portraita

kentriki mpara

Σπύρος Πιστόλας
.
Ο Λαλάς μου Σπύρος Πιστόλας
του Γιάννη Πιστόλα
Αποφάσισα να κάνω αυτό το αφιέρωμα στον Θείο μου τον Σπύρο, αδελφό του πατέρα μου, αφενός  λόγω της ιδιαίτερης σχέσης που μας συνδέει, αφετέρου γιατί θυμάται πάρα πολλά στοιχεία και έχει το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο για  να τα αφηγείται, θεωρώντας ότι  έτσι  αποτίω φόρο τιμής τόσο στο σόι μας (Πιστολαίοι ή Πιστιολαίοι ή Μπιστιολαίοι), το οποίο είναι εξαπλωμένο σε όλη την Ελλάδα, όσο και στη μνήμη του παππού μου και του πατέρα μου..
.
● ● 

Γεννήθηκα το Χίλια Εννιακόσια Είκοσι Eφτά (1927) στα Καλύβια, στα καμένα τα καλύβια, εκεί στο Παλιοχώρι που λέμε, στο Μαυροκκλήσι – Κόρυμβο αυτού ανάμεσα, τοποθεσία Κορύμβου είναι στα Καλοκαιριάσια τα καλύβια. Το χειμώνα πάηναμαν λίγο πιο κάτω, κάνα δυο χιλιόμετρα, στα χ’μωνιάσια στην ίδια περιοχή.

Μέχρι το χίλια εννιακόσια τριάντα δυό ( 1932) το καλοκαίρι, πηγαίναμε στα βουνά της Δράμας. Μέχρι που έγινα εγώ πέντε χρονών δηλαδή. Θυμάμαι όταν περνούσαμε από το Παρανέστ’, θυμάμαι που με είχανε πανωσάμαρα στο άλογο, τα χαράρια από εδώ και από εκεί  και με είχαν απάν και  κοίταζα στα σπίτια έξω είχαν πιπεριές, κόκκινες πιπεριές, κρεμασμένες να στεγνώσουν  σε αρμάθες και κοίταγα και κουλτούμ’σα, έπεσα κατ’ απ’ τ’ άλογο.



Οι γονείς Γιάννης και Δήμητρα – Μαυροκκλήσι Έβρου 1957

Το κοπάδ’, θα είχε εξακόσια και παραπάν’ πρό’τα.  Ο πατέρας μ’ ήταν μόνος τα’  πάηναμαν από εδώ (Μαυροκκλήσι) κι γυρνούσαν απ’ τους Καντρατζήδες με το θείο το Νικολάκ’ και οι άλλοι από εκεί, τα άλλα τα αδέλφια τ’ από την Αλεξανδρούπολη και έβγαιναν στην Μπουζάλα. Τσέλιγκας ήταν o Μπάρμπα Νίκας  από την Αλεξανδρούπολη, που ήταν ο τρίτος  στ’ σειρά αδερφός. Πρώτος ήταν ο Θείος ο Νικολάκ’ς, δεύτερος ο πατέρας μ’ ο Γιάνν’ς,  ύστερα ήταν ο Μπάρμπα Νίκας, μετά ο Μπάρμπα Ζήσ’, τώρα δεν θυμάμαι αδελφές ποιες ήταν ανάμεσα.


Το πέρασμα από την Ανατολική Θράκη

 Από την Ανατολική Θράκη, από τις Σαράντα Εκκλησιές,  το είκοσι δυο (1922) πέρασαν το ποτάμ’ όλοι .Ο θείος ο Νικολάκ’ς ήρθε εδώ στον  Κόρυμβο, μετά πήγε στην Δαδιά  όπου κατέληξε και έμεινε μόνιμα .Ο πατέρας μ’ σταμάτ’σε με τ’ς Κολαίοι, τον Δήμο τον Κόλλια, ήταν και κουμπαριά, με το Μπάρμπα Μήτρο και με τον πάππο τον Γιαννάκο. Ο παππούς  Γιαννάκος, ο αδελφός του παππού μ’ ήταν αυτός, ήταν θειός του πατέρα μ’, αλλά με τον πατέρα μ’ σαν να ήταν μια οικογένεια, ήταν η θειά η Μαρία , θειά Αναστασιά,  ήταν τέσσερις κοπέλες. Ήρθαν λοιπόν από εκεί το είκοσι δυό, πέρασαν από εδώ, στο Κ’φόβουνο  σ’εκείνο το στάδιο, γιατί είχαν πολλά πρόβατα, δεν χωρούσαν να πάν’ όλ’ μαζί, δυό χιλιάδες είχε ο πατέρας μ’ μοναχά και χώρια ο θείος ο Νικολάκ’ς, χώρια τ’ αδέλφια  και χώρ’σαν δεν μπορούσαν όλα μαζί, καθένας είχε τα θ’κά τ’, ενώ ήρθαν από δώ μεριά όλ’ μαζί άρχισαν να σκορπάν μετά οι άλλ’ κατέφ’καν κάτ’. Ο πατέρας μ’ έμεινε εκεί λοιπόν με τον Κόλλια και τον θείο τ’τον Γιάννο, αυτόν τον θείο τ’ τον  Γιάννο, τον Γιαννάκο, έμειναν στο Κουφόβουνο, ο  θείος ο Νικολακ’ς  είχε έρθει εδώ στον Κόρυμβο, οι άλλ’  πήγαν κάτ’, δεν ξέρω μάλλον πήγαν κατευθείαν κάτω Αλεξανδρούπολη, δεν ξέρω .Μόνο ο Νικολάκ’ς σταμάτ’σε εδώ πέρα, από ‘δω έφυγε πάει στην Δαδιά και ήρθ’ ο πατέρας μ’ εδώ. 



Η μητέρα Δήμητρα (Μητρούκα) το γένος Κούτρα (βαβά του Γ.Πιστόλα)


΄Ενα χρόνο έκαμε στο Κ’φόβουνο, ήρθε εδώ επειδή ψόφ’σαν τα πρόβατα τ’ από στρουμπάρα , πιάνονταν, αγκύλωναν τα πόδια, γιατί πέρα στ’ Σαράντα Εκκλησιές ήταν στέγνα, ξέρα, είχε μπουζλούκι , στριβάρ’ ο τόπος , στριβάρια ήταν, δεν ήταν  το ήμερο το χορτάρ’ εκεί  ήταν άγρια χορτάρια ενώ εδώ είχε γερά χορτάρια, λόγω το ποτάμ’ και τά πιασε στρουμπάρα και ψόφ’σαν πολλά …‘ξακόσια  του ‘μειναν και από κεί μετά ήρθαν όλ’ μαζί  εδώ. Εδώ ήταν ο Τσαραγκλής ο Γιώργος  με τ’ αδέλφια τ’ .Αυτός ο Γιώργος ο Τσαραγκλής   και  ο  Κωνσταντής Τσαραγκλής, αδέλφια ήταν, πολλά αδέλφια ήταν και αυτοί. Ήταν εδώ στο Μαυροκκλήσι και από εδώ σταμάτ’σαν μέχρι το …αφού τ’ς γνώρ’σα εγώ κι αυτούς και τη Σταυρούλα, τ’ Στέργιου την γ’ναίκα, μαζί ήμασταν εδώ., τ’ θυμάμαι εγώ  μικρά που ήμασταν εδώ. 

Αυτός ο Χρήστος ο Τσαραγκλής  μου φαίνεται ήταν στ’ς  Νασταίοι γαμπρός ή ο Κωνσταντής ήταν στ’ς Νασταίοι γαμπρός. Τσαραγκλαίοι, Μποναίοι ήταν εδώ πιο πέρα, εδώ στ΄ Θόδωρου τα χωράφια.  Ο Τσαραγκλής είχε το τσελιγκάτο εδώ στο Μαυροκκλήσι, οι Μποναίοι λίγο πιο πέρα, εγκαταστάθ’καν και ο πατέρας μ’ στον Κόρυμβο μεριά, εκεί που ήταν ο θείος ο Νικολάκ’ς.



Ο Αρχιτσέλιγκας Νίκας Πιστόλας
 Σαράντα Εκκλησιές Ανατολικής Θράκης – 1919


Με τ’ς Μποναίοι, έσμιξαν όλ’ μαζί, με τ’ς Μποναίοι, Τσαραγκλαίοι, όλοι ένα Τσελιγκάτο  με τσέλιγκα τον Μπόνια το Γιώργο. Όλοι ένα τσελιγκάτο μέχρι το τριανταδυό (1932)  πήγαιναμαν έρχομασταν  στα βουνά της Δράμας. Ο θείος ο Μήτρος δεν έρχονταν, μόνο ο πατέρας μ’. Ο παππούς ο Γιάννος, αδελφός του παππού μ’ δεν έρχονταν, σταμάτ’σε δεν έρχονταν στην Μπουζάλα, είχε γίδια κιόλα τότε.


Το Σόι των Πιστολαίων

Του πατέρα μου  πατέρας ήταν ο Κωνσταντής. Ο Κωνσταντής αυτός, πέθανε ενενήντα χρονών στην κατοχή, εδώ στην Αλεξανδρούπολη, στην Χηλή τον έχουν θαμμένο. Ο Κωνσταντής είχε πατέρα τον Νικόλα, τον οποίο τον είχε πάρει ψυχοπαίδ’ ένας Γιωργάκ’ς  Πιστόλας, που δεν είχε παιδιά και τον πήρε ψυχοπαίδι

Τώρα, το όνομα Πιστόλας λέν’ ότι βγήκε αργότερα, αρχικά ήταν  Πεπόνης. Ήταν ένας Γιάνν’ς  Πιστόλας του προσπάππου μ’ τ’ Νικόλα αδελφός ήταν. Αυτός  είχε δυό πιστόλια και συνέχεια μπαμ-μπουμ και  ήταν και παλικαράς πολύ. Όλοι έλεγαν: Ποιος; O Μπιστιόλ’ς ( γιατί Μπιστιόλα έλεγαν  το πιστόλ’) έμεινε Μπιστιόλ’ς


Εδώ ήρθαν από τις Σαράντα Εκκλησιές. Μέχρι το δώδεκα(1912) ήταν βλέπ’ς  πάηναν έρχονταν. Το δώδεκα ύστερα χώρ’σαν τα σύνορα, πιάσ’καν εδώ οι άλλοι οι Μπιστιολαίοι κατά κάτ’ στα  Σέρρες, με τους οποίους όμως  συναντιόμασταν, μέχρι το τριάντα δυο πάνω στην Μπουζάλα. Πριν από το δώδεκα, ποιος ξέρ’, παν’γαν στ’ Βουλγαρία . Ο παππούς μ’, απ’ ότι θυμάμαι, μάζευε σουβάτ’ το έλεγαν, αρνιά και τα πάηνε απάν’ στα Βουλγάρ’κα τα βουνά και τα φτιαχνε σουβάτ’, τα τράνευε και τα πουλούσε κριαράκια ύστερα.



Οικογένεια Μπόνια – Καλύβια Κορύμβου Μαυροκκλησίου – 1932 - Ο γέροντας Μπόνιας Θεόδωρος, η σύζυγος του Δάφνη, ο γιός του Γιώργος, η αδελφή του Ελένη (συζ. Καζάκου) και τα παιδιά τους.- Αξίζει της προσοχής, αριστερά η κόρη του Γιώργου φορτωμένη με αρμαθιές φλουριά και λίρες …. γκουμπέδες !!! κατσαμέρκια και άλλα.


Την μάνα μ’ από κει πάει την πήρε ο Κώτας ο Καζάκος και την κατέβασε στ΄ Σαράντα Εκκλησιές. Η μάνα μ’ (η βαβά) ήταν απ’ τ’ς  Κουτραίοι, δεύτερη γ’ναίκα τ’ πατέρα μ’ .Η πρώτ’ η γ’ναίκα τ’ ήταν απ’ τ’ς Σκευαίοι, πρέπει να είναι απ’  αυτουνούς που είναι  στον Άβαντα τώρα. Από αυτήν είχε μόνο ένα παιδί, τον Ν’κόλα, μετά πέθανε, πρέπει  να ήταν νέα, αφού ο μπάτης μ’ είναι του δώδεκα γεννημένος , η Βαγγελιώ η πρώτη  γενημμένη  απ’την μάνα μας, ήταν του είκοσ’, θα ήταν έξι– εφτά χρονών ο Νικόλας όταν πήρε την μάνα μ’ ο πατερας μ’, άρα γύρω στο δεκαοκτώ. Το είκοσ’ ήταν η Βαγγελίτσα , το εικοσιδύο ήταν ο Θανάσ’ . Κάπου στα τριανταπέντε τ’  άρα ξανά παντρεύφ΄κε ο πατέρας μ΄.
Μετά ήμουνα εγώ το είκοσι εφτά και μετά ήταν ο πατέρας σ’ ο Χρήστος , το τριάντα.


Η ζωή στο Τσελιγκάτο

Έφτασαμαν λοιπόν στα καλύβια, με τ’ς Μποναίοι, Μπόνιας Γιώργος o Τσέλιγκας, έκατσαμαν εδώ κι ο Τσαραγκλής ο Γιώργος και ο πατέρας μ’, σμιχτίδες γράφοταν αυτοί. Αυτό το μέρος αυτού στα καλύβια ήταν της αεράμυνας τότε, τ΄ς εφορίας, όλα τα ρέματα δεν ήταν κοινοτικό, αυτό το νοίκιαζαν ξεχωριστά από την εφορία , χώρια που πλέρωναν τα κοινοτικά. Αυτό το πλήρωναν  χώρια ενοίκιο, ήταν τ’ς εφορίας. Και τα πλήρωνε , ο Μπόνιας πήγαινε τα πλήρωνε αλλά έγραφε μέσα στο συμφωνητικό, έγραφε μέσα με τους σμίχτιδες, Πιστόλα και Τσαραγκλή. Συνεταιρισμό είχαν ρε πιδί μ’.

Εκεί λοιπόν γεννήθ’κα εγώ το εικοσιεπτά. Έμειναμαν μέχρι το σαράντα έξι (1946) εκεί, μέχρι το τριάντα δυο είχαμε πάνε έλα και στην Δράμα και γυρνούσαμε πίσω, το χ’μώνα  εδώ δηλαδή τον έβγαζαμι. Σχολειό πήγα εδώ στο Μαυροκκλήσ’. Το τριάντα τέσσερα  παντρεύ’κε ο αδελφός μ’ ο Νικόλας, Τότε πήγα εγώ στην πρωτ’ τάξ’ στο σχολειό. Κι έρχομαν απ΄τα  καλύβια εδώ στο Μαυροκκλήσι κάθε μέρα για έξ’ χρόνια. Το σαράντα εξ’ ήρθαμαν μέσα στο Μαυροκκλήσ’. Το Σαράντα επτά, τον άλλο χρόνο δηλαδή έφκαμαν πάλι στ’ν Αλεξανδρούπολ’ γιατί…ανταρτιά εδώ πολύ.



Ο Χρήστος Πιστόλας (Αδελφός του κ.Σπύρου και πατέρας του Γ. Πιστόλα)


Στα καλύβια που ήμασταν έρχομασταν εδώ στο σχολειό, στην αρχή ήμασταν…εμείς ήμασταν ούλο δυο, εγώ ήμουν και με το θείος το Θανάσ’  μαζί και με τον πατέρα σ’ μαζί. Σχόλασε ο θείος ο Θανάσ’ ήρθε ο πατέρας. Απ τ’ς Μποναίοι ήταν ο Μπόνιας ο Θόδωρος, ο Τσαραγκλής ήταν ο Παππάς ο Βαγγέλ’ς , ήταν ο Παππάς ο Αντών’ς.

Οι Παπαδαίοι ήταν  εδώ, σ’ αυτό το τσελιγκάτο ήταν και αυτοί. Με το Μπόνια ήταν κουμπαριά αυτοί. Ύστερα  στην κατοχή ήρθε και ο Γιώτ’ς  αυτού, ήρθαν και οι Γιαριμαίοι , ήρθαν οι  Ρεσταίοι .



Αναστασία, Αικατερίνη, Σταματία και Χρυσανθία Κούτρα (Εξαδέλφες του Σπ. Πιστόλα) – Υδρόμυλος 1949

Εγκατάσταση  στο χωριό

Tο χίλια εννιακόσια σαράντα έξ΄ ήρθαμε, μπήκαμε στο χωριό, στο Μαυροκκλήσι, μες στο χωριό. Άν και εμείς δεν είχαμε σπίτια, ήμασταν στον παππού τον Μπέτσιο, τα πρόβατα τά ‘χαμε όξου. Όξου αλλά τα περισσότερο κατά ‘δω , κατά τούτο το μέρος.

Γι αυτό ήρθαμε γιατί φοβήθ’καμι, αρχίσανε αποσπάσματα, φοβήθ’καμε ήρθαμε μες στο χωριό. Και  από το χωριό ύστερα το σαράντα εφτά την άνοιξη βγήκαμε εδώ στο Τόπατς και έφτιαξαμαν καλύβια. Το σαρανταεφτά την άνοιξ’ στο Τόπατς και το Σεπτέμβριο εφ’καμαν κατά κάτ’, πήγαμε στην Αλεξανδρούπολ’, έσμιξαμαν με τ’ς αλλ’νούς τ’ς Πιστολαίοι, μέχρι το πενήντα δύο. Εμείς ήμασταν με το μπάρμπα Νίκα, είχαμε και τον συμπέθερό μας, τον γαμπρό μας τον Μήτσιο τον Μπακόλα. Και οι άλλοι ήταν ο θείος ο Αποστόλ’ς με τον μπαρμπα Ζήσ’ και με τον θείο τον Νικολακ’. Εμείς ήμασταν με τον μπάρμπα – Νίκα εκεί στην Εξώπολη όλοι.



Ο Σπύρος Πιστόλας (δεξιά) με τον αδελφό του Θανάση, τη σύζυγο του Κρυστάλλω (αδελφή του Σπ. Νάστου) και τα παιδιά τους. – 1949


Τα πρόβατα τάχαμαν εκεί απαν’ στο ….Χαλίκιο, Γεννίκιο , Ίντερε
Το σαράντα οχτώ τ’ άρμεγαμε στο Χαλίκιο στην αρχή, ύστερα βγήκαμε απάν’ στην εκκλησιά ακριβώς, που είναι  η εκκλησιά …στην Ιάνα απάν’. Στην Ιάνα , ακριβώς εκεί δίπλα αν έπιανε βροχή πάηναμε μες στην εκκλησιά και κοιμόμασταν.
Εκεί έρχονταν ο Θεόφιλος με ακόμα έναν, κάθε βραδάκ’ τσουπ! Ένας αντάρτ’ς απ τα Δάμνια….από κει από την Παλαγία. Εκεί έμειναμι μέχρι το πενήντα δύο.
Εγώ πήγα από κει φαντάρος και ο πατέρας σ’ από κει.



Ο Σπύρος Πιστόλας (καθιστός) με τον Παναγιώτη Γιαρίμη και την αδελφή του Ελένη - Μικρό Δέρειο Έβρου - 1952


Όταν ήρθαμε το.. ήταν εδώ, είχαν ερθ’ στο Μαυροκκλήσι. Το πενήντα δύο το φθινόπωρο ήταν εδώ  και δεν ξανά ‘φυγαν .Μόνο ο θείος ο Νικόλας έφυβγε. Εμείς πια έκατσαμαν εδώ μέσα στο χωριό οριστικά. Μέσα στο χωριό, στην αρχή κάθομασταν αυτού που ‘ταν  ο Μπόνιας, όλ’ μαζί . Ύστερα έφτιασε σπίτ’ ο Θανάσ’ το πενήντα τέσσερα .Το πενήντα πέντε το ‘φτιασαμαν εμείς, ύστερα και έκατσαμαν εδώ. Μόνο  ο Νικόλας πάει, ήρθε με τα πρόβατα τ’ στην Αλεξανδρούπολη. Ήρθε εδώ, αυτού στ’ Αριστείδη το σπίτ’….έφτιασε σπίτ’. Πάντρεψε την Αλεξάνδρα. Δεν θυμάμαι ποιά χρονολογία, πάντρεψε την Αλεξάνδρα και ήρθε πάλι εδώ. 



Σπύρος Πιστόλας, Νικόλας Πιστόλας, Νικόλας Γιαρίμης, Γιώργος Μπακόλας και Στέργιος Γιώτης.


Ήρθε εδώ ύστερα γύρ’σε πάλι κάτ’ και πάντρεψε την Αλεξάνδρα και ύστερα ήρθε εδώ. Ήρθε εδώ πήρε γελάδια .Το σπίτ’ αυτό που κάθεται ο Αριστείδης τ’ Νικόλα εκεί ήταν.
Όταν ήρθα εγώ από στρατιώτ’ς, όταν απολύθ’κα, βλέπ’ς  είχα, επειδή εμένα μ’ έδωσαν καμιά δεκαριά, ο Μπόνιας, όταν έφυγαμαν από εδώ, πρόβατα και γίδια, καμιά δεκαριά και είχα, με χώρ’σε….χώρ’σα το σμάδ’ εγώ, στην Αλεξανδρούπολη, το πενήντα, που πήγα φαντάρος, λέει ο πατέρας μ’, να μην κάθονται εδώ, ο πατέρας μ’ άντε ας θα σ’μαδέψω και εγώ και θα κρατήσω λογαριασμό. Κρατούσε λογαριασμό ο παππούς δηλαδή. Όταν ήρθα από Στρατιώτης, βρήκα σαράντα εφτά πρόβατα και έξι γίδια θ’κά μ’ εδώ.
Εγώ είχα παντρευτεί (μ’είχαν παντρέψει) το σαράντα εξ’  δεκαεννιά χρουνό. Η γυναίκα μ’ ήταν Μπόνια, απ’ τ’ς Μποναίοι. 



Γάμος Κώστα Κούτρα (εξάδελφος) – Κρηνίδες Καβάλας 1950


Στο Στρατό - Λοχίας Πεζικού

Πήγα το πενήντα φαντάρος και απολύθ’κα το πενήντα τρία. Εγώ υπηρέτ’σα και με το θείος το Θανάσ’ μαζί και με τον πατέρας μαζί. Είκοσι εφτά μήνες και κάτι. Παρουσιάσ’κα στο Ηράκλειο, στην Κρήτ’, τρείς μήνες. Πεζικό, υποψήφιος βαθμοφόρος. Έγινα λοχίας. Από το Ηράκλειο μετά Σιδηρόκαστρο, στο λόχο νεοσυλλέκτων, σαράντα πέντε μέρες. Εκπαίδευση μας έκαναν εκεί. Ήταν τέσσερις ανθυπολοχαγοί, μόλις είχαν βγει από την σχολή Ευελπίδων, ήρθαν εκεί, ήταν ένας Μπριτζολάκιας Γεώργιος. Αυτός ήταν λοχαγός. Ανθυπολοχαγός έκανε χρέη λοχαγού. Ήταν ο Μπαρδόπουλος Ιωάννης, Πελλοπονήσιος, Γερμανός Γεώργιος και Σαμαντούρας Ανδρέας απ’ την Εύβοια 

 Από εκεί μόλις τελειώσαμε, πααίνουμε στο Κιλκίς. Στο Κιλκίς ήταν το τάγμα το Πεντακόσια Εξήντα Οχτώ (568) Τάγμα πεζικού. Μόλις  πήγαμε εκεί, αϊντε από κει  στου πενήντα σύνταγμα για δεκανείς. Σαλονίκ’ μέσα. Απάν’ μεριά απ΄το στρατηγείο, τέρμα, στο 424 κοντά. Πααίνουμε, ήταν ένας δεκανέας Πατσής, είχε κάτ’ ποδάρια τέτοια. Μόλις πήγαμε εκεί, άϊντε εκατόν ογδόντα ήμασταν, απ’ όλ’ την Μεραρχία δηλαδή, Μεραρχία τα είχε τα ΛΥΒ τότε, κάθε Μεραρχία είχε τα ΛΥΒ.
Μόλις πήγαμε, μας παέν’ να κάνουμε μπάνιο, να μπανιαρ’στούμε, ούι μανούλα μ’ όλ’μαζί μαζεμένοι. Πήγαμε εκεί σαράντα πέντε μέρες, για δεκανείς, Πήγαμε στο Κιλκίς, απ’ το Κιλκίς με βάνουν και ομαδάρχη, σαν ομαδάρχη, με στέλουν στην Ποντοκερασιά, ήταν και ένας δόκιμος, δεν τον θυμάμαι το δόκιμο, στην Ποντοκερασιά εκεί σε ένα τολ μέσα τ’ς είχαν, τον κόσμο ακόμα, ε φόβος ήταν ακόμη. Τέλος πάντων καλά ήταν.



Ο Σπύρος Πιστόλας στο στρατό (τρίτος στην πρώτη σειρά) με τον στρατηγό Παπάγο να τους επιθεωρεί.


Η ζωή στο χωριό, στο Μαυροκκλήσι

Στα σαρακατσανάκια με το ΕΛΑΣ είχαμε αρχηγό το Στέργιο το Γιώτ’.
Από τους Μαυροκκλησιώτες με τους Μπετσιδέους, σαν αδέλφια ήμασταν. Το Θεμιστοκλή, τον Δημητρό , τον Βαγγέλ’, σαν αδέλφια ήμασταν μ΄αυτούς.
Πήγα λοιπόν φαντάρος έγινα λοχίας, τελείωσα, γύρ’σα πίσω, ήρθα στο Μαυροκκλήσι . Τέλος πάντων είχαμε και καμπόσα γίδια, είχαμε έναν τσομπάνο, πάηναμαν και μεις με τη σειρά. Είχαμε τσιομπάνο τον Μουσταφά, τον είχαν όταν ήρθα εγώ. Ένα γαϊδουράκ’ είχε εκεί, ψόφ’σε και κείνο, ένα ουγγαρέζκο το είχαμε πα΄ρ’ από το Γιάνκο, ο παππούς δηλαδή.
Τα πρόβατα καμιά διακόσια, διακόσια πενήντα ήταν, τι ήταν! Και γίδια, καμιά σαρανταριά τα φτιασαμαν. Όλοι μαζί, ένα σαϊά είχαμε, τον είχαμε φτιάσ’, α εκεί στα Καλύβια. Εγώ πήγα πήρα καμπόσα γίδια από τ’ς Ασβεστάδες. Την πρώτ΄ χρονιά το πενήντα τέσσερα. Ένα χ’μώνα χώρ’σα εγώ, πήρα καμπόσα γίδια. Το πενήντα τέσσερα πήγαμε στην τράπεζα, ο πατέρας με τον θείο το Θανασ’ ήταν μαζί ακόμα τα ‘χαν, δεν τα ‘χαν χωρίσει, το σ’μάδ’ το χαν μαζί. Εγώ το σ’μάδι μ’ ήταν χώρια  επειδής σου είπα μ’είχαν δώσει μερικά, από κει ακόμα, από το πενήντα. Πααίνουμε να κάνουμε κτηνοτροφικό δάνειο. Πρόεδρος στο χωριό ήταν ο Θεοχαρίδης . Δήλωσα εκατό πρόβατα, δεν είχα εκατό, είχα καμιά εβδομηνταριά, γιατί ογδόντα θηλ’κά αρνιά κατσίκια τα κράτ΄σα όλα, ένα πρόοδο είχαν κάν’ όταν τα βοσκούσε αυτός ο Αλέξ’, τα ζγούρια. Πήγαμε ήταν ο Βαϊδης Διευθυντής, απ’ τ’άλλο το μέρος πααίνει  ο Θεοχαρίδης (ανεπρόκοπος) και λέει: ο Σπύρος δεν έχει τόσα, δεν έχει τόσα πρόβατα, για να πάω να τον πώ να ρθεί αυτός ,να τον προσκ’νύσω. Πααίνουμε και οι τέσσερις μαζί. Εγώ, ο Θόδωρος Μπόνιας, ο παππούς – πατέρας μ’ και ο Μπόνιας, παππού – Μπόνιας. Πααίνουμε μέσα στο γραφείο τ’ , συ λέει δεν έχ’ς τόσα, εκατό δραχμές το πρόβατο μας έδιναν, δεν θα σ’ δώσω τόσα, θα σ’ δώσω … Αν δεν μ’ δώσ’ τόσα δεν θέλω λέω, να πάρω καθόλου, θα τα π’λήσω και αυτά πό ‘χω. Εγώ ήθελα να πάρω καμπόσα ν’ αγοράσω καμπόσα, οι άλλ’ ντιπ λίγα είχαν. 



Ο Σπύρος Πιστόλας (αριστερά) κουμπάρος στο γάμο του Λάμπου από το Παλιούρι - 1953


Είχαμε στα σούλτα εκεί ήταν μια στρογκούλα. Στ’ σούλτα απ’ την παν μεριά, εκεί στα καμένα τα καλύβια, από ‘κει απάν’. Καμένα  τά ‘λεγαν, γιατί κάηκαν μια φορά. Ο παππού Γιαννάκ’ς, πάει στο θ΄κό μας, δεν ήμασταν εδώ. Πάει στο θ’κό μας το καλύβ’ ήταν άδειο, άναψε το σψιτ και από εκεί έπιασε φωτιά και από ‘κει πήρε φωτιά και ζιματήσκαν. Κάηκαν όλα. Αυτό έγινε το τριάντα δυο. Τέλος πάντων, πήγαμε εκεί , είχαμε εκεί στρούγκα, ύστερα πήγαμε στα κάτ΄ τα καλύβια, εκεί έφτιασαμε  στρούγκα και κόρδα  και μεγάλο χωράφι….τώρα αφού τα ‘χαμε κοπρισμένα , είπε πώς θα τα κάνουμε, άντε σπείρε εσύ, εγώ επειδή είχα του παππού τ’ Μπόνια το χωράφι εκεί στα καμίνια είχα αγοράσει και του καμίν’ το χωράφι , είπα θα πάρω εγώ αυτό που είναι εδώ απάν’ κάνα στρέμμα δυο και ο πατέρας σ’ με τον θείο το Θανάσ’ χέρσα ήταν, επειδή τα κούπριζαμε  να τα σπείρουμε χωρίς άδειες και τέτοια  για να τα σπείρουμε
Όλοι είχαν πιάσει τότε από κανένα χωράφι.. Εμείς δεν είχαμε και κλήρο κιόλας, δεν είχαμε χωράφια. Άντε λέει εντάξ’, τα πήραμε. Πήγα εγώ στο Παλιούρ’ να φέρω να τα σπείρουν αυτοί πού δούλευαν τα χωράφια εδώ. Τ’ς ήξερα εγώ από την κατοχή, με έστελνε  ο θείος ο Μήτρος και πήγαινα με το γαϊδουράκ’ και έπαιρνα άχυρο.  



Με το κοπάδι του – Μάνδρα Έβρου - 1955


Απ’ το Παλιούρ’ απ’ τον πάππο το Λάμπο, από αυτ’νούς , φιλία είχαμε .
Μετά από τον Μουσταφά έβαλαμαν τσιομπάνους απ’ αυτ’νούς, απ΄το Παλιούρ’.
Τον Σωτήρη και τον Μπάρμπα Δήμο, έμεναν εκεί στα καλύβια αυτοί, την βδομάδα μια φορά πάηναν και ξιάλλαζαν στο χωριό τους  το Παλιούρι.
Εμείς πιά είχαμε μπεί στο χωριό με τους Μαυροκκλησιώτες, έκαναμι φιλίες με τ΄ς χωριανοί, είχαμε σχέσεις, εγώ είχα  τον Γκαϊτατζή τον Αγγελή  τον οποίο γνώρ’σα σαν καλύτερο φίλο και το Γιώργη τον Ιωαννίδη επίσης  καλό φίλο, τον  υποστήριξαμαν κιόλας αυτόν για Πρόεδρο. Τον Αγγελάκη τον Μοσχίδη έκανα παρέα, αυτόν τον γρουνάρ π΄ λεν’. Το ίδιο, εγώ να σ’ πώ δεν χώρ’ ζα. Μόλις ήταν να π’λήσω τα αρνιά, έρχονταν όλ’ και εγώ τ’ς κοίταζα όλους. Άμα έσφαζα, από ‘κεί  απ’ τα σφαχτά έπαιρνα άντερα, έπαιρνα σ’κωταριές απ’ τα αρνιά απ’ τα θ’καμ  και στο καφενείο τ’ς κερνούσα. Αλλά και αυτοί βοηθούσαν. Μόλις ήταν να φορτώσω όλοι μαζεύονταν και τα φόρτωναν.
«Γκασγκούρια» αυτοί οι Μωραϊταίοι έτσι έλεγαν, «Γαμώ το γκασγκούρ’ς γαμώ». Τ΄ς ντόπιοι, γιατί; Δε ξέρω, ποιος ξέρει γιατί; Μπορώ να σ’ πω, με τους ντόπιους δεν μας επηρέασε τίποτας, επειδή μπήκαμε στα χωριά. Δεν κατάλαβα εγώ να επηρεαστούμε, μάλλον με τ’ς χωριανοί έγιναμε ένα, σχεδόν δεν χώρ’ζαμε εμείς. Παρέες, γλέντια, όλ’ μαζί, έκαναμε. Τότε που ήμουν μικρός, τότε δεν ζήλευα τίποτας, αλλά και τώρα ύστερα δεν ζήλευαμαν, τι να ζηλέ’ψ, που έφτασιαν και δεν μπόρεσαμαν  ‘μεις, τίποτα!!! Δεν ζήλεψα. Εγώ κοίταξε δεν ζήλεψα γιατί, να γιατί, αυτοί δεν έβγαναν, εμείς που είχαμε τα πρόβατα, είχαμε και μια δραχμούλα στην τσέπ’. Μπορεί να ήταν δ’λιάτς σκληρή, δεν ήταν και τόσο, εκεί όξω άμα είσαι όξω και όπως ήταν η συνεταιρισμός που είχαμε εμείς , δηλαδή , ξένοιαζαμε, είχαμε και ένα τσιομπάνο πάειναμε  και ‘μεις με τ’ς  σειρά, μπορούσαμε. Αυτοί δεν έκαμαν μαζί.



Γλέντι στο Μαυροκκλήσι – 1962


Από δώδεκα - δεκατρίο  χρονών, μόλις τελείωσα το σχολείο, στα πρό’τα και το σαράντα ένα, τριακόσια γίδια μαναχός μ’, αλλά μια ζωή δουλευαν τα παιδιά. Ο πατέρας όμως  όχι  δεν δούλεψε καθόλου, όταν ήταν είκοσι χρονών ήταν κεχαγιοπαίδ’.  Αυτοί δεν δούλεψε κανένας  γιατί ο παππούς ο θ’κός μ’ ήταν πολύ τσέλιγκας, ο Κωνσταντής που λές. Μεταξύ των δικών μας, ο Νικόλας, κανονικά  έπρεπε να ‘ναι τσέλιγκας. Κοίταξε όμως, ο Νικόλας πιο πολύ ρουκώνονταν στ’ πόρτες, ο Θανάης ήταν λίγο σφιχτός και δεν ρουκώνονταν στα γραφεία  να πάει να  χαλέψ’ ενώ ο Νικόλας με τ’ αυτά  με τ’ άλλα…εγώ τους καταλαβαίνω…Κοίταξε να δεις με τον αγροφύλακα, γιατί είχαν πράματα , ας πω ένα παράδειγμα. Ο αγροφύλακας, εδώ ήταν ο Γιαννακ’ς, τον Αλέξ’ μας, τον κυνηγούσε. Τον Θόδωρα τον Μπόνια δεν τον κυνηγούσε, τώρα θα πεις  τον φοβόνταν ; Μια φορά ήμαν εγώ στα πρόβατα, τα ‘χα εδώ στην κατ’ τ’ν άκρη στ’ αμπέλια, τούτα τα’ αμπέλια εδώ που είναι η ποτίστρα αν έχ’ς πάει. Τ’ απόγεμα ήρθε και ο πατέρα σ’,  λέει θα πάμε από δω λέει , το δρόμο απάν’ θα πάμε, από δω και από κει ήταν χωράφια ξέρω, άλλα εσύ θα πας μπροστά λέει και δεν θα κοιτάζεις πίσω  μ’ λέει ο πατέρα σ’, γιατί ; αυτό που σου λέω εγώ λέει. Τώρα εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος αλλά στα πρόβατα  ο πατέρα σ’ έκανε κουμάντο .Θα πας μπροστά λέει και δεν θα κοιτάξεις πίσω, τώρα λέω φαντάζομαι, άλλα από δω άλλα από κει τα πρόβατα, και να μ’ λέει άφτο άφτο, μόλις  φτάνουμε εδώ στου Θεοχαρίδη να βγούμε στο δημόσιο, να και  ο Γιαννάκ’ ς από κει με την μπούλα τ’(τ’αλογό του). Μένα δεν με λέει τίποτας ο αγροφύλακας, τον πατέρα σ’ δε  ούτε από χιλιόμετρο δεν τον μιλούσε τον φοβόταν…; Ποιος ξέρει..μπορεί… Εμείς τάϊζαμε  κιόλα, κάτ’ τάιζαμε. Τα ρίχναμε, τόσο στον αγροφύλακα και στο δασοφύλακα. Στο λογαριασμό τα βάναμε όλα. 



Ο Σπύρος Πιστόλας με τη γυναίκα του Σοφία και τους κουμπάρους τους, την ημέρα του γάμου.


Σαρακατσαναίοι – Καρακατσαναίοι – Βλάχοι ;

Βλάχ’ μας έλεγαν εδώ. Δεν είμαστε Βλάχ’. Ε! εμείς Βλάχ’ σας λέμε. Αυτά τα χωριά όμως Παλιούρι , Μεταξάδες δεν μας έλεγαν Βλάχ’. Μας έλεγαν Καρακατσαναίοι .
Τα παλιά τα χωριά μας έλεγαν Καρακατσαναίοι .
Οι πατεράδες μας  έλεγαν ότι είμαστε Σαρακατσαναίοι, ότι η φυλή μας είναι από κατ’. Οι Βλάχ’ (το ‘φερνα εκει) εμείς δεν ξέρουμε άλλ’ γλώσσα έλεγαμι. Οι Βλάχ’ ξέρουν άλλ’ γλώσσα.
Εμείς οι άνδρες φορούσαμε παντελονάκια σαν γκιλοτίτσες  και κατ’ που πήγαμε στην Αλεξανδρούποη    γκιλότες είχαμε. Μπουτούρια, ο αδελφός μ’ ο Θανασ’ φόρεσε  το θυμάμαι, εγώ δεν φόρ’σα. Ο παππούς, ο πατέρας μ’ φορούσε μπουτούρι μέχρι το τέλος, φορούσε και σιγκούν’ που και που το ‘βαζε.
Σιγκούν’ φορούσε πάντα μόνο ο Τσαραγκλής και ο Μπόνιας φορούσε ένα όχι και  συνέχεια. Ο Τσαραγκλής φορούσε μόνο σιγκούν’ δεν το ‘βγαλε , δεν το ‘βγανε καθόλου ο Τσαραγκλής.
Η Μπόνινα  ήταν από τ’ς Τσιλιγγιραίοι  ένα σόι, η μπάμπου η Μπόνινα  του Γιώργου του Μπόνια.
 Έφτασαμε λοιπόν το πενήντα τόσο, μπήκαμε στο χωριό έκατσαμι, έγιναμι ένα με τους Μαυροκκλησιώτες. Σιγά – σιγά. Δεν χώρ’ζαμε, πάηναμι  έρχονταν αυτοί, γιόρταζαμαν, ξεχάσαμε το Σαρακατσάνικο. Και ξανά άρχισε να φουντώνει στο μυαλό λίγο μεταγενέστερα, είχα ακούσ’ για το Αντάμωμα στο Περτούλι, ύστερα πάλι στο ράδιο άκ’γα  μιλούσαν , στην τηλεόραση , που μιλούσαν για τα Σαρακατσάνικα.
Μάθαιναμε που πάεινε ο Σουφλιάς, τον οποίο καμαρώναμε σαν Σαρακατσιάνο μεγάλο που μας τίμαγε, σαν καταγωγή, με την παρουσία του.
Το ενενήντα ένα ήταν τότε πήγα, τότε πήγα στο Περτούλ’. Ανέφ΄κα και στα καλύβια τότε στη Λεπτοκαρυά στην Αισύμη. Ήταν σκόνη. Χώμα , τότε  είχε σκόνη σαν να  ήταν οργωμένο, Δεκαπενταύγουστο  έγινε και  μετά όταν το 2001  ανέλαβες εσύ τότε, ντύθ’κα , τραγούδ’σα με το Σύλλογο, θ’μήθ’κα τα παλιά ,χορέψαμε με την παρέα, έφκιασαμι τα καλύβια πάλι όλοι μαζί και τέτοια.  



Μέχρι το τέλος με τα πρόβατα




Αλλά και με τα γίδια 




Και μετά συνταξιούχος στο μαντρί του αδελφού του Χρήστου


Τραγουδώντας Σαρακατσιάνικα Τραγούδια

Ένα σαρακατσάνικο τραγούδ’. Να σ’ πω ποιο έλεγα εγώ στα νιάτα μ’.
Κοίταξε θα στα πω όλα, θα σ’ πω να τα πάρ’ς όλα. Θα σ’ πω ποιο ήταν το θ΄κό μ’ τραγούδ’  τα’ αγαπημένο, ποιο ήταν τ’ πατέρα σ’, ποιο ήταν του πατέρα μ’, ποιο ήταν τ’ μπάτι μ’ τ’ Νικόλα, ποιό ήταν τ’ Θανάσ’ και ποιο ήταν τ’ς αδελφή μ’, τα ξέρω όλα, ποιο ήταν τα’ αγαπημένο ή  ποιο έπερναν όταν τ΄ς έλεγαν πάρε ένα τραγούδ’ και το ‘λεγαν. Ο πατέρας μου ο Γιάνν’ς  είχε, το τραγούδι «Οι κλέφτες οργανώνονταν σε μια ψηλή ραχούλα, βάνουν και μπερμπερίζονται και στρίφτουν τα μουστάκια». Του Νικόλα ήταν, τότε εκείνα τα χρόνια  τα παλιά, ο Νικόλας που ήταν παλικαράκ’ έλεγε «Του Χατζη στέργιου η ανηψιά». « Του Χατζηστέργιου η ανηψια , του Ρήγα η δυχατέρα για δες καμάρι που φορεί , για δες καμάρι πω ‘ χει…
Έκανε έτσ’, σαν να τον βλέπω ρε παιδί, ο Νικόλας ξέρ’ς τι περήφανος ήταν  πρωτού να …στα νιάτα τ΄, το θυμάμαι εγώ ήταν παλ’καράκι . Αλλά ύστερα παντρέυ’κι, έτυχε και γυναίκα τ’ αρρωστιάρα πολύ βασανίσ’κι. Η  Ευαγγελία έλεγε αυτό:  « Σ’ όλο τον κόσμο πήγα  η Παινελιώ μου και σ΄όλο τον ντουνιά» Η  Ευαγγελία παντρεύ’κε το Σαρανταπέντε εδώ στα καλύβια τον Μπακόλα το Μήτσιο. Οι Μπακολαίοι  ήταν  τότε εδώ με τ’ς Ντολαίοι, τον Ντόλα εδώ πέρα στο Τόπατς προς τους Ασβεστάδες, απ’ την κατοχή  είχαν έρθει εδώ. Ο  Θανάσης  τραγούδαγε το «Κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε και τα πουλιά το λένε». Εγώ είχα το τραγούδι  «Περιβόλι μου λουμένο  μαργαρήθανο σπαρμένο, πω ‘χεις γύρω - γύρω δάφνες και  στη μέση μαντζουράνες , πω χεις μια μηλιά στη μέση  που βεργολογάει να πέσει, πάει ο νιος να πάρει μήλα  και μαράθηκαν τα φύλλα ». Ο πατέρας σ’  έλεγε  « Τ’ ακούς  και αμάν αμάν,  τα ακούς μαυριδερούλα μου». « Τα’ ακούς Μαυριδερούλα μου και συ μελαχροινούλα μου,  τι λένε γι α τι μένανε αλλοίμονο για σένανε, λένε να με σκοτώσουνε και σ’ άλλον να σε δώσουνε, για δυο λογάκια που ‘παμε και τα πες τ’ αδελφού σου» αυτό έλεγε και  τώρα που ήμασταν εκεί, εκεί όξω τραγουδούσαμε όταν ΄ρθαμαν εδώ στο χωριό, ύστερα ο πατέρας δεν …., αλλά εκεί όταν έβγαιναμε με τα πράματα όξω. Μέχρι που παντρεύ’κα εγώ είχαμε… και πιο ύστερα τα Σαρακατσιάνικα έθιμα και τραγούδια και κανένα  γκουρμπάν’. Λοιπόν γυροβολιά τραγουδούσαμε και έπιναμι. Ε… μετά δεν ταίριαζε ύστερα, γκουρμπάνια δεν έφτιαναμαν.. Ύστερα ανακατεύκαμαν πάηναμαν στα βίζιτα όπως με τον κόσμο μαζί, Γιόρταζε ο πατέρας σ’. Έρχομασταν και γκρέκοι ..όλοι μαζί.
Εκείνα τα χρόνια όλοι οι Σαρακατσαναίοι αισθάνονταν περήφανοι, ..άμα γίνει κάποιος στρατιωτικός, αστυνομικός αισθάνονταν   περήφανοι !!!
Το τριάντα πρέπει να ήταν όταν μας έκαναν απογραφή, πέρασαμαν επιτροπή, μόνο τον πατέρας σ’ έγραψαν  καθαυτού στα χρόνια τ’…Εμάς μας παν’ στο  σχεδόν τόσο. Μπόνιας το είκοσι έξι είναι γεννηθείς το είκοσι οχτώ τον έχουν γραμμένο, ο Στέργιος ο Γιώτ’ς το είκοσι τρία είκοσι δυό είναι , τον έβαλαν το είκοσι έξι το είκοσι εφτά, το είκοσι έξι τον έβαλαν, ενενήντα χρονό είναι τώρα, με τον θείο σ’ το Θανασ’ είναι . Ο Γιώργος ο αδελφός τ’ είναι το τριάντα ένα , το τριάντα δυο είναι το τριάντα τέσσερα είναι .
Να σ’ πώ έτσι και ένα τραγούδ’;  Έβγα μανούλα μ’ να με δεις (τραγουδιστά), Κι άλλο  - άλλο θα σ’ πώ ( Τραγουδιστά) «Ωρέ τρείς στρατηγοί  ξεκίνησαν, ωρέ να παν στο Μεσολόγγι , ήρθε ο Μακρής  παιδιά μ’ απ’ το ζυγό ..Ήρθε ο Μακρής από το ζυγό, Μάρκος απ’ το Βάλτο – όχι όχι- και ο Ϊσκος από το Βάλτο, ήρθε και ο Μάρκος Μπότσαρης ο φοβερός ο κλέφτης»
Τα τραγούδια, αλήθεια δεν ξέρω  από πού τα ‘μάθα, δεν είχε γραμμόφωνο εκείνα τα χρόνια, άμα το τραγουδούσαν … τα ‘φεραν από κάτω, δεν μπορεί να ήξεραν στις  Σαράντα εκκλησιές, δεν μπορεί να ήξεραν για τον Μάρκο και μάλιστα να το τραγουδάν’ με τον ΄νχό  Από κάτω  πρέπει, άλλωστε κι οι Βουλγαρ’νοί πώς τα ξέρουν;  τα ‘φεραν ρε όταν θα ‘ρθαν απ’ κάτ’…



Στο αντάμωμα του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Έβρου, με το σιγκούνι του πατέρα του. Παρότι 80 χρονών και στο χορό δηλώνει παρών.


Η συνέντευξη  ήταν ολοήμερη, περιελάμβανε αρκετές διακυμάνσεις, με αρκετές φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές, αλλά είχε και στιγμές χαλάρωσης, τραγούδια και καλαμπούρια κ.λ.π. Ελπίζω, αν και δεν έχω «δημοσιογραφικές» γνώσεις να έχει  ότι ήθελε να μου «δώσει» ο Μπάρμπα Σπύρος. Τον Ευχαριστώ για όλα…





Παλιά μου τέχνη κόσκινο 
Άνετος ο μπάρμπα Σπύρος στο γδάρσιμο του αρνιού (Πάσχα 2012)