portraita

kentriki mpara

..
Ο κοινωνικός ματασχηματισμός
των Σαρακατσαναίων της Ηπείρου
..


του Δημήτρη Λ. Τάγκα
Σκοπός

Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να παρουσιάσει, σε αδρές γραμμές, την πορεία μετάβασης των Σαρακατσάνων της Ηπείρου από την νομαδική στην αστική διαβίωση, πώς συντελέστηκε αυτή, ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές και κάτω από ποιες συνθήκες. Για τις ανάγκες του άρθρου «Σαρακατσάνοι της Ηπείρου» θεωρούνται οι Σαρακατσάνοι που στις αρχές του 20ου αιώνα έκαναν νομαδική ζωή και χρησιμοποιούσαν για θερινά ή χειμερινά βοσκοτόπια λιβάδια της Ηπείρου. Δηλαδή δεν καλύπτονται όσοι Σαρακατσάνοι αναχώρησαν πριν τις αρχές του 20ου αιώνα από την Ήπειρο κυρίως προς Θεσσαλία, Μακεδονία καθώς και όσοι διέκοψαν τη νομαδική ζωή και εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε χωριά της Ηπείρου πριν τις αρχές του 20ου αιώνα.

Βιβλιογραφικές αναφορές.

Η σχετική με τους Σ. βιβλιογραφία ασχολήθηκε κυρίως με θέματα λαογραφίας, προέλευσης, έναρξης της νομαδικής ζωής των και αγνόησε ή θεώρησε λιγότερο ενδιαφέρον το τέλος τους. Υπάρχουν ωστόσο και σημαντικές αναφορές για την μετάβαση των Σ. από τη νομαδική στην αστική διαβίωση από τους Κων/νο Καραβίδα, Διονύση Μαυρόγιαννη, Γιώργο Αγραφιώτη, Θεοπούλα Ανθογαλίδου, Γεώργιο Καβαδία, Αγγελική Χατζημιχάλη, Ευριπίδη Μακρή, Μάρκο Γκιόλια και Λάζαρο Αρσενίου.

Πορεία των Σ μέχρι τον 20ο αιώνα

Οι κοσμογονικές αλλαγές που συντελέσθηκαν τον 20ο αιώνα σε ολόκληρη την Ελλάδα, σηματοδότησαν και τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής και εργασίας των Σαρακατσάνων, όχι μόνο των Ηπειρωτών αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο αιώνας αυτός που στην αρχή του βρήκε τους Σ. να ακολουθούν, ποιος ξέρει από πότε, ένα χαρακτηριστικό τρόπο ζωής, αποκομμένοι, αλλά όχι απομονωμένοι από τα δρώμενα στην υπόλοιπη κοινωνία, τους βρήκε στο τέλος του να έχουν πλήρως μετασχηματισθεί και να έχουν ενσωματωθεί σε αυτήν. Η μετάβαση των Σ. μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από τον νομαδισμό στην αστική διαβίωση και η αποδοχή τους από την υπόλοιπη κοινωνία είναι σίγουρα αξιοσημείωτο κοινωνιολογικό φαινόμενο.




1913-1920

Το σημαντικότερο γεγονός για την Ήπειρο αυτή τη δεκαετία είναι αναμφισβήτητα η απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό.

Οι Σ. της Ηπείρου κινούνται την εποχή αυτή κυρίως στα ορεινά του Ζαγορίου (Τύμφη, Μιτσικέλι, βουνά Αν. Ζαγορίου), στο Σμόλικα, στη Χρυσοβίτσα, ελάχιστοι στα Τζουμέρκα και για χειμαδιά χρησιμοποιούν τους κάμπους της Πρέβεζας και της Αιτωλοκαρνανίας. Κάποιοι έφταναν μέχρι τα βουνά της Δυτ. Μακεδονίας (Κρανιά Γρεβενών). Με την αθρώα πολιτογράφηση μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου γίνεται εγγραφή των ανδρών Σαρακατσάνων στα Μητρώα Αρρένων που συντάχθηκαν για τις απελευθερωθείσες περιοχές. Έτσι συναντάμε πχ γραμμένους Σαρακατσάνους γεννηθέντες πριν το 1900 στο Σκαμνέλι 65 άτομα, στη Βίτσα 57 άτομα, 54 στο Τσεπέλοβο, 54 στη Λάιστα, 53 στη Βωβούσα, 43 στο Γρεβενίτι, 38 στο Δίκορφο, 36 στο Φλαμπουράρι, 30 στο Μέτσοβο, 29 στο Κουκούλι και λιγότερους στο Πάπιγκο, στο Ελατοχώρι, στο Ανθοχώρι, στη Χρυσοβίτσα, στο Βραδέτο, στο Καπέσοβο κλπ Από τα χωριά που ξεχειμώνιαζαν οι Σ. συναντάμε γραμμένους στα Μητρώα αρρένων της Ντάρας (σημερινή Ελαία) Λάκκας Σουλίου (Βαγγελαίους, Θεοχαραίους) και στο Παλαιοχώρι Μπότσαρη. Είναι σημαντικό ότι οι Σ. γράφονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία στα χωριά των οποίων τους τόπους χρησιμοποιούσαν ως θερινά λιβάδια, ίσως γιατί αυτά αισθάνονται ως δικά τους. Οι κάμποι τους οποίους άλλαζαν με περισσότερη ευκολία τους ήταν μάλλον κάτι ξένο και θεωρούσαν ότι μετέβαιναν εκεί αναγκαστικά για να επιβιώσουν με τα πρόβατά τους. Στον πίνακα Ι που συντάχθηκε ύστερα από έρευνα στα αρχεία χωριών της Ηπείρου, η οποία και συνεχίζεται, από τον Παύλο Κατρή και από τον υποφαινόμενο, φαίνονται όσοι Σ. είναι εγγεγραμμένοι στα Μητρώα Αρρένων ως γεννηθέντες μέχρι και το 1850.

α/α
Ονοματεπώνυμο - Όνομα πατέρα
Έτος γέννησης
Τόπος εγγραφής
1
Κωνσταντάκος Κώστας του Χρήστου
1825
Βωβούσα
2
Τσουμάνης Γεώργιος του Κων/νου
1826
Τσεπέλοβο
3
Κατσαβριάς Ιωάννης Γεωργίου
1838
Μονοδένδρι
4
Τσουμάνης Μιχαήλ του Κων/νου
1839
Τσεπέλοβο
5
Τσουμάνης Αθανάσιος του Κων/νου
1839
Τσεπέλοβο
6
Γόγολος Νικόλαος του Ιωάννη
1839
Βίτσα
7
Κάτσανος Αθανάσιος του Κων/νου
1839
Λάιστα
8
Λιάμης Βασίλειος του Γεωργίου
1840
Μέτσοβο
9
Πάσχος Απόστολος του Νικόλαος
1840
Μέτσοβο
10
Τσουμάνης Αθανάσιος του Χριστόδουλου
1841
Βίτσα
11
Μακρής Χριστόδουλος του Χριστόδουλου (;)
1842
Βίτσα
12
Τάγκας Αθανάσιος του Κων/νου
1843
Βωβούσα
13
Γόγολος Θεόδωρος του Λάμπρου
1843
Μακρίνο
14
Τσουμάνης Αθανάσιος του Μάρκου
1843
Μακρίνο
15
Τάγκας Ηλίας του Γεωργίου
1844
Γρεβενίτι
16
Μυριούνης Γεώργιος του Κων/νου
1844
Βίτσα
17
Γιαννακός Λάμπρος του Γεωργίου
1844
Λάιστα
18
Μακρής Αθανάσιος του Γεωργίου
1844
Σκαμνέλι
19
Λαδιάς Αθανάσιος του Γάκη
1846
Βραδέτο
20
Λαδιάς Χρήστος του Γεωργίου
1848
Γρεβενίτι
21
Χουλιάρας Δημήτριος Γεωργίου
1848
Γρεβενίτι
22
Κάκος Χρήστος του Θεοδώρου
1848
Μέτσοβο
23
Καψάλης Ιωάννης του Γεωργίου
1848
Χρυσοβίτσα
24
Καρβούνης Γεώργιος του Νικολάου
1848
Σκαμνέλι
25
Κάτσανος Γεώργιος του Χρήστου
1849
Σκαμνέλι
26
Φερεντίνος Κων/νος του Γεωργίου
1849
Τσεπέλοβο
27
Μπάρκας Γεράσιμος
1849
Σκαμνέλι
28
Κατσαβριάς Δημήτριος του Αποστόλου
1850
Τσεπέλοβο
29
Λιάμης Κων/νος του Γεωργίου
1850
Σκαμνέλι
30
Ντέτσικας Ευάγγελος του Γεωργίου
1850
Βραδέτο
31
Καρβούνης Κων/νος του Φωτίου
1850
Φλαμπουράρι
32
Μπονόβας Λάμπρος του Κώστα
1850
Ασπράγγελοι

Να σημειωθεί ότι η εγγραφή των σκηνιτών στα Μητρώα Αρρένων δεν δημιουργούσε δικαιώματα για βοσκή των προβάτων στις εκτάσεις των χωριών στα οποία γινόταν η εγγραφή. Ο Νόμος απαιτούσε δύο χρόνια συνεχή παραμονή, πράγμα φυσικά αδύνατο για τους νομάδες Σ.. Ο Νόμος όμως προφανώς δημιουργούσε υποχρέωση στράτευσης.

Αυτή την εποχή οι Σ. είναι νομάδες, δεν έχουν κτηματική περιουσία και κατοικούν σε καλύβια, με μοναδική εξαίρεση τον Ανδρέα Τσουμάνη ο οποίος έφτιαξε για το καλοκαίρι, πέτρινο σπίτι στο Κουκούλι Ζαγορίου το 1905 και αγόρασε κτήμα στην Άρτα και αστικά ακίνητα στη Φιλιππιάδα και στα Γιάννενα.

Τη δεκαετία αυτή έχουμε και την πρώτη εμφάνιση των σαρακατσάνων στα επίσημα σχολεία του κράτους. Από τα αρχεία της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων φαίνεται ότι τη σχολική χρονιά 1915-1916 ενεγράφη ο Μιχαήλ Ανδ. Τσουμάνης (αρ. μαθητολογίου 374). Ως επάγγελμα του πατέρα του αναφέρεται το «αρχιποιμήν». Από τα στοιχεία της εγγραφής του Μιχαήλ Τσουμάνη φαίνεται ότι αυτός είχε αποφοιτήσει από το Σχολαρχείο Άρτας και απορρίφθηκε από την τάξη στην οποία ενεγράφη διότι, σύμφωνα με τα αρχεία της Ζωσιμαίας «ουδόλως εφοίτησεν». Οι πληροφορίες που δόθηκαν (από το γιο του Τηλέμαχο) είναι ότι φοίτησε για αρκετό διάστημα, σχεδόν ολόκληρη τη χρονιά, αλλά όταν κάποιος καθηγητής τον αποκάλεσε «παλιόβλαχο» δεν ξαναπάτησε στο Γυμνάσιο.

Την επόμενη χρονιά γράφεται στη Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου της Ζωσιμαίας Σχολής ο Γεώργιος Ανδ. Τσουμάνης προερχόμενος από το «Ελληνικόν Σχολείον Φιλιππιάδος» αλλά αποσύρεται στο τέλος του α΄ εξαμήνου, πιθανόν για άλλο σχολείο. Επανήλθε στη Ζωσιμαία από όπου πήρε απολυτήριο Γυμνασίου τη σχολική χρονιά 1920- 1921 και είναι ο πρώτος σαρακατσάνος από την Ήπειρο που φοίτησε σε πανεπιστημιακή σχολή, στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Την σχολική χρονιά 1917- 1918 γράφεται στη Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου της Ζωσιμαίας ο Δημήτριος Γεωργίου Τσουμάνης, ο οποίος είχε απολυτήριο από το «Ελληνικόν Σχολείον Παπίγκου», γιος και αυτός «αρχιποιμένος» (αρ. μαθητολογίου 518). Ο Δημήτριος Γ. Τσουμάνης μετά το Σχολαρχείο γράφεται στο τετραετές τότε Γυμνάσιο και φοιτά μέχρι και την προτελευταία τάξη τη σχολική χρονιά 1920- 1921. Την επόμενη χρονιά δεν φαίνεται καν εγγεγραμμένος. Ο νεαρός σαρακατσάνος , δυστυχώς, πέθανε τη χρονιά εκείνη από φυματίωση. Μάλιστα από το βιβλίο του Γενικού Ελέγχου της Σχολής φαίνεται ότι την τελευταία χρονιά που φοίτησε προήχθη με ειδική απόφαση του Συμβουλίου καθηγητών. Δεν αποκλείεται να ήταν ήδη ασθενής και πιθανόν να διέκοψε στο τέλος εκείνης της σχολικής χρονιάς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ ο Γεώργιος Τσουμάνης, πατέρας του Δημήτρη, καθώς και ο Ανδρέας Τσουμάνης, πατέρας των μαθητών Μιχάλη και Γιώργου, αναφέρονται αρχικά στα μαθητολόγια των παιδιών τους ως «αρχιποιμένες» δηλαδή τσελιγκάδες, αργότερα αναφέρονται ως «ποιμένες» και το 1926 που γράφεται στη Ζωσιμαία Σχολή ο Βασίλης, μικρότερος γιος του Ανδρέα, αναφέρεται ως επάγγελμα πατρός «γεωργός». Η αλλαγή στο επίπεδο της ονοματοδοσίας συμβαδίζει και δηλώνει σαφώς την αρχή της διάλυσης των τσελιγκάτων και την αλλαγή στις δομές της σαραακατσάνικης κοινωνίας.



Δεκαετία 1920-1930

Η δεκαετία που σήμανε την αρχή του τέλους της νομαδικής ζωής. Η Ελλάδα πριν ακόμα αποκαταστήσει τους γηγενείς ακτήμονες γεωργούς (κολίγους) και τους πρόσφυγες που είχαν έλθει μετά το 1913 από την περιοχή του Καυκάσου, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας αναγκάσθηκε να υποδεχθεί τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και έπρεπε να αναζητήσει τόπους και τρόπους για την εγκατάσταση και αποκατάστασής τους. Η φτωχή από τότε, και μόλις απελευθερωθείσα Ήπειρος, σήκωσε ίσως περισσότερο βάρος που αυτό που της αναλογούσε, παραχωρώντας τους χειμερινούς βοσκότοπους των νομαδικών προβάτων, Σαρακατσάνικων και μη, για μόνιμη εγκατάσταση προσφύγων και αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Με την κατάτμηση επίσης της γης την εποχή αυτή «χάθηκαν» πολλά χειμερινά λιβάδια όχι μόνο στην Ήπειρο αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η εξαφάνιση των τσιφλικιών από απαλλοτρίωση ή κατάτμηση ήταν ένα ακόμα πλήγμα στη νομαδική κτηνοτροφία η οποία λόγω του μεγέθους των κοπαδιών είχε ανάγκη αντίστοιχα από μεγάλες μονοκόμματες εκτάσεις για χειμερινά λιβάδια.

Παράλληλα η αποκατάσταση των διαφόρων κοινωνικών ομάδων έδωσε αφορμή για απαίτηση των Σαρακατσάνων για δική τους αποκατάσταση. Νομοθετικές προβλέψεις για την απαλλοτρίωση και παραχώρηση κτηνοτροφικών εκτάσεων, μοναστηριακών ή του Δημοσίου, και παραχώρησή τους σε συνεταιρισμούς νομάδων κτηνοτρόφων (ΝΔ 15/2/1923, ΝΔ 4/9/1924) ουσιαστικά ουδέποτε εφαρμόστηκαν γιατί τα διατάγματα που με πρωτοβουλία του Υπουργού Γεωργίας έπρεπε να εκδοθούν, ουδέποτε εξεδόθησαν.

Οι Σαρακατσαναίοι αλλά και οι άλλοι νομάδες και ημινομάδες κτηνοτρόφοι προσπάθησαν να αντιδράσουν μέσα από τον Πανηπειρωτικό Κτηνοτροφικό Σύνδεσμο που είχαν ήδη ιδρύσει το 1920. Στα Μητρώα του Συνδέσμου φαίνονται εγγεγραμμένα 723 μέλη εκ των οποίων 295 αναφέρονται ως σκηνίτες Σαρακατσάνοι, 224 ως σκηνίτες βλαχόφωνοι, 32 ως βλαχόφωνοι προερχόμενοι κυρίως από τα χωριά Μετζητιές (το σημερινό Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου) και Δολιανά, καθώς επίσης και 180 προερχόμενοι από διάφορα χωριά χωρίς να αναφέρεται αν είναι ή όχι βλαχόφωνοι. Ως «βλαχόφωνοι σκηνίτες» αναφέρονται οι Αρβανιτόβλαχοι γνωστοί στην Ήπειρο και ως Καραγκούνηδες. Ο Σύνδεσμος αυτός έδρασε μέχρι το 1924 με υπομνήματα και παραστάσεις προς διάφορους φορείς, με τακτοποιήσεις θεμάτων λιβαδιών, επίλυση διαφορών μεταξύ των μελών του κ.λπ.

Και μετά τη διάλυση του Κτηνοτροφικού συνδέσμου οι προσπάθειες των Σ. για αποκατάσταση τους συνεχίσθηκαν. Ακόμα και συνέδριο για αυτό το σκοπό οργάνωσαν όπως φαίνεται στην εφημερίδα των Ιωαννίνων «Ηπειρωτική Ηχώ» της 6ης Αυγούστου 1926, όπου δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «ΕΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ, ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΩΣ ΓΝΗΣΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»

Παρατίθεται απόσπασμα από τα παραπάνω άρθρο:

Χθες συνήλθον εις Νήσον αντιπρόσωποι 300 οικογενειών Σαρακατσαναίων σκηνιτών οι οποίοι συνεζήτησαν το ζήτημα της γεωργικής των αποκατάσεως εκδόσαντες το κάτωθι ψήφισμα το οποίο απέστειλαν προς την Κυβέρνησιν και τον Αθηναϊκόν τύπον και επέδωκαν προς τον κ. Γενικόν Διοικητήν και τον εγχώριον τύπον.
«Αντιπρόσωποι Σαρακατσαναίων Ηπείρου εκπροσωπούντες εντολήν και γνώμας όλων Σαρακατσαναίων Ηπείρου συνελθόντες εις λαϊκόν Συνέδριον εις Νήσον Ιωαννίνων ίνα συζητήσουν περί καθορισμού καταστάσεώς των απεφάσισαν:
Παρακαλούν σεβαστήν Κυβέρνησιν και Επιτροπήν Αποκαταστάσεως λάβουν μέτρα και αποκαταστήσουν και νομάδας πλανωμένους σαρακατσαναίους Ηπείρου πάντας γνωστοτάτους και πλέον αμειγείς συνείδησιν και αίμα έλληνες εις μονίμους γεωργοκτηνοτροφικούς συνοικισμούς.
……………………
Ουδένα αντιπρόσωπον ελληνικής πατρίδος βλέπομεν, ούτε διδάσκαλον, ούτε ιερέα, ούτε ταχυδρόμον, ούτε πρόεδρον κοινότητος πλην δημοσίου εισπράκτορος, αγρίου απαοσπασματάρχου και στρατολόγου το δε υπόλοιπον της καταστάσεώς μας το συμπληρώνουν οι λησταί.
……………………………………………………………..
Οι αντιπρόσωποι των τριακοσίων περίπου οικογενειών Σαρακατσαναίων Ηπείρου.
Ν. Γ. Τσουμάνης, Κώστας Χ. Κάτσινος, Γρηγόριος Δ. Ζήγος, Μάνθος Μυριούνης, Ευάγγελος Καζούκας, Ανδρέας Κ. Φερεντίνος.

Το συνέδριο αυτό που συγκλήθηκε στο Νησί των Ιωαννίνων είναι πιθανότατα το πρώτο Συνέδριο Σαρακατσάνων στην Ελλάδα.

Η μείωση των διαθέσιμων χειμερινών βοσκότοπων στην Ήπειρο αυτή τη δεκαετία ανάγκασε κάποιους να αναζητήσουν χειμαδιά και στην Αλβανία μιας και το επέτρεπαν οι συμβάσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Κάποιοι μάλιστα Σαρακατσάνοι στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν ιδιόκτητα λιβάδια δημιούργησαν το 1925 συνεταιρισμό για να δανειοδοτηθούν από τη Γεωργική Τράπεζα Μακεδονίας και Ηπείρου, χωρίς όμως, όπως πληροφορήθηκα, να το κατορθώσουν. Τα μέλη του πρώτου ίσως συνεταιρισμού Σ. που είχε την ονομασία «Ο Έρμος» ήταν οι: Μάνθος, Γιώργος του Δ., Γιώργος του Σ., Βασίλης, Χρήστος και Παύλος Ντέτσικας, ο Αποστόλης, Βασίλης, Δημήτρης, Κώστας και Στάθης Μάστορας και ο Νίκος Ζήγος.

Τα τσελιγκάτα που ήταν η ραχοκοκαλιά της νομαδικής ζωής αρχίζουν να κλονίζονται.

Οι προσπάθειές του Κτηνοτροφικού Συνδέσμου αλλά και πολλές άλλες, τελικά δεν άλλαξαν τη ροή των πραγμάτων και σε λίγα χρόνια τα τσελιγκάτα οριστικά διαλύθηκαν από ηθελημένες ή αναγκαστικές επιλογές των τότε υπευθύνων. Η «μάχη» ανάμεσα στην γεωργία και στην νομαδική κτηνοτροφία που διεκδικούσαν τις ίδιες εκτάσεις, δηλαδή τα χειμερινά βοσκοτόπια των νομάδων έγειρε υπέρ της γεωργίας. Υπήρξαν και τότε φωνές που υπερασπίσθηκαν τη νομαδική κτηνοτροφία και πίστεψαν ότι είναι δυνατή η ομαλή συμβίωση και η συνύπαρξη των δυο «αντίπαλων δυνάμεων» και πρότειναν τρόπους για το πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί με συνεργασία γεωργών και κτηνοτρόφων (Κ. Καραβίδας).

Στην προσπάθειά τους κάποιοι κάτοικοι κοντινών χωριών με τα χειμερινά λιβάδια να αποκτήσουν για λογαριασμό τους τις εκτάσεις αυτές προέβαιναν ακόμα και σε τμηματική καλλιέργεια με σκοπό τη διάσπαση της συνέχειας της έκτασης και τη δημιουργία προσκομμάτων στους Σ..

Η πολιτική του κράτους με τη θέσπιση του «ενοικιοστασίου των βοσκών και του θεμιτού μισθώματος» που υποτίθεται ότι έγινε για προστασία της κτηνοτροφίας συνέβαλε στο να αυξηθεί η ένταση μεταξύ γεωργών και κτηνοτρόφων. Με το θεσμό αυτό δινόταν δικαίωμα στον τσέλιγκα και τους σμίχτες να επανέλθουν στον ίδιο βοσκότοπο στην περίπτωση που θα κατέβαλαν το «θεμιτό» μίσθωμα που καθόριζε το κράτος. Η διάταξη αυτή, παρότι ευνόησε κάποιους τσελιγκάδες, εκείνο που ουσιαστικά πρόσφερε ήταν μικρή αναβολή στην ήδη δρομολογημένη διάλυση της νομαδικής κτηνοτροφίας.

Οι δυσκολίες στην εξεύρεση λιβαδιών οδήγησε τους πρώτους Σ., για «επαγγελματικούς» θα λέγαμε λόγους, να βγουν από το νομαδικό βίο και να εγκατασταθούν μόνιμα, όπως για παράδειγμα στους Μουζακαίους (Χουλιάρας, Διαμάντης) και στην Ζίτσα (Κωνσταντάκος, Καπρινιώτης, Γρίβας, Καραφέρης). Μέχρι τότε οι έξοδοι ήταν μεμονωμένες και κυρίως για κάποιο φόνο αλλά από την εποχή αυτή αρχίζουν οι αποχωρήσεις από τη νομαδική ζωή να έχουν μεγαλύτερη ένταση.

Οι Σ. της Ηπείρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όπως αναφέρθηκε ανεβάζουν τα κοπάδια τους στα βουνά του Ζαγορίου, έχουν να αντιμετωπίσουν και την αντιπαλότητα των μόνιμων ή ημινομάδων κατοίκων των χωριών της περιοχής οι οποίοι αφενός θεωρούσαν τους Σ. κατώτερου πολιτισμικού επιπέδου και αφετέρου αισθάνονται ότι χάνουν έσοδα από τους κοινοτικούς βοσκότοπους με την παρουσία των Σ. Έτσι αντέδρασαν έντονα από την παρουσία των Σ. στα βοσκοτόπια των βουνών τους και η αντιπαλότητα μεταξύ των δυο κοινωνιών συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και με ποικίλες μορφές. Ήταν δυο διαφορετικές ομάδες που έβλεπαν την προοπτική του Ζαγορίου η κάθε μια με το δικό της τρόπο. Οι Ζαγορίσιοι από τη μια μεριά, πολλοί από τους οποίους ήταν προσκολλημένοι στο παρελθόν και ελάχιστοι που μπορούσαν να συλλάβουν τις νέες διαδικασίες. Από την άλλη οι Σ. που διεκδικούσαν δικαιώματα ως μέλη της κοινωνίας στην οποία σταδιακά εντάσσονταν. Βέβαια η αντιπαλότητα δεν ήταν μόνο «προνόμιο» του Ζαγορίου αλλά σε πολλά από τα μέρη που γινόταν εγκατάσταση Σ. συνέβαινε το ίδιο.

Η συναναστροφή με τους πρωτοπόρους στα γράμματα Ζαγορίσιους κάποιων Σαρακατσάνων, πέρα από την αντιπαλότητα, άνοιξε έναν άλλο δρόμο στην πορεία τους προς την αλλαγή. Παρακινούμενοι κάποιοι Σ. από τους Ζαγορίσιους αρχίζουν να στέλνουν τα παιδιά τους στα κρατικά σχολεία, Γυμνάσια και Πανεπιστήμια.

Παρατηρείται μάλιστα το φαινόμενο στο Κεντρικό και Δυτικό Ζαγόρι οι Σαρακατσάνοι που εγκαταστάθηκαν μέσα στους οικισμούς, ρίζωσαν στα χωριά αυτά και έγιναν με το σταμάτημα της νομαδικής ζωής μόνιμοι κάτοικοί τους. Η σταδιακή όσμωση των διαφορετικών πολιτισμικών ηθών, Σαρακατσάνων και Ζαγορίσιων, επέφερε σε κάποιο βαθμό την άρση των πολιτισμικών ορίων με αποτέλεσμα σήμερα οι Σ. που εγκαταστάθηκαν εκεί να δηλώνουν και να αισθάνονται το ίδιο ίσως και περισσότερο «ντόπιοι» παρά Σαρακατσάνοι. Στην περιοχή του Ανατολικού Ζαγορίου που οι Σ. δεν κατοίκησαν μέσα στους οικισμούς, είτε γιατί δεν θέλησαν είτε γιατί δεν μπόρεσαν, με το σταμάτημα της νομαδικής ζωής παρέμειναν στα χειμαδιά και σχεδόν καθολικά εγκατέλειψαν τους τόπους που ξεκαλοκαίριαζαν. Η απομάκρυνση των Σ. από το Ανατ. Ζαγόρι θεωρείται από πολλούς ως χαμένη ευκαιρία για ανάπτυξη της περιοχής αυτής αντίστοιχη με του υπόλοιπου Ζαγορίου. Οι κάτοικοί του προσηλωμένοι σε παγιωμένες αντιλήψεις και παρωχημένες πρακτικές δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν και να αποδεχθούν τις επερχόμενες αλλαγές στην περιοχή.



Δεκαετία 1931-1940

Ολοκληρώνεται στην Ήπειρο η διάλυση των τσελιγκάτων και αρχίζει η αγορά κτημάτων κυρίως στην περιοχή Πρέβεζας- Άρτας για χειμερινά βοσκοτόπια (πχ Καζουκαίοι, Τσουμαναίοι, Μυριουναίοι, Ταγκαίοι).

Οι Σ. στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να ζουν εκτός οικισμών και κάποιοι συμπληρώνουν το εισόδημά τους κάνοντας τους αγωγιάτες – κυρατζήδες και μάλιστα σε μεγάλες διαδρομές. Ασχολούνται με αυτή τη δραστηριότητα αξιοποιώντας τα μεγάλα φορτιάρικα ζώα που διαθέτουν για τις δικιές τους μετακινήσεις και όταν η βασική τους ενασχόληση με τα πρόβατα το επιτρέπει.. Είναι άξιο απορίας ότι ενώ η ενασχόληση των βλαχόφωνων με την μεταφορά με τα καραβάνια ανθρώπων και υλικών, τις παλαιότερες εποχές, τους οδήγησε στο να γίνουν έμποροι, κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τους Σ., ίσως γιατί ασχολούνταν περιστασιακά και για περιορισμένο χρόνο ως κυρατζήδες.

Κάποιοι Σ. εγκαταλείπουν τη νομαδική ζωή και μένουν μόνιμα με τα λίγα πρόβατά τους βόσκοντας παράλληλα και τα πρόβατα κάποιων μοναστηριών (Μονή Ασπραγγέλων, Ευαγγελίστρια Άνω Πεδινών).

Ιδρύεται ο Σύλλογος Σκηνιτών Κτηνοτρόφων, στον οποίο επίσης πρωτοστατούν οι Σ. με σκοπό τη συνέχιση του αγώνα για γεωργοκτηνοτροφική αποκατάσταση.

Ουσιαστική συμβολή στην μετεξέλιξη των Σαρακατσάνων, όχι μόνο της Ηπείρου, είναι ο Νόμος 1223/38 που ανάγκασε τις κοινότητες να εγγράψουν ως Δημότες τους νομάδες κτηνοτρόφους αλλά και πάλι ύστερα από αυτό υπήρξαν πολλές αντιδράσεις από τους ντόπιους και χρειάσθηκαν ακόμα και δικαστικοί αγώνες.

Δεκαετία 1941-1950

Στη δεκαετία του ’40 στην Ήπειρο ανοίγει για τη χώρα μας η συμμετοχή της στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και κλείνει επίσης ο εμφύλιος που ακολούθησε. Οι Ηπειρώτες Σ. αναγκάζονται, ιδιαίτερα στην περίοδο του εμφυλίου, να παραμείνουν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά για να τα προστατεύσουν και έτσι διαπίστωσαν πως μπορούσαν να επιβιώσουν και στον κάμπο, το οποίο μέχρι τότε θεωρούσαν αδύνατο.

Κάποιοι που παρέμειναν στα βουνά υπέστησαν σημαντικές φθορές (Ραφταίοι). Τη δεκαετία αυτή αρχίζουν οι Σαρακατσαναίοι της Ηπείρου να χρησιμοποιούν τους κάμπους της Θεσπρωτίας ως χειμερινά βοσκοτόπια στους τόπους που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν οι Τουρκοτσάμηδες οι οποίοι για τους γνωστούς λόγους εκδιώχθηκαν. Κάποιοι Σ. πήγαιναν στη Θεσπρωτία και πριν το ’40 (Φερεντιναίοι) αλλά κυρίως η μαζική στροφή τους προς τα χειμερινά λιβάδια αυτής της περιοχής γίνεται ουσιαστικά μετά το 1945. Τα λιβάδια της Θεσπρωτίας χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε ως χειμαδιά κυρίως από τους Αρβανιτόβλαχους.



Δεκαετία 1951-1960

Τη δεκαετία του ’50 έχουν ήδη διαλυθεί τα τσελιγκάτα, η κάθε οικογένεια λειτουργεί ως αυτόνομη μονάδα. Το πολύ αυτοί που είχαν κοινό κοπάδι ήταν αδέλφια ή ο πατέρας με τα παιδιά του. Το ζωικό κεφάλαιο κάθε συζυγικής οικογένειας αυτή την εποχή, ήταν δεν ήταν τα 200 πρόβατα. Ο νομαδισμός όμως εξακολουθούσε και τη δεκαετία αυτή παρότι άρχισαν μερικοί να τον εγκαταλείπουν. Οι Σ. μετακινούνται αλλά δύσκολα πλέον αλλάζουν τους τόπους που χρησιμοποιούν για να ξεχειμωνιάσουν ή να ξεκαλοκαιριάσουν. Όμως δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως «σκηνίτες» αλλά ως «κτηνοτρόφοι». Δεν χαρακτηρίζονται δηλαδή με κριτήριο τον τρόπο ζωής τους αλλά την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Στη Θεσπρωτία που όπως αναφέρθηκε έρχονται αρκετοί Σαρακατσάνοι που είχαν ως χειμαδιά την Πρέβεζα, αγοράζονται τα πρώτα κτήματα για χειμερινά λιβάδια (πχ Γογολαίοι, Κωνσταίοι, Ζηγαίοι, Τσουμαναίοι κ.λπ.). Παρά την επιθυμία των Σ. για απόκτηση μόνιμης γης ήταν για αυτούς εξαιρετικά δύσκολο να πουλήσουν έστω και ένα μέρος του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου των, δηλαδή του κοπαδιού των με το οποίο ήταν συναισθηματικά δεμένοι.

Σε κάποια μέρη της Θεσπρωτίας (Άγιος Γεώργιος, περιοχή Μαργαριτίου, Φιλιατών κ.λπ.) μοιράστηκαν μετά την αποχώρηση των Τουρκοτσάμηδων γεωργικοί και κτηνοτροφικοί κλήροι και μεταξύ των δικαιούχων ήταν και Σ.. Για μεν τους γεωργικούς κλήρους δόθηκαν οριστικά παραχωρητήρια αλλά για τους κτηνοτροφικούς κλήρους δόθηκε μόνο παραχώρηση της χρήσης με αποτέλεσμα για όσους δεν ασκούν πλέον κτηνοτροφική δραστηριότητα να αμφισβητείται η κυριότητα των κλήρων που τους δόθηκαν.

Την επιθυμία τους για απόκτηση γεωργικών κλήρων που θα μοιράζονταν, κάποιοι την πλήρωσαν πολύ ακριβά. Για παράδειγμα οι Φερεντιναίοι του Ασπροκκλησιού που έμειναν στον κάμπο έχασαν το 1953-54 σχεδόν όλα τους τα πρόβατα από βδέλλα και από τότε άρχισαν να ασχολούνται με τη γεωργία.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποκατάστασης Σ. είναι αυτές του Καλπακίου και των Ηλιοβουνίων.
Οι Σαρακατσάνοι των Κάτω Πεδινών και του Ελαφότοπου Ζαγορίου που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε τον τόπο που σήμερα είναι το Καλπάκι ως τόπο χειμερινής διαμονής σε αχυροκαλύβες, αρχίζουν στο χώρο αυτό να κατασκευάζουν μόνιμες κατοικίες και έρχονται σε προστριβές και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με την Κοινότητα του Ελαφότοπου που θεωρούσε ιδιοκτησία της τον τόπο και δεν αναγνώριζε το δικαίωμα στους Σ. που επί χρόνια τον χρησιμοποιούσαν. Σταδιακά εγκατέλειψαν και αυτοί τη νομαδική ζωή και δημιούργησαν το γνωστό σήμερα οικισμό.

Η περιοχή των Ηλιοβουνίων Πρεβέζης ήταν τα χειμαδιά μερικών Σαρακατσάνικων οικογενειών και ανήκε στο κοντινό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Περίπου 35 οικογένειες Σ. δημιούργησαν κτηνοτροφικό συνεταιρισμό και τους δόθηκε, το 1954, όταν απαλλοτριώθηκε τμήμα της μοναστηριακής έκτασης, κλήρος 3 στρεμμάτων για κατασκευή σπιτιού και «βελαώρα» εξ αδιαιρέτου για τα πρόβατά τους. Η μοναδική ίσως περίπτωση απαλλοτρίωσης εκκλησιαστικής περιουσίας για αποκατάσταση μικροκτηνοτρόφων Σ. στην Ήπειρο.

Οι Σ. στέλνουν πλέον τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, στα κρατικά Δημοτικά Σχολεία. Η λειτουργία σε μερικά ορεινά χωριά θερινών σχολείων βοηθάει στην παρακολούθηση των μαθημάτων από τα παιδιά που ήταν αναγκασμένα το χειμώνα να μην πηγαίνουν στο σχολείο όταν έμεναν μακριά από οικισμούς. Στην πορεία αλλαγής των Σ. ιδιαίτερη είναι η συμβολή της δημιουργίας το 1957 του Γυμνασίου Τσεπελόβου στο οποίο φοίτησαν αρκετά σαρακατσανόπουλα αφού στο χωριό αυτό και στα γειτονικά ζούσαν πολλοί σαρακατσάνοι. Την εποχή αυτή αρχίζουν να πηγαίνουν και οι Σαρακατσανοπούλες στο Γυμνάσιο και έχουμε την πρώτη Σαρακατσάνα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τη δασκάλα Άννα Γατσέλου, τριάντα χρόνια μετά την φοίτηση σε ανώτατη Σχολή των πρώτων αρρένων Σαρακατσάνων. Τα Σαρακατσανόπουλα, όσα πηγαίνουν σε γυμνάσια πηγαίνουν εκτός από το Τσεπέλοβο και σε κάποια άλλα σχολεία που υπάρχουν οικοτροφεία (Παραμυθιά, Μέτσοβο, Πωγωνιανή). Αναφορικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση το πρώτο λόγο έχει η Ακαδημία Ιωαννίνων, η Εκκλησιαστική Σχολή της Βελάς που έβγαζε δασκάλους και οι στρατιωτικές σχολές.

Τη δεκαετία του ’50 ξαναρχίζουν να σπουδάζουν κάποιοι, ελάχιστοι βέβαια, σε Πανεπιστήμια της Αθήνας. Αυτή τη δεκαετία έρχονται για σπουδές στην Αθήνα το πολύ 10 άτομα από ένα πληθυσμό περίπου 7000 Ηπειρωτών Σαρακατσάνων. Σημειώνεται ότι τα Γιάννινα δεν έχουν ακόμα Πανεπιστήμιο. Έρχονται επίσης και ορισμένοι από τους Ηπειρώτες Σαρακατσάνους για επαγγελματική αποκατάσταση, είτε γιατί κρέμασαν την κλίτσα τους στην Ήπειρο είτε γιατί δεν θέλησαν να την πιάσουν. Ο αριθμός των Ηπειρωτών Σαρακατσάνων στην Αθήνα τη δεκαετία αυτή είναι πολύ μικρός σε σχέση με αυτόν των υπολοίπων κατοίκων της Ηπείρου, στην οποία γίνεται κυριολεκτικά αφαίμαξη στο βωμό της γιγάντωσης και της άναρχης δόμησης της Αθήνας.




Δεκαετία 1961-1970

Τη δεκαετία του ’60, στην Ήπειρο αρχίζει μαζικά η στροφή των Σ. προς άλλα επαγγέλματα, και ιδιαίτερα τα γράμματα. Ο αριθμός αυτών που σπουδάζουν στην Αθήνα ή έρχονται για επαγγελματική αποκατάσταση μεγαλώνει αισθητά.

Το νερό μπήκε για καλά στο αυλάκι ιδίως μετά τη δημιουργία Πανεπιστημιακών Σχολών στα Γιάννενα οπότε ήταν ευκολότερη η πρόσβαση των παιδιών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στο τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, που άρχισε τη λειτουργία του το ακαδημαϊκό έτος 1964 – 65 και στο Μαθηματικό Τμήμα που ιδρύθηκε το 1966, και τα δύο ως παραρτήματα των αντίστοιχων Σχολών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, άρχισαν να φοιτούν αρκετά Σαρακατσανόπουλα.

Η μετανάστευση σε χώρες της δυτικής Ευρώπης που τη δεκαετία του ’60 απορροφά μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της χώρας μας δεν αφήνει ανεπηρέαστους και τους Σ. πολλοί από τους οποίους πηγαίνουν στη Γερμανία, λίγοι στο Βέλγιο, Αυστραλία, Σουηδία και λιγότεροι στην Αμερική Οι περισσότεροι από τους μετανάστες επέστρεψαν.

Πριν τον ξενιτεμό τους δοκίμασαν κάποιοι να ασκήσουν και αυτοί τις δραστηριότητες που ασκούσαν οι συγχωριανοί τους, πιστεύοντας ότι η αναγκαστική εγγραφή τους ως δημοτών στους οικισμούς που εγκαταστάθηκαν θα τους έδινε το δικαίωμα να έχουν ίση μεταχείριση με τους υπόλοιπους, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκαν. Για παράδειγμα, μια αποτυχημένη απόπειρα 35 Σαρακατσάνων το 1964 στο Σκαμνέλι Ζαγορίου να σχηματίσουν δασικό συνεταιρισμό γιατί δεν τους έγραφαν μέλη στον υπάρχοντα, συνάντησε την αντίδραση των Ζαγορίσιων τοπικών αρχών. Τελικά δεν τα κατάφεραν γιατί σύμφωνα με την άποψη του τότε Δασάρχη, που προφανώς υπαγορεύθηκε από τους τοπικούς παράγοντες, τα περισσότερα μέλη του υπό ίδρυση Συνεταιρισμού «ουδόλως ηργάσθησαν κατά το παρελθόν εις υλοτομικάς εργασίας».

Τη δεκαετία αυτή η απο-νομαδοποίηση των Σ. προχωράει με γοργούς ρυθμούς και οι περισσότεροι διαμένουν πλέον σε σπίτια τουλάχιστον για μία από τις περιόδους, τη χειμερινή ή τη θερινή.



Δεκαετίες του ’70, του ’80

Ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσάνων της Ηπείρου ολοκληρώνεται.

Ενώ μέχρι το 1960 είχαν αποφοιτήσει από την τριτοβάθμια εκπαίδευση περίπου 20 άτομα, ο αριθμός αυτός σύμφωνα με την απογραφή που έκανε η Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπείρου το 1984 ήταν 462 άτομα και ο αριθμός όσων τελείωσαν Γυμνάσιο – Λύκειο ήταν 1279 άτομα.

Ενώ μέχρι τις αρχές του ’60 εξακολουθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η ενδογαμία, σύμφωνα με την παραπάνω απογραφή, όταν αυτή έγινε, καταγράφονται 305 Σαρακατσάνες που δεν παντρεύτηκαν Σαρακατσάνο και φυσικά αντίστοιχος ήταν και ο αριθμός των ανδρών που δεν παντρεύτηκαν Σαρακατσάνες.

Ουσιαστικά τερματίζεται η νομαδική ζωή και εγκαταλείπεται σταδιακά ακόμα και αυτή η κτηνοτροφία σε μεγάλο βαθμό. Αρχίζει επίσης η ενασχόληση κάποιων Σ. με τη γεωργία στις περιοχές Πρέβεζας και Θεσπρωτίας που χρησιμοποιούν ως χειμαδιά.

Σήμερα οι Σαρακατσάνοι είναι κυρίως υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, μικροεπιχειρηματίες. Ο αριθμός όσων εξακολουθούν να ασκούν την κτηνοτροφία ή τη γεωργία μειώνεται αισθητά με το πέρασμα του χρόνου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ελάχιστοι Σ. ασκούν δραστηριότητες που έχουν κάποια συγγένεια με την κτηνοτροφία, δηλαδή τυροκόμοι, κρεοπώλες, κτηνίατροι, έμποροι τυροκομικών και γαλακτοκομικών προϊόντων κ.λπ.. Είναι και αυτό μια διαφορά με τους βλαχόφωνους, που λόγω της κάθετης οργάνωσης της κτηνοτροφικής οικονομίας τους, όταν διέκοψαν την ημινομαδική κτηνοτροφία που ασκούσαν, προέκυψαν πολλοί με συγγενικά επαγγέλματα.

Οι πλήρως ενσωματωμένοι Σαρακατσάνοι συμμετέχουν σιγά σιγά ενεργά στα κοινά των κοινωνιών που έχουν πλέον ενταχθεί και η συμμετοχή τους αυτή σταδιακά μεγαλώνει.

Στις Νομαρχιακές και Δημοτικές εκλογές του 2002 ήταν υποψήφιοι 1 Νομάρχης, 11 Νομαρχιακοί Σύμβουλοι, 4 Δήμαρχοι, 2 Πρόεδροι Κοινοτήτων και εκλέχθηκαν 16 Δημοτικοί Σύμβουλοι.

Στις Νομαρχιακές και Δημοτικές εκλογές του 2006 ήταν υποψήφιοι 1 Νομάρχης, 6 Νομαρχιακοί Σύμβουλοι, 5 Δήμαρχοι, 1 Πρόεδρος Κοινότητας και 50 περίπου Δημοτικοί Σύμβουλοι.

Στις βουλευτικές εκλογές του 2007 ήταν 5 υποψήφιοι Βουλευτές και στις εκλογές του 2009 ήταν 4 υποψήφιοι.




Συμπέρασμα

Κάπως έτσι, πάνω κάτω, πορεύτηκαν οι Ηπειρώτες Σαρακατσάνοι τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Σε όλη αυτή την πορεία τους, η σημαντικότερη κατά την άποψή μου δεκαετία, αυτή με τις μεγαλύτερες κοινωνικές αλλαγές για αυτούς ήταν η μεταξύ 1950-1960 και η γενιά που τότε έκανε «κουμάντο» και πήρε τις αποφάσεις είναι η σημαντικότερη γενιά στη μακρόχρονη πορεία των Σ.

Ο τρόπος που ολοκληρώθηκε ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσάνων απέδειξε την ικανότητά τους για κοινωνική αλλαγή με αξιόλογη δυνατότητα προσαρμογής και έντονη συμμετοχή στα δρώμενα της τοπικής και της ευρύτερης κοινωνίας.

Χρειάζεται συστηματική μελέτη του τρόπου αυτού και όχι αδρή περιγραφή που γίνεται με το άρθρο αυτό. Είναι ανάγκη να αποτιμηθεί η συμβολή της γενιάς που πρωτοστάτησε σε συνδυασμό με τα εφόδια που διέθετε, τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ήπειρο και στην υπόλοιπη Ελλάδα καθώς και με τις προτεραιότητες της πολιτείας και το βαθμό συνδρομής της προς τους Σαρακατσάνους.

Απαιτείται αξιολόγηση της πορείας αυτής που θα βασίζεται σε καταγραφή - απογραφή και αξιοποίηση των σχετικών στοιχείων με τη χρονολογία διακοπής του νομαδικού τρόπου ζωής, τη σημερινή επαγγελματική δραστηριότητα, την εξωγαμία, τους τόπους μόνιμης εγκατάστασης κ.λπ. Οι λόγοι που επιβάλλουν την αξιολόγηση δεν είναι απλά περιέργεια ή επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά σίγουρα θα αποκαλυφθούν και θα αποτυπωθούν σημαντικά στοιχεία της δυναμικής των Σ. Και φυσικά όσο καθυστερεί η συγκέντρωση των απαιτουμένων στοιχείων τόσο πιο δύσκολη θα είναι η συλλογή τους.

Βιβλιογραφία

Ανθογαλίδου Θεοπούλα, Ο ρόλος της εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή και εξέλιξη μιας παραδοσιακής κοινωνίας, Θεμέλιο, 1987.
Αυδίκος Ευάγγελος, Χάλασε το χωριό μας, χάλασε
Αρσενίου Λάζαρος, Τα Τσελιγκάτα Σαρακατσάνων και Βλάχων, ελλα, 2005.
Γκιόλιας Μάρκος, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, Εκδόσεις Πορεία, 2004.
Δαλκαβούκης Βασίλης, Η πένα και η γκλίτσα, Οδυσσέας, 2004.
Καβαδίας Γεώργιος, Σαρακατσαναίοι μια ελληνική ποιμενική κοινωνία, Εκδόσεις Μπρατζιώτη, 1991.
Καραβίδας Κ.Δ, Αγροτικά, μελέτη συγκριτική, 1931
Μακρής Ευρυπίδης, Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, 1990.
Μαυρόγιαννης Διονύσιος, Οι Σαρακατσαναίοι της Κεντρικής και Αν. Μακεδονίας και Θράκης, 2000.
«Σαρακατσάνικα χαιρετήματα», Εφημερίδα της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου