portraita

kentriki mpara

.
τα Τσομπανόσκυλα
.

του Γεωργίου Τσουμάνη
Θα ήταν αδιανόητο, τουλάχιστον τα περασμένα χρόνια, όταν η κτηνοτροφία ήταν εκτατική, αλλά και οι συνθήκες της ζωής των ανθρώπων πολύ διαφορετικές, να φανταστούμε στάνες και κοπάδια χωρίς τσομπανόσκυλα. Σήμερα, η κτηνοτροφία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό οικόσιτη, ο τρόπος ζωής των κτηνοτρόφων έχει αλλάξει και η παρουσία των τσομπανόσκυλων δεν είναι πάντα απαραίτητη.

Τα τσομπανόσκυλα λοιπόν, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του κοπαδιού. Ασκούμενα από μικρά, το ακολουθούσαν στην καθημερινή του πορεία. Ήταν οι φύλακές του από τα αγρίμια του δάσους, λύκους, τσακάλια, αρκούδες, αλλά και από τους κλέφτες. Τα ζώα   γνώριζαν τα δικά τους σκυλιά. Τα άφηναν να κυκλοφορούν ανάμεσά τους. Με το ένστικτό τους καταλάβαιναν ότι η παρουσία τους έχει να κάνει με τη δική τους προστασία. Ανάλογα με το μέγεθος του κοπαδιού, οι κτηνοτρόφοι είχαν και ικανό αριθμό σκύλων για τη φύλαξή του. Ένα κοπάδι 100 έως 150 προβάτων, είχε σίγουρα περισσότερους από 2 σκύλους, κατάλληλα εκπαιδευμένους και κατά κανόνα άγριους.

Ο κάθε επισκέπτης, είτε ημέρα ήταν είτε νύχτα, έπρεπε να φωνάξει από μακριά για να μπορέσει να πλησιάσει το χώρο της στάνης των κτηνοτρόφων. Τα δαγκώματα από σκύλους ήταν συχνό φαινόμενο για όσους δεν πρόσεχαν. Συνήθως την ημέρα τα σκυλιά έφευγαν με το κοπάδι, ή ήταν δεμένα όσα έμεναν πίσω. Όταν όμως έπεφτε η νύχτα, ήταν μάλλον ακατόρθωτο υπό φυσιολογικές συνθήκες, να φτάσει κάποιος σε μια στάνη. Τα τσομπανόσκυλα καλά εξασκημένα από τους βοσκούς στη φύλαξη, είχαν το δικό τους χώρο ελέγχου. Τα μαντριά, τα κονάκια, όλος ο ζωτικός χώρο της στάνης ήταν στην κυριαρχία τους. Κατά διαστήματα τα αφεντικά τους, τα παρότρυναν με φωνές να επιτεθούν σε οτιδήποτε αυτά αφουγκράζονταν τριγύρω τους. Τα γαβγίσματά τους συνοδεύονταν αρκετά συχνά από τα χουγιατά των βοσκών.

Βλέπετε οι κίνδυνοι ήταν πολλοί. Δεν έλλειπαν μαζί με τα αγρίμια και οι κάθε λογής κλέφτες που κυκλοφορούσαν. Οι κλέφτες για να καταφέρουν να τα εξουδετερώσουν έπρεπε να καταστρώσουν σχέδια αποπλάνησής τους, πράγμα που δεν ήταν πάντα εύκολο. Και επειδή όπως λέει και η λαϊκή παροιμία « Ο φόβος φυλάει τα έρημα», κανένας δεν πλησίαζε μια στάνη, διότι δε γνώριζε τι τον περιμένει από την απειλή των σκύλων.

Το αλύχτισμά τους είχε τη δική του σημασία. Άλλο ήταν για τα ζούδια, άλλο για κάποιον που περνούσε μακριά, άλλο για αυτόν που πλησίαζε. Οι άνθρωποι της, στάνης, πεπειραμένοι στα ακούσματα αυτά, καταλάβαιναν τους κινδύνους και έπαιρναν έγκαιρα τα μέτρα τους. Το ουρλιαχτό τους όμως ήταν κακός οιωνός. Όταν ένα σκυλί ούρλιαζε πίστευαν ότι κάτι κακό θα συμβεί στην οικογένεια, κάποιος θάνατος.




Έτσι ήταν ή ζωή παλαιότερα στην ύπαιθρο, στις στάνες των Σαρακατσαναίων, και των άλλων κτηνοτρόφων. Άγρια σκυλιά φύλαγαν ζώα και ανθρώπους. Ο Δανός Κ. Hoeg  όταν στα 1922 επισκέφτηκε Σαρακατσαναίους στην Ήπειρο για να μελετήσει τη ζωή τους, εντυπωσιάστηκε από τα αγριάδα των σκύλων που είχαν στα κοπάδια τους. Αναφέρει δε, ότι κατά την παραμονή του εκεί, για να μπορέσει να πάει από ένα κονάκι σε άλλο, έπρεπε να τον ξεβγάλει κάποιος ή να φορέσει την κάπα ενός βοσκού για να ξεγελάσει τα σκυλιά. Τα τσομπανόσκυλα γνώριζαν, με τις δικές τους αισθήσεις, πολύ καλά όλους τους ανθρώπους της στάνης. Πάντα κάποιον ξένο οι Σαρακατσαναίοι, τον ξέβγαναν αρκετά μακριά από τα κονάκια για να δείξουν το σεβασμό τους, αλλά και να τον προφυλάξουν από τα σκυλιά.

Οι Σαρακατσαναίοι εξέτρεφαν τα σκυλιά τους από μικρά, για ένα μόνο σκοπό. Την καλή φύλαξη. Τα μεγάλωναν μέσα στα μαντριά, μαζί με τα πρόβατα και τα γίδια, μακριά από τους ανθρώπους, για να αποκτήσουν τις συνήθειες που έπρεπε. Να μάθουν τα μικρά μαζί με τα μεγαλύτερα να «παγανίζουν» τον τόπο όπου βόσκουν τα κοπάδια, να μη φοβούνται τα αγρίμια, να μην αφήνουν τους ανθρώπους όταν πλησιάζουν στο χώρο τους.  Εξέτρεφαν έτσι αρκετά σκυλιά, ανάλογα βέβαια και με τον αριθμό των κοπαδιών και των οικογενειών που συγκροτούσαν τα κονάκια της στάνης. Όλες ωστόσο οι οικογένειες είχαν τα δικά τους σκυλιά.

Η συντήρησή τους δύσκολη για τα δεδομένα της εποχής, όχι όμως ιδιαίτερα δαπανηρή. Φρόντιζαν να τα ταΐζουν ψωμί και μάλιστα φτιαγμένο από πίτουρο. Σκυλόψωμο το έλεγαν. Τα τάιζαν  συνήθως το πρωί και το βράδυ που επέστρεφαν με το κοπάδι. Τους έδιναν ένα μεγάλο κομμάτι σκυλόψωμο, τόσο όσο θεωρούσαν ότι θα τα χορτάσει, ή αν περίσσευε κάποιο αποφάγι, τα κόκαλα από το κρέας όταν αυτό υπήρχε, λίγο τραχανά, ξερό ψωμί με λίγο τυρί βουτηγμένα στο νερό για να μαλακώσουν. Έκτος από ψωμί τους έδιναν και τυρόγαλο. Έφτιαχναν στο χώμα μικρές γούρνες, όπου έριχναν μέσα το τυρόγαλο και τα σκυλιά το έπιναν. Ήταν και αυτό μια εύκολη τροφή.

 Ένας καλός όμως κτηνοτρόφος, ποτέ δεν άφηνε τα σκυλιά του ατάιστα. Ήξερε, ότι μόνο  όταν είναι χορτάτα, θα είναι  καλοί και πιστοί φύλακες, δυνατά για να νικήσουν τα αγρίμια.

Τα καλά σκυλιά ήταν ξεχωριστά για τους βοσκούς. Ακολουθούσαν τα αφεντικά τους, υπάκουαν στα προστάγματά τους, ήταν πιστά. Σε κάθε στάνη πάντα κάποια ξεχώριζαν για την εξυπνάδα τους και την υπακοή τους. «Είχα ένα σκυλί, μη ρωτάς πόσο καλό», ήταν συχνή η φράση που ακουγόταν σε συζητήσεις μεταξύ των τσομπαναραίων. Και πράγματι έτσι ήταν. Δεν έλλειπαν όμως και τα τεμπέλικα, αυτά που δεν πήγαιναν στο κοπάδι, τα «κουτελιάρικα». Χαρακτηριστική είναι ή φράση  στους Σαρακατσαναίους «τσακισμένο σκυλί» που λέγεται  και μεταφορικά.  Είναι αυτό που γυρίζει από κονάκι σε κονάκι, από στάνη σε στάνη. Από τα πολλά χτυπήματα που δέχεται είναι τσακισμένα τα πόδια του. «Γυρίζει σαν σκυλί τσακισμένο», λένε για κάποιον που δεν είναι σταθερός και πηγαίνει εδώ και εκεί χωρίς προκοπή.

Αξία έχει να δούμε και τα ονόματα που τους έδιναν. Αναφέρω όσα θυμάμαι από τα δικά μας σκυλιά, χωρίς να είναι και τα μοναδικά. Γκιαμάλης (Κεμάλ), Λιάπης, Ζέπης, Νταβέλης, Τούρκα, Βουλγάρα. Ανάλογα με το χρώμα τους ή άλλα χαρακτηριστικά, Πατούνας, Μπαλίκας, Μούργκος, Αράπης , Λιάρος, Ρούντας, Μπιρμπίλης, Μπιρπίλου.  Γύρω από τα ονόματα ίσως μια μικρή εργασία να είχε τη δική της αξία.




Η ζωή των τσομπανόσκυλων ήταν σκληρή, όπως και των αφεντικών τους. Έπρεπε να υπομείνουν τις κακουχίες, τα χιόνια τις βροχές, την ταλαιπωρία της στράτας. Μαζεύονταν τη νύχτα  κοντά στα κοπάδια και κουλουριάζονταν όπου έβρισκαν για να προφυλαχτούν. Ποτέ δεν τα άφηναν μακριά από το κοπάδι και  να πλησιάζουν τους ανθρώπους.  Έπρεπε να είναι  στα μαντριά και στα πρόβατα, να είναι σε ετοιμότητα, όλες τις ώρες της ημέρας. Εξ ου και ο όρος «σκυλίσια ζωή» Αλλά και η έκφραση «σαν το σκυλί στον άλσο» θέλει να δείξει την ταλαιπωρία του όταν είναι δεμένος. Έννοιες και με μεταφορική σημασία.

Παρά τις αντιξοότητες όμως και τις δυσκολίες, η πίστη των σκύλων στα αφεντικά τους ήταν εντυπωσιακή. «Το παιδί και το σκυλί όπως το μαθαίνεις» λέει  ο λαός. Πραγματικό αφεντικό του σκύλου είναι αυτός που το μαθαίνει, το φροντίζει, το χαϊδεύει, το θεωρεί δικό του. Πολλές φορές τους έκοβαν την ουρά και τα έκαναν κολοβά. Πίστευαν ότι τα σκυλιά όταν έχουν κομμένη την ουρά γίνονται ζαβά και γκρινιάρικα. Αλλά ενίοτε τους έκοβαν και  μέρος από τα αυτιά, γιατί νόμιζαν ότι έτσι ακούνε καλύτερα.         

Κράταγαν πολλά αρσενικά και λίγα θηλυκά. Ήταν πρόβλημα όταν αυγάταιναν, η συντήρησή τους. Τα θηλυκά κατά κανόνα ήταν εξυπνότερα. Όταν γεννιούνταν πολλά κουτάβια, κράταγαν όσα τους ήταν απαραίτητα, έδιναν και σε όποιον ήθελε να μεγαλώσει κάποιο από τα μικρά και τα υπόλοιπα μη μπορώντας να τα συντηρήσουν, τα σκότωναν. Σκληρό φαίνεται σήμερα, αλλά έτσι ήταν.

 Φρόντιζαν ωστόσο να κρατήσουν κουτάβια από καλή σκύλα. Να «είναι από κοπάδι». Αυτό σήμαινε να φυλάει, να αντιλαμβάνεται εύκολα, να μην απομακρύνεται, να είναι καλά εκπαιδευμένη, να είναι υπάκουη στον αφέντη. «Πάρε νύφη από σειρά και σκύλα από κοπάδι» έλεγαν οι Σαρακατσαναίοι. Συνηθισμένη  επίσης και η φράση «σκότωσε τη σκύλα και κράτησε τα κουτάβια». Θέλει να δείξει την απερισκεψία κάποιου, που δεν σκέφτεται αυτό που κάνει.

Υπήρχαν και οι στιγμές που τα αρσενικά τσομπανόσκυλα «χάνονταν» για πολλές μέρες από τη στάνη. Ήταν ο καιρός του ζευγαρώματος, όπου έφευγαν για να επιστρέψουν ξανά, αφού επιτελούσαν το σκοπό της συμμετοχής τους στην αναπαραγωγική διαδικασία που η φύση τους όριζε. Οι Σαρακατσαναίοι απέφευγαν τις στειρώσεις των σκύλων, και τούτο για να είναι δυνατά και άγρια. Ήξεραν ότι θα γυρίσουν ξανά στη στάνη τους. Πρόβλημα ωστόσο υπήρχε όταν μετακινούνταν και βρίσκονταν στη στράτα. Τότε αρκετές φορές τα έχαναν. Τα σκυλιά βέβαια προσανατολίζονταν εύκολα και ακολουθούσαν το δρόμο του κοπαδιού. «Τα σκυλιά περπατάνε με τα αστέρια» έλεγαν θέλοντας να δηλώσουν τον εύκολο προσανατολισμό τους και την επιστροφή στη βάση τους. Σίγουρα υπήρχαν και περιπτώσεις που ο γυρισμός δεν ήταν εύκολος. Τότε αναγκαστικά τα έψαχναν και όταν τα έβρισκαν, τα έδεναν με κάποιο σκοινί ή με το λουρί τους και τα οδηγούσαν πίσω στο κοπάδι. Βλέπετε το ορμέφυτο της αναπαραγωγής νικούσε την πείνα και την υπακοή στον αφέντη. Ήταν οι στιγμές που «σκυλεύονταν» κατά την κοινή ορολογία των κτηνοτρόφων.

Σήμερα τα τσομπανόσκυλα τείνουν να εξαφανιστούν ως ξεχωριστή καθαρόαιμη ράτσα αφότου λιγόστεψαν πολύ τα κοπάδια και οι άνθρωποι να τα συντηρήσουν. Προσπάθειες γίνονται από κάποιες φιλοζωικές οργανώσεις για να κρατήσουν το είδος, μοιράζοντας σε κτηνοτρόφους που επιθυμούν,  μικρά κουτάβια. Μακάρι να τα καταφέρουν.

Γνωστή μεταξύ των Σαρακατσαναίων είναι και η φράση «παλιόσκυλο» για κάποιον που είναι σκληρός, θέλοντας να δείξουν την αγριάδα του και την απανθρωπιά του. Αλλά και να «ψοφήσει σαν παλιόσκυλο» όταν θέλουν να δηλώσουν τη απέχθειά τους.

Η παράδοση θέλει το κρέας του σκύλου να μην τρώγεται. Να είναι δε και πολύ άνοστο  Οι Σαρακατσαναίοι όταν θέλουν να που πώς κάτι είναι πολύ άγευστο λένε: «Άνοστο σκυλί» Μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις πιστεύουν ότι το κρέας του σκύλου τρώγεται. ‘Όταν κάποιος επιθυμεί να εξαγνιστεί από μεγάλα αμαρτήματα. Είναι τότε «που τρώει από σκυλί». Ωστόσο η σκληράδα που τον χαρακτηρίζει μένει και προκοπή δεν κάνει. Η φράση «έφαγε από σκυλί» είναι δηλωτική αμαρτωλού παρελθόντος και απάνθρωπης συμπεριφοράς. Πολλές φορές προσπαθώντας να δείξει κάποιος, ότι θα αλλάξει στάση και δεν θα κάνει πίσω σε μια ειλημμένη απόφασή του, συνήθως επώδυνη,  λέει: «Θα φάω από σκυλί».



 Ιστορίες με σκύλους από τις στάνες των Σαρακατσαναίων.

Πάρα πολλές είναι οι ιστορίες που αφηγούνται τσομπαναραίοι για τα σκυλιά τους. Πώς επιτίθονταν στα αγρίμια, πώς φύλαγαν, πώς φανέρωναν την υπακοή τους και την πίστη τους, τι τους έκανε εντύπωση από τη συμπεριφορά τους, τα ένστικτά τους, τις συνήθειές τους. Ποιος αλήθεια Σαρακατσάνος δεν είχε να πει τη δική του ξεχωριστή ιστορία, για το δικό του σκυλί ή για κάποιο άλλο της στάνης του;

Μια σκυλίτσα στην «Αστράκα», (περιοχή βοσκοτόπων της Τύμφης  του Ζαγορίου), δεν προλάβαινε σχεδόν ποτέ να φάει τυρόγαλο, που έριχναν  μέσα στις γούρνες οι τσομπαναραίοι της στάνης για τα σκυλιά όλων των κοπαδιών. Τα μεγαλύτερα και δυνατότερα την έδιωχναν. Τότε αυτή έκανε το εξής: Γάβγιζε, δήθεν πως κάποιος  έρχεται προς το μέρος τους. Έτρεχε δε μακριά δείχνοντας πως κάτι κυνηγάει. Τα σκυλιά, έτρεχαν προς το μέρος της για να ανιχνεύσουν και αυτά τον εχθρό. Αυτή τότε, γρήγορα-γρήγορα επέστρεφε, για να φάει όσο περισσότερο τυρόγαλο μπορούσε, μέχρι τα υπόλοιπα σκυλιά να επιστρέψουν, αφού αντιληφθούν ότι δεν υπάρχει κανένας ανεπιθύμητος επισκέπτης.

Αν τρομάξεις ένα σκυλί που περπατάει αμέριμνο, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πάθει ανακοπή. Τέτοιες ιστορίες άκουσα από πολλούς, για περιπτώσεις σκύλων που «έσκασαν», πέθαναν ακαριαία, ύστερα από απότομο λαχτάρισμα. Συγκεκριμένα, κάποιος βοσκός περίμενε ένα σκυλί που περπατούσε νύχτα αμέριμνο, κρυμμένος σε μια γωνία ενός δρόμου. Μόλις αυτό έφτασε κοντά του και χωρίς να τον αντιληφτεί, του πέταξε ξαφνικά το σακάκι του. Το σκυλί ξαφνιάστηκε και από το φόβο του έπαθε ανακοπή.



Τσομπάνος περνούσε με τη σκυλίτσα του σε δύσβατο μονοπάτι. Από το ένα μέρος απότομα βράχια και από το άλλο γκρεμός και σάρα. Από το φόβο του, περνούσε μπουσουλώντας, ενώ η σκυλίτσα πήγαινε μπροστά, γυρίζοντας συνεχώς  προς τα πίσω, κουνώντας  την ουρά της, γρυλίζοντας στο αφεντικό της και με το σπινθηροβόλο της βλέμμα τον ενθάρρυνε να περάσει το μονοπάτι. Όσο διαρκούσε η δύσκολη πορεία η αγωνία της μεγάλωνε, πράγμα του ο βοσκός αντιλαμβάνονταν, παίρνοντας όμως παράλληλα και θάρρος από την πράξη αυτή της σκυλίτσας, η οποία είχε αντιληφθεί το φόβο του αφεντικού της και προσπαθούσε με τις κινήσεις του σώματός της και το γάβγισμά της, να του δώσει θάρρος.  Μπροστά η σκυλίτσα να πηγαίνει πίσω-μπροστά και να ακολουθεί τρομαγμένο και ψιθυρίζοντας διάφορα το αφεντικό της. Τελικά όλα πήγαν καλά. Τα δύσκολα τέλειωσαν,  ο δρόμος πλάτυνε, ο βοσκός σηκώθηκε όρθιος και ανακουφισμένος συνέχισε την πορεία του σε ομαλό πλέον τόπο. Και η σκυλίτσα φανερά ευχαριστημένη από το αίσιο τέλος της περιπέτειας του αφεντικού της έκανε κολοτούμπες, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τη χαρά της. Όταν αργότερα η σκυλίτσα αυτή πέθανε, το αφεντικό της την έθαψε, σαν να ήταν άνθρωπος. Παράξενο και όμως αληθινό.

Ο Ρούντας, ένα τσομπανόσκυλο γέρος πια, κάθεται τεντωμένος στον ήλιο και μη μπορώντας να κυνηγήσει τα αγρίμια, δείχνει την παρουσία του γαβγίζοντας κάπου- κάπου αδύναμα.  Μια πονηρή αλεπού, αντιλαμβάνεται την αδυναμία του και τον πλησιάζει. Γρήγορα καταλαβαίνει πως είναι ανήμπορος. Τότε τον περιπαίζει, πηδώντας από πάνω του, πότε από δω και πότε από κει. Ένα περιστατικό που είδα με τα μάτια μου και το θυμάμαι σαν να είναι σήμερα.

Κάποιο αγρίμι έσφαξε πρόβατα που είχαν ξεκοπεί από τον κύριο όγκο του κοπαδιού.  Ο βοσκός τα αντιλήφτηκε το βράδυ στο μαντρί. Μαζί με τα απόντα ζώα έλειπε και ένα σκύλος του. Τελικά ύστερα από τρεις ημέρες ο σκύλος παρουσιάστηκε φανερά ανήσυχος. Το αφεντικό του κατάλαβε αμέσως ότι κάτι κακό είχε συμβεί.  Ο σκύλος τον οδήγησε εκεί που ήταν  σφαγμένα τα ζώα του, όπου όλες αυτές τις ημέρες τα φύλαγε νεκρά μέχρι να έρθει το αφεντικό του.

Έμπειρο τσομπανόσκυλο, ξεμάκρυνε από το κοπάδι του, καθώς αυτό κατέβαινε από το βουνά για τα χειμαδιά, με αποτέλεσμα να ξεμείνει, να χαθεί και να καταλήξει σε κάποιο ξένο κοπάδι όπου το περιμάζεψε ο βοσκός του για να το κάνει δικό του. Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και οι κτηνοτρόφοι με το βιός τους ανέβαιναν ξανά στα βουνά. Το αφεντικό του σκύλου είχε πληροφορίες για το μέρος όπου είχε ξεμείνει και περνώντας για τα βουνά, έσπευσε να το αναζητήσει. Πραγματικά βρήκε το κοπάδι και το καινούριο αφεντικό του σκύλου, το οποίο αρνούνταν πεισματικά ότι το σκυλί αυτό δεν ήταν δικό του και τυχαία ξέπεσε σε αυτόν. Το πρόβλημα της διεκδίκησης του σκύλου και από τους δύο κτηνοτρόφους, έλυσε ο ίδιος ο σκύλος, αφού ακούγοντας τη φωνή του παλιού αφεντικού του και το κάλεσμα στο όνομά του, έσπευσε κοντά του, τον ακολούθησε και εγκατέλειψε το κοπάδι, είναι αλήθεια, ύστερα από έναν αρχικά μικρό δισταγμό.