portraita

kentriki mpara

..
Οι Σαρακατσάνοι στον αγώνα του '21
..



της Βασιλικής Ζαγναφέρη

Στα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς οι πιο ανυπότακτοι και αδούλωτοι Έλληνες, μη μπορώντας να ανεχθούν τα δεινά των Τούρκων, παράτησαν τα χωριά και ανέβηκαν στα βουνά να γίνουν κλέφτες. Οι Σαρακατσαναίοι, λοιπόν, ανεξάρτητοι απ’ τη φύση τους, αδιάλλακτοι και με απέραντη αγάπη για την Λευθεριά, ήταν πολύ φυσικό να είναι απ’ τους πρώτους που εναντιώθηκαν και αγωνίστηκαν κατά των κατακτητών. Ο P. L. Fermor γράφει στο βιβλίο του, Ρούμελη. Οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα”, οι Σαρακατσαναίοι ξύπνιοι και ανεξάρτητοι, αντίθετα προς τους Αρβανιτόβλαχους που καλόπιαναν τους πασάδες και δούλευαν βοσκοί στα κοπάδια τους, είχαν ένα αδάμαστο ήθος για την ελευθερία. «Εμείς και τα μοναστήρια ήμασταν το στήριγμα σε όλους τους ξεσηκωμούς» λένε κι οι ίδιοι καυχησιάρικα. Η κλεφτουριά ήταν δική τους.

Είναι ευρέως αποδεκτό πως η προσφορά των Σαρακατσαναίων στον Αγώνα ήταν διπλή. Από τη μια πλευρά, έδωσαν τους πιο θαρραλέους και ανδρείους αγωνιστές στην σκλαβωμένη πατρίδα, ενώ απ’ την άλλη, έθρεψαν, στήριξαν και προστάτεψαν τα αρματολίκια. Στην περίοδο αυτή, τα τσελιγκάτα με τη νομαδική κτηνοτροφία παρέχουν μια εθνική υπηρεσία, βοηθούν τους σκλαβωμένους πατριώτες να δραπετεύσουν απ’ τους Τούρκους και δημιουργούν στα ορεινά εστίες ελεύθερης ζωής. Ο καθηγ. Διονύσιος Μαυρογιάννης αναφέρει ότι οι ποιμένες Σαρακατσάνοι όχι μόνον επάνδρωσαν ένα μεγάλο μέρος του αρματολισμού και της κλεφτουριάς, αλλά και τροφοδότησαν σε σταθερή συνεχή βάση επί αιώνες τις ένοπλες ομάδες πριν και κατά τον αγώνα της παλιγγενεσίας. Ιδιαίτερα κατά την επανάσταση του 1821, οι Σαρακατσαναίοι είχαν κυριολεκτικά επωμιστεί αυτοβούλως και αφιλοκερδώς την ευθύνη της επιμελητείας στρατευμάτων πολλών περιοχών, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες αρχηγών (Θ. Κολοκοτρώνης).





Έτσι, λοιπόν, οι κλεφταρματολοί εξαγριώνουν ακόμη περισσότερο τους Τούρκους, καθώς αλλού νυχτώνουν κι αλλού ξημερώνουν. Περπατούν τη νύχτα σαν τ’ αγρίμια, γνωρίζονται με τα βουνά, τα δέντρα, τα λιθάρια, τα λόγγια και τις ρεματιές. Ύπνο δεν έχουν, στρωσίδια δεν τους χρειάζονται, ούτε και μαξιλάρια. Το αποκούμπι τους είναι τα σαρακατσάνικα καλύβια. Μπαίνουν σε όποιο καλύβι βρουν μπροστά τους κι εκεί νοιώθουν τα μεγαλύτερη ασφάλεια. Οι Σαρακατσαναίοι φυλάν τα άρματά τους και γιατρεύουν τους λαβωμένους αγωνιστές. Στα κονάκια τους αλλάζουν και οι Σαρακατσάνες πλένουν τα ρούχα τους. Τους δείχνουν τα μονοπάτια και είναι οι οδηγοί τους στα λημέρια. Οι τσομπάνηδες, παράλληλα, με τα κοπάδια τους, φύλαγαν κι όλα τα περάσματα των βουνών, κι έτσι ήταν πάντα σε ετοιμότητα να ειδοποιήσουν τους κλεφταρματολούς για κάθε ενδεχόμενο. Το μεγαλύτερο μερτικό των Σαρακατσαναίων στον αγώνα του έθνους ήταν η καθολικότερη κι ανώνυμη δράση τους. (Αγγ. Χατζημιχάλη, Α΄ τόμος)


Όπως προαναφέρθηκε, οι Σαρακατσαναίοι εκτός απ’ αυτήν την προσφορά τους στον Αγώνα, ως τροφοδότες των κλεφταρματολών, προσέφεραν κι αυτοί με τη σειρά τους, σπουδαίους και δοξασμένους αγωνιστές. Γράφει ο Χρ. Χριστοβασίλης: “Η ελληνική νομαδική φυλή των Σαρακατσαναίων υπήρξε το έρεισμα του κλέφτικου βίου εν τη Δυτική Στερεά Ελλάδα, Ευρυτανία, Αγράφοις, Ασπροποτάμω, Χασίοις και Ολύμπω” , ενώ ο Α. Βακαλόπουλος σημειώνει: “Από τους Γραικόβλαχους, από τους Σαρακατσαναίους, δηλαδή τους Ελληνόφωνες νομάδες καθώς κι από τους άγριους κατοίκους της Ακαρνανίας βγήκαν προπάντων οι πιο μεγάλοι αρματολοί και κλέφτες, οι πυρήνες της ελληνικής ανεξαρτησίας”.





“Η φυλή των Σαρακατσαναίων έδωσε εις την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τον Δίπλα, τον Κατσαντώνη, τον Λιακατά, τον Τσιόγκα και χίλιους άλλους τουρκομάχους, επί πλέων δε διέσωσε την ελληνική κτηνοτροφία κατά το εικοσιένα” μαρτυρεί ο Στ. Γρανίτσας. Ορισμένοι απ’ τους επώνυμους Σαρακατσάνους αγωνιστές είναι οι ακόλουθοι:

Οι Συκάδες ή Βλαχοπουλαίοι, οι οποίοι αποτελούσαν μια μεγάλη αρματολική οικογένεια Σαρακατσαναίων απ’ το Σακαρέτσι. Τα καπετανάτα των Ντιμισκαίων, του Γώγου Μπακόλα και του Δημ. Καραΐσκου, που έδρασαν στην περιοχή του Βάλτου και των Ραδοβιζίων της Άρτας. Ο κλεφταρματολός Λιάκος, ο οποίος κυριάρχησε στο Μαυροβούνι του Πηλίου και στην Αγιά. Ο Νάσιος Κομπόπουλος ή Βλαχοθανάσης, ο Γιαννάκης Φαρμάκης, οι αδερφοί Καπλάνη, οι οποίοι ήταν αρματολοί στην περιοχή της Βέροιας στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Τζάκας ή Τζάκαλος, οι Στουρναραίοι του Ασπροποτάμου κι ο Γρηγόρης Λιακατάς που έδρασε σαν οπλαρχηγός σ’ όλη την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία.

Μια ξεχωριστή ομάδα κλεφτών, ήταν αυτοί που ανήκαν στον ταϊφά του Κατσαντώνη, οι οποίοι κι ονομάστηκαν “Κατσαντωναίοι”. Ο Κατσαντώνης, ο οποίος αναγνωρίστηκε επίσημα για τους αγώνες του απ’ την κλεφταρματολική σύναξη που έγινε στην Λευκάδα (Άγια Μαύρα) τον Ιούλιο του 1807, υπήρξε η ηρωικότερη μορφή της προεπαναστατικής Ελλάδας, ο χιλιοτραγουδισμένος καπετάνιος της κλεφτουριάς, το καμάρι των Σαρακατσαναίων. Κοντά σ’ αυτόν, λοιπόν, μεγαλούργησαν ο καπετάν Βασίλης Δίπλας, συγγενής και νουνός του, ο Γερο- Δήμος, ο ξάδερφός του Γιωργάκης Τσιόγκας ή Βλαχοτσιόγκας, ο Καραγιαννάκης, ο Μπαταριάς, ο Σερεπίσιος, οι Ακριδαίοι, τα αδέρφια του Κώστας Λεπενιώτης, Γιώργος Χασιώτης και Χρήστος Κούτσικος, καθώς επίσης, κι η μεγάλη ηγετική μορφή της επαναστάσεως, ο Καραϊσκάκης.

Αξίζει, τέλος, να επισημάνουμε το γεγονός πως εκτός απ’ τους γνωστούς αυτούς κλέφτες και αρματολούς, η φυλή των Σαρακατσαναίων προσέφερε, επίσης, και μια πλειάδα αφανών πολεμιστών και καπεταναίων που πρωτοστάτησαν και κυριάρχησαν στον αγώνα της παλιγγενεσίας ανώνυμα. Κι αυτό, λόγω του περήφανου κι ανυπόταχτου χαρακτήρα τους, καθώς και της μεγάλης τους αγάπης για την πατρίδα.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Διον. Μαυρογιάννης, Οι Σαρακατσαναίοι Θράκης, Κεντρ. Κι Ανατ. Μακεδονίας
2. Αγγ. Χατζημιχάλη, Οι Σαρακατσάνοι, τόμος Α΄
3. Χρ. Χριστοβασίλης, Εθνικά Άσματα (1453-1821), έκδοση Β΄
4. Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμος Α΄
5. Στ. Γρανίτσας, Τ’ άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, Αθήνα 1921
6. Λαζ. Αρσενίου, Τα τσελιγγάτα, Αθήνα 1972
7. Ευριπ. Μακρής, Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων, Ιωάννινα 1997