portraita

kentriki mpara

.
..Κατασκευάζοντας την πραγματικότητα
..
.
Απο την παράδοση της οικογένειας στην ιστορία της καταγωγής

του Γιώργου Τσουμάνη

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της εφημερίδας Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα, αλλά και του περιοδικού Σαρακατσαναίοι, διαπίστωσα ότι σε πολλά φύλλα, κυρίως της εφημερίδας, υπάρχει και μια αναφορά στα γενεαλογικά δέντρα και στους τόπους καταγωγής διαφόρων οικογενειών Σαρακατσαναίων. Μπορώ να πω, πως έχουν δημοσιευτεί τα περισσότερα. Έχω την αίσθηση ότι λείπουν πολύ λίγα, από τα επώνυμα των Σαρακατσαναίων της Ηπείρου των οποίων τα γενεαλογικά τους δέντρα δεν έχουν ακόμα δημοσιευτεί. Φαντάζομαι πως είναι θέμα χρόνου και αυτών η δημοσίευση. Δεν θα επικαλεστώ δικές μου πηγές, από προφορικές μαρτυρίες παλαιοτέρων Σαρακατσαναίων για την καταγωγή τους, για ευνόητους λόγους.

    Πόσο απέχει η πραγματικότητα από την παράδοση, όπως αυτή καταγράφεται και μεταφέρεται για την κάθε οικογένεια, δεν μπορεί να το γνωρίζουμε. Ωστόσο, εκείνο που είναι σημαντικό, είναι το γεγονός, ότι μια προσεκτική μελέτη, φανερώνει, αναδύει και αποκαλύπτει στοιχεία της ιστορίας της κάθε οικογένειας. Όλες οι οικογένειες, καμιάς εξαιρουμένης, στο βάθος του χρόνου της δικής τους ιστορίας, επικαλούνται και έναν τόπο καταγωγής τους. Αυτός ο τόπος, αυτό το μέρος, φαίνεται ότι δεν είναι εφευρεμένος προκειμένου να δοθεί μια απάντηση τυχαία και να δηλωθεί ένας τόπος καταγωγής, αλλά είναι μια περιοχή, ένα χωριό, μια τοποθεσία, συγκεκριμένες και μάλιστα όχι από τις σημαντικότερες και γνωστότερες της ευρύτερης περιοχής για την οποία γίνεται λόγος. Αναφέρουν διάφορες περιοχές, άσημα και όχι επώνυμα χωριά. Θα ήταν θεμιτό να παινεύονται για την καταγωγή τους με αναφορά σε κεφαλοχώρια. Δεν το κάνουν όμως γιατί είναι σχεδόν νομοτέλεια να μιλάμε για τον τόπο καταγωγής μας, όποιος και αν είναι αυτός.

     Γιατί όμως επικαλούνται ένα τόπο και όχι περισσότερους, όντας Σαρακατσαναίοι που μετακινούνταν συνεχώς; Μήπως κάποτε είχαν μόνιμη κατοικία κάπου και αναφέρουν αυτόν ως τόπο καταγωγής τους; Μήπως εκεί έζησαν πολλά χρόνια και δέθηκαν περισσότερο; Πώς όμως και γιατί, έφυγαν οι άνθρωποι αυτοί από τα μέρη που επικαλούνται; Έφυγαν οργανωμένοι με τις οικογένειές τους, πολλοί μαζί με τη στάνη τους, ακολουθώντας τις ανάγκες των κοπαδιών τους; Έφυγε μια οικογένεια ή μεμονωμένα άτομα χωρίς τα υπάρχοντά τους, για εξεύρεση καλύτερης τύχης σε άλλο μέρος ή από κάποια έκτακτη ανάγκη;



 
Παραθέτω επιγραμματικά, στοιχεία για οικογένειες Ηπειρωτών Σαρακατσαναίων, όπως καταγράφηκαν στα Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα.

Το 1820 φαίνεται ο πρώτος Κατρής στην Ήπειρο (Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 2).

Οι Κουμπαίοι ήρθαν από το Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας. Έχουν την ίδια ρίζα με τις οικογένειες Ζαχαράκη και Ζανδραβέλη που κατοικούν σήμερα στην ίδια περιοχή. Το όνομα Κουμπής το πήραν γιατί σαν κλέφτες που ήταν φόραγαν γυαλιστερά κουμπιά (Γ. Κουμπής φύλλο 3).

Για την αρχική καταγωγή των Τσουμαναίων δε βρήκα στοιχεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το 1800 περίπου είχαν σα διαμονή χειμερινή; μόνιμη; άγνωστο την περιοχή Ρωμανού Μοκοβίνας Σουλίου (Ανδρέας Δ. Τσουμάνης φύλλο 4).

Από τα Άγραφα φαίνεται να έρχεται στην Ήπειρο το 1810, με το όνομα Πρίντζιος ο πρόγονος των Καλλαίων,  μόνος του, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα που παραθέτει ο Ηλίας Κάλλης (φύλλο 15).

Ο γενάρχης της οικογένειας Ζήγου, Γεώργιος, ήρθε στην Ήπειρο από τα Άγραφα γύρω στα 1835, εντελώς μόνος του εξαιτίας κάποιου δυσάρεστου περιστατικού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μπακογιάννης (Ευριπίδης Μακρής φύλλο 17).

Οι Γριβαίοι ήρθαν στην Ήπειρο περίπου το 1850 σύμφωνα με όσα έλεγαν οι παλιοί από τη Ζαβέρδα Αιτωλοακαρνανίας. (φύλλο 18).

Η φάρα των Ταγκαίων κατάγεται από το Σακαρέτσι της επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας. Από πατροπαράδοτες πληροφορίες,(Δημήτρης Τάγκας έτος γέννησης 1881, Θεόδωρος Διαμάντης έτος γέννησης 1881) γνωρίζουμε ότι δύο αδέρφια Ταγκαίοι χωριάτες του Σακαρετσίου και ανύπανδροι, σκότωσαν κάποιον που θέλησε να κλέψει την ανύπανδρη αδελφή τους (Χρήστος Π. Τσουμάνης φύλλο 29).

Από τους Ταγκαίους κατάγονται και οι οικογένειες Σαρακατσαναίων με τα επώνυμα Γατσέλος, Διαμάντης, Κωνσταντάκος, Χρηστάκος (Χρήστος Π. Τσουμάνης φύλλο 31).

Δύο αδέλφια από το Ξηρόμερο, ο Κώστας και ο Νίκος με το επώνυμο Τσαχαλιάς, έφυγαν από το χωριό τους ( το όνομά του μας είναι άγνωστο και ούτε ξέρουμε για ποιο λόγο έφυγαν από εκεί) και ήρθαν στην Ήπειρο. Πρόβατα δεν είχαν. Στην Ήπειρο πήραν το όνομα Βαγγελής ( Χρήστος Π. Τσουμάνης φύλλο 29).

Το σόι των Βαγγελαίων όπως προκύπτει από διηγήσεις πρωτοεμφανίζεται στην Ήπειρο περί το 1840. Ο παππούς μου έλεγε ότι η σειρά του κράταγε από τη Θεσσαλία και ότι ο παππούς του ονόματι Γιώργος μαζί με τον αδελφό του Δημήτρη ήρθαν στην Ήπειρο με τη μητέρα τους για να σωθούν από τους Τούρκους. Στη Θεσσαλία ζούσαν δύο αδέλφια με το επώνυμο Τσάχαλος. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι το επώνυμο ήταν Χορταριάς ή Χορταράς ( Ναπολέων Λ. Βαγγελής φύλλο 32).

Οι Γογολαίοι που βρίσκονται στην Ήπειρο ζουν εδώ 6-7 γενιές. Οι Γογολαίοι που πρωτοήρθαν στην Ήπειρο είναι τρία αδέρφια. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχω από τις πηγές μου, οι Γογολαίοι ήρθαν από την ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου ( Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 33).

Η φάρα των Μπαρκαίων Σαρακατσαναίων κτηνοτρόφων είναι από τις παλαιότερες στην Ήπειρο. Αν ήταν ντόπιοι ή φερέοικοι δε γνωρίζουμε ( Χρήστος Π. Τσουμάνης φύλλο 36).

Το 1840 παρουσιάζεται στην ΄Ηπειρο ο Θεοχάρης (Στάμος) σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα που παραθέτουν οι Ηλίας Κάλλης και Ε. Θεοχάρης ( φύλλο 36).

Μεταξύ των χωρικών από τη Μουκοβίνα, χωριό του Σουλίου, που εξορίστηκαν ήταν και ένας με το επώνυμο Τσουμάνης. Κλωνάρι της οικογένειας των Τσουμαναίων είναι και οι οικογένειες με τα επώνυμα Κάτσινος, Παπαρούνας, Καψάλης, Θιαμέγκος Γιαννάκης, Θεοδώρου, Μιχαλάκης, Χαραλάμπους, Καραθόδωρος και Μακρής.( Χρήστος Π. Τσουμάνης φύλλο 38).

Από το Ξηρόμερο έρχεται στην Ήπειρο ο Μπιστιόλης ( Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 39).

Από το Μεσολόγγι ήρθαν οι Μακραίοι μετά την πολιορκία στα 1825-26 (Ευριπίδης Μακρής φύλλο 40).

Ο Κώστας Φερεντίνος μαζί με τα αδέρφια του ήρθαν στην Ήπειρο το 1860 περίπου από το Μοναστηράκι της Βόνιτσας. (Ναπολέων Βαγγελής, φύλλο 41).

Η φάρα των Φερεντιναίων κατάγεται από τα Φερεντινάτα, χωριό της Κεφαλονιάς. Από την Κεφαλονιά ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Μοναστηράκι του Ξηρομέρου
( Χρήστος Π. Τσουμάνης, φύλλο 43).

Οι Δοσαίοι και πολλοί άλλοι Σαρακατσαναίοι από στοιχεία που έχω δραστηριοποιούνται στα τέλη του 19ου αιώνα  και αρχές του 20ου στην περιοχή Λάκας Σουλίου (Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 44).

Σύμφωνα με τις διηγήσεις των γερόντων, όπως έχουν μεταφερθεί μέχρι σήμερα, οι Κατσιναίοι ήρθαν από τα Άγραφα (Δημήτρης Π. Κάτσενος φύλλο 45).

Στα 1810 φαίνεται στην Ήπειρο ο πρώτος Καπρινιώτης σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο που συνέταξε ο Παύλος Κατρής(φύλλο 46).

Το επώνυμο Κουσιοβίστας έχει σχέση με το χωριό Κτιστάδες της Άρτας (πρώην Κουσιοβίστα). Η παράδοση των Κουσιοβισταίων λέει ότι κάποιος πρόγονός τους σκότωσε κοντά στο χωριό Κουσοβίστα τον απεσταλμένο του πασά που ερχόταν στο χωριό για να εισπράξει τους φόρους (Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 47).

Το όνομα Κατέρης προέρχεται από το όνομα Κατερίνα, Κατέρω. Η Κατέρω, χήρα με ένα ή δύο παιδιά ήρθε από τα Θοδώριανα και παντρεύτηκε κάποιον Καρβούνη. (Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 48).

Το επώνυμο Γιαννακούλης άλλοι λένε ότι προέρχεται από το επώνυμο Γιαννακός και άλλοι πιθανολογούν ότι έχει σχέση με τους χωρικούς Γιαννακούληδες που κατοικούν στην περιοχή της Άρτας. (Παύλος Δ. Κατρής φύλλο 48).

Η καταγωγή των Σαρακατσαναίων Λουτσαραίων, σύμφωνα με τα όσα μου έλεγες ο παππούς μου Χαράλαμπος Θεοδ. Λουτσάρης, είναι από τον Ξηρόκαμπο Άρτας. Το προηγούμενο όνομά τους ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, Θεοδωράκης. Πριν τη φυγή τους από τον Ξηρόκαμπο ήταν κτηνοτρόφοι και ύστερα από αντιδικία με τους κατοίκους του χωριού τρία από τα τέσσερα αδέρφια το εγκατέλειψαν στα μέσα του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς ο Δημήτρης, εγκαταστάθηκε κοντά στο Λούρο και ακολούθησε τη νομαδική διαβίωση. (Χαράλαμπος Θεοδ. Λουτσάρης, Καλπάκι, φύλλο 49).

«Ο παππούς μου ήταν απ’ τα Σκλάβαινα. Τώρα που είναι τα Σκλάβαινα, δεν κατέχω. Δεν πήγα. Στο Ξηρόμερο είναι…Στα Σκλάβαινα δε λέγονταν Καζούκας…»(Βαγγέλης Παπιγκιώτης, περιοδικό Σαρακατσαναίοι 2011, Ο Κώστα Καζούκας μολογάει).

 Όλα τα παραπάνω αποκομίζει κανείς ως γενική εντύπωση των όσων γράφονται από αφηγήσεις των παλαιοτέρων. Διαβάζοντας προσεκτικά όλες αυτές τις οικογενειακές για την καταγωγή ιστορίες, διαπιστώνουμε πως πρόκειται για ανθρώπους από διαφορετικές περιοχές της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας να φεύγουν από τον τόπο τους και να ασχολούνται με τη νομαδική κτηνοτροφία, χωρίς πλέον μόνιμη κατοικία. Κτηνοτρόφοι μπορεί να ήταν και στον τόπο τους. Αν και από τότε πέρασαν χρόνια, άλλαξαν οι γενιές, στη συλλογική τους μνήμη, ως τόποι καταγωγής των απογόνων τους δεν καθιερώθηκαν άλλοι. Όλες οι περιοχές, όπου περιπλανήθηκαν για χρόνια με τα ζώα τους, θεωρήθηκαν ξένες.

Οι Ταγκαίοι, έγιναν τσελιγκάδες στο Πάπιγκο Ζαγορίου, στη Ρουπακιά της Πρέβεζας, στην Κρανιά Γρεβενών, στη Μακεδονία, στο Κουκούλι  Ζαγορίου, στην Καμπή Άρτας, στο Αγρίνιο. Τόπο καταγωγής τους θεωρούν την ευρύτερη περιοχή του Σακαρετσίου της Αιτωλοακαρνανίας, έναν τόπο άσημο συγκριτικά με πολλούς από τους παραπάνω.

Οι Καζουκαίοι, δημιούργησαν ισχυρά τσελιγκάτα στον Προφήτη Ηλία στα Ηλιοβούνια της Πρέβεζας, στη Λάιστα Ζαγορίου. Λένε όμως ότι είναι από τα Σκλάβαινα της Αιτωλοακαρνανίας.

Ο Βαγγελής, δημιουργήθηκε και έγινε τσέλιγκας στο Ζαγόρι , στην Καμπή Άρτας στο Άκτιο Αιτωλοακαρνανίας. Επικαλείται όμως ως τόπο καταγωγής του  το Ξηρόμερο ή τη Θεσσαλία.

Οι Φερεντιναίοι, έκαμαν τσελιγκάτο στο Ζαγόρι, σε διάφορα μέρη της Ηπείρου, στη Βόνιτσα. Το Μοναστηράκι της Αιτωλοακαρνανίας θέλουν ως τόπο καταγωγής τους.

Πολλά τσελιγκάτα των Τσουμαναίων δημιουργήθηκαν στο Ζαγόρι, στην Πρέβεζα, στην Καμπή Άρτας, στο Ξηρόμερο, στη Μεσούντα Άρτας, στους Σπαθαραίους Θεσπρωτίας, στο Αγρίνιο. Όλοι τους όμως λένε πως έχουν τη ρίζα τους στη Μουκοβίνα της Λάκας Σουλίου, που υστερεί σε αναγνωρισιμότητα από τους  άλλους σταθμούς της ιστορικής τους πορείας.


    Θα μπορούσα να απαριθμήσω πολλά ακόμα ονόματα Σαρακατσαναίων, αλλού να ζουν και να δημιουργούνται και μάλιστα για αρκετές γενιές και άλλο τόπο να επικαλούνται ως καταγωγή τους. Δεν θα ήταν καθόλου παράδοξο και παράξενο, αν και οι μακρινοί τους πρόγονοι, στα μέρη από όπου λένε ότι κατάγονται, γνώριζαν ότι και αυτοί κάποτε ήταν Σαρακατσαναίοι. Αυτό όμως δε συμβαίνει.




    Εδώ πληθαίνουν τα ερωτήματα. Είναι κάποιος Σαρακατσάνος όταν έχει μόνιμο τόπο κατοικίας χειμώνα καλοκαίρι; Τότε πού διαφέρει από ένα ντόπιο κτηνοτρόφο; Είναι δηλαδή ο Σαρακατσάνος πότε μόνιμος και πότε μετακινούμενος; Πού διαφέρει ο Τσουμάνης της Μουκοβίνας της Λάκας Σουλίου που μένει μόνιμα εκεί, από τον Τσουμάνη του Ζαγορίου που μετακινείται χειμώνα-καλοκαίρι;  Πού διαφέρει ο μόνιμος κάτοικος με το επώνυμο Τάγκας από την ευρύτερη περιοχή του Βάλτου, με το Τάγκα που μετακινείται από το Ζαγόρι στη Φιλιππιάδα Πρέβεζας ή κάπου αλλού; Είναι και οι δύο Σαρακατσαναίοι; Αν ναι, γιατί το γνωρίζει μόνο ό ένας, αυτός που μετακινείται; Ο άλλος γιατί δεν έχει σαρακατσάνικη συνείδηση; Την έχει απολέσει, ή δεν την είχε ποτέ του; Ήταν ο Τσουμάνης, Σαρακατσάνος στη Μουκοβίνα, εφόσον αυτόν το τόπο θεωρεί ως τόπο καταγωγής γιατί κάποτε έμεινε εκεί; Ήταν ο Τάγκας Σαρακατσάνος στο Σακαρέτσι Βάλτου; Ήταν ο Φερεντίνος Σαρακατσάνος στο Μοναστηράκι Αιτωλοακαρνανίας; Γιατί οι μακρινοί συγγενείς μας, στα μέρη αυτά, δε γνωρίζουν ότι ήταν Σαρακατσαναίοι; Οι Γογολαίοι στην Αμφιλοχία λένε πως είναι ντόπιοι, οι Ταγκαίοι στην ευρύτερη περιοχή του Βάλτου το ίδιο, οι Τσουμαναίοι στη Λάκα Σουλίου επίσης. Οι Φρεντιναίοι στη Βόνιτσα. Οι Κατσαμπιραίοι (προηγούμενο όνομα των Καζουκαίων) στα Σκλάβαινα Αιτωλοακαρνανίας. Πώς έγινε και όλοι αυτοί οι πρόγονοί μας έχουν απολέσει τη μνήμη τους και δεν γνωρίζουν ότι κάποτε ήταν και αυτοί Σαρακατσαναίοι, έστω και αν ακόμα σήμερα, πολλοί από αυτούς, ασκούν στον τόπο τους το επάγγελμα του κτηνοτρόφου; Θα πει κάποιος πώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από την εγκατάστασή τους και δεν θυμούνται. Έχουμε περιπτώσεις όμως που το σόι δεν έχει ξεφύγει, που δεύτερα ξαδέλφια να λένε οι μεν μετακινούμενοι ότι είναι Σαρακατσαναίοι, οι δε μόνιμοι. ότι ούτε είναι, ούτε ποτέ ήταν Σαρακατσαναίοι.

    Γιατί σε άλλη περίπτωση, ο Φαρμάκης που έφυγε οργανωμένα με τη στάνη του για τη Μακεδονία από την Ήπειρο, γνωρίζει ότι είναι Σαρακατσάνος, αλλά το γνωρίζουν και οι μακρινοί του πρόγονοι, ότι είναι και αυτοί Σαρακατσαναίοι; Οι Τσουμαναίοι των Φαρσάλων, λένε ότι είναι Σαρακατσαναίοι και έφυγαν από την Ήπειρο, γεγονός που γνωρίζουν οι προγονοί τους Τσουμαναίοι, στην Ήπειρο, που είναι και αυτοί Σαρακατσαναίοι.


   Βεβαίως σήμερα, όλοι οι Σαρακατσαναίοι έχουν εγκατασταθεί κάπου μόνιμα. Ως τόπο καταγωγής τους θεωρούν πια, αυτόν της μόνιμης κατοικίας τους. Από τη στιγμή που σταμάτησαν τις μετακινήσεις απόκτησαν και τόπο καταγωγής. Κανένα μέρος της περιπλάνησής τους δε θεώρησαν δικό τους. Τόποι καταγωγής της ιστορικής τους πορείας είναι δύο. Αυτός από τον οποίο έφυγαν, ξεκινώντας την περιπλάνησή τους και αυτός στον οποίο κατέληξαν σταματώντας τις μετακινήσεις τους. Υπάρχει για όλες τις οικογένειες μια αρχή και ένα τέλος. Τόσο κοντινά μεταξύ τους που η συλλογική μνήμη μπορεί να μεταφέρει. Για όλες σχεδόν τις οικογένειες η αρχή αυτή είναι περίπου την ίδια εποχή, στις αρχές του 19ου αιώνα και ύστερα. Μια εποχή όπου ιστορικά έχουμε αύξηση της νομαδικής κτηνοτροφίας στην Ελλάδα.

    Πώς ακόμα τεκμηριώνεται η άποψη πολλών μελετητών που υποστηρίζουν, ότι οι Σαρακατσαναίοι ζούσαν από τα αρχαία χρόνια στην περιοχή της Πίνδου, διασκορπίστηκαν στα χρόνια του Αλή Πασά, ενώ η παράδοση να θέλει πολλούς από αυτούς, να δραστηριοποιούνται στην Ήπειρο στα χρόνια αυτά στη επικράτεια του Αλή; Περιπτώσεις κτηνοτρόφων που κυνηγήθηκαν από τους Τούρκους σαφώς και υπάρχουν και δεν είναι λίγες. Καμιά όμως ιστορική πηγή ή της παράδοσής μας, δεν αναφέρει γενικευμένη προσπάθεια διασκορπισμού, εξορίας, εξόντωσης και διωγμού όλων των Σαρακατσαναίων από τον Αλή Πασά ή φυγής τους για να σωθούν. Τι τελικά μπορεί να συμβαίνει;

    Δε θα καταθέσω ξανά την άποψή μου. Εξάλλου αυτό το έχω κάνει στο βιβλίο μου, με λεπτομέρειες και τεκμήρια, με πολλές μάλιστα επικρίσεις από πολλούς Σαρακατσαναίους. Απλά στο παρόν κείμενο, προβληματισμούς και σκέψεις θα διατυπώσω και τίποτα περισσότερο.

    Εκείνο που δεν μπορεί πράγματι να εξηγήσει κανείς είναι το κατασκεύασμα της φυλής των Σαρακατσαναίων, που επέζησε από τα προϊστορικά χρόνια με το ίδιο τρόπο ζωής ως τις μέρες μας. Ποια από τις παραπάνω μαρτυρίες φανερώνει κάτι τέτοιο; Πώς μπορεί να αποτελέσει φυλή ο Τάγκας από το Σακαρέτσι , Αιτωλοακαρνανίας ο Τσουμάνης από το Σούλι, ο Ζήγος από τα Άγραφα ο Φερεντίνος από το Μοναστηράκι Αιτωλοακαρνανίας , ο Καζούκας  από τα Σκλάβαινα Αιτωλοακαρνανίας ο Μπάρκας από την Ήπειρο και τόσοι άλλοι; Πώς φτάνει κανείς στη διαπίστωση αυτή με μοναδικό κριτήριο την ύπαρξη νομάδων από τα αρχαία χρόνια και τίποτα περισσότερο; Τα μέλη της φυλής κινούνται κατά κανόνα ομαδικά, έχουν αρχηγό, δεν εγκαταλείπει ο ένας τον άλλον εδώ και εκεί, έχουν τη γλώσσα τους, έχουν δική τους κουλτούρα. Δεν σκορπίζουν για να ζήσουν όπως οι Σαρακατσαναίοι. Πολλές φορές και όταν δεν υπήρχαν δεσμοί συγγένειας, σε έκανε «πέρα» ο τσέλιγκας, όταν ένιωθε την οικογένεια αδύναμη σε προσωπικό ικανό να προσφέρει στη στάνη. 




Αν ήταν νομάδες για χιλιάδες χρόνια, γιατί είναι τόσοι λίγοι; Πού πήγαν οι άλλοι; Εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έχασαν τη σαρακατσάνικη συνείδηση; Και ποιοι έμειναν; Κάποιοι λίγοι, έτσι για να διαιωνίζεται ο πρωτόγονος τρόπος ζωής τους για να μη χαθεί; Έφευγαν οι εξυπνότεροι, γιατί έβλεπαν τις εξελίξεις που συντελούνταν γύρω τους; Και οι άλλοι που έμεναν πίσω δεν επηρεάζονταν καθόλου από τις αλλαγές; Ή μήπως συνειδητά κάποιοι αγνοούσαν τις προκλήσεις και τις αλλαγές που συντελούνταν γύρω τους και δεν άλλαζαν τον πρωτόγονο τρόπο της ζωής τους. Και γιατί ξαφνικά «χάθηκαν» όλοι μαζί μετά τα μέσα του 20ου αιώνα; Γιατί αλήθεια δεν έγραψε κανένας για την ομάδα αυτή των νομάδων κτηνοτρόφων που μετακινούνταν συνεχώς έστω σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή, αυτή της Πίνδου όπως θέλουν πολλοί, παρά μόνο στις αρχές του 19ου αιώνα; Τους αγνόησαν ή μήπως δεν υπήρχαν καθόλου; Και αν ακόμα τότε δεν λέγονταν Σαρακατσαναίοι και είχαν άλλο όνομα, γιατί πάλι δεν αναφέρονται πουθενά; Ο όρος βλαχοποιμένες που συναντάται κυρίως σε γραπτά του 19ου αιώνα, ή βλάχος που συναντάται πιο παλιά, δεν προσδιορίζει μόνο τους ελληνόφωνους μετακινούμενους κτηνοτρόφους, αλλά όλους τους κτηνοτρόφους γενικά. Υπάρχει αλήθεια άλλη φυλή που να έμεινε από τα αρχαία χρόνια χωρίς να αλλάζει τον τρόπο της ζωής της και να μην επηρεάζεται από τις προκλήσεις που συντελούνταν γύρω της; Στην Ελλάδα ζούσαν, σε χώρα που ξεχώρισε σε όλο τον κόσμο για την πρόοδό της και όχι στα δάση του Αμαζονίου και κάποιων απομακρυσμένων νησιών του Ειρηνικού.

    Η γλώσσα των Σαρακατσαναίων δε διαφέρει από αυτή των άλλων Ελλήνων της στεριανής Ελλάδας, γεγονός που μαρτυρά την κοινή πορεία. Οι Πόντιοι με τους Κύπριους πορεύτηκαν ξεχωριστά και για αυτό διαμόρφωσαν και δική τους διάλεκτο και δημιούργησαν πόλεις και χωριά δικά τους. Οι βλαχόφωνοι επίσης, αργότερα ακόμα,  πορεύτηκαν για πολλά χρόνια ως ξεχωριστή ομάδα, άφησαν το πολιτισμικό τους στίγμα, με τη γλώσσα τους, τα χωριά και τις πόλεις τους. Γιατί δε συνέβη το ίδιο με τους Σαρακατσαναίους, αν υποθέσουμε πως είχαν μια πορεία ξεχωριστή από αυτή των άλλων Ελλήνων και μάλιστα για χιλιάδες χρόνια να μετακινούνται με τα ζώα τους; Μήπως η πορεία τους ήταν πολύ σύντομη;

    Οι Σαρακατσαναίοι τελικά τι ήταν; Πάντα μετακινούμενοι και ζούσαν στις καλύβες ή ήταν κάποια εποχή μόνιμοι; Όταν έμεναν μόνιμα κάπου όπως ισχυρίζονται μερικοί, πριν δηλαδή το διασκορπισμό τους όπως λένε στην Τουρκοκρατία, πώς ζούσαν; Συνεχώς σε καλύβες χωρίς να ενδιαφέρονται να βελτιώσουν καθόλου τη ζωή τους, ενώ γύρω τους ο κόσμος εξελίσσονταν;  Ποιο πολιτισμικό κριτήριο τελικά, μας μαρτυρά ότι πορεύτηκαν ξεχωριστά από τους άλλους Έλληνες και ποια όψη του πολιτισμού τους; Τα μέρη αυτά της Πίνδου όπου ζούσαν, ποια τελικά είναι και ποια στοιχεία της πρωτόγονης ζωής τους έχουν διασωθεί, εφόσον η παρουσία τους ήταν συνεχής και αδιάλειπτη; Κάποια τοπωνύμια, ένα νεκροταφείο, μια εστία φωτιάς, δείγματα έστω των πρόχειρων ξύλινων εγκαταστάσεών τους, κάποια άλλη ένδειξη της ύπαρξής τους; Έμεναν εκεί χειμώνα καλοκαίρι και αν μετακινούνταν, τι είδους μετακινήσεις έκαναν; Είχαν σταθερό χειμαδιό και ανέβαιναν το καλοκαίρι ψηλότερα; Κατέβαιναν το χειμώνα κάπου χαμηλότερα; Πώς τελικά εννοούν, όσοι ισχυρίζονται αυτή την συνεχή τους παρουσία και μάλιστα από τους προϊστορικούς χρόνους, έως τα χρόνια του Αλή Πασά; Μια κοινωνία που ζει σε ένα τόπο για χιλιάδες χρόνια και φτάνει ως τον 19ο αιώνα, γιατί αλήθεια δεν αφήνει το ξεχωριστό πολιτιστικό της στίγμα και κανένα ίχνος που να μαρτυρά το πέρασμά της, έστω και αν ζει σε πρωτόγονη μορφή ζωής;

    Γιατί αγνοούμε το γεγονός, πως μαζί με εμάς και άλλες κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα και όχι μόνο, ήταν νομάδες και ημινομάδες. Ήταν και αυτοί από τα αρχαία χρόνια; Γιατί οι άλλοι να δημιουργήθηκαν περιστασιακά ή αργότερα και μόνο εμείς να έχουμε αρχαίες καταβολές και ρίζες; Αυτό αλήθεια πώς τεκμηριώνεται;

    Ας σκεφτούμε τις πραγματικά ασύλληπτες αλλαγές που έγιναν στον τόπο μας από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα. Δημιουργήθηκαν πολιτισμοί, έπεσαν βασίλεια, διάβηκαν λαοί, έγιναν πόλεμοι, άλλαξαν θρησκείες, εξελίχτηκαν και χάθηκαν γλώσσες. Οι Σαρακατσαναίοι δεν επηρεάστηκαν καθόλου  από τις προκλήσεις αυτές; Ή μήπως σε κάποια στοιχεία, όπως για παράδειγμα στη θρησκεία και στη γλώσσα επηρεάστηκαν και σε κάποια όχι και κράτησαν τον ίδιο τρόπο ζωής με τις συνεχείς μετακινήσεις; Γιατί μόνο οι προκλήσεις του 20ου αιώνα τους συγκίνησαν και τότε σκέφτηκαν να αλλάξουν; Όσοι ζήσαμε τη σκληρή αυτή ζωή του μετακινούμενου κτηνοτρόφου, ας θυμηθούμε τον τεράστιο αγώνα που κάναμε για να την αλλάξουμε. Οι καιροί μας είχαν ξεπεράσει. Εκτός και αν αρέσει σε κάποιους να βαφτίζουν τους νομάδες των διαφόρων εποχών σε Σαρακατσαναίους. Και αυτό γιατί; Για να στηρίξουμε την αρχαιοελληνική μας καταγωγή και την ελληνικότητά μας; Αυτά δε μας τα στερεί κανένας εφόσον αποτελούμε κομμάτι του ελληνισμού, όπως όλοι οι Έλληνες.

    Είναι αλήθεια πως στο θέμα αυτό κατασκευάστηκε ένας μύθος και μάλιστα από εγγράμματους ανθρώπους. Αυτός ο μύθος της καταγωγής, με την αδιάλειπτη παρουσία των Σαρακατσαναίων και για χιλιάδες χρόνια στον ελλαδικό χώρο, είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από τη σκέψη των ανθρώπων που μεγάλωσαν με αυτόν. Όταν αφαιρέσεις από έναν άνθρωπο ένα μύθο και μάλιστα για την καταγωγή του, τον αφήνεις μετέωρο. Του αίρεις την υπόσταση του και την ύπαρξή του. Αυτό το κατασκεύασμα της καταγωγής των Σαρακατσαναίων, το ιδεολόγημα της φυλετικής καθαρότητας, φαίνεται να ανέθρεψε τις τελευταίες γενιές των απογόνων των Σαρακατσαναίων.  




Πώς λοιπόν γίνεται, άλλα να λένε οι αφηγήσεις των παλαιοτέρων Σαρακατσαναίων και άλλα να καταγράφονται από πολλούς ως ιστορία; Δεν είναι παράδοξο το γεγονός, άλλα να αφηγούνται οι ηλικιωμένοι Σαρακατσαναίοι και άλλα να καταγράφουν ορισμένοι καλαμαράδες; Αντιλαμβάνομαι πόσο βαθιά μπορεί να είναι ριζωμένες κάποιες αντιλήψεις σε όλους μας. Τελικά ο καθένας βλέπει και ισχυρίζεται αυτά που θέλει. Σημασία όμως έχει, πως τα τεκμηριώνει και πόσο πειστικά στοιχεία επικαλείται. Ας κάνουμε και μια άλλη ανάγνωση των κειμένων που καταγράφονται από τις αφηγήσεις. Μια προσεκτικότερη ίσως μελέτη, μας φανέρωνε και άλλες πλευρές της πραγματικότητας. Ας ξεφύγουμε από το δυϊσμό του είτε-είτε. Πώς τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός ότι είμαστε είτε από τα αρχαία χρόνια είτε τίποτα άλλο; Μπορεί τελικά να συμβαίνει και κάτι πολύ διαφορετικό από ο,τι όλοι μας ισχυριζόμαστε. Γιατί καλά και σώνει, οι Σαρακατσαναίοι να οδοιπορούν υποχρεωτικά για χιλιάδες χρόνια ως ποιμενική φυλή σ’ αυτόν τον τόπο και ξαφνικά να χάνονται; Γιατί να μην είναι δημιούργημα άλλων εποχών πολύ μεταγενέστερων, των ύστερων βυζαντινών χρόνων ή της Τουρκοκρατίας, όπου μας οδηγούν πολλά στοιχεία;

    Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να εκφράσω μια σκέψη. Θεωρώ, κατά την ταπεινή μου άποψη, μεγάλη την προσφορά όλων όσων ασχολήθηκαν και ασχολούνται με τα γενεαλογικά δέντρα οικογενειών Σαρακατσαναίων καταγράφοντας στοιχεία για αυτές. Η προσφορά τους αποδεικνύεται τελικά πολύ μεγάλη, γιατί μας δείχνει ένα άλλο δρόμο για την ιστορία της «ράτσας» μας. Δεν είναι απαραίτητο ο δρόμος αυτός, να συμπίπτει και να συμφωνεί  με αυτόν που έχει καταγραφεί από τους διάφορους μελετητές των Σαρακατσαναίων.

    Πρωτοπόρος σε αυτή την προσπάθεια, αναμφίβολα, πάντα κατά την άποψη μου, ο δάσκαλος Χρήστος Π. Τσουμάνης από το Κουκούλι Ζαγορίου. Μεγάλη η προσφορά του στην ιστορία των Σαρακατσαναίων της Ηπείρου, γιατί διέσωσε με τις αφηγήσεις  από παλαιότερους Σαρακατσαναίους, πολλά στοιχεία για τη ζωή τους και την καταγωγή τους. Μάλιστα σε εποχές δύσκολες, όταν οι περισσότεροι των Σαρακατσαναίων ήταν αγράμματοι. Η αξία των στοιχείων του αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα γιατί έγινε σε παλαιότερες εποχές, όταν πολλές μνήμες ήταν περισσότερο νωπές, με τις όποιες ενδεχομένως παραλήψεις και λάθη. Διαβάζοντας πολλά κείμενά του, ανακαλύπτει κανείς στοιχεία όχι μόνο για την καταγωγή, αλλά και τον γλωσσικό πλούτο, την ιστορική τους διαδρομή και τη ζωής τους. Σημαντική και η προσφορά του Παύλου Κατρή από τους νεότερους. Πολλά από τα γενεαλογικά δέντρα που έχουν δημοσιευτεί, φέρουν την υπογραφή του. Αντιλαμβάνομαι, πως σήμερα η προσπάθεια αυτή είναι ακόμα μεγαλύτερη, γιατί χρόνο με το χρόνο, ελλείπουν οι παλαιότεροι. Ακόμα συγχαρητήρια αξίζουν σε όσους καταγράφουν συνειδητά τα δικά τους γενεαλογικά δέντρα και τα δημοσιεύουν, διασταυρώνοντας πάντα τις πληροφορίες που έχουν και όχι κατασκευάζοντας δικές τους ιστορίες.

   

Τελειώνοντας θέλω να πω τούτο. Ας προβληματιστούμε όλοι μας για να εξαγάγουμε καλύτερα συμπεράσματα για τους προγόνους μας. Μήπως αυτό που πιστεύουμε και αυτό που φαίνεται από τις γενεαλογίες είναι διαμετρικά αντίθετα; Μήπως οι ιστορίες των οικογενειών μας οδηγούν σε άλλους δρόμους, μακριά από αυτούς που μας έχουν εμφυτέψει στη σκέψη μας πολλοί μελετητές των Σαρακατσαναίων; Γιατί τελικά αυτή η άποψη της συνεχούς μετακίνησης αδιάλειπτα, με ένα πρωτόγονο τρόπο ζωής, φαίνεται να είναι βαθιά ριζωμένη στη σκέψη πολλών απογόνων των Σαρακατσαναίων; Είναι γιατί εκεί μας οδηγούν τα στοιχεία της παράδοσής μας, τεκμηριώνεται επιστημονικά και τότε δικαιολογημένα επικρατεί; Είναι γιατί τονίζει την ελληνικότητά μας και μας καταξιώνει, μας αυτοπροσδιορίζει και μας δίνει την ταυτότητα του γνήσιου έλληνα; Είναι γιατί επεκράτησε από την κυρίαρχη ομάδα πολλών εγγράμματων ανθρώπων, χωρίς όμως τεκμήρια, έτσι γιατί βόλευε κάποιους;

    Αυτά για έναν ακόμα προβληματισμό. Έτσι για να μην μας χλευάζουν οι άλλοι, ύστερα από τα όσα ευτράπελα και ανυπόστατα ιστορικά, γράφουμε σε βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά και ανακοινώνουμε σε συνέδρια, ενδεχομένως όλοι μας πολλές φορές, χωρίς σκέψη και συλλογισμό και χωρίς να τηρούμε στοιχειωδώς τους κανόνες  δεοντολογίας γραφής ενός επιστημονικού κειμένου και μιας έρευνας.

    Όταν υπάρχουν τόσες μαρτυρίες διασωσμένες από τόσους πολλούς Σαρακατσαναίους και μάλιστα από αφηγήσεις ανθρώπων παλιών και ανυποψίαστων στα ιδεολογήματα  αρκετών μελετητών τους και κάποιοι γράφουν άλλα, είναι σίγουρο ότι μια δυσπιστία σιγοβράζει στους κύκλους των ανθρώπων που θέλουν να μελετήσουν την ιστορία. Το καζάνι της ιστορικής αλήθειας για τους Σαρακατσαναίους, κατά τη γνώμη μου ξεχείλισε και η αποκάλυψή της με επιστημονικά πλέον κριτήρια, πήρε το δρόμο της.
                                                                                        
   Ιωάννινα, 2012
Γεώργιος Κ. Τσουμάνης
geotsouman@gmail.com