portraita

kentriki mpara

Χρήστος Γίδαρος.


Από την Παλιά Σερβία στο Ν. Κορδελιό

του Γιώργου Κολοβού
Οι Σαρακατσαναίοι παλαιότερα πήγαιναν στην παλιά Σερβία, γιατι έβρισκαν καλά βοσκοτόπια. Τα πρώτα χρόνια ξεκαλοκαίριαζαν εκει και το χειμώνα γύριζαν πίσω, γιατί δεν υπήρχαν σύνορα. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους άλλαξαν τα πράγματα, έκλεισαν τα σύνορα και παρέμειναν αναγκαστικά εκει. Κυρίως έμεναν νότια, αλλά αρκετές οικογένειες πήγαιναν και πιο πάνω, λίγο πιο πάνω απο το Νίς και κάτω απο το Βελιγράδι. Αργότερα όμως κι αυτοί μετατοπίστηκαν κάτω. Ξέρω όμως 5-6 οικογένειες που παρέμειναν εκει αλλά τώρα έχουν ξεφύγει τελείως.

Οι Γιδαραίοι παλαιότερα ξεχείμαζαν κοντά στον Πολύγυρο. Το καλοκαίρι έβγαιναν στην παλιά Σερβία και το χειμώνα γύριζαν πίσω στη Χαλκιδική. Τον πατέρα του παππού μου τον έλεγαν Νικόλαο Γίδαρη και ήταν τρία αδέλφια. O παππούς μου ο Χρήστος γεννήθηκε περίπου το 1880 και ήταν 6 αδέλφια. Για ένα διάστημα πήγαν όλοι μαζί στη Βουλγαρία, στη Μπαρκόβιτσα, αλλά τα τρία αδέλφια επέστρεψαν στην Ελλάδα και αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Νέα Πέτρα Σερρών. Όταν έκλεισαν τα σύνορα παρέμειναν τρεις στη Σερβία και τρεις στην Ελλάδα. Η γιαγιά μου ήταν η Μαρία το γένος Μπουρντούνη και ηταν Πολίτισσα και ακόμα υπάρχουν συγγενείς κοντά στην Κομοτηνή.



Ο παππούς Χρήστος Γίδαρης με τη σύζυγο του Μαρία (το γένος Μπουρντούνη) και τα 8 παιδιά του (κρατά και ένα εγγόνι του).
Ο πατέρας του Χρήστου Γίδαρη είναι όρθιος δεύτερος από αριστερά
Παλιά Σερβία - 1926


Οι δικοί μας οι Γιδαραίοι έμεναν κοντά στα σύνορα, παραέξω απο ένα Σέρβικο χωριό τη Μπογδάνιτσα, δίπλα στο Γεύγελη. Εκει είμασταν μόνο Σαρακατσιάνοι. Είμασταν πάντα μαζί με τους Μαργιουλαίους, ..καμμιά εικοσαριά οικογένειες, .....μαζί ζήσαμε, ένα μπατζιό. Η γνωστή φωτογραφία με τα κονάκια των Μαργιουλαίων δεν είναι στη Μπογδάνιτσα, είναι στο Ούντοβο, λίγο πιο πάνω, στο λοφάκι δίπλα στο δρόμο, πίσω απο την Εκκλησία. Εκει ήταν τρεις οικογένειες Μαργιουλαίοι, μία Μπάρκας και μία Καλός. Το καλοκαίρι βγαίναμε πάνω στο βουνό Αλτσιάκι.

Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1910 και είναι γραμμένος στον Πολύγυρο. Κι αυτός το καλοκαίρι έβγαινε στην παλιά Σερβία και το χειμώνα γύριζε πίσω στη Χαλκιδική. Η τελευταία χρονιά που δεν γύρισε στην Ελλάδα ήταν το 1918. Απο τότε μετά απο 45 χρόνια ξαναγύρισε οριστικά το 1963.





Το 1942 τα δύο αδέλφια του πατέρα μου έφυγαν σκαστοί μαζί με τα κοπάδια τους και γύρισαν στην Ελλάδα. Ο παππούς μου έμεινε πίσω με τον πατέρα μου και όλη την οικογένεια. Η μάνα μου ειναι απ’ τους Κωτσαίους, απο ένα διπλανό χωριό. Με τον πατέρα μου παντρεύτηκαν στη Μπογδάνιτσα στις 20 Ιανουαρίου του 1942. Τότε παντρεύονταν όλοι μεγάλοι, πάνω απο τριάντα. Η επόμενη γεννιά παντρεύονταν μικροί.

Εγώ γεννήθηκα στις 10 Ιουνίου του 1943 στο βουνό Αλτσιάκι. Κανονικά το επώνυμο μου είναι Γίδαρης. Εκει μας άλλαξαν το όνομα και μας έβαλαν πίσω το –ωφ και στη συνέχεια έγινε Γίδαρος. Είμαι γραμμένος στο Κόνσκο, το τελευταίο χωριό πριν ανεβούμε το βουνό. Εκει ήταν τα στοιχεία και εκει βαφτίστηκα. Στον πόλεμο οι Γερμανοί το έκαψαν το χωριό και τα στοιχεία μου μετά ήταν στο Γεύγελη. Τα καλοκαιρία βγαίναμε συνέχεια στο Αλτσιάκι μέχρι το 1947. Εμεις οι Γιδαραίοι, οι Μαργιουλαίοι, οι Κωτσαίοι και κάποιοι άλλοι. Πιο πέρα, απέναντι στη Μπάρα είχε άλλο τσελιγκάτο. Εκει ήταν οι Μπαρτζαίοι, παραδίπλα ήταν οι Φαρμακαίοι. Η πλειοψηφία των Σαρακατσαναίων έβγαινε στο Αλτσιάκι και στη Μπάρα. Αλλά και στο Περιστέρι έβγαιναν αρκετοί, ...οι Τυχαλαίοι και άλλοι. Μέχρι το 1948 ζούσαμε σε καλύβια και τα θυμάμαι πολύ καλά. Θυμάμαι τις μετακινήσεις, τα φορτωμένα τα άλογα, τις τσιατούρες που σταματούσαμε….. Και σε γάμο έχω πάει στα καλύβια των Μαργιουλαίων, όταν έμεναν στο Ούντοβο.



Γάμος Χρήστου Μπάρτζιου και Μαρίας Γίδαρη (με το λευκό βέλο)
Παλιά Σερβία - 1930


Να σου πω και μία ιστορία. Επι κατοχής, στο βουνό ο πατέρας μου έχασε τέσσερα άλογα και ξεκίνησε με τα πόδια μ’ έναν Χρήστο Μαργιούλα να τα βρεί. Πέρασαν τα σύνορα και ρωτώντας απο δω κι απο κει, ......πήραν πληροφορίες, ..... πέρασαν τη Γρίβα, τη Γουμένισσα και απο εκει έφτασαν στο Παλιό Αγιονέρι πριν τη Θεσσαλονίκη. Eίδε ο πατέρας μου τ’ άλογα και εκει ήταν κάποιος και του λέει ο πατέρας μου .....τ’ άλογα είναι δικά μου. Όχι του απαντά εκείνος, ...τ’ αγόρασα εγώ. Ξαφνικά καβαλάει το ένα τ’ άλογο ο πατέρας μου και πάει δίπλα προς το Βαθύλακκο στους Γερμανούς που ήταν σε κάτι αποθήκες και τους λέει, έτσι κι έτσι. Δίνει εντολή ο διοικητής και πηγαίνει ένας Γερμανός με το τρίκυκλο εκεί που ήταν τ’ άλογα. Γυρίζει προς τον πατέρα μου και του λέει : μίλα στο άλογο. Ο πατέρας μου πήγε κοντά και το άλογο ανταποκρίθηκε. Και ετσι τα πήραν και γύρισαν πίσω στο Αλτσιάκι. Και αυτός που τα είχε πάρει ήταν Σαρακατσάνος, .....ξέρω και ποιός ήταν, ...αλλά άστο !!!


Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΚΤΟΠΙΣΗ

Το 1948 τον Απρίλιο μήνα μας πήραν τα πρόβατα. Το θυμάμαι πολύ καλά, ...σαν να είναι σήμερα. Θυμάμαι οτι ήρθε ο στρατός και έβαψε όλα τα πρόβατα με κόκκινο χρώμα. Εμείς τα παιδιά μαζευτήκαμε γύρω-γύρω και οι φαντάροι σε κάτι ξύλινα κιβώτια μας έδωναν μαρμελάδα. Τον πατέρα μου τον είχαν πάρει απο την προηγούμενη μέρα στην ασφάλεια. Όποιος είχε πάνω απο τετρακόσια, τα έπαιρναν όλα και του άφηναν σαράντα. Όποιος είχε κάτω απο τετρακόσια πρόβατα δεν του έπαιρναν κανένα. Αυτοί συνέχισαν να ζουν την κανονική Σαρακατσάνικη ζωή, ...πάνω-κάτω, μέχρι το 1957. Εμείς, ... τι ν’ ανέβουμε στο βουνό με σαράντα πρόβατα.




1948 - Ιστορικό ντοκουμέντο για την κατάσχεση των προβάτων της οικογένειας Γίδαρη και δεξιά η επίσημη Ελληνική μετάφραση


Το 1948 έγινε γενική απογραφή και έγινε και στους Σαρακατσάνους. Κατ’ ευθείαν μας έδωναν Σέρβικη υπηκοότητα χωρίς να μας ρωτήσουν. Και τότε άρχισαν να πηγαίνουν και φαντάροι. Θυμάμαι τον θείο μου να κατεβαίνει την κατηφόρα απ’ το Αλτσιάκι για να πάει φαντάρος και τη μάνα του πίσω να κλαίει. Τον Μάιο του 1948, ενα μήνα μετά που μας πήραν τα πρόβατα, μας έστειλαν εξορία. Μας πήγαν ανάμεσα Στιπ και Κότσιανη, ..για να είμαστε μακρυά απο τα Ελληνικά σύνορα. Εκει κάναμε καλύβια, ...πέρασε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μας πήγαν σε κάποιο χωριό στην περιοχή της Στρούμιτσας που ειχε κρατικοποιηθεί, Χάμζαλι το’ λεγαν. Απο κτηνοτρόφοι που είμασταν αναγκαστήκαμε να ασχοληθούμε με τη γεωργία, ....όλοι, γυναίκες και άντρες δουλεύαμε. Εκει εγκατασταθήκαμε σε σπίτια και ζήσαμε μέχρι το 1963 που φύγαμε και γυρίσαμε στην Ελλάδα.

Το Χάμζαλι ήταν ένα κολχόζ, ενα κρατικοποιημένο χωριό και δεν υπήρχε καμμία ιδιοκτησία. Όλα ήταν κρατικά και όπως και οι ντόπιοι, έτσι κι εμεις πήγαμε να εργαστούμε σαν εργάτες. Σαρακατσάνοι είμασταν εμεις οι Γιδαραίοι και οι Μαργιουλαίοι. Οι άλλοι ήταν σε άλλα μέρη. Το χωριό αναπτύχθηκε με την αμπελουργία, είχε οπωροφόρα δένδρα και σιτάρια. Είχε και κτηνοτροφία, ..πρόβατα και γελάδια. Πρέπει να σου πω βέβαια οτι όλοι οι Σαρακατσάνοι πήγαν στα πρόβατα, .......τσομπαναραίοι όμως στα δικά τους τα πρόβατα.



Ο πατέρας Κων. Γίδαρης (αριστερά) με τον Δημ. Μπούρα
Βουνό Αλτσιάκι - 1936


Η πρώτη δεκαετία ήταν πολύ σφιχτή, δεν άλλαξε τίποτα στην παράδοση των Σαρακατσαναίων. Μετά άρχισε λίγο να χαλαρώνει. Κρατήθηκε όμως η γλώσσα, το τραγούδι και τα έθιμα. Οι γονείς μας προσπαθούσαν να μην ξεφ’υγουμε κι εμεις το τηρήσαμε. Γνωρίζαμε τα Σέρβικα αλλά στο σπίτι μιλούσαμε μόνο Ελληνικά. Σε μας μικτός γάμος δεν είχε γίνει μέχρι το 1963. Προτου να φύγουμε μόνο, κλέφτηκε μία κοπάλα Σαρακατσάνα απ’ τους Μαργιουλαίους απο έναν ντόπιο και είναι ακόμα εκει.

Τα σαράντα πρόβατα που είχαμε δεν τα χαλάσαμε. Δούλευαν όλοι και ο παππούς μου τα κρατούσε. Τελευταία τον βοηθούσε ένας θείος μου και πήγα κι εγω δύο χρόνια. Όλα τα καλοκαίρια μέχρι το 1959 τα βγάζαμε με τους Μαργιουλαίους σ΄ένα βουνό κοντά στα Βουλγαρικά σύνορα, το Ογκραζντεν. Μόνο άντρες, όχι οικογένειες. Κάναμε πρόχειρα καλύβια, ισα-ισα για το μπατζιό. Το 1959 τα χαλάσαμε και πήγα κι εγω στις δουλειές τις κρατικές.

Γιδαραίοι και Μαργιουλαίοι - Στη μέση καθιστος ο Χρήστος Γίδαρος - 1954


Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΠΟΓΔΑΝΙΤΣΑ

Τότε υπήρχε καταπίεση ακόμα και στα μικρά παιδιά στο δημοτικό σχολείο. Θυμάμαι μια φορά το Πάσχα, με πήρε η μάνα μου και πάγαμε να κοινωνήσουμε σ’ ένα διπλανό χωριό. Όταν γυρίσαμε, μαθεύτηκε απο τα παιδιά και η δασκάλα μ’ έπιασε και με χτύπησε. Υπήρχε πίεση να μην ακολουθεί ο κόσμος τη θρησκεία. Αλλά ο κόσμος όμως, έστω και σιωπηλά μέσα του την κράτησε. Και εμεις οι Σαρακατσαναίοι αλλά και πολλοί ντόπιοι. Και σε θέματα ιστορίας έκαναν προπαγάνδα. Για τον Μέγα Αλέξανδρο μας έλεγαν οτι ειναι Σλάβος και ας μην είχαν κανένα στοιχείο. Αλλά όταν είσαι μικρό παιδάκι στο σχολείο σε περνάνε κάποια μηνύματα. Εμεις την ιστορία της Ελλάδας τη μαθαίναμε απο τους παππούδες και τους πατεράδες μας, ....και πρέπει να σου πω οτι αυτοί αξίζουν πολλά που μπόρεσαν και κράτησαν. Βιβλία δεν είχαμε καθόλου και εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολο να μας φέρει κάποιος. Και επαφές με Σαρακατσάνους απο την Ελλάδα δεν είχαμε. Βέβαια λίγα πράγματα ξέραμε, γιατι τα πιο πολλά τα έμαθα όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα. Εκει που είμασταν υπήρχαν και άλλοι Έλληνες οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει κυρίως απο το Κιλκίς. Ειδικά στη Στρούμιτσα υπήρχαν πολλοί και τους έλεγαν μπεζάνηδες, που θα πει φευγάτοι. Και Βλάχους είχε, ... και με Ελληνική συνείδηση και χωρίς, ...αλλά όλοι ορθόδοξοι.



Γάμος του πατέρα Κων. Γίδαρη ( δεύτερος έφιππος από αριστερά)
Μπογδάνιτσα περιοχής Γευγελή – 20/1/1942


Η πιο μικρή αδελφή του πατέρα μου παντρεύτηκε το 1944 έναν Τυχάλα απο την Ελλάδα. Η πρώτη επίσκεψη ήταν της νύφης στο γαμπρό και οι γονείς πήραν τη θεία μου και ήρθαν στην Ελλάδα, νόμιμα με διαβατήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι συμπέθεροι σε μας και πήραν τη νύφη και έγινε ο γάμος. Δυο χρόνια μετά το γάμο το 1946, πήγε ο πατέρας μου με τη γιαγιά μου με τ’ άλογα για επίσκεψη (φλιά), ....ήταν κοντά στο Ακριτοχώρι, στην Κερκίνη Σερρών. Ξεκίνησαν το πρωί, πέρασαν τα σύνορα απ’ τη Δοιράνη και έφτασαν το βράδυ. Είδαν τη θεία μου,....αλλά το πρωί τους είπαν να φύγουν, γιατί υπήρχε κίνδυνος και τα πράγματα με τον εμφύλιο ήταν πολύ άσχημα. Απο τότε, ...μόλις το 1961 μετά απο δεκαπέντε χρόνια ήλθε κανονικά η θεία μου στη Μπογδάνιτσα και μας είδε. Εμάς ο εμφύλιος δεν μας άγγιξε, ....αλλά και δεν ξέραμε τι γινόταν, ...δεν είχαμε καθόλου ενημέρωση, ...ούτε ραδιόφωνο.



Γιδαραίοι
(ο πατέρας τέταρτος απο αρ. και η μητέρα πίσω από το αγόρι)
Μπογδάνιτσα περιοχής Γευγελή – 1946


Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΕ ΑΝΤΙΞΟΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Οι Σαρακατσαναίοι που έμεναν στην παλιά Σερβία κράτησαν την παράδοση και μάλιστα πιστά, παρ’όλο που τόσα χρόνια ζούσαν εκτός Ελλάδος. Ήταν πολύ θρήσκοι και θεοφοβούμενοι. Τότε δεν υπήρχε οικογένεια να μην έχει ΄΄ύψωμα΄΄, ..κουρμπάνι, τάμα. Συνήθως γίνονταν όταν είχαν μία παρά λίγο δυσάρεστη κατάσταση, π.χ. όταν αρρώσταινε κάποιος. Έλεγε η μάνα : να ζήσει το παιδάκι μου και θα γιορτάζω κάθε χρόνο, συνήθως στη γιορτή του, η όποια γιορτή ήταν πιο κοντά. Παρ’ όλο που στη Σαρακατσάνικη οικογένεια ο άντρας αποφάσιζε, ....στο μόνο πράγμα που δεν έφερνε αντίρρηση ο άντρας στη γυναίκα ήταν στο τάμα. Το αποφάσιζε η γυναίκα. Το τάμα θα το έκανε ....η μάνα, ... η πεθερά, ...η γυναίκα. Κάθε χρόνο έκανε κουρμπάνι, ...σαν ευχή, ....και καλούσε όλο το μπατζιό. Και βέβαια τάμα χωρίς σφαχτό δεν γίνονταν. Το κουρμπάνι ξεκινούσε με δυο χαρακτηριστικά τραγούδια για το ύψωμα και μετά συνέχιζε το υπόλοιπο γλέντι.

Ένα τραγούδι ήταν το :

Σε τούτ’ την τάβλα που ’ρθαμε, σε τούτ΄ το νοικοκύρη,
με τα γλυκά του τα κρασιά, με τα καλά του λόγια,
να ζήσει χρόνια εκατό κι εξάμηνα διακόσια,
να τον προκόψουν τα παιδιά, να ζήσουν χίλια χρόνια,
.... ν’ ασπρίσουν τα μαλλάκια τους.



Ο Χρήστος Γίδαρος τεσσάρων ετών στην αγκαλιά του πατέρα του
Ο πατέρας Κων.Γίδαρης (πρώτος καθιστός από αριστερά) και η μητέρα Μαρία (πρώτη όρθια από αριστερα)
Βουνό Αλτσιάκι – 1947


Εκει όργανα Σαρακατσάνικα δεν είχαμε, ...ούτε υπήρχαν και τραγουδιστές, ...όλα γένονταν με το στόμα. Υπήρχαν συγκεκριμένα τραγούδια για την κάθε περίπτωση. Πήγαιναν σχαριάτες στη νύφη, την έλεγαν δυο τραγούδια κι έρχονταν πίσω σαν να μας έλεγαν : τώρα ελεύθερα μπορούμε να πάμε όλοι μαζί. Και πηγαίναμε στο καλύβι και πέταγε ο γαμπρός το μήλο και απ’ το σόι της νύφης περίμεναν ποιός θα το πάρει και υπήρχε και ειδικό τραγούδι. Το ίδιο και στα ζαχαράτα. Κι ο γάμος απ’ το ξεκίνημα μέχρι το τελείωμα είχε το πρόγραμμα του. Και τα τραγούδια για κάθε περίπτωση τα ήξεραν όλοι, ...και στα μοιρολόγια το ίδιο. Και όταν χώριζαν στο βουνό οι οικογένειες το φθινόπωρο, έλεγαν τα ξενίτικα τραγούδια με κλάμματα. Και να σου πω οτι τα τραγούδια που λέγαμε εκεί, όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα τ’ ακούσαμε κι εδώ.

Τουλάχιστον μία φορά το χρόνο θα γίνονταν μία επίσκεψη στους συγγενείς που έμεναν σε άλλα μέρη. Τότε τα 70 χιλιόμετρα ήταν μακρυά, αλλά παρ΄ολα αυτά συναντιώμασταν, όπου κι αν ήταν αυτοί. Και οι επισκέψεις ήταν με διανυκτερεύσεις. Εμείς είχαμε Γιδαραίους συγγενείς στο Μοναστήρι και πηγαίναμε κι αυτοί έρχονταν. Και λέγαμε ....΄΄πάμε στη φλιά ΄΄. Για την πλάτη, εγώ δεν έχω ασχοληθεί, αλλά αυτά που μου έλεγαν ο πατέρας μου και ο παππούς μου, την πίστευαν πολύ. Και θυμάμαι, η μία η πλάτη μετράει, όχι και οι δύο.

Κάρα ποτέ δεν είχαν οι Σαρακατσάνοι εκεί. Τ’ άλογα τους (μόνο άλογα, όχι μουλάρια) και τα κοπάδια, .... και κάνα γαιδουράκι οι τζιομπαναραίοι. Παλιότερα είχαν λίρες, αλλά έχασαν πολλά λεφτά απο τους κομιτατζήδες. Τους ζητούσαν λίρες με απειλές, για να μην τους σκοτώσουν. Όποιος είχε πολλά πρόβατα τον είχαν στο μάτι ....και ήξεραν και συγκεκριμένες πληροφορίες που δεν έπρεπε να τις ξέρουν.

Τα ρούχα τα Σαρακατσάνικα συνεχίσαμε να τα φοράμε μεχρι το 1953-54. Ο μόνος που δεν άλλαξε τα ρούχα του, μέχρι το θάνατο του, ήταν ο παππούς μου. Ήρθαμε το 1963 στην Ελλάδα και πέθανε μετά απο ένα χρόνο το 1964 ...με τη φουστανέλλα του. Τα πράγματα που είχε η μάνα μου, τα χάσαμε ολα. Και αυτά που είχαν μεγαλύτερη αξία εδώ χάθηκαν, όταν ήλθαμε στην Ελλάδα. Κομποθ’λιές, κλειδώματα, ασημένια βραχιόλια, ...τα δώσαμε ... για τίποτα. Κρίμα, πολύ κρίμα και νοιώθω τύψεις.

Οι γονείς Κων/νος και Μαρία και τ΄ αδέλφια Ιωάννης, Παναγιώτα, Χρήστος, Κατερίνα και Ελένη



Ο Χρήστος Γίδαρος (στη μέση) με τα αδέλφια του Παναγιώτα και Γιάννη και πίσω ο εξάδελφος Χρήστος Γιδαρος - Χάμζαλι περιοχής Στρούμιτσας – 1951


ΑΝΕΠΙΤΥΧΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Προσπάθειες για να γυρίσουμε στην Ελλάδα απ’ τα βουνά έγιναν πολλές, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1944 ξεκίνησαν να φύγουν, αλλά τους σταμάτησαν στο Μπέλλες. Η διαδικασία για νόμιμη επιστροφή στην Ελλάδα ξεκίνησε απο το 1950, αλλά και αυτή για πολλά χρόνια δεν καρποφορούσε. Τελικά πρώτοι ήλθαν το 1957 οι Μαργιουλαίοι. Την ίδια χρονιά μπορούσαν να γυρίσουν ο πατέρας μου και ο αδελφός του, επειδή είχαν χαρτιά οτι γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Τα άλλα τ’ αδέλφια τους όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν επειδή γεννήθηκαν εκεί κι έτσι για να μην χωρίσουν, έμειναν όλοι εκεί, μέχρι να καταφέρουν να φύγουν όλοι μαζί.

Ορισμένοι Σαρακατσάνοι που είχαν ακόμα πρόβατα, έκαναν ανταλλαγές με Σαρακατσάνους απο την Ελλάδα. Συνήθως έδιναν πρόβατα οι Σαρακατσάνοι οι δικοί μας προς την Ελλάδα, ακόμα και πρόβατα που αγόραζαν απο ντόπιους. Και η συναλλαγή γίνονταν πάντα σε χρυσό. Κάποια στιγμή τους ανακάλυψαν και πιάστηκαν και μερικοί φυλακίστηκαν. Είναι γνωστή και η ιστορία του Λεωνίδα Λώλου που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Σέρβους στρατιώτες στα σύνορα. Βιάστηκε κάποιος Σαρακατσάνος να πυροβολήσει, απάντησαν οι στρατιώτες και σκοτώθηκε ο Λεωνίδας, που είχε παντρευτεί μόλις πριν μία εβδομάδα. Το 1955 τέσσερα άτομα αναγκάστηκαν να αφήσουν τις οικογένειες τους και πέρασαν τα σύνορα και ήλθαν στην Ελλάδα. Τρείς Φαρμακαίοι (μεταξύ αυτών κι ο πεθερός μου) κι ένας Μπάρκας. Ο πεθερός μου πήγε στην Καρπερή Σερρών που είχε έναν ξάδελφο Ρούντο και αργότερα ξαναγύρισε. Ο νονός μου ξέφυγε και έζησε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά τα πλήρωσε η γυναίκα του. Έρχονταν κρυφά και τους έβλεπε στα καλύβια, αλλά μία φορά τον πήραν είδηση και τον κυνήγησαν, αλλά τους ξέφυγε και γύρισε πίσω. Απο τους πρωτους Σαρακατσαναιους που γυρισαν νομιμα στην Ελλαδα, ειναι καποιες οικογενειες Γιδαραιοι και καποιοι Μαριουλαιοι.



Δεξιά ο Χρήστος Γίδαρος με τον πατέρα του Κωνσταντινο και τη μητέρα του Μαρία και αδέλφια του.
Χάμζαλι περιοχής Στρούμιτσας – 1952


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Με τη γυναίκα μου παντρευτήκαμε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1963. Εμενε κοντά, σ’ ένα Τουρκοχώρι στο Ντέμπελι, γνωριστήκαμε απο συγγενείς και ανταμωνόμασταν σε γάμους. Τον Νοέμβριο, 2 μήνες μετά το γάμο μας, επιστρέψαμε οριστικά στην Ελλάδα.

Χρήστος και Βάγια

Στις 6 Νοεμβρίου του 1963, με τραίνο περάσαμε τα σύνορα όλοι μαζί οικογενειακώς, ...ο παππούς και η γιαγιά (ενενηντάρηδες), ...τέσσερα αδέλφια οι Γιδαραίοι, ...όλοι απο πέντε παιδιά, ...περίπου τριάντα άτομα. Και άλλοι τόσοι Μαργιουλαίοι, συνολικά είμασταν περίπου εξήντα άτομα. Στη Θεσσαλονίκη στο σταθμό μας περίμενε ένας θείος μου Γίδαρης, αυτός που έχει τα τρακτέρ. Δύο βράδυα μείναμε στο σταθμό και την επόμενη μέρα μας κάλεσαν και πήγαμε στο Αλλοδαπών. Μας ρώτησαν διάφορα πράγματα και μετά με φορτηγά του στρατού μας πήγαν όλους στην Αγία Τριάδα στις εγκαταστάσεις του ΠΙΚΠΑ. Εκει βγάλαμε το χειμώνα.

Στα χωριά εκείνα τότε υπήρχε μεγάλη ανοικοδόμηση. Όλη η Θεσσαλονίκη έκανε μπάνια εκεί και χτίζανε και είχε δουλειές. Εμείς δεν είχαμε σχέση με την οικοδομή αλλά κατ’ ευθείαν πήγαμε στη δουλειά, ..την άλλη μέρα. Εγώ δεν είχα ιδέα από οικοδομικά και μετά από δύο χρόνια έγινα και μάστορας. Οι γυναίκες δούλευαν στ’ αμπέλια, όλοι στη δουλειά. Μέχρι το Μάρτιο. Το Μάρτιο του 1964 μας είπαν πως πρέπει να φύγουμε απο εκεί.



Ο Χρήστος Γίδαρος με τη γυναίκα του Βάγια 


Μας έλεγαν απο τη Νομαρχία οτι θα μας στηρίξουν η και θα μας δώσουν πρόβατα. Έδωσαν φακέλους στον πατέρα μου να πάει στη Δράμα και στον Έβρο για να δει τα μέρη και να εγκατασταθούμε. Πήγε στη Δράμα και μετά πήγε στην Αλεξανδρουπολη όπου του είπαν να πάει σ’ ένα χωριό το οποίο λέγονταν Κυριακή. Πήγε εκεί, είδε την κατάσταση, .....ο κόσμος όλος έφευγε στο εξωτερικό, νεολαία δεν υπήρχε. Εμείς εν τω μεταξύ εδώ όλοι δουλεύαμε και παίρναμε μεροκάματο καλό, ...τότε 40 δραχμές. Κάναμε οικονομία και είμασταν καλά. Γυρίζει πίσω ο πατέρας μου και λέει : καθήστε εδώ, δεν πάμε πουθενά, …εδώ θα μείνουμε. Έτσι κι έγινε και νοικιάσαμε ένα σπίτι στο Πλαγιάρι, μόνο οι Γιδαραίοι, γιατί οι Μαργιουλαίοι πήγαν στα Μάλγαρα.

Να σου πω και ενα εύθυμο περιστατικό. Κάποια στιγμή που δούλευα στην οικοδομή, με λέει ο μάστορας : Χρήστο φέρε τη σκύλα απο την αποθήκη. Εγώ καλά δεν είχα ιδέα απο οικοδομικά, που να ξέρω τέτοια πράγματα, αμπελουργός ήμουνα. Ντράπηκα να πω δεν ξέρω, πήγα στην αποθήκη και δεν είδα κάτι που θα μπορούσα να πάρω. Του είπα οτι δεν είναι στην αποθήκη και ευτυχώς όταν πήγε πράγματι δεν ήταν.



Ο Χρήστος Γίδαρος (πρώτος καθιστός απο αριστερά) μετά την κατασκευή της στρούγκας στο Καιμάκτσαλαν


Στην αρχή και οι Σαρακατσάνοι που ζούσαν εδώ μας θεωρούσαν υποδεέστερους. Οι Σαρακατσάνοι είχαν ένα κακό ελάττωμα. Αυτοί που αισθάνονταν πιο δυνατοί, τον άλλον δεν τον υπολόγιζαν. Τον φτωχό τον περιφρονούσαν. Ήταν μερικά σόια φτωχά και οι άλλοι τους θεωρούσαν παρακατιανούς, ούτε γυναίκα δεν τους έδιναν. Ένας όμως, όταν ήρθαν εδώ και δούλεψαν τεχνίτες στα διυλιστήρια πρόκοψε και έγινε εργοδηγός. Και τότε σχολίαζαν οι άλλοι : ….ποιός, ...αυτός, … τους έκανε κουμάντο, …εκείνους. Αγράμματο το παιδί, όμως το μυαλό του έκοβε και πρόκοψε.

Σε δύο χρόνια, το 1964, με τα λεφτά απο τη δουλειά (42.000 δραχμές), αγοράσαμε ενα οικόπεδο στο Κορδελιό. Το αποφάσισε ο πατέρας μου διότι τότε γίνονταν οι βιομηχανίες εδώ. Και δεν αγοράσαμε στην περιοχή ας πούμε Βότση που ήταν πιο φθηνά τα οικόπεδα, για να είμαστε κοντά στη δουλειά. Εμείς οι Γιδαραίοι είμασταν οι πρώτοι που ήρθαμε στο Κορδελιό. Μετά ήρθαν οι Μπαρτζαίοι, οι Καλαίοι και ύστερα οι άλλοι οι συγγενείς, ο ένας με τον άλλον. Την ίδια χρονιά χτίσαμε. Τέσσερα αδέλφια, τέσσερα διόρωφα σπίτια, ..μετά τα πουλήσαμε και ακόμα υπάρχουν. Αλλά για να γίνουν αυτά, κάναμε πολύ οικονομία και δουλεύαμε όλοι, άντρες γυναίκες. Όμως τα πρώτα χρόνια εδώ δεχόμασταν μία προσβλητική συμπεριφορά απο τους ντόπιους, γιατί δούλευαν οι γυναίκες μας. Εμείς όμως αυτό το είχαμε ξεπεράσει, γιατί τόσα χρόνια εκεί δουλεύαμε όλοι με το καμπανάκι. Λεφτά δεν φέραμε, .. με χίλιες δραχμές ήρθαμε. Το κράτος μας έδωσε πολύ λίγα. Ό,τι κάναμε απο τη δουλειά μας. Από το 1965 ασχολήθηκα με εργολαβίες οικοδομών, συνεχίσαμε τη ζωή και δόξα τω θεώ όλα πήγαν καλά.