portraita

kentriki mpara

.
Σαρακατσαναίοι: Οι αρχαιότεροι 'Ελληνες;
.
Ένας πρωτοελληνικός νομαδικός λαός


του Βασιλείου Μόλαρη

Σαρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι ένας πανάρχαιος πρωτοελληνικός (αυτόχθων) νομαδικός λαός. Με την ύπαρξή του, την παράδοσή του, μαρτυρά πως οι Σαρακατσάνοι καί γενικότερα οι Έλληνες είναι ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης, μα καί ο λαός με την αρχαιώτερη καί ωραιότερη γλώσσα μητέρα όλων των γλωσσών της Ευρώπης.

Οι Σαρακατσάνοι νομάδες εξασκώντας αποκλειστικά την μετακινούμενη κτηνοτροφία, την πρωταρχική αυτή μορφή του νομαδισμού από τα πανάρχαια χρόνια ώς καί στά μέσα τού αιώνα μας, είναι ο ίδιος αυτόχθων λαός μα καί το καλύτερο αποδεικτικό μέσον κάθε επιστήμονα προς τεκμηρίωση.

Ένας λαός πού ζεί περιπλανώμενος, ανεξάρτητος, πότε στά ψηλά βουνά καί πότε στά χειμαδιά, ανά εξάμηνο. Ο μετακινούμενος νομαδισμός δίνει τήν δυνατότητα εκμεταλλεύσεως της φυσικής χλωρίδας γιά την διατροφή των αιγοπροβάτων με ελάχιστο κόστος, αλλά καί εξασφάλιση επιβίωσης. Ο χώρος πού κινούνται οι Σαρακατσάνοι είναι κυρίως ο ορεινός ηπειρωτικός όγκος της Πίνδου αρχικά. Κατόπιν εξηπλώθησαν σ` όλη την χερσόνησο τού Αίμου αλλά ως καί τα Μικρασιατικά παράλια. Μετά τούς βαλκανικούς πολέμους χαράζονται νέα σύνορα με αποτέλεσμα πολλοί Σαρακατσάνοι να μείνουν αποκλεισμένοι σε γειτονικές χώρες. Από το 1930 περίπου αρχίζει η "αστικοποίηση" των Σαρακατσάνων στον Ελλαδικό χώρο καί στην συνέχεια με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καί σε άλλες χώρες της Βαλκανικής. Με την εγκατάσταση σε χωριά καί την δημιουργία μόνιμης εστίας αρχίζει ο μαρασμός τού πανάρχαιου αυτού τρόπου ζωής τού μετακινούμενου νομαδισμού. Ο αείμνηστος λογοτέχνης μας Στέφανος Γρανίτσας (Στα ήμερα τού βουνού καί τού λόγγου) θα μας πεί: "Οι Σαρακατσάνοι είναι οι καταλαγαρότεροι Έλληνες". Μιά φράση με λίγα λόγια αλλά πλούσια σε νόημα καί αλήθεια.

Στή Σαρακατσάνικη κοινωνία, τά τσελιγκάτα, διακρίνουμε τήν πατριαρχική δομή παρ' όλο πού δέν λείπουν καί στοιχεία πού άφησε η πρωτογενής οργάνωση, η μητριαρχική κοινωνία, όπου κέντρο διευθύνσεως είναι η γυναίκα. Στό Σαρακατσάνικο τσελιγκάτο είναι εμφανή τά ίχνη τής μητριαρχικής κοινωνίας. Η γυναίκα σήμερα μπορεί νά μήν είναι τό κέντρο εξουσίας αλλά είναι η καρδιά τού τσελιγκάτου. Αυτή διευθύνει ολόκληρη βιοτεχνία, γνέθει, υφαίνει, ράβει, φτιάχνει καλύβια καί μαντριά, παιδαγωγεί τά παιδιά, καί πολλές φορές φυλά καί κοπάδια προβάτων, δηλαδή τόν κύριο όγκο ζωτικών αλλά καί υπεύθυνων εργασιών τού τσελιγκάτου τόν επωμίζεται ή γυναίκα. Στό τσελιγκάτο ο διευθύνων είναι ο Τσέλιγκας πού έχει τά περισσότερα πρόβατα. Τόν Τσέλιγκα τόν αποκαλούν καί Κεχαγιά (Κε + άγω, κε=κεφαλή, άγω-ηγω=ηγούμαι) μία ακόμη ονομασία μέ αρχαίες ρίζες καί όχι σλάβικες ή τούρκικες όπως νομίζουν πολλοί ή λανθασμένα αναφέρεται σέ ορισμένα λεξικά.

Τό τσελιγκάτο θά είναι τό πρότυπο οργάνωσης τών πόλεων-κρατών στήν αρχαιότητα. Μήπως καί στήν Αττική, τήν αρχαία Αθήνα πού όλοι γνωρίζουμε, δέν υπήρχαν οι μεγάλες οικογένειες - φατρίες, καί πολλές συνοικίες έπαιρναν καί τά ονόματά τους;

Στό τσελιγκάτο διακρίνουμε ένα συντεχνιακό χώρο, ίσως βιοτεχνικό θά έλεγα. Οί Σαρακατσάνισες έπαιρναν τό μαλί τό έξαιναν, τό έγνεθαν, τό ύφαιναν καί έραβαν τά ενδύματά τους, μά καί τά σχοινιά καί τίς τέντες τους. Βλέπουμε δηλαδή ότι παίρνουν τή βασική πρώτη ύλη - τό μαλί από τά ζώα τους - καί αφού κάνουν δευτερογενή επεξεργασία τή μετατρέπουν σέ τελικό προιόν γιά τήν ένδυση καί υπόδυσή τους αλλά καί γιά τήν κατασκευή καταλύματος - στέγασης. Μιά μικρή αλλά σημαντικότατη βιοτεχνία - βιομηχανία εφ` όσον τούς παρείχε απόλυτη αυτάρκεια βασικών αγαθών γιά τήν διαβίωσή τους καί ανεξαρτησία τους. Ο νομαδικός τρόπος ζωής, η ανάγκη μετακίνησης, η συχνή δημιουργία εγκαταστάσεών τους, τούς ώθησε νά αναπτύξουν έναν τέλειο τρόπο ζωής μή μόνιμης διαβίωσης. Η αρχιτεκτονική τής Σαρακατσάνικης καλύβας (κατσούλας) είναι η απόδειξη πως γνωρίζουν από πολύ παλιά χρόνια αυτή τήν τέχνη. Αν ακούσει κάποιος γέροντες Σαρακατσάνους θά τούς ακούσει νά λένε επαίνους γιά τήν τέχνη τής "Κατσούλας", καί πολλές φορές νά μιλούν ειρωνικά γιά άλλους βλάχους κτηνοτρόφους πού δέν κατέχουν αυτή την τέχνη. Ίσως τά λεγόμενα τών γερόντων νά κρύβουν καί κάποια αλήθεια, ότι οι νομάδες ελληνόφωνοι Σαρακατσάνοι προϋπήρχαν πολύ πρίν από τήν δημιουργία λατινόφωνων ημινομάδων, πού ποτέ δέν τελειοποίησαν τήν αρχιτεκτονική τής καλύβας - κατσούλας, ένα καθαρά Σαρακατσάνικο δημιούργημα. 



ΚΑΤΑΓΩΓΗ  

Oι Σαρακατσαναίοι, μιά ιδιαίτερα εκλεκτή καί συντηρητική κοινωνία, πού λόγω τής ιδιαιτερότητας τού νομαδικού τρόπου ζωής διατηρήθηκαν ώς τίς ημέρες μας αναλοίωτοι, είναι πρωτοέλληνες, δηλαδή οί αυτόχθονες Έλληνες, οί πρωτόγονοι Έλλοπες, οί κατόπιν Πελασγοί καί σήμερα Σαρακατστσάνοι.

Είναι δηλαδή η ζωντανή μαρτυρία, η απόδειξη, ότι οί Έλληνες υπήρξαν αυτόχθονες κάτοικοι τού Ελλαδικού χώρου, οί οποίοι έχοντας αλλάξει ονόματα στό μακρό βίο τους έμειναν αναλοίωτοι όπως ξεκίνησαν από τήν αρχική κοιτίδα τους τήν ΠΙΝΔΟ, τήν αρχαία ΕΛΛΟΠΙΑ. Οί Σαρακατσάνοι υπήρξαν νομάδες μετακινούμενοι από τά πανάρχαια χρόνια ώς τίς αρχές τού αιώνα μας. Αρχικά ζούν στίς βουνοκορφές τής Πίνδου καί ξεχειμωνιάζουν στίς κοντινότερες πεδιάδες. 'Ετσι σιγά - σιγά εξαπλώνονται σ` όλο τόν Ελληνικό χώρο απ` τήν Πελλοπόνησο έως τήν Θράκη.

Στό χώρο τής Μακεδονίας-Θράκης κινούνται απ` τήν αρχαιότητα. Ανθρωπολογικές μετρήσεις (πρακτικά Συνεδρίου Σέρρες 1983) στούς Σαρακατσάνους τής Ανατολικής Ρωμυλίας σέ σχέση μέ τούς ομόφυλούς τους στήν νότια Ελλάδα έχουν διαφορά μόνο στήν ρινική κοιλότητα. Καί η διαφοροποίηση αυτή είναι αποτέλεσμα κλιματολογικής επίδρασης. Γιά νά υπάρξει όμως τέτοιου είδους διαφοροποίηση σ`έναν τέτοιο ενδογαμικό λαό πρέπει η εγκατάστασή τους εκεί νά έγινε πρίν πάρα πολλούς αιώνες ίσως χιλιετίες.

Οί Σαρακατσάνοι χωρίζονται σέ μεγάλες φάρες ανάλογα μέ τόν τόπο διαβίωσης. Έτσι τούς διακρίνουμε σ` αυτούς πού ζούν κυρίως στόν αρχέγονο τόπο, τήν Ήπειρο: Ηπειρώτες, τής νοτίου Ελλάδος: Μωραΐτες, τής Μακεδονίας: Κασσανδρινούς, καί τής Θράκης: Πολίτες. Σ` αυτές τίς ομάδες διακρίνουμε κάποιες διαφορο-ποιήσεις στίς παραδοσιακές στολές καί συγκεκριμένα στίς γυναικείες πού έχουν πλούσια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως τής φούστας καί τής ποδιάς. Σέ μιά κοινωνία συντηρητική καί κλειστή όπως τών Σαρακατσάνων καί ειδικά στίς γυναίκες πού δέν έρχονταν εύκολα σέ επαφή μέ ρεύματα ενδυματολογικής μόδας, ή μέ επιρροές -έστω καί ελάχιστες- απ` έξω, γιά νά υπάρξει έστω καί μικρή διαφοροποίηση θά έπρεπε νά περάσει αρκετό χρονικό διάστημα.

Οί Σαρακατσάνοι τής Ανατολικής Ρωμυλίας κινούνταν στό χώρο αυτό από τά πανάρχαια χρόνια, επί χιλιετίες, γι` αυτό καί σύχρονοι Βούλγαροι ερευνητές, με κύριο εκπρόσωπο τόν Μαρίνοφ, προσπαθούν νά συνδέσουν τούς Σαρακατσάνους μέ αρχαίους Θράκες κτηνοτρόφους. Όμως οί Σαρακατσάνοι παρόλο πού ζούν κατά μεγάλες ομάδες πάντα είχαν κοινή συνείδηση καί κοινή παράδοση γιατί καί ο αλληλεπηρεασμός μεταξύ τους ήταν άμεσος.

Έτσι παρατηρούμε τραγούδια πού αναφέρονται στούς κλέφτες τών Αγράφων, τού Κατσαντώνη, νά τραγουδιούνται μέ τό ίδιο εύρος καί πάθος μέχρι καί σήμερα από Σαρακατσάνους στή Βόρεια σημερινή Βουλγαρία. Αυτό δέν σημαίνει οτι οί χιλιάδες Σαρακατσάνοι Θράκης καί Βουλγαρίας προήλθαν εκδιωκόμενοι από τό χώρο τής Ηπείρου, αλλά απλώς κάποιος σημαντικός αριθμός φυγάδων εμπλούτισε τή Σαρακατσάνικη παράδοση τών τραγουδιών γιά τούς κλέφτες. Εξ` άλλου τραγούδια Σαρακατσάνικα αναφέρουν τόν άξονα όπου κινούνται οι Σαρακατσάνοι. Συγκεκριμένα ένα τραγούδι λέει: "στά Άγραφα γραμμένος καί στή Πόλη τιμημένος". Ο νομαδικός ποιμενικός λαός τών Σαρακατσάνων υπήρξε πάντοτε ο τροφοδότης τού αστικοποιημένου Ελληνικού λαού αλλά σχεδόν ποτέ δέν έγινε τό αντίθετο, κάτοικοι χωριών νά ακολουθήσουν τήν Σαρακατσάνικη ζωή.