portraita

kentriki mpara

Σαρακατσιάνικη λαλιά
ένα γλωσσικό ιδίωμα χωρίς μέλλον ;


 του Θεόδωρου Γιαννακού

Η Άρτα πέτρα να γενεί κι ο Βάλτος να βουλιάξει,
το δόλιο το Ξηρόιμερο Θεός να το φυλάξει,
που κάνει τα γλυκά κρασιά κι τα ‘μορφα κορίτσια.
Στο Μαχαλά είν’οι έμορφες, Κατούνα οι άσπρες,
στο δόλιο το Ξηρόιμερο ξανθιές και μαυρομάτες.

Αυτό το όμορφο σαρακατσιάνικο τραγούδι, με δυο λόγια,  μας περιγράφει τις χάρες και τις ομορφιές  αυτού του τόπου. Το τραγουδάμε με μεράκι εμείς οι Ηπειρώτες Σαρακατσιαναίοι γιατί πολλά ταράφια  κατάγονται από αυτά τα μέρια. Και οι δικοί μου πρόγονοι αυτές τις στράτες γκιζέραγαν κι αυτά τα βουνά περπατούσαν.

Η γλώσσα είναι κυρίως μέσο επικοινωνίας. Είναι καθολικό μέσο, έχει πανανθρώπινη ισχύ και είναι σε χρήση από όλες τις ομάδες και δεν υπήρξε εποχή της ιστορίας της ανθρωπότητας που να μη χρησιμοποιήθηκε. Οι γλώσσες αποτελούν τους πιο πυκνοδομημένους ιστούς πολιτισμικών στοιχείων στο γραπτό και κύρια στον προφορικό λόγο. Στη γλώσσα είναι αποτυπωμένες η σοφία και οι εμπειρίες που απέκτησαν οι λαοί στις χιλιετίες του βίου τους. Οι ιστορίες και οι θρύλοι, τα τραγούδια και τα μοιρολόγια, οι παροιμίες και τα γνωμικά, οι δεκάδες χιλιάδες λέξεις με τις πολυάριθμες σημασίες τους, η ίδια η δομή  και η σύνταξη της γλώσσας, οι ρυθμοί και η μουσική του προφορικού λόγου αποτελούν τους ανεκτίμητους πολιτισμικούς θησαυρούς κάθε γλώσσας, που στο σύνολό τους εκφράζουν τη φύση και τον τρόπο σκέψης του λαού που τη μιλάει.
  

 Η γλώσσα αποτελεί για την κάθε κοινότητα βασικό ενοποιητικό στοιχείο. Αποτελεί απόδειξη δεσμών και ένωσης, καθώς και ταυτότητας μιας κοινότητας ανθρώπων.

 Η μητρική λαλιά κάθε ανθρώπου είναι μια μεγάλη αξία. Μέσα από αυτή συλλαμβάνεται και εκφράζεται κάθε ανθρώπινη εκδήλωση. Όλη η ύπαρξη του ανθρώπου περνάει και υφίσταται μέσα από τη μητρική του γλώσσα.

            Η δική μας μητρική γλώσσα είναι καθάρεια ελληνική γλώσσα, που μας έρχεται από τις αμμουδιές του Ομήρου. Είναι γάργαρη γλώσσα σαν τα καταλάγαρα νερά  που βρίσκονται  στις βουνοκορφές της Πίνδου. Δεν είναι διάλεκτος και ανήκει στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα (Ηπείρου, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Μακε­δονίας). Έχει μεγάλη σχέση με το θρακιώτικο ιδίωμα και το χαλκιδικιώτικο.

            Το σαρακατσιάνικο ιδίωμα έχει μεγάλη συγγένεια με τα παραπάνω ιδιώματα, αλλά είναι ξεχωριστό. Σχηματίζει μία σαφώς χαρακτηριστική ενότητα, που ποτέ δεν ήταν ταυτόσημη με κανένα από τα άλλα ιδιώματα που αναπτύχτηκαν στη Βόρεια Ελλάδα.

            Οι Σαρακατσιαναίοι δεν ανέπτυξαν γλώσσα με υψηλά διανοήματα, απλοί άνθρωποι ήταν. Σε μερικούς  όμως τομείς το λεξιλόγιό τους ήταν πολύ πλούσιο. Για παρά­δειγμα, το λεξιλόγιό τους για τη μορφολογία, τη σύσταση και τη χλωρίδα του εδά­φους, το χρώμα και τη σωματική διάπλαση –μορφή των ζώων: καλαμοβύζα, καλογά­λαρη, καλάρμεχτη, βιτσονόρα, μακρονόρα, πλατονόρα, αλπουνόρα, δρε­πανόραχη, τσιμπουροβύζα, μαλλάτη, αλαφότριχη, πρασόμαλλη, κουτσουκέρα, ορθοκέρα, βλασάτη, κ. ά.

            Στο λεξιλόγιο των Σαρακατσιαναίων υπάρχουν λέξεις που εκφράζουν πολλά συναισθήματα και νοήματα από κοινού: σαρκώνω, χαρδακίζω, θιαμαίνομαι, κ. ά. Συναντάμε, επίσης, και λέξεις πανέμορφες: καμαροβεργολυγερή, περδικοκάλλεσια, νεραϊδοσφόντυλο, μαρμαροβούνι, νεραντζομάγουλη, γαργαρολαιμούσα, χιλιότρα­νος…

 Οι Σαρακατσιαναίοι από τον Ταΰγετο μέχρι τον Αίμο μιλούσαν την ίδια γλώσ­­σα με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις, οι οποίες είναι επιρροές από τις ντόπιες κοινωνίες με τις οποίες έρχονταν σε επαφή.           


Ο Δανός γλωσσολόγος και  φιλέλληνας Κάρστεν Χεγκ είναι ο πρώτος που μελέτησε με επιστημονικά κριτήρια τη σαρακατσιάνικη λαλιά. Το βιβλίο του «οι Σαρακατσάνοι, μια ελληνική νομαδική φυλή», που εξέδωσε στην Κοπεγχάγη το 1925, είναι κατεξοχήν μία γλωσσολογική μελέτη  με δύο βασικούς άξονες που είναι η Φωνολογική και η Μορφολογική προσέγγιση. Η ερμηνευτική διάσταση του λεξιλογίου δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ο Χεγκ με τη μελέτη του αυτή απέδειξε ότι  ούτε φωνητικά, αλλά ούτε και στη γραμματική κατασκευή της ελληνικής των Σαρακατσιαναίων υπάρχουν στοιχεία ξένης γλώσσας. Αυτό προς απάντηση κάποιων επιτήδειων που έχουν πει διάφορα για την καταγωγή των Σαρακατσιαναίων. Το ίδιο αναφέρει και ο σοφός καθηγητής Μανόλης Τριανταφυλλίδης: «Η γλώσσα των Σαρα­κα­τσιαναίων είναι πράγματι απηλλαγμένη ξενισμών εν αντιθέσει προς ό, τι δύναται, ευκαιρίας τυχούσης, να παρατηρήσει τις εις μερικάς βορειο­ελ­ληνι­κάς επαρχίας.»

            Ο Θόδωρος Γιαννακός, ο Νίκος Κατσαρός και ο Γιώργος Φυτιλής, είναι τρεις Σαρακατσιαναίοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με το θέμα της γλώσσας μας. Συγκεντρωμένος λεξιλογικός πλούτος υπάρχει και στα βιβλία: της Αγγελικής Χατζημιχάλη και του Ευριπίδη Μακρή.

            Οι Σαρακατσιαναίοι, ως ποιμενικός πληθυσμός, δεν υπάρχουν πια, όπως στο παρελθόν. Άλλαξαν ρότα στη ζωή τους. Άφησαν τα κορφοβούνια κι έπιασαν τα χωριά και τις πόλεις. Έσμιξαν με τον κόσμο, όπως λένε και οι ίδιοι. Επάνω στα βουνά  άφησαν και τη λαλιά τους. Κάποιες φορές θα ακούγεται σαν απόφωνος μέσα στις ρεματιές. Ήταν μια από τις παραχωρήσεις που έκαναν για να ενταχτούν στο κοινωνικό σύνολο.

            Η σαρακατσιάνικη γλώσσα αποτελεί μάλλον παρελθόν. Ο αυθεντικός φορέας αυτής της γλώσσας, η γενιά που βίωσε το νομαδισμό, έχει σχεδόν εκλείψει. Οι νέες γενιές την αγνοούν παντελώς. Ο Νίκος Κατσαρός στο τελευταίο βιβλίο του « Τα Σαρακατσιάνικα Τσελιγκάτα του Βερμίου» λέει χαρακτηριστικά: από εκείνη τη σαρακατσιάνικη ζωή ούτε η μυρωδιά της έφτασε στις νέες γενιές.

            Τι θα γίνει, λοιπόν με τη γλώσσα μας; Θα την αφήσουμε στη λησμονιά ή πρέπει να της δώσουμε κάποια πνοή και να την αναστήσουμε; Είναι γεγονός ότι σήμερα στην καθημερινότητά μας δεν μας χρειάζεται. Όλοι οι Έλληνες μιλάμε την ίδια γλώσσα, την νεοελληνική, μια καλλιεργημένη γλώσσα. Η νεοελληνική, κατά βάση, είναι η γλώσσα  των πόλεων που, μέσα από την εκπαίδευση κυρίως, διαδόθηκε και επιβλήθηκε σε όλους τους Έλληνες. Αυτή η ενιαία γλωσσική ομοιομορφία σε όλη την επικράτεια ήταν απαραίτητο να γίνει και σωστά έγινε.


Η σαρακατσιάνικη λαλιά, ένα από τα πολλά ελληνικά ιδιώματα, ανήκει στα παλιότερα ελληνικά. Όλα τα ιδιώματα κρύβουν μέσα τους μεγάλο πλούτο και είναι πηγές  που τροφοδότησαν με γάργαρο νερό τη νεοελληνική γλώσσα. Κι αυτές οι πηγές αλίμονο αν στερέψουν. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι οφείλουμε να τις κρατάμε δροσερές. Από τα παλιότερα ελληνικά και από τις ντοπιολαλιές άντλησαν λογοτέχνες και ποιητές  πολύτιμα στοιχεία και τα ενέταξαν μέσα στο έργο τους. Το έκαναν ενσυνείδητα και για να τα διασώσουν, αλλά και να δείξουν τη συνέχεια και την ενότητα του πολιτισμού μας. Ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπα­δια­μάντης, ταίριαξε αρμονικα, βάζοντάς τα  δίπλα δίπλα, τα καθαρευουσιάνικα της Αθήνας με τα χωριάτικα της ιδιαίτερης πατρίδας του της Σκιάθου. Δεν δίστασε ούτε μια στιγμή για να το κάνει. Ίσως αυτό να είναι ίδιον των μεγάλων ανδρών. Με το στήθος μπροστά σα ν’ αμπώχνουνε στους ανέμους μέσα τα μέλλοντα,… και μόνο του σκύλου που αλυχτά στα βουνά τ’ ανδροβάδιστα, μας λέει στο «Άξιον Εστί» ο Ελύτης. Οι λέξεις αμπώχνουνε και αλυχτά ανήκουν και στη σαρακατσιάνικη λαλιά. Μικρό πουλί τριανταφυλλί,… κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει, μας λέει ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, Γιάννης Ρίτσος. Οι λέξεις τριανταφυλλί και τηράξεις είναι και δικές μας. Όλοι αυτοί οι τρανοί Έλληνες, λογοτέχνες, ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί, αρχιτέκτονες πάτησαν στις πλάτες των προγόνων τους κι ανέβηκαν τόσο ψηλά. Τίμησαν με τον καλύτερο τρόπο τον πολιτισμό των προγόνων· τίμησαν τον λαϊκό μας πολιτισμό και δεν τον αγνόησαν.

Ο λαϊκός μας πολιτισμός, ένα από τα τρία βάθρα του ελληνικού πολιτισμού, είναι πολιτισμός ποιότητας. Και η γλώσσα του, που είναι ο καθρέφτης  του, δεν μπορεί να είναι παρά μια άξια γλώσσα. Το δημοτικό τραγούδι, τα πετρογέφυρα, αυτά τα θαυμάσιας αισθητικής αριστουργήματα, τα χρυσοποίκιλτα υφαντά, τα παραμύθια, τις παροιμίες, τα αρχοντικά τα δημιούργησαν απλοί και πολλές φορές κι απλοϊκοί άνθρωποι του λαού: τσοπαναραίοι, μαστόροι, ναύτες, ζευγίτες.

 Ο Γιώργος Σεφέρης λέει: Μπορούμε να κάνουμε πολλές πικρές παρα­τη­ρή­σεις πάνω στην άβυσσο που μπορεί κάποτε να χωρίσει τους μορφωμένους και τους καλλιεργημένους από τη φωνή της ζωής, όταν σκεφτούμε  πως για πολλούς αιώνες ο μόνος πραγματικός ποιητής που έχει το Γένος είναι ο ανώνυμος και αναλφάβητος λαός, και πως  ο μόνος σπουδαίος  πεζογράφος, που ξέρω τουλάχιστον εγώ, είναι πάλι ένας ταπεινός, που μαθαίνει λίγα γράμματα στα τριάντα του χρόνια – ο Μακρυγιάννης. Και το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι αγράμματοι συνεχίζουν πολύ πιο πιστά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα από την απέραντη ρητορεία των καθαρολόγων που, καθώς είπα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακατάλυτο φίμωτρο.


Η παράδοση, λοιπόν, έθρεψε τον νεοελληνικό μας πολιτισμό με τους χυμούς της. Και σήμερα μπορεί να το κάνει, αρκεί να της δώσουμε τη σημασία που πρέπει. Η παράδοση έχει ιδιαίτερη αξία όταν κοινωνεί με τις αξίες της τον σημερινό άνθρωπο. Και η σαρακατσιάνικη παράδοση μπορεί να το κάνει αυτό με τη δική της αρματωσιά. Ένα από τα σημαντικά στοιχεία της αρματωσιάς μας είναι η γλώσσα με τα παραμύθια της, τις παροιμίες της, τα γνωμικά της, τις λέξεις της. Υπάρχουν, για παράδειγμα, στο σαρακατσιάνικο λεξιλόγιο οι λέξεις χρεία και κατασάρκι. Θα μπορούσαν στη σημερινή μας νεοελληνική γλώσσα να είχαν πάρει τη θέση των ξενόφερτων λέξεων τουαλέτα και φανέλα. Εμείς όμως, ενώ το περιβόλι με τις πορτοκαλιές το έχουμε δίπλα μας, το ψάχνουμε στα πέρατα του κόσμου. Δεν θα ήταν σημαντική προσφορά της παράδοσής μας εάν υπήρχε σε κάθε ελληνικό σχολείο και μια συλλογή σαρακατσιάνικων παραμυθιών ή παροιμιών; Υπάρχουν τρόποι, λοιπόν, ζωντανά στοιχεία της παράδοσής μας να γίνουν κτήμα του σύγχρονου νεοέλληνα. Ας θυμηθούμε λίγο την αείμνηστη λαογράφο Ελένη Φιλιππίδη και το έργο της. Η Ελένη Φιλιππίδη είχε κάνει μια σπουδαία συλλογή με σαρακατσιάνικες ποδιές της Θράκης. Δεν σταμάτησε όμως μόνο σ’αυτό· πολλά σχέδια από αυτές τις ποδιές τα έκανε γνωστά σε κύκλους της Αθήνας και τα φορούσαν στις τουαλέτες τους οι κυρίες της λεγόμενης υψηλής τάξης στην Πρωτεύουσα. Έτσι ζωντανεύει η παράδοση και αποκτά σύγχρονη διάσταση.

Σαρακατσιαναίοι,
«Πολλοί ευρωπαϊκοί λαοί, όχι μόνο έδειξαν, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, μεγάλο ενδιαφέρον να γνωρίσουν τα ιδιώματά τους, αλλά και βοήθησαν την πραχτική τους καλλιέργεια στο θέατρο και την επίλοιπη λογοτεχνία» έλεγε πριν από αρκετά χρόνια ο καθηγητής Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Εδώ, αξίζει να αναφερθούμε στους Συνέλληνες Πόντιους που καλλιεργούν την ποντιακή διάλεκτο και στο θέατρό τους και στη λογοτεχνία τους. Μάλλον πρέπει να τους μιμηθούμε. Πρώτα πρώτα, νομίζω, πρέπει να φροντίσουμε να μη χαθεί έστω και μια λέξη από τη γλώσσα μας. Και ο χαμός μιας λέξης είναι απώλεια. Κάποτε ο Καζαντζάκης ανέβηκε με έναν φίλο του στα βουνά της Κρήτης. Το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα ταπεινό αγριολούλουδο. Ρώτησε το φίλο του πώς το λένε. Αυτός του απάντησε ότι ο μόνος που ήξερε ήταν ένας γερο –Κρητικός που είχε πεθάνει πριν από λίγα χρόνια. Τότε ο Καζαντζάκης του είπε ότι χάσαμε ένα κομμάτι από την ιστορία μας, χάσαμε ένα κομμάτι από τον πολιτισμό μας. 


Ένα δεύτερο βήμα είναι να δημιουργήσουμε τη δική μας λογοτεχνία. Είναι σημαντικό ότι άρχισε να δημιουργείται μια μαγιά τέτοιας λογοτεχνίας με τα «παιδιά των πεύκων» του Γιώργου Καψάλη, τα «χαμοκέρασα» του Χρίστου Καρβούνη, «το μικρό βοσκόπουλο» του Γιώργου Φυτιλή, «τα φέγινα πουλιά » του ομιλούντος.  

Η Ομοσπονδία μας· ας αναλάβει μια πρωτοβουλία να καθιερώσει βραβεία για νέους Σαρακατσιαναίους που θέλουν να γράψουν στο ιδίωμά μας ή να εντάξουν στο έργο τους στοιχεία από το ιδίωμά μας.

Οι Σύλλογοι· κι αυτοί μπορούν να βοηθήσουν αποφασιστικά και με απλά πράγματα. Μια παιδική χορωδία με σαρακατσιάνικα τραγούδια είναι ένας καλός τρόπος να περάσουμε στοιχεία της γλώσσας μας και της μουσικής μας στη νέα γενιά. Mια θεατρική ομάδα, ένα  τμήμα παραμυθιού ή παροιμιών μπορούν να λειτουρ­γήσουν σε έναν Σύλλογο. Οι Σύλλογοι έχουν στα χέρια τους σημαντικό κομμάτι της νεολαίας μας. Μπορούν να το εκμεταλλευτούν με τον καλύτερο τρόπο. Όλα αυτά, βέβαια, μπορούν να γίνουν αν αγκαλιάσουμε όλοι τους Συλλόγους μας και δεν μένουμε  απαθείς και αδιάφοροι, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους από εμάς. Ας φέρουμε στο μυαλό μας λίγο τη μούσα των Σαρακατσιαναίων, Αγγελική Χατζημιχάλη. Η Αθηναία αρχόντισσα παράτησε τις βολές της και γκιζέραγε κοντά στις σαρακατσιάνικες στάνες για να διασώσει τον πολιτισμό και την ιστορία μας. Ας αναλογιστεί, τότε, ο καθένας από εμάς το χρέος του και την ευθύνη απέναντι στον πολιτισμό μας.

Οι Σαρακατσιαναίοι εκπαιδευτικοί· έχουν χρέος, με τις όποιες τους δυνάμεις, να μπολιάσουν την παιδεία μας με γόνιμα στοιχεία της γλωσσικής μας παράδοσής μας όπως, για παράδειγμα, τα παραμύθια.

Κατά την ταπεινή μου άποψη τα γλωσσικά ιδιώματα, ένα από τα οποία είναι και το σαρακατσιάνικο, πρέπει να διδάσκονται στις φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων μας. Είναι παλιά ελληνικά αιώνων και αιώνων.

 Ο σύγχρονος και σημαντικός Σαρακατσιάνος λογοτέχνης Γιώργος Φυτιλής στο βιβλίο του «η λαλιά των Σαρακατσάνων» αναφέρει: «Σ’ όλους τους ανθρώπους αρέσουν η θάλασσα και τα ταξίδια. Να μπουν σ’ ένα καράβι, ν’ ανοιχτούν στο πέλαγος και να γνωρίσουν ανθρώπους και πολιτείες. Να μπουν σε χιλιάδες λιμάνια, ν’ ακούσουν ιστορίες, να γευτούν τις γεύσεις του κόσμου, να θαυμάσουν τα θαύματά του. Όμως, όλοι θέλουμε κάποτε να γυρίσουμε στο λιμάνι απ’ όπου σαλπάραμε, στο λιμάνι της δικής μας γλώσσας. Είναι γλυκιά η ώρα του γυρισμού. Νόστιμον ήμαρ ιδέσθαι, όπως έγραψε ο Όμηρος».

Η σαρακατσιάνικη λαλιά είναι η ανάσα και η ψυχή των πατεράδων μας που μόλις χτες έφυγαν από αυτή τη ζωή. Όλοι οι λαοί τα μνημεία τους που τα έχει φθείρει ο πανδαμάτορας χρόνος φροντίζουν να τα διατηρούν και να τα  αναστηλώνουν. Εμείς οι Σαρακατσιαναίοι πιστεύω ότι κάποια αγκωνάρια του πολιτισμού μας, ένα από τα οποία είναι και η γλώσσα μας, έχουμε χρέος να τα αναστηλώσουμε. Όχι μόνο για να αποτελούν ακατάλυτα μνημεία του πολιτισμού μας, αλλά για τις νέες γενιές των Σαρακατσιαναίων να αποτελούν πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.


Τη ΓΛΩΣΣΑ μού έδωσαν ελληνική
Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου

Οδυσσέας Ελύτης