portraita

kentriki mpara




Το βιβλίο αυτό προέκυψε αφ' ενός από τη βαθύτερη επεξεργασία και μελέτη ενός υλικού -προφορικού και αρχειακού- που συγκέ­ντρωσα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, αφ' ετέρου από την αναστοχαστική προσέγγιση και το βιβλιογραφικό εμπλουτισμό των απόψεων που διατύπωνα εκεί. Πρόκειται για μια εθνογραφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Ζαγόρι κατά την περίοδο 1996-2000, μετά από αρκετή σκέψη και εσωτερική σύ­γκρουση. Η αρχική μου επιφύλαξη για το αν τελικά θα κατάφερνα να βρω πληροφορητές πρόθυμους να μου μιλήσουν για ένα θέμα-ταμπού οτο Ζαγόρι, τις σχέσεις δηλαδή ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν το πληθυσμιακό του σώμα, διαλύθηκε γρήγορα από τη συγκινητική ανταπόκριση των συμπατριωτών μου όλων των ομάδων. Το ίδιο γρήγορα όμως αντικαταστάθηκε από uux νέα επιφύλαξη: πόσο «φρόνιμο» θα ήταν να δημοσιοποιήσω όλο αυτό το υλικό;


Η άρση του ενδοιασμού αυτού επιτεύχθηκε σταδιακά. Καταρχην η ενασχόληση με τα θεωρητικά ζητήματα («ανθρωπολογία οίκοι». εθνοτικές ταυτότητες κ.λπ.) μου έδωσε τη σιγουριά της επιστημονικότητας, καθώς μια σειρά από ερωτήματα που γεννούσε το υλικο έβρισκαν απάντηση στη θεωρία και αντίστροφα. Η αποδοχη της διατριβής από την επιστημονική κοινότητα επισφράγισε τη διαδικασια αυτή και ταυτόχρονα με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Παραλληλα η ίδια η διεξαγωγή της έρευνας στο Ζαγόρι είχε ήδη καταστειι ένα αντικείμενο συζήτησης που ξεπερνούσε κατά πολύ τους συνήθεις τοπικούς «φιλολογικούς» κύκλους: οι προσδοκίες, πρωτα των πληροφορητών αλλά και γενικότερα των κατοίκων της περιοχης προβάλλονταν στο αποτέλεσμα της έρευνας αναμένοντας δικαιοσυνη». Η αναγκαία συνέπεια ήταν να προκαλούνται συχνά συζητήσεις -με ή χωρίς την παρουσία μου- για το ζήτημα, γεγονός που συνιστά, νομίζω, μια πρώτη «επιτυχία»: την πρό­κληση ενός διαλόγου για θέματα στα οποία όλοι στο Ζαγόρι έ­χουν γνώμη, αλλά διστάζουν να την καταθέσουν δημόσια. Από την άποψη, λοιπόν, αυτή το παρόν βιβλίο αποτελεί τη δική μου θέση και ταυτόχρονα συμβολή στο διάλογο που μόλις ξεκίνησε.

Από την άλλη μεριά, πέρα δηλαδή από τη στενά τοπική του δι­άσταση, το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει θεωρητικά και με­θοδολογικά στην επιστημονική έρευνα που διεξάγεται στο μικρο-κοινωνικό επίπεδο. Η ελληνική κοινωνία βρίθει από κοινότητες πληθυσμιακά μεικτές, όπου η εθνοτική ταυτότητα αναμειγνύεται με την τοπική στο πλαίσιο ανάπτυξης «στρατηγικών επιβίωσης» από τα άτομα και τις ομάδες. Η επιστημονική προσέγγιση των φαι­νομένων αυτών είναι ικανή, πιστεύω, να μας καταστήσει περισσό­τερο έμπειρους και «ευαίσθητους» δέκτες, ώστε να κατανοήσουμε όχι μόνο τις αιτίες και τον τρόπο εκδήλωσης των φαινομένων αυ­τών, αλλά πολύ περισσότερο τη λειτουργικότητα τους στο κοινω­νικό πεδίο. Για να πετύχουμε έναν τέτοιο στόχο, η εθνοτοπική ταυ­τότητα αναδεικνύεται σ' ένα πολύτιμο αναλυτικό εργαλείο, ειδικά όταν η περιγραφική της αξία προκύπτει από συγκεκριμένα εθνο­γραφικά παραδείγματα, όπως στην περίπτωση μας το Ζαγόρι.

Για τη βοήθεια του στον προσδιορισμό της έννοιας «εθνοτοπική ταυτότητα» οφείλω πολλές ευχαριστίες στον κ. Βασίλη Νιτσιάκο, Καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε καμιά «θεσμική» σχέση με την έ­ρευνα που διεξήγαγα, στάθηκε πολύτιμος αρωγός κάθε φορά που ζήτησα τη βοήθεια του και επιπλέον με ενθάρρυνε -και θεσμικά αυτή τη φορά, μέσω των εκδόσεων Οδυσσέας- να δημοσιεύσω το τελικό κείμενο. Πολλές ευχαριστίες οφείλω επίσης στα μέλη της επιτροπής που έκρινε τη διατριβή μου, καθώς με τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν συνέβαλαν ουσιαστικά στην τελική διαμόρφωση του κειμένου. Πρόκειται για την κ. Χρυσούλα Χατζητάκη-Καψωμένου, αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λαογραφίας, που είχε και την επιστημονική καθοδήγηση, τον κ. Ιωάννη Χασιώτη, ομότιμο -πλέον- Καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, την κ. Αγγε­λική Σφήκα-Θεοδοσίου, επίκουρη Καθηγήτρια Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας (τριμελής συμβουλευτική επιτροπή) και επιπλέον την κ. Άρτεμη Ξανθοπούλου-Κυριακού, Καθηγήτρια Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας και την κ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, επίκουρη Καθηγήτρια Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, όλοι τους διδάσκοντες στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλο­σοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Στα άλλα δύο μέλη της επιτροπής, την κ. Ευτυχία Βουτυρά, αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κοινωνικής Αν­θρωπολογίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και τον κ. Ευάγγελο Αυδίκο, αναπληρωτή Καθηγητή Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστο­ρίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπι­στημίου Θεσσαλίας, οφείλω να αναφερθώ ιδιαίτερα, γιατί με τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις τους όχι μόνο με βοήθησαν να οριστικοποιήσω την τελική μορφή του κειμένου, αλλά επιπλέον με θωράκισαν βιβλιογραφικά και με στήριξαν ηθικά.

Τέλος, ευχαριστίες οφείλω στους υπεύθυνους του Ιδρύματος «Κ. Λαζαρίδης» στο Κουκούλι Ζαγορίου, τους υπεύθυνους του περιοδικού Το Ζαγόρι μας στα Γιάννενα καθώς και στους υπεύθυνους της Κοινότητας Μονοδενδρίου στο Ζαγόρι και του Ριζαρείου Ιδρύματος στην Αθήνα, γιατί έθεσαν το πολύτιμο αρχειακό υλικό που διατηρούν στη διάθεση μου. Επιπλέον, σε όλους τους πληροφορητες μου και ειδικά τους γονείς μου. που με μεγάλη προθυμία αγκαλιασαν και στήριξαν την έρευνα μου. με αποτέλεσμα να αναδειχθουν σε συν-γραφείς του βιβλίου αυτού. Για το λόγο αυτό τους το αφιερωνω.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΔΑΛΚΑΒΟΥΚΗΣ