός, ου 1. κούφιος, άδειος. 2. αδύνατος, αδύναμος [25β, 99].
ζαβά τόπια κακοτοπιές.
ζαβάκας, ου κοντούτσικος.
ζαβατιάρ’κους, -η, -ου ατίθασος, ανυπότακτος [25β, 96].
ζάβατους, ου θόρυβος που προέρχεται κυρίως απ’ τα πέλματα των ζώων που τρέχουν [12β, 126].
ζαβλάρι, του παλληκάρι.
ζαβόνι, του είδος κορώνας.
ζαβός, -ή, -ό ιδιότροπος, ανάποδος, κα­κός [27, 395]
ζαβουσύνη, η (μτφ.) δυστροπία, αναποδιά [27, 395].
ζαβουτόπι, του τόπος που έχει δύσκολη πρόσβαση, κακοτοπιά, απόκρημνο μέρος.
ζαβρακιασμένους, -η, ου 1. κακόμοιρος, καταβεβλημένος, ρυτιδωμένος. 2. άτυχος [27, 395].
ζαβώνου, βλ. ξιτσανίζου.
ζαγαλίκι, του ζημιά που γίνεται με πολλή πονηριά, με μεγάλη κατεργαριά [25β, 96].
ζαγάρι, του 1. κυνηγόσκυλο. 2. (μτφ.) κατεργάρης, τιποτένιος.
ζαγκανιέρα, η (μτφ.) δίφυλλη πόρτα που πηγαίνει πέρα δώθε.
ζαγκαρδίτσι, του, βλ. τσαγκαρδέλα.
ζαϊρές, ου τροφή για τα ζώα [17, 330].
ζαΐφκους, -η, -ου αδύνατος.
ζακατουτρουβάς, ου τροβάς που έχει μέσα τα απαραίτητα για το κέντημα ή το ράψιμο.
ζακόνι, του συνήθεια, ήθη, τρόποι [27, 395]
ζαλ’κώνουμι βάζω το ζαλίκι (βλ. λ.) στις πλάτες μου.
ζαλίκι, του φορτίο (από ξύλα κυρίως) που μεταφέρεται δεμένο στην πλάτη [26, 160]: σήμιρα ήφιρα δυο ζαλίκια ξύλα.
ζαλίκουμα, του η ενέργεια του ζαλ’κώνουμι.
ζαμάνια, τα μεγάλο χρονικό διάστημα, αιώνες: χρόνια κι ζαμάνια έχου να τουν ιδού.
ζαμπάρκουδου, του μικρή αρκούδα [24, 34].
ζαμπάς, ου σημάδι.
ζαμπλάκα, η ανημπόρια.
ζαμπούν’κα, τα αδύνατα ζώα.
ζαμπούν’ς ου  άρρωστος, αδιάθετος.
ζανάτι, του 1. τέχνη, δουλειά. 2. συνήθεια, χούι: καλός, χρυσός, αλλά είχι του ζανάτι να κλέβει.
ζάντζα, η ιδιοτροπία, ελάττωμα, αναποδιά: αυτό του πιδί έβγαλι πουλλές ζάντζις.
ζαντζιάρ’κου, του έχει ζάντζα, (βλ. λ.).
ζαπ ζοπ τιριζόπ παιδικό παιχνίδι [21α, τ. 156].
ζάπι (επίρρ.) το να τιθασεύεις κάποιον άνθρωπο ή κάποιο ζώο ή κάτι άλλο: πανάθιμα τη μάνα σου που σ’ έστειλι στου γάμου κι σ’ είιδαν τα ματάκια μου κι ζάπι δεν τα κάνου.
ζάπουμα, του η ενέργεια του ζαπώνου.
ζαπώνου αρπάζω, κλέβω.
ζάρα, η 1. ρυτίδα. 2. σούφρα από τα υφάσματα.
ζαραλής, ου αρρωστιάρης ή αυτός που πάσχει από χρόνιο νόσημα: απού νιος ήταν ζαραλής.
ζαργάνα, η ευτελές ύφασμα, πολύ αραιό [25β, 96].
ζαρκαδούλα, η 1. θηλυκό μικρό ζαρκάδι. 2. είδος μανιταριού.
ζαρκώνουμι  ντύνομαι.
ζάρκου, του 1. γίδι που έχει αραιό και πολύ κοντό τρίχωμα, σαν να μην έχει τρίχωμα. 2. βουνό που είναι γυμνό από δέντρα.
ζαρνάρα, η βουνίσιος μικρός καταρράχτης.
ζαρώνου 1. αποχτάω ρυτίδες. 2. (μτφ.) συστέλλομαι από φόβο, κάθομαι φοβισμένος σε μια γωνιά.
ζάφτου 1. νικάω, δαμάζω, τιθασεύω [17, 330]. 2. χτυπώ [12α, 82].
ζαχαράτα, τα κουφέτα, καραμέλλες.
ζαχαρουταϊσμένη, η (μτφ.) καλομαθημένη γυναίκα: πες μ’ αϊγαπημένη μου, ζαχαρουταϊσμένη μου, πώς ήσουν, πώς κατήντησες [3α, 103].
ζαχείλας, ου άνθρωπος με σαρκώδη χείλια.
ζγαντζό, του ανακατωμένο.
ζγαρλίζου ανακατώνω, ψάχνω, σκαλίζω: μη ζγαρλίζεις τ’ μύτη.
ζγαρόνι, του είδος από μανίκι που είναι εφαρμοστό στον καρπό του χεριού, είδος από περικάρπιο.
ζγκόλουβα, τα αρρωστιάρικα ζώα που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το κοπάδι και μένουν στη στάνη.
ζέλι είνι του ψουμί δεν ψήθηκε καλά το ψωμί και «κρατάει», δε στράγγισε καλά.
ζέρβια (επίρρ.) αριστερά.
ζεύλα, η τεντωμένο πόδι που μοιάζει με ξύλο [12β, 126].
ζέχνου βρομάω, μυρίζω άσχημα.
ζηλιμένους, -η, -ου ζηλεμένος, αξιο­ζήλευτος, εξαίρετος: ν-ιδώ σι τούτη γειτουνιά κι στη μιγάλη Χώρα κάπ’ αϊγαπού κι ’γω μια νια, νια ζηλιμένη κόρη [3α, 148].
ζηλιρός, -ή, -ό ζηλευτός.
ζημιουμένους, ου (μτφ.) απατημένος σύζυγος.
ζήου ζω [27, 396].
ζιαπουμύτα, η γυναίκα που έχει πλατιά μύτη και πατημένη προς τα μέ- σα.
ζιβγώνου ζευγαρώνω: ποιος να ’ταν ν-ου προυξινητής, να τουν πουλυχρουνίσου, που ζεύγουσι τα δυο πουλιά, ν-αϊτό κι πιριστέρα [21α, Μάρτης ’79, 3].
ζιγκί, του, βλ. σιδηρόσκαλα.
ζιντζί, του, βλ. σιδηρόσκαλα [21β, 29].
ζιόγκους, ου διόγκωση, προεξοχή ενός σημείου του κορμού του ξύλου από το οποίο ξεκινάει κάποιο κλωνάρι και είναι στο σημείο εκείνο πιο παχύς ο βλαστός, ο κορμός, σαν να είναι πρησμένος [12α, 82].
ζιουβγάρι, του ζευγάρι.
ζιουματαριά, η μέρος που πλένω τα υφάσματα στο ποτάμι.
ζιουματούρα, η 1. πρόχειρο φαγητό (ζεματιστό νερό+ψωμί+λάδι πιπέρι). 2. σούπα με όσπρια και μπομπότα [25β, 99].
ζιουπάου πιέζω, σπρώχνω.
ζιουπλιάζου συνθλίβω.
ζιρ’φός, -ή, -ό αδύνατος [26, 70].
ζιρβά, τα απόσκια, ανήλια μέρη.
ζιρβόδιξια (επίρρ.) πότε αριστερά, πότε δεξιά.
ζιρβός, (ή ζιρβύς), ζέρβια, ζιρβό (ζιρβύ) 1. αριστερός. 2. ανήλιος: κάθι κουρφούλα κι σκουπό, κάθι ζιρβό λημέρι [15α, 66].
ζιρβουγυρίζου γυρίζω προς τα αριστερά ή πηγαίνω σε ανήλιο μέρος (ζερβό): κι νια λαφίνα, μανούλα μ’, ταπεινή δεν πάει κουντά στις άλλις κι ούλου τ’ αχώρια πιρπατεί κι ούλου ζιρβουγυρίζει [15α, 249].
Ζιρβουϊπούλα, η όμορφη ξανθιά γυναίκα. (πιθ.)Σερβοπούλα, Σερβίδα: ήθιλα   να ’μαν χριστιανός, να ’μαν Σαρακατσιάνους, να πιάνουμουν να χόριβα σι Ζιρβουϊπούλας χέρι [21β, 213].
ζιφουπιθιρά, η αδύναμη, αδύνατη, γερασμένη: πήραν ναι ζιφουπιθιρά μι δώδικα νυφάδις [18, 200].
ζιχάτη, η κάπα καλής ποιότητας.
ζιχνουβουλάου βρομάω πολύ.
ζ’λαπκά, τα ζουλάπια, άγρια σαρκοφάγα ζώα και λύκοι κυρίως.
ζλούμινα, η ζηλιάρα με μένος, φθονερή γυναίκα που προκαλεί ζημιά με το φθόνο της [25β, 98].
ζ’μαρουλόους, ου ξύλινο δοχείο για το ζυμάρι.
ζμέτι, του 1. ακατάλληλο, σκάρτο σφα­χτό [20, 45]. 2. πρόστιμο για πρόκληση ζημιάς [25β, 98]. 3. (μτφ.) αχαμνός, αδύνατος, μικροκαμωμένος.
ζμουρίζου πιέζω, ζουλίζω.
ζντόρ’σμα, του μάλωμα, επίπληξη: το ’δουκα ιένα ζντόρσμα κι δε ματάκρινι.
ζντός, ου σωρός, πολύ [20, 339].
ζντράβι, του ξύλο με το οποίο καθαρίζω τη στάχτη από το φούρνο.
ζντρίγαλα, τα παιδικό παιχνίδι.
ζντρίμιρoυ, του το φυτό κυκλάμινο το ελληνικό που ο βολβός του μοιάζει με αγριοκρέμμυδο και τον χρησιμοποιώ για φυλαχτό στα κονάκια [20, 48].
ζντρόχιασμα, του η ενέργεια τουζντρουχιάζου.
ζντρουχιάζου στριμώχνω, στριμώχνω σε μια γωνιά: τα σκ’λιά ζντρόχιασαν του ζ’λάπι σ’ ιένα τσιουγκάνι.
ζόσματα, τα [17, 251], βλ. μαντ’λώ­ματα.
ζουγραφιστής, ου ζωγράφος: να φέρου του ζουγραφιστή για να σι ζουγραφίσει, να φκιάσει μάτια ’λιόμαυρα κι αφρύδια γαϊτανάτα [3α, 105].
ζούδι, του [12α, 83], βλ. ζούδιου.
ζούδιου, του 1. άγριο μικρό ζώο. 2. ζωύφιο. 3. ερπετό [12α, 83] 4. (μτφ.) άξεστος άνθρωπος.
ζουκουπάου βρομάω πολύ.
ζούλιου, του ώριμο φρούτο που το πιέζεις και είναι μαλακό [12α, 83].
ζούμπηρα, τα [25β, 99] μικρόζωα, ατελή σκαθάρια που σέρνονται στη γη: πρώτα θα του σάρουνι η νοικοκυρά, θα νάκαιγε μέσα κιάφι για να φύγουν τα ζούμπερα κι ύστερα θα νάμπαιναν μέσα [20, 13].
ζουμπηρός, -ή, -ό σκυφτός, καμπουριασμένος [26, 395].
ζούμπρωξα  έσπρωξα απότομα.
ζουναράτη, η γίδα που έχει στο σώμα της ένα μπάλωμα (χρώμα διαφορετικό απ’ το κυρίως χρώμα) που μοιάζει με ζωνάρι.
ζουνάρι, του 1. ζώνη. 2. (μτφ.) γενιά [26, 35]: του σόι πααίνει ιφτά ζουνάρια. 3. βράχια στη σειρά που μοιάζουν με ζωνάρι. 4. στενή λωρίδα χωραφιού [17, 330].
ζουναρούλ’δις, οι παραγκώμι Σαρακατσιαναίων.
ζουντανά, τα ζώα.
ζουντόβουλου, του (μτφ.) ανθρωπάκι.
ζουπουμύτα, η [25β, 99], βλ. ζιαπουμύτα.
ζούρα, η κατακάθι στα υγρά [22, 90].
ζουρζουλεύου ψάχνω να βρω κάτι, σκαλίζω, ανακατώνω: στη στάχτη που ζουρζούλευϊ, γιε μ’, κι βρίσκει νια βιλόνα [21β, 343].
ζουρλαίνου 1. τρελαίνω. 2. -ουμι τρελαίνομαι.
ζουρλαμάρις, οι παλαβομάρες, παράλογες και άμυαλες πράξεις: πες τους να κάτσουν φρόνιμα, μην κάνουν ζουρλαμάρις, δεν είν’ ν-ου πιρσινός κιρός να κάνουν όπους θέλουν [21β,113].
ζουρλαμάς, ου αρρώστια που πιάνει τα ζώα και έχει αιτία το βάρος.
ζουρμπάδις, οι οπλοφόροι από άτακτα στρατιωτικά σώματα που ληστεύουν, βιάζουν και αυθαιρετούν.
ζουρμπαλίκι, του αυθαιρεσία, το να πετυχαίνεις κάτι με το έτσι θέλω, με τη βία [17, 330].
ζουρνάς, ου μύτη από το γουρούνι.
ζουστάρι, του 1. αντρική και κυρίως γυναικεία ζώνη που φοράμε στη μέση και είναι από ύφασμα ή δέρμα και είναι πολύ πλατιά [22, 115]. 2. -ια οριζόντια λούρια (βλ. λ.) με τα οποία ζώνωτο κονάκι [26, 168].
ζούφιους, -α, -ου άδειος, κούφιος, κενός από περιεχόμενο [12α, 83]: η κουκόσια ήταν ζούφια.
ζουχιά, τα είδος φυτού, αγριολάχανο.
ζυγουριαράκης, ου νεαρός ζυγουριάρης, (βλ. λ.): τις δεκαπέντε του Μαϊού, Γιώργου κι Αντώνη μου, στις είκουσι του μήνα, ζυγουριαράκης κίνησι στα πρόβατα να πάει [15α, 91].
ζύγρα, η πυκνή συστάδα από θάμνους κυρίως κοντά σε υγρά μέρη [12α, 84].
ζύι, του 1. ζύγι, ζύγισμα, αποτέλεσμα από το ζύγισμα. 2. βαρύδια που χρησιμοποιώ στο ζύγισμα [12α, 84].
ζύιασμα τ’ς νύχτας μεσάνυχτα.
ζώγα, τα ζώα.
ζώνα, η ζώνη.
ζώσματα, τα [22,135], βλ. μαντ’λώ­ματα.
ζώστρα, η 1. ζώνη με την οποία ζώνουν τη μέση τους οι Σαρακατσιαναίοι [12α, 84] 2. λουρί ή υφαντή ταινία με την οποία σφίγγω το σαμάρι πάνω στο σώμα του ζώου.