portraita

kentriki mpara

Βασίλειος Δαλακούρας

1 9 2 2 2 0 1 6
Το πορτραίτο του κ. Δαλακούρα (πέθανε πρόσφατα την 1η Απριλίου 2016) δημιουργήθηκε από τον εγγονό του Γιώργο Αποστολούδα, με τη μορφή της αυτοπρόσωπης αφήγησης, βασιζόμενο σε διηγήσεις αρκετών ετών. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον Γιώργο για την πρωτοβουλία του αυτή, η οποία αποτελεί απόδοση τιμής στη μνήμη του παππού του. 

του Γεωργίου Αποστολούδα
Γεννήθηκα στις 23 Απριλίου του έτους 1922 στην τοποθεσία Κερμιλί, το σημερινό χωριό Πρινιά έξω από την Αγιά στην Λάρισα. Πατέρας μου ο τσέλιγκας Δημήτρης Δαλακούρας, μάνα μου η Αλεξάνδρα Χαμορούσου, Σαρακατσάνα από τη Θεσσαλία. Ήμασταν σκηνίτες, δεν είχαμε μόνιμη διαμονή, το καλοκαίρι βγαίναμε στα βουνά με τα πρόβατα, στο όρος Βέρμιο, τον χειμώνα κατεβαίναμε στον κάμπο, πότε στο ένα μέρος πότε στο άλλο, πάντα στην περιοχή της Θεσσαλίας γύρω από τη Λάρισα. Ξεχειμάζαμε σε καλύβια που στήναμε άλλοτε στο Καλαμάκι, άλλοτε στο Καστρί, άλλοτε στην Αμυγδαλή (Κουκουράβα) και άλλοτε στην Πλασιά, όλα χωριά στα ριζά του Μαυροβουνίου  που είχε καλά λιβάδια για να βόσκουν τα πρόβατα. Μια φορά ξεχειμάσαμε και στο χωριό Ταουσάνι που είναι στον κάμπο πέρα από την Λάρισα. Το 1955 αγοράσαμε το κτήμα στην Πλασιά και τότε είχαμε πια μόνιμο μέρος να ξεχειμάζουμε, χτίσαμε σπίτια.

Η ζωή στο Βέρμιο.

Η στράτα για το βουνό ήταν μακρυά, κράταγε δέκα με δεκαπέντε μέρες. Πααίναμε περπατώντας από τα κονάκια ως την Λάρισα, μετά στον Τύρναβο, μετά στην Ελασσόνα, απ’ εκεί στην Κοζάνη και από εκεί ανεβαίναμε το Βέρμιο, φτάναμε στο λιβάδι Μπεη Μπουνάρ που φτιάναμε τα καλύβια. Οι άντρες έστηναν το καλύβι, οι γ’ναίκες έφτιαναν τις βάτες τα πεζούλια, ίσιωναν τον πυριμάχο να ταιριάζει η γάστρα, όπως λέγαμε. Στα λιβάδια του Μπέη Μπουνάρ υπήρχε ο Κούφαλος, μια βρύση που ήταν γνωστή σε όλους τους Σαρακατσαναίους του Βερμίου. Εκεί λοιπόν μαζωνόμασταν και ζούσαμε τα καλοκαίρια, ήμασταν γύρω στα 30 κονάκια στο λιβάδι, πέρα από εμάς ήταν οι Κατσαραίοι, οι Σεργκαναίοι, οι Κυργιαναίοι και άλλες οικογένειες, οι πιο πολλοί Κασσανδρινοί που ξεχείμαζαν στην Μακεδονία. Δίπλα στο Μπεη Μπουνάρ ήταν η Τζουμαγιά που υπήρχαν κι άλλα κονάκια, παραδίπλα η Πλαλίστρα που βγαίνανε οι Βλάχοι. Όλες οι κορφές του Βερμίου τα καλοκαίρια γιόμιζαν από Σαρακατσάνους, από την μια μεριά ως την άλλη θα ύπαρχαν τότε 60 με 70 χιλιάδες πρόβατα από το Σιδεράκι έως την Καστανιά, το βουνό αυτό το αγαπήσαμε και το ‘χαμε για σπίτι μας. Εκεί ζήσαμε χαρές και λύπες, γλέντια και μοιρολόγια, παντρέψαμε και θάψαμε. Όταν συγχωρέθηκε ο πατέρας μου, δεν τον κατεβάσαμε στον κάμπο, τον θάψαμε εκεί στο βουνό.

Καλοκαίρι του 1957 στα καλύβια του Μπέη Μπουνάρ.

Η οικογένειά μας είχε περί τα οχτακόσια πρόβατα. Γίδια δεν είχαμε πολλά, ο τόπος στο Μπέη Μπουναρ ήταν σπανός και δεν έκανε για αυτά, όσα είχαμε τα πουλήσαμε. Το γάλα που βγάζαμε στα καλύβια το έπαιρναν οι Βλάχοι έμποροι από τη Βέροια, τα κουβαλάγαμε μέχρι την τοποθεσία Ζωοδόχο Πηγή που είχε τον δημόσιο δρόμο, από εκεί το παίρνανε από τον δρόμο και το κατέβαζαν. Ο πατέρας μου ήταν ο τσέλιγκας, αρχηγός στην οικογένεια, γύρω από αυτόν ζούσαμε με σεβασμό. Είχα άλλα δύο αδέρφια που πέθαναν πιο νέοι, τον μεγάλο μου αδερφό τον Αποστόλη που παντρεύτηκε την Γιαννούλα Ζαχαρή και τον μικρό μου αδερφό τον Θόδωρο που παντρεύτηκε την Χριστίνα Σταυροθεόδωρου.

Πάνω στα καλύβια για τρεις μήνες το καλοκαίρι παίρναμε έναν δάσκαλο να μαθαίνει τα γράμματα στα παιδιά, τον πληρώναμε, του δίναμε καλύβι να μείνει και φαγητό. Τα παιδιά όμως τότες ήταν και άγρια, κάνανε απειθαρχίες γιατί δεν ήταν μαθημένα να κάθονται φρόνιμα, πολέμαγε ο δάσκαλος να τα μαλώσει και σ’κόνωνταν αυτά και τράβαγαν τις πέτρες. Το βράδυ όμως τα μάλωναν οι γονιοί, «ή θα λα μάθ’ς γράμματα ή δεν θα φας ψωμί», κιότευαν αυτά, κάθονταν και μαθαίνανε στο τέλος. Ένας πολύ καλός δάσκαλος που πέρασε από τα καλύβια μας τα καλοκαίρια ήταν ο Δήμος ο Περδίκης, που μετά έγινε δικηγόρος στη Βέροια. Από αυτόν έμαθα τα λίγα γράμματα που ξέρω.

Με τον καλυβοδάσκαλο και αγαπημένο φίλο Δήμο Περδίκη (δεξιά) την 25 Σεπτεμβρίου 1943.

Δίπλα στο λιβάδι της Τζουμαγιάς, είχαν φτιάξει ανάμεσα στις στάνες μια μικρή εκκλησία από πέτρες. Όταν γιορτάζαμε την Παναγία που την είχαμαν γιορτή καλύτερη και απ’ το Πάσχα, βαστούσαν από λάδι ακόμα και οι γριές, πααίναμε στην εκκλησίτσα αυτή να μεταλάβουμε, έρχονταν παππάς και την λειτουργούσε. Μαζί του έφερνε και τρία κόκκινα μήλα, και όταν τέλειωνε η λειτουργία τα ‘βγαζε δημοπρασία. Όποια στάνη τα κέρδιζε, πλήρωνε τον παππά και έκανε το γλέντι για την Παναγία. 
 
Στο βουνό μάθαμε να αγαπάμε την πλάση, τα δέντρα, τα ζωντανά, σήμερα οι νέοι δεν μπορούν να καταλάβουν την ζωή που κάναμε τότε, είναι κλεισμένοι στις πόλεις, τους έρχεται περίεργα. Είχαμε όμως και πολλούς κινδύνους και κακοτοπιές, είχαμε κακουχίες και συμφορές, πείνα και αρρώστιες, να σε φ’λάει ο Θεός. Ποτέ δεν θα ξεχάσω μια φορά στην τοποθεσία Καρατσαΐρι, κοντά στο Μπέη Μπουνάρ, είχαμαν πάει με τον ξάδερφό μου Γεώργιο Δαλακούρα να κόψουμε λούρες για να φτιάξουμε το τσαρδάκι να σφαλίσουμε τα πρόβατα, ήταν σπανό το μέρος στο Μπεη Μπουνάρ και δεν είχε κλαριά, γυρνάγαμε και μας πήρε η βροχή, αστραποτσουγκάναγε όπως λέγαμε, βροντούσε κι άστραφτε. Πααίναμε ράχη- ράχη, εκεί κοντά στο δρόμο είχαν το καλύβι κάτι ξαδέρφια μου, του είπα να τρέξουμε προς τα εκεί αλλά αυτός δεν άκουγε και τράβαγε το δρόμο. Εγώ έτρεξα μέχρι εκεί να πάρω μιά κάππα και να γυρίσω να τον προκάνω, αλλά μέχρι να τον φτάσω έπεσε και τον βάρεσε ο κεραυνός. Ξεψύχησε στα χέρια μου, είχε καεί, τον κλάψαμε και μετά πήγαμε τον θάψαμε στην Ακρινή, στο προσφυγικό χωριό από την μεριά της Κοζάνης. Η ζωή τότε ήταν δύσκολη, χωρίς ανέσεις και ευκολίες, αμα θα αρρώσταινες γιατρό δεν έβρισκες. Ο μικρός μου αδερφός ο Θόδωρος πέθανε νέος από τον σκωληκοειδήτη, δεν το κατάλαβε νωρίς και δεν το πρόκανε, του έσκασε μέσ’ στην κ’λιά όπως είπαν μετά.

Καλοκαίρι του 1945 στο Βέρμιο.

Η δεκαετία του 1940.

Μετά το 1940 ήρθε η κατοχή, πιάστηκε ο πόλεμος και μπήκαν οι Γερμανοί. Στις πόλεις τους έπιασε η πείνα, εμάς μας φύλαγε ο Θεός και είχαμε τα ζωντανά που μας θρέφαν, έρχονταν από την Λάρισα οι ανθρώποι όταν ξεχειμάζαμε και μας έδιναν γραμμόφωνα και χρυσά για να τους δώκουμε ψωμί να φαν’, φρίκη. Τους δίναμε τυρί και γάλα, δεν παίρναμε τα αντίδωρα, ‘φχαριστάγαν και γύρναγαν πίσω.

Το μεγάλο κακό όμως που μας ηύρε τα χρόνια εκείνα ήταν ο Εμφύλιος ο πόλεμος. Παντού έβλεπες τους πεθαμένους, δεν μπόραγες να περπατήσεις στο δρόμο να μη σε βρει το κακό, σκότωνε ο αδερφός τον αδερφό. Πααίναμε και τότε στο Μπέη Μπουνάρ, αλλά θυμάμαι μια φορά το 1946 που βγήκε η διαταγή να φύγουμε της Παναγίας γιατί υπήρχαν πολλοί αντάρτες στο βουνό και θα ανέβαινε ο στρατός να τους πολεμήσει. Η διαταγή αυτή βγήκε τον Αύγουστο του 1946, την εντολή την έδωσε από το υπουργείο ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής, ο Βουρδουλάκης, έπρεπε το πρωί της 15ης Αυγούστου 1946 να μην μείνει κανένας στο βουνό, άνθρωποι και κοπάδια. Όταν ξημέρωσε η 16, πριν προκάνουμε να φύγουμε γιατί στις δεκαπέντε γιορτάζαμε την Παναγία και την είχαμε μεγάλη γιορτή, πιάστηκαν οι μάχες και τρέχαμε να σωθούμε, σηκώσαμε το κονάκι, πήραμε τα πρόβατα και κατεβήκαμε στην Ακρινή Κοζάνης για να γλιτώσουμε, μετά τραβήξαμε σιγά σιγά παραπέρα να βρούμε μέρη για βοσκή και φτάσαμε στο ποτάμι στα Σέρβια, στη γέφυρα στον Βελβεντό, το μέρος το έλεγχε ο στρατός. Εκεί στον κάμπο στήσαμε τα καλύβια, μείναμε μέχρι να πιάσει ο χινόπωρος και γυρίσαμε στη Λάρισα. Κάποια χρόνια μετά, όταν σταματήσαμε να βγαίνουμε, έκατσα κι έγραψα ένα τραγούδι για να θυμάμαστε τον Αύγουστο του 1946 που μας έδιωξαν από τα βοσκοτόπια μας:

Σαν τι κακό που πάθανε οι Σαρακατσαναίοι,
μες στα βερμιώτικα βουνά, ψηλά στο Μπέη Μπουνάρι,
μια διαταγή τους έστειλε αυτός ο Βουρδουλάκης,
να φύγουνε τον Αύγουστο στους κάμπους να κατέβουν,
στις δεκαπέντε το πρωί, κανένας να μην μείνει.
Η δεκαπέντε πέρναγε, γιόρταζε η Παναγία,
η δεκαέξ’ ξημέρωνε, μην είχε ξημερώσει,
γιόμισε αποσπάσματα ψηλά στο Μπεη Μπουνάρι,
Καρατσαΐρ και Τζουμαγιά, Στέρνη κι Αλιχότζια,
κι εκεί στο Μπρούφα στις οξυιές, ήτανε και αντάρτες,
σαν έκαμαν και πιάστηκαν σαν αετοί με φίδια,
Καρατσαΐρ και Τζουμαγιά, βογκάει από ντουφεκίδια.
Σαρακατσάνοι σκόρπισαν, δεν ξέραν που να πάνε,
άλλοι κατά την Ακρινή και άλλοι κατά την Βέροια,
Καρατσαϊρ και Τζουμαγιά κατέβηκαν στα Σέρβια,
γιόμισε ο κάμπος πρόβατα και οι λαγκαδιές τσιατούρες.
      
Φόντας ξεχειμάζαμε στην Άνω Κουκουράβα και ήταν ο Εμφύλιος, μια μέρα φύλαγα τα πρόβατα στην τοποθεσία «στου Ντάφου τα δέντρα», έτσι λέγονταν, ήμαν μαναχός, τα σκυλιά όρμησαν σε δύο αντάρτες που ανηφόριζαν σε κάτι σπηλιές που ήταν εκεί πιο πάνω που είχαν στρατόπεδο. Ο ένας φώναζε και έβριζε, κρατούσε ένα αυτόματο και τουφέκισε το ένα σκυλί, τα άλλα φοβήθηκαν και λάκισαν. Του φώναξα οργισμένος «τι κάν’ς αυτού ρε», αυτός γύρισε το όπλο και με βάρεσε κι εμένα, με πήρε η σφαίρα στο πόδι και έπεσα καταγής, ο άλλος που ήταν μαζί του όρμησε και τον χτύπησε γιατί θα λα με σκότωνε, τον πήρε κι έφυγαν, με έσωσε απ’ τον παλαβό!

Μιαν άλλη φορά, θυμόμαι, που ξεχειμάζαμε στο Καλαμάκι, είχαμε τα στέρφα πρόβατα λίγο πιο μακριά κοντά στο χωριό Σουφλάρι κάτω από τον Κίσσαβο, ήμαν εκεί στο Σουφλάρι με τον φίλο μου τον Γιάννη τον Στάθη και θέλαμε να κάνουμε χωρατό σε κάτι μικρά βλαχάκια που κάθονταν εκεί, τότε με τον Εμφύλιο έρχονταν και τα πρώτα αυτοκίνητα που δεν ύπαρχαν μέχρι τότε, μας έρχονταν περίεργα. Ρωτ’σαμε τα παιδιά «Σκιάζεται ωρέ παιδιά τ’ αυτοκίνητο;», «δεν σκιάζεται» απόκραιναν αυτά, εμείς θέλαμε να κάνουμε μουραπά, βάνουμε τις κάπες με τον Γιάννη και εκεί που ‘ρχονταν το αυτοκίνητο, βγήκαμε ξαφνικά μπροστά και χουγιάζαμε, να δείξουμε στα μικρά ότι σκιάζεται. Ο οδηγός λαχτάρησε, του ‘φυγε το τιμόνι και βγήκε από το δρόμο στο χαντάκι, φύγαμε τρέχοντας εμείς, έφυγε και αυτός. Πέρασε η ώρα, όπως καθόμασταν στο μαντρί ήρθαν να μας πάρουν οι αντάρτες από το δίπλα χωριό την Μαρμάριανη που ήταν το Ε.Α.Μ., ελάτε μαζί μας λένε, θα δικαστείτε στο λαϊκό δικαστήριο γιατί πήγατε να σκοτώσετε έναν άνθρωπο. Μας πήραν και μας παν στο λαϊκό δικαστήριο, είχε πάει ο οδηγός που σκιάχτηκε και μας μήνυσε ότι θα τον σκοτώναμε κι αυτόν και τα ζώα που κουβάλαγε πάνω. Κάτσαμε εκεί να μας δικάσουν, είπαμε τώρα θα μας εκτελέσουν, βγαίνει ο δικαστής των ανταρτών, ήταν ένας παππάς αυστηρός και μας λέει «τι κάνατε ωρέ εσείς;», του αποκραίνω «θέλαμε να σκιάξουμε το αυτοκίνητο παππά μου, να τι κάναμε, μουραπά, αφού δεν σκιάζεται, δεν είναι ζωντανό να σκιαχτεί». Πετάχτηκε τότες ο οδηγός και λέει «Σκιάχτηκε το αυτοκίνητο και θα με σκοτώνατε κι εμένα και τα ζωντανά», ήταν λίγο ελαφρύς κι αυτός, του απαντάει ο παππάς «Σκιάζεται ωρέ το αυτοκίνητο; Άνθρωπος είναι ή ζωντανό; Είσαι με τα καλά σου ωρέ άνθρωπε; Άιντες φευγάτε όλοι από εδώ ευλογημένοι!», μας είπε και μας αμόλησε και γλιτώσαμε.  
         
Στα τέλη του Εμφύλιου με επιστράτευσαν για δύο χρόνια, τότε ο στρατός έφτιανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο όρος Μαυροβούνιο της Θεσσαλίας, εγώ ήξερα τα μέρη και τα μονοπάτια του βουνού καλά και με είχαν για ιχνηλάτη να οδηγώ το απόσπασμα. Είδα μάχες και σκοτωμούς, να φωτίσει ο Θεός τον Έλληνα να μην ξαναδεί τέτοιο κακό. 


Με το στρατιωτικό απόσπασμα σε σαρακατσάνικη στάνη κατά την ανάπαυλα των πολεμικών επιχειρήσεων – Καλαμάκι Μαυροβουνίου Μάρτιος 1947.

Τα νεότερα χρόνια.

Όπως πέρναγαν τα χρόνια, αρχίσαμε να αλλάζουμε και οι Σαρακατσάνοι. Όταν αγοράσαμε τα κτήματα στην Πλασιά το 1955, χτίσαμε μόνιμα σπίτια για να μένουμε εκεί, αρχίσαμε σιγά σιγά να καλλιεργούμε και τη γη και να ασχολούμαστε με την γεωργία. Το 1956 παντρεύτηκα την Ανδριάνα Μπούτλα του Ιωάννη, Σαρακατσάνα από την Πρινιά Αγιάς και κάναμε δύο παιδιά, τον Θόδωρο και την Αλεξάνδρα.

Ο γάμος μου το 1956.


Με την γυναίκα, τα παιδιά μου και τον ανηψιό μου από αδερφό Τάκη Δαλακούρα (δεξιά) τον Μάιο του 1968 στην Πλασιά.

Τότε αρχίσαμε να παίρνουμε το τρένο για το κοπάδι, πααίναμε από την Πλασιά ως την Λάρισα, φορτώναμε στο τρένο, κατεβαίναμε στη Βέροια και από εκεί παίρναμε τον ανήφορο με το κοπάδι για το Μπεη Μπουνάρ. Τα νεότερα χρόνια έρχονταν τα φορτηγά στην Πλασιά, φορτώναμε το κοπάδι και πηγαίναμε οδηγώντας μέχρι την Ακρινή Κοζάνης, ξεφορτώναμε και ανεβαίναμε από εκεί στα λιβάδια του Βερμίου.  Η τελευταία χρονιά που βγήκαμε οικογενειακά στο βουνό ήταν το καλοκαίρι του 1967, πήγαμε με φορτηγά στο λιβάδι Ινιλί και μείναμε εκεί. Τα επόμενα χρόνια μέχρι το 1972 φορτώναμε τα πρόβατα και τα στέλναμε τα καλοκαίρια πάνω με τον ξάδερφό μου Αλέκα Δαλακούρα χωρίς να πηγαίνουμε εμείς γιατί στο μεταξύ είχαμε πιαστεί με τα γεωργικά και τα καλοκαίρια ασχολούμασταν με τα τεύτλα και τα βαμβάκια που καλλιεργούσαμε, γίναμαν γεωργοί. Από εκεί και μετά κρατήσαμε γύρω στα 200 πρόβατα που τα ‘χαμε μόνιμα στο χωριό, σιγά σιγά λιγόστευαν μέχρι και το 1999 που τα σταματήσαμε γιατί μας πήραν τα χρόνια, μείναμε να βοσκάμε τις κότες!

Με τα πρόβατα στο ρουμάνι τον Απρίλιο του 1984.

Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Επαρχίας Αγιάς.

Στην περιοχή μας ιδρύθηκε και σύλλογος Σαρακατσαναίων της επαρχίας Αγιάς, δούλεψαν πολύ τα παιδιά μας, ειδικά ο Τάκης ο Γαλής και ο Νίκος ο Στάθης και όλα τα παιδιά. Τα πρώτα χρόνια φτιάναμε τα καλοκαίρια ένα αντάμωμα στην Μαρμάριανη της Αγιάς, τώρα πια όμως κάθε καλοκαίρι γίνεται ένας τρανός χορός μια στο Καστρί μια στην Ανάβρα και σ’ όλα τα χωριά που έχ’νε οικογένειες σαρακατσαναίων από δω γύρα, γλέντι και τραγούδι και χορός, στήνουν και ορθά καλύβια και δείχνουν πως τα φτιάχναμαν τα παλιακά τα χρόνια. Τα ανταμώματα πρέπει να γίνονται για να μη χαθεί η παράδοση και να μάθουν τα νέα τα παιδιά τη ζωή των παππούδων τους. Φόντας είχε γίνει το πρώτο αντάμωμα στο Περτούλι, υπήρχε μεγάλη χαρά γιατί πάαινες εκεί και έβλεπες κόσμο από παλιά, φίλους από το βουνό και τον κάμπο, συγγενήδες και σταυραδέρφια απ’ όλη την Ελλάδα. Έκατσα μια μέρα που φύλαγα τα πρόβατα κι έγραψα ένα τραγούδι για την χαρά που μας έδωσε το πρώτο αντάμωμα και αυτοί που το ξεκίνησαν.  

Τι καρτερείς βρε Κόζιακα, κι εσύ ωρέ Περτούλι,
Τους τσελιγκάδες καρτερώ τους σαρακατσαναίους,
να βγουν τον Μάη στ’ αντάμωμα που ‘χαν χρόνια να σμίξουν,
να ψήσουν, να γλεντήσουνε, να ρήξουν στο σημάδι,
να πιούνε και καλό κρασί, τους νέους να ευχόνται,
που κάτσανε και γράψανε απ’ το πανεπιστήμιο,
μηνύσανε στον πρόεδρο τον Μήτρο τον Κυργιάννη,
να πει στον Τάσο τον Σουφλιά, ο ήχος να το πάρει,
να διαμηνύσει στα χωριά κι όλα τα βιλαέτια.
Κι όλοι χαμπάρι πήρανε, όλα τα τσελιγκάτα,
και μαζευτήκαν στην κορυφή, στην βρύση στο Περτούλι,
κι εκεί να ιδείτε ωρέ παιδιά το γλέντι που’ χει γίνει,
χορεύουνε και πίνουνε και κάπου κάπου κλαίνε,
που χάσανε τους φίλους τούς τους γεροτσελιγκάδες.

Σέρνοντας τον  χορό το καλοκαίρι του 2015 στο αντάμωμα των Σαρακατσαναίων της επαρχίας Αγιάς.