portraita

kentriki mpara

.
Ορέστης Σιδηρόπουλος
..


.Ο καλυβοδάσκαλος του Ιμπιλί

Συνέντευξη στον Θεόδωρο Γιαννακό

O κύριος Ορέστης Σιδηρόπουλος γεννήθηκε πριν από 80 χρόνια. Είναι ποντιακής καταγωγής, κατάγεται από το Κιλκίς και ζει στη Βέροια. Έχει συμμετάσχει ενεργητικά στα δρώμενα της πόλης και η προσφορά του στην πόλη του είναι σημαντική. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Βέροιας και Αντινομάρχης Ημαθίας. Είναι άριστος οικογενειάρχης . Η προσφορά του στο σινάφι μας είναι πολύ σημαντική.


Με τον κύριο Σιδηρόπουλο γνωριστήκαμε τον περυσινό Αύγουστο στο αντάμωμα στο Καϊμακτσαλάν. Ένιωσα συγκίνηση γιατί στο πρόσωπό του ξαναζωντάνεψε μια αλλοτινή εποχή· μια εποχή που τα βουνά έσφυζαν από ζωή. Λίγο αργότερα μου δημιουργήθηκε η περιέργεια, ίσως και λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, να μάθω από έναν αυτόπτη μάρτυρα εκείνης της εποχής περισσότερες λεπτομέρειες για τη λειτουργία εκείνου του « κρυφού σχολειού» των βουνών, του δασκαλοκάλυβου· κι ακόμα να μάθω πώς είδε ένα ξένο μάτι την ποιμενική μας σαρακατσιάνικη κοινωνία. Για το λόγο αυτό, τα περασμένα Χριστούγεννα, ταξιδεύοντας για τα Γιάννενα, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, αδρόμησα για τη Βέροια. Στην οδό Βερόης, στο κέντρο της πόλης, σε έναν ζεστό και εξαιρετικής αισθητικής χώρο με υποδέχτηκε εγκάρδια ο κύριος Ορέστης κι αρχίσαμε την κουβέντα μας.



– Κύριε Ορέστη, πότε ήσουν δάσκαλος στο Ιμπιλί; (Σημ.: Το λιβάδι Ιμπιλί βρίσκεται στο Ανατολικό Βέρμιο)

–Τον Αύγουστο του ’49 τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος. Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι, δηλαδή το καλοκαίρι του ’50, ήμουν δάσκαλος εκεί.

Με τον τσέλιγκα τι συμφωνία έκανες;

–΄Ητανε μια συγκυρία το ότι περνούσα εκείνη τη μέρα από το αρτοποιείο της Ξιδοπούλου και η οποία μόλις με είδε φώναξε στους εκεί παρισταμένους Σαρα­κα­τσια­ναίους: «Σας βρήκα το δάσκαλο!» Λοιπόν, πριν ακόμα με πει εμένα. Κι επειδή έριξε το σπόρο σε πρόσφορο έδαφος, έπιασε. Πάντοτε τη ζωή στην ύπαιθρο τη λαχταρούσα και η σκέψη ότι θα είμαι δάσκαλος σε Σαρα­κατσια­νόπουλα με γοήτευε. Είπα το ναι, πριν ακούσω τους όρους. Η αλήθεια είναι ότι, όταν είδα ότι καίγονται για δάσκαλο, το έπαιξα λίγο αδιάφορος, ώστε να πετύχω καλύτερους όρους. Λοιπόν, το είπα το ναι μέσα μου, δεν το είπα σ’ αυτούς. Και είπα σε ένα ποσό το οποίο ήταν σημαντικό, το πρώτο ποσό. Από κει κι έπειτα θεώρησα, δεν το περίμενα αυτό το ποσό, ότι ήταν ιεροσυλία να παζαρέψω μ’ αυτούς τους αν και ειλικρινείς ανθρώπους, δεν πήγαινε να μου πούνε τόσο, τότε ήταν τα εκατομμύρια. Μου είπαν κατευθείαν 1.800.000, να τους πω 2, κι ενδεχομένως να το περίμεναν κάτι τέτοιο. Αλλά ήτανε σημαντικό το ποσό που με ικανοποιούσε. Οπότε, βέβαια ,μου λέει ο Χρίστος ο Πάνος: «Φεύγοντας θα σου έχουμε και δυο δοχεία τυρί». Οπότε συμφωνήσαμε και το μόνο που έμενε ήτανε να έχω τη σύμφωνη γνώμη των γονιών μου – ήμουν τότε φοιτητής – είχα τελειώσει το πρώτο έτος και ετοιμαζόμουνα να πάω στο δεύτερο, χρωστούσα κάτι μαθήματα. Οι γονείς, τι θα πουν οι γονείς. Ήταν δύσκολη επιχείρηση για το λόγο ότι λίγα χρόνια πριν, τέσσερα χρόνια πριν, είχα χάσει τον αδερφό μου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, είχε σκοτωθεί. Λοιπόν, οι γονείς που χάσανε ένα παιδί πριν από τέσσερα χρόνια, δεν αποφασίζουν εύκολα να στείλουν ένα άλλο παιδί στο βουνό. Αλλά, όταν είδαν ότι εγώ ήμουν αποφασισμένος, υποχωρήσανε, κι έτσι βρέθηκα στο Ιμπιλί.

– Στο βουνό πήγες μόνος σου;

– Α! πάρα πολύ ωραία ερώτηση. Η συμφωνία ήταν να πάω την Κυριακή που μας ερχότανε στη Ζωοδόχο Πηγή, όπου τους λέω θα μου φέρετε, επηρεασμένος από όσα είχα διαβάσει, το δάσκαλο τον παίρνανε με το ζώο. Λοιπόν, θα φέρετε ένα άλογο και θα με πάρετε, και τους περίμενα στο εστιατόριο του Ταϊδανίδη. Ε… Και κάθε φορά που πέρναγε ένας αγωγιάτης κρατώντας ένα μουλάρι ή ένα άλογο, έλεγα…ήρθανε. Τελικά δεν ήρθανε για το λόγο ότι η συμφωνία ήταν για τη μεθε­πομένη Κυριακή. Κι εγώ στη λαχτάρα μου πότε να βρεθώ εκεί πάνω, πήγα μια βδομάδα νωρίτερα. Την άλλη Κυριακή όμως, αφού μίλησα με τον κόσμο της Ζωοδόχου Πηγής, και με είπανε ότι είναι λιγότερο από μία ώρα δρόμος, έχει δρόμο καλό, δηλαδή που βλέπεις και περπατάς, τους λέω δεν θα στείλετε τίποτα, θα ’ρθω εγώ μόνος. Και πράγματι, για να έχω κάποιον παρέα, πήρα κι έναν ξάδερφό μου ο οποίος με συνόδευσε. Και ανεβήκαμε, είχαμε και μια βροχή εκεί στα Χατοβίτικα. Ε…Και μουσκεμένοι φτάσαμε στον προορισμό μας. Λοιπόν, και την ώρα που κοιμούμασταν, έπιασε η βροχή και το αισθανθήκαμε, διότι η στέγη έμπαζε. Και, όταν διαμαρτυρηθήκαμε, μας είπαν, μας εξήγησαν ότι η βρίζα που είναι στοιχείο που κάνει στεγανή την οροφή δεν τους είχε έρθει από την Ελασσόνα, που την περιμένανε. Επομένως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να φέρουμε βελέντσες, φλοκάτες και να τις βάλλουμε πάνω. Πράγματι βάλανε και μέχρις ότου έρθει η βρίζα είχαμε την οροφή εκεί πέρα πολύχρωμη. Ε…Πώς δεν είχα μια φωτογραφική μηχανή να βγάλω μια φωτογραφία· ήτανε αστεία η κατάσταση.


Χάρτης του Βερμίου με τις θέσεις των Σαρακατσάνικων τσελιγκάτων


Τι πράγματα είχατε πάρει μαζί σας;

– Είχα αγοράσει έναν μαυροπίνακα και κιμωλίες, τα οποία δεν τα είχα πάρει μαζί μου. Μα­­ζί μου πήρα μια αλλαξιά ρούχα, επειδή λέγανε ότι κάνει κρύο κ.λπ.. Δεν εύρισκα να πάρω σακάκι, πήρα φανέλες τις οποίες θυμάμαι με νοσταλγία, γιατί ήτανε πολύ ωραίο πράμα να γυρίζεις καλοκαίρι στην ύπαιθρο και ν’ αντιμε­τωπί­ζεις χειμωνιάτικο καιρό. Αυτά πήρα και το μπλοκάκι για το ημερολόγιο.

– Το σχολείο πόσες τάξεις είχε;

– Είχε τρεις τάξεις. Οι αρχάριοι και τελείως αναλφάβητοι αποτελούσαν μία τάξη. Οι πιο προχωρημένοι αποτελούσαν τη δεύτερη τάξη και οι επαρκώς καταρτισμένοι την Τρίτη τάξη.

H πρώτη μέρα στο σχολείο πώς ήταν.


–Τα παιδιά ήταν σα να με ξέρανε από δέκα χρόνια. Μόνο η Ρηνιώ, πώς τη λέγανε, η Ειρήνη, η Ειρήνη. Ε… Ήτανε μαζεμένη, κατέβασε και τα μούτρα της κι ούτε που ήθελε να μας ιδεί. Ούτε που ήθελε να μας ιδεί. Και τελικά, μάλιστα, ύστερα από ένα διάστημα έκανε την ανταρσία της και λέει δεν θα πάω, και δεν πήγε. Εκείνη τη χρονιά δεν ήρθε. Ύστερα ήρθε και ήτανε καλή μαθήτρια. Λοιπόν, αυτή η Ρηνιώ με επεφύλαξε μία απ’ τις πιο συγκινητικές έτσι στιγμές της ζωής μου. Ύστερα από 35 χρόνια, και ήμουν τότε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου και είχα πάει στο Υγειονομικό για μια συνεδρίαση και εκεί που ήμουνα στο γραφείο με πέντε-έξι υπαλλήλους για να συνεδριάσουμε, ε… ήταν και μια κυρία που περίμενε να της δώσουν ένα χαρτί· μια κυρία έτσι αξιο­πρε­πής, σοβαρή, εμφανίσιμη και όταν άκουσε να με λένε κύριε Σιδηρόπουλε, με λέει:
– Είστε ο Σιδηρόπουλος ο Ορέστης;


– Ναι, λέω.


– Ε… Ήρθε και έπεσε στην αγκαλιά μου. Αυτή η κυρία ήρθε και έπεσε στην αγκαλιά μου.


– Δάσκαλε, μου λέει, δάσκαλε!


– Ποια είσαι; της λέω.


– Είμαι η Ρηνιώ, η Ειρήνη. Είχαμε κι άλλη Ειρήνη, αλλά κατάλαβα, ήταν η Παρλά­ντζα. Και εν συνεχεία, βέβαια, παντρεύτηκε στην Αλεξάνδρεια. Ε… Εν συνεχεία πάντρεψε και την κόρη της και με κάλεσε στο γάμο. Αλλά εκείνη τη στιγμή συγκινήθηκα… Ύστερα από τόσα χρόνια να βλέπεις εκείνο το κοριτσάκι να είναι μια κυρία…


Τα παιδιά ενδιαφέρονταν για τη μάθηση;

–Τα παιδιά ήταν η μεγάλη έκπληξη που συνάντησα εκεί πέρα. Εξυπνότατα, εξυπνότατα! Μα προχωρούσαμε με ρυθμό αδιανόητο για τα σχολεία της πόλης για το λόγο τον εξς: εγώ, και ακόμα όταν ήμουν μαθητής, έφτιαχνα το δάσκαλο σε μικρότερα παιδιά του δημοτικού, όχι για προσπορισμό, αλλά διότι ήταν συγγενικά, φιλικά, γειτονικά. Εκείνη την εποχή τα παιδιά δίνανε εξετάσεις για να πάνε στο γυμνάσιο. Δεν ήμουν αδαής· ήξερα τι ξέρουν και τι δυνατότητες έχουν οι μαθητές της πόλης. Και ξαφνικά βρέθηκα σε μια ΟΑΣΗ. Στο μόνο που, θα ’λεγα, δεν είχανε τον ίδιο ρυθμό, ήτανε το μάθημα της έκθεσης.

–Από γνώσεις εγκυκλοπαιδικές;

–Ε… Πρώτα πρώτα τους έκανα Ιστορία, Θρησκευτικά, τους έκανα Αριθμητική. Πήρα παιδιά τα οποία δεν ήξεραν ένα κι ένα πόσο κάνουν και μέσα σε μια περίοδο μάθανε και τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής. Και τα άλλα που ήταν ένα είδος ιστορίας, ίσως είχα και κάποια ικανότητα να διηγούμαι, έτσι…, τα παίρνανε, τα παίρνανε. Ύστερα από μια ’βδομάδα τα ρωτούσα για τον Οδυσσέα ή τις ιστορίες της Παλιάς Διαθήκης, για τον Ιωσήφ, κ.λπ.. Τα θυμόντουσαν και μάλιστα πάρα πολύ καλά.

Ποια μαθήματα αγαπούσαν πιο πολύ;

– Ε… Τα… αγόρια την αριθμητική, τα αγόρια. Όταν λέμε αριθμητική, ε… πολύπλοκα προβλήματα που είχαν να κάνουν με την κατανομή των υποχρεώσεων κάθε οικογένειας, για παράδειγμα. Δύσκολα προβλήματα. Ήταν μερικοί μαθητές που ήταν ιδιαίτερα έξυπνοι. Τα κορίτσια δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

– Πέρα από τα σχολικά μαθήματα τι σε ρωτούσαν τα παιδιά; Τι ήθελαν να μάθουν;

– Ναι, ναι… Να πω ότι ήθελαν να μάθουν έτσι ιδιαίτερα, δεν ξέρω αν ήταν οι δυνατότητες που είχα, αλλά τους κάλυπτα για το λόγο ότι δεν περιοριζόμουνα σ’ αυτά τα σχολικά. Ε… Κάθε ευκαιρία που είχα τους μιλούσα για πράγματα άσχετα. Π.χ. τους έλεγα τι είναι το πανεπιστήμιο. Ε… Τι γίνεται στην πόλη σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Επίσης στο μάθημα της Γεωγραφίας συνέδεα τις περιοχές, τα τοπονύμια, κ.λπ. με κάποιο ιστορικό γεγονός. Ε… Ώστε να ξέρουν ότι στην Αλαμάνα, στην Αλαμάνα για την οποία μάθαμε ότι εκεί ο Α. Διάκος κ.λπ. είναι στο νομό Φθιώτιδας, και επίσης, όταν μιλούσα για το Διάκο, επεξέτεινα και έλεγα κι άλλα πράγματα που είχαν να κάνουν με την επανάσταση των Ελλήνων.



Γνώριζαν ότι υπάρχουν κι άλλοι λαοί, μαύροι, Κινέζοι, Αμερικάνοι;…

– Ναι, ναι. Το γνώριζαν, βεβαίως το γνωρίζανε. Φυσικά το γνωρίζανε για το λόγο ότι, όταν τους μιλούσα γι’ αυτά τα πράγματα, τους μιλούσα για την Ασία, την Αφρική, κ.λπ.. Γνώριζαν, ακόμη, πού υπάρχουν μαύροι, κίτρινοι. Εκείνο που δε γνωρίζανε και τους έκανε εντύπωση ήταν όταν τους είπα ότι τώρα στην Αυστραλία χιονίζει.

Θυμάσαι ποιο αναγνωστικό είχες;

– Άμα το ’βλεπα, θα το θυμόμουν.

Τα παιδιά τα τιμωρούσες; Τα έδερνες;

Είναι μια θλιβερή ιστορία. Ύστερα από λίγες μέρες μετά την άφιξή μου ε… με είπαν ότι θα ’ρθούνε να μου φέρουνε το δώρο. Ήτανε μια βέργα σκαλισμένη, όμορφη, ξέρω γω, κ.λπ.. Και μου λένε: «Δάσκαλε, δεν θα μας πειράξει αν τη σπάσεις στις πλάτες και στα πόδια τους, μόνο στο κεφάλι μην τα χτυπάς· και μη νοιαστείς, την άλλη μέρα που θα τη σπάσεις θα σου φέρουμε καινούργια». Λοιπόν, εγώ δεν μπορούσα να χτυπήσω, και στην αρχή σκέφτηκα, λάθος μεγάλο, να βάλω έναν μαθητή λίγο μεγαλύτερο, όταν κάποιος έκανε αταξία ν’ απλώνει τα χέρια του και να τον χτυπάει εκείνος. Εγώ δεν μπορούσα να τον χτυπήσω. Κατάλαβα ότι ήταν μεγάλο λάθος. Σιγά σιγά έμαθα, όταν το παρακάνανε σε αταξίες, να χτυπώ, αλλά χτυπούσα πάντοτε στα χέρια. Αλλά δεν θα ξεχάσω, γι’ αυτό λέω είναι…, δεν θα ξεχάσω και εξακολουθώ αυτό να το έχω σαν ένα είδος, όπως λένε ένα μάθημα. Ε… Αποφάσισα να τους πάω την Κυριακή στο χωριό το Ξερολίβαδο εκκλησία. Ε… Στην εκκλησία για εκκλησιασμό. Ναι, αλλά εκεί δεν υπήρχε εκκλησία. Η πλησιέστερη εκκλησία ήταν στο Ξερολίβαδο, που απείχε κατεβαίνοντας μισή ώρα κι αναβαίνοντας μία ώρα. Και ένας απ’ αυτούς τους έπεισε να κάνουν ανταρσία και να μην… Αλλά τι τους είπε. Τους είπε κάτι που ήταν πέρα για πέρα αληθινό, ίσως γι’ αυτό μου κακοφάνηκε. Τους είπε: «Να πάμε κάτω στο χωριό επειδή ο δάσκαλος θέλει να κάνει κέφι με τα κορίτσια του χωριού;» Αυτό ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Λοιπόν, στο Ξερολίβαδο υπήρχαν κοπέλες που είχαν στοιχεία της ηλικίας τους και με τις οποίες χαριεντιζόμασταν… Λοιπόν, και τον έδειρα, πολύ τον έδειρα, πάντοτε με τη βέργα βέβαια. Λοιπόν, τον θυμάμαι, Πάνος Κάκος λεγότανε. Κάκος απ’ το Δημήτρης ήτανε, αλλά πώς έγινε Κάκος, ίσως απ’ το Τάκος. Λοιπόν, και τον έδειρα. Εν συνεχεία, είχαμε καλές σχέσεις και εν συνεχεία την άλλη χρονιά και την άλλη χρονιά. Λοιπόν, αλλά εγώ δεν θα το συγχωρήσω στον εαυτό μου για το λόγο ότι τον έδειρα επειδή είπε κάτι που ήταν αληθινό.

Τα παιδιά βιβλία είχανε;

– Όλα τα παιδιά είχαν Αναγνωστικό. Από άλλα βιβλία δεν είχαν. Είχε ο δάσκαλος.


– Οι γονείς παρακολουθούσαν καθόλου τα μαθήματα;


– Ο Θανάσης ο Παρλάντζας ερχότανε και ερχότανε και ο Χρίστος ο Ξηρομερίτης, ο οποίος δεν είχε παιδιά, είχε τ’ ανίψια του. Αυτός ερχόταν γιατί δεν είχε τι να κάμει. Αυτός παρακολουθούσε.


– Έκανε τίποτα παρατηρήσεις στα παιδιά ή στο δάσκαλο;


– Φρόντιζα να κάνω ερωτήσεις τέτοιες στα ανίψια του που να είναι σίγουρο ότι θα τις απαντήσουν. Ο Χρίστος τότε χαιρότανε.


– Τα παιδιά μεταξύ τους πώς συμπεριφέρονταν;


– Δεν μαλώνανε μεταξύ τους, δε μαλώνανε. Ούτε κοροϊδευότανε. Τέτοια στοιχεία δεν υπήρχαν. Αυτό το οποίο συναντάνε σήμερα οι δάσκαλοι… Εδώ, εδώ η μόνη φορά, τη μόνη φορά που ήρθα σε δύσκολη θέση ήτανε όταν είχα μια λίμα, αρνάρι το λέγανε, και χάθηκε το αρνάρι. Λοιπόν, και κάποιος το πήρε από τα παιδιά. Και με το είπανε και το θυμάμαι: «Δάσκαλε, θα στο φέρουμε, αλλάνα μην μας ρωτήσεις από ποιον το πήραμε.» Λοιπόν, πράγματι το φέρανε. Και μου είπε το μυστικό ο μεγαλύτερος αδερφός του δράστη. Δράστης ήταν ο Βασιλάκης (ο Τάτσης ;). Και μου είπε ότι τότε που το πήρε έκλαιγε, έκλαιγε όλη τη μέρα και έλεγε, όταν του είπαμε να το πας στο δάσκαλο, …σε καμιά περίπτωση, σε καμιά περίπτωση. Αλλά έκλαιγε γιατί έκανε αυτό το πράγμα. Λοιπόν, ήταν την πρώτη χρονιά και τον πρώτο μήνα. Ήταν ένα περιστατικό που το κατέγραψα και στο ημερολόγιό μου και σε κάτι σημειώσεις που είχα. Λοιπόν, ο Βασιλάκης πώς το έκανε αυτό; Γι’ αυτό καμιά φορά λέμε μην κρίνεις κ.λπ.. Ε… Ήτανε στα υπόλοιπα χρόνια το πιο καλό παιδί. Μικρό παιδί ήτανε.


– Τα παιδιά τι ρούχα φορούσανε;


– Φορούσανε τα…, σπάνια βέβαια να αγοράσουνε. Είχανε τα μάλλινα και επί πλέον είχανε ρούχα που τους τα ’ραβε, φέρνανε υφάσματα και τους τα ’ραβε ο ράφτης που ’ρχότανε εκεί πέρα.


– Τσαρούχια φορούσανε;


– Όχι, φορούσανε παπούτσια· κανείς δε φορούσε τσαρούχια.






Τα παιδιά παραμύθια σού έλεγαν;


– Εγώ τους έλεγα. Ναι, με ζητούσαν. Με ζητούσανε να τους πω παραμύθια, γιατί ξέρανε τα παραμύθια. Κάπου τα είχανε ακούσει. Και πολλές φορές που είχαμε ελεύθερο χρόνο… Τι να πούμε τώρα; Τελειώσαμε το μάθημα, τι να πούμε τώρα; Να μας πεις, κύριε, για τη Χιονάτη. Ξέρανε για τη Χιονάτη. Λοιπόν, και βέβαια, εγώ έβαζα και πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία στο παραμύθι για να το κάνω πιο ενδιαφέρον και να το συνδέσω με την παρούσα κατάσταση.


– Τα παιδιά τραγουδούσανε;



– Τα παιδιά τραγουδούσανε όταν είχαμε μάθημα Ωδικής. Ούτε τραγούδια τους έμαθα, εκτός από κάποια ποιήματα που τους μάθαινα πατριωτικά, κ.λπ.. Τραγούδια όχι, διότι δεν τολμούσα, γιατί, άμα τους μάθαινα το τραγούδι, έπρεπε να το τραγουδήσω. Και η φωνή μου ήτανε ότι χειρότερο. Λοιπόν, και χορό επίσης. Λοιπόν, ποιο τραγούδι θα μάθουμε τώρα, Μήτρο; Ε… Παίρει ένα τραγούδι. Για πες το;



– Θυμάσαι κάποιο τραγούδι;



– Όχι. Πες το εσύ τώρα, πες το. Για να μην το λέω εγώ, πες το εσύ. Το ’λεγε εκείνος και λέω: τώρα όλοι μαζί. Επίσης ο χορός. Χορεύανε και άιντε να χορέψετε κι εσείς μικροί κ.λπ.. Ποιος μικρός και ποιος μεγάλος. Όλοι χορεύανε. Έκανα το λάθος… Ε… Κάποτε ήρθε ο στρατηγός. Ο γιος του στρατηγού ήταν συμμαθητής μου στην Ιατρική και είχαμε συνδεθεί και πήγα στο σπίτι τους και με ξέρανε. Είχαν έρθει στο πλαίσιο δεν ξέρω ποιας… Και εγώ θεώρησα καλό να βάλω τα παιδιά να χορέψουνε την «κεντισμένη σου ποδιά, μωρ’ βλάχα…». Από κει το ’μαθα. Λοιπόν, λάθος είπα πως δε θυμάμαι. Κάθε φορά που ως Αντινομάρχης πήγαινα σε εκδηλώσεις που είχανε λαϊκό, δημοτικό στοιχείο και τραγουδούσανε και χορεύανε αυτό το τραγούδι, τότε σηκωνόμουνα, μόνο τότε σηκωνόμουνα και με λέγανε κιόλας:

Καλά, κύριε Αντινομάρχα, βάζουμε ποντιακά και δε σηκώνεσαι και σηκώνεσαι σ’ αυτά;
Λοιπόν, και χορεύανε, ωραία χορεύανε και λέω, κάνω και λέω:
– Ε, στρατηγέ!
– Μπράβο, ρε δάσκαλε!

– Ε, στρατηγέ, τους έμαθα να χορεύουν!

Ήτανε δίπλα εκεί ένας Σαρακατσιάνος και μου λέει: «Α, ρε δάσκαλε, τους έμαθες εσύ. Αυτά απ’ την κοιλιά της μάνας τους ξέρουν τους χορούς αυτούς». Σα να μου ’λεγε μην κάνεις τον καμπόσο.

Νερό, πού εύρισκες νερό;

– Νερό από τη βρύση του Ιμπιλί, που ήταν περίπου 1.000 μέτρα μακριά.

– Πήγαινες μόνος σου;

– Στέλναμε τα παιδιά. Είχαμε δυο κανάτες που τις γεμίζανε νερό και φέρνανε. Πολλές φορές πηγαίναμε κι εμείς για βόλτα εκεί. Παίρναμε τις κανάτες και τις γεμίζαμε.

– Μπάνιο πού έκανες;

– Κάθε δεκαπέντε μέρες ερχόμουνα στη Βέροια. Αλλαξιές κάθε βδομάδα μία και εν συνεχεία πήγαινα και έπαιρνα τις καινούργιες αλλαξιές.

– Το φαγητό το φέρνανε στο σχολείο;

Το φαγητό το φέρνανε στο σχολείο τα παιδιά.

– Κουδούνι στο σχολείο είχατε;

– Όχι, δεν υπήρχε λόγος. Κουδούνι ήτανε ο ίδιος ο δάσκαλος. Θα ήτανε κωμικό – σκέ­φτηκα να πάρω κουδούνι – θα ήτανε κωμικό να χτυπάω κουδούνι τη στιγμή που είχα τα παιδιά μπροστά μου.

Το μεσημέρι που δεν έκανες μάθημα τι έκανες;

– Σχολάγαμε στη μία η ώρα. Τις περισσότερες φορές διάβαζα τις υποχρεώσεις μου για το πανεπιστήμιο μέχρις ότου έρθει η ώρα για το απογευματινό σχολείο. Στις τρεις η ώ­ρα ξαναερχόντουσαν τα παιδιά κι αρχίζαμε πάλι το μάθημα, γιατί κάναμε και πρωί κι απόγευμα.

Το βράδι τι έκανες;

–Το βράδι… Το βράδι καθόμαστανε – είχα να σημειώσω ότι ο ξάδερφός μου πείστηκε να ’ρθει κι εγκαταστάθηκε μαζί μου. Και τον είχα σα βοηθό, σαν επιστάτη αλλά κυρίως για συντροφιά. Είχε καλή φωνή. Εγώ δεν μπορούσα να τον συνοδεύω, γιατί δεν ήθελα να …τρομάξω τον κόσμο. Λοιπόν, είχε καλή φωνή και καθόμασταν και τραγουδούσε και μάλιστα μερικά από αυτά τα τραγούδια έτσι μου μείνανε και μόλις τα ακούω θυμάμαι εκείνη την εποχή.


Ο Ορέστης Σιδηρόπουλος με Ιμπιλιώτες στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής, με θέα τις κορυφές του Βερμίου.


– Θυμάσαι κάποιο τραγούδι;

– Κάποια τραγούδια και κάποια ποιήματα. Εγώ έλεγα ποιήματα. Τραγούδι θυμάμαι το «όσα αστεράκια έχει ο ουρανός…» και κάτι άλλο που δεν το θυμάμαι. Και επίσης εκείνο το πανέμορφο το τραγούδι το ρεμπέτικο που έλεγε:

«Στην Δραπετσώνα του Μπάμπη και του Νίκα
και τα Ταμπούρια του Μηνά που σου ’μενε η γλύκα,
εδώ θα κάτσεις φρόνιμα μωρή ξεμυαλισμένη
γιατί αν ήρθες για μαλλί, θα φύγεις κουρεμένη».

Αυτό το τραγουδούσε αυτό και κάτι άλλο. Ποιήματα θυμάμαι του Χατζόπουλου. Τότε με είχε συναρπάσει ο Κώστας ο Χατζόπουλος, γιατί υπάρχει και άλλος Χατζόπουλος. Και επίσης του Ουράνη ένα ποίημα. Ήμουν και σε τέτοια ηλικία ευαισθησίας.

Του Ουράνη ήτανε:

«Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια τους νεκρούς στους δρόμους στυλωμένα.
Αν είναι νά ’ρθει θε να ’ρθει, δίχως να ξέρεις από πού
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα…,
για να σκουπίσει απαλά με τ’ άσπρα χέρια της τα δυο
τα μάτια που κουράστηκαν στο δρόμο να κοιτάνε».

O Χατζόπουλος είχε ένα ιδιότυπο στυλ μελαγχολικό και αυτό το τραγουδούσα όταν θυμόμουν τους δικούς μου στην πόλη.

Το βράδι άκουγες απ’ τους τσοπαναραίους φωνές, φλογέρες, τέτοια πράματα;

– Είχα την τύχη ν’ αποκτήσω το φύλακα άγγελό μου από την πρώτη μέρα· ήταν ένας Κώστας Χύτας· κόκκινο τον έλεγαν, γιατί είχε κόκκινα μαλλιά. Ο Κώστας μας συμπαραστάθηκε και μας ενημέρωσε. Μας είπε κιόλας ότι κάποιοι που δεν είχανε παιδιά, όχι πατεράδες, νεαροί, θα με κάνανε φάρσα για να μου πάρουν τον αέρα. Λοιπόν, και περίμενα να εμφανιστούν οι λύκοι. Και ήρθανε με τη φωνή του λύκου. Λοιπόν, και βγαίνω και λέω: πού είστε, ρε λύκοιοιοι! Και αυτοί φύγανε. Και επίσης θέλησαν να μου κάνουν ένα παιχνίδι, το θυμάμαι – να ’ναι καλά ο Κώστας – που θα με οδηγούσανε με το δικό τους τρόπο να αναζητήσω να πιάσω κάτι πολύτιμο και το πολύτιμο αυτό ήταν ακαθαρσίες. Και τελικά, εγώ τους οδήγησα με το δικό μου τρόπο και θυμάμαι τον Απόστολο Τζαλαμούρα που μου είπε: «Αχ! Τι μ’ έκανες δάσκαλε!» Τα’ πιασε αυτός.

Αυτό πού έγινε;

– Με φώναξαν στα καλύβια· οι λύκοι ήρθανε γύρω στο σχολείο. Χρωστάω πολλά στον Κώστα το Χύτα, διότι και σ’ άλλα πράγματα με βοήθησε. Π.χ. την πρώτη μέρα την ώρα που έτρωγα το πρωινό μου και μου φέρανε – εμείς στο σπίτι τρώγαμε μια φέτα ψωμί, μια φέτα τυρί κι ένα ποτηράκι γάλα – και με φέραν μια γαβάθα γεμάτη με γάλα, μου φέρανε ένα κομμάτι τόοοσο τυρί, ψωμί μπόλικο. Λοιπόν, τα συμμάζεψα όλα και λέω θα φωνάξω το μαθητή που μου τα ’φερε να πάρει τα υπόλοιπα να τα πάει πίσω, και μου λέει: «Όχι, προς Θεού! διότι η συμφωνία σας είναι να ταΐσουν ένα άτομο, εάν έρθει ο ξάδερφός σου –γι’ αυτό τους ενημέρωσα – και σε φέρουν τα μισά από αυτά που σε φέρανε, δε θα φτάσουν για σένα». Πράγματι, το φαγητό μου σε ποσότητα, τουλάχιστον, ήταν εξαιρετικό, όχι σε ποιότητα.

Στη στάνη με ποιους είχες ιδιαίτερη επαφή;

– Γνωρίστηκα και με τον τσέλιγκα το Χρίστο ο οποίος ήταν ένας καλόκαρδος, λες και δεν ήταν Σαρακατσιάνος υπό την έννοια ότι είχε μια αφέλεια που δεν τη συναντάς στους Σαρακατσιαναίους. Σαν να ήταν ένα μεγάλο παιδί. Εν τούτοις είχε μυαλό και κατόρθωνε να επιβάλλεται και τον σεβόντουσαν. Πολλές φορές διαφωνούσανε ιδίως στο μοίρασμα των λιβαδιών, στο νερό, κυρίως στο νερό γινόταν σκοτωμός, και ο Χρίστος ο Πάνος τους συμβούλευε με τον καλύτερο τρόπο. Κυρίως συνδέθηκα με δυο ανθρώπους περισσότερο, με τον Παντελή Τζαλαμούρα και με τον Θανάση Παρλάντζα.



Για ποιο λόγο μ’ αυτούς τους δυο;

– Ο Παντελής ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος, ευχάριστος άνθρωπος, όλο γελούσε, έκανε αθώες φαρσούλες, πειράγματα, κ.λπ.. Και επίσης είχε μια πολύ καλή οικογένεια. Είχε τέσσερα παιδιά· δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Είχα τα τρία τα παιδιά. Ε… Να το πω κι αυτό. Ήταν το σπίτι που όταν τάιζε, το περίμενα πώς και πώς γιατί ήξερα ότι θα έχει κάτι εξαιρετικό κάθε φορά, μου θύμιζε την κουζίνα του σπιτιού μου. Τον Θανάση τον Παρλάντζα… ήταν πολύτεκνος. Πολλά παιδιά είχε και καλούς μαθητές. Μ’ έδειχνε αγάπη, ξεχωριστή αγάπη μ’ έδειχνε πάντοτε, …έτσι. Είχα τρία παιδιά του και ήταν πιο κοντά σε μένα.

–Τα νέα κορίτσια της στάνης;


– Οι κοπέλες εκείνης της εποχής δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με τις κοπέλες των ίδιων οικογενειών της σημερινής εποχής. Ήτανε ταλαιπωρημένες κοπέλες, κουρασμένες, όλη τη μέρα στη δουλειά, αδύνατες, χλομές. Παρόλο που ήτανε πάνω στο βουνό, ήτανε χλομές.

Σε κάποιο γλέντι εκεί στη στάνη έτυχες;


– Ναι, ναι. Σε γάμο δεν παραβρέθηκα. Γάμος δεν έγινε, δεν ξέρω γιατί. Αλλά φαίνεται παντρεύονταν κάτω. Σε αρραβώνες βρέθηκα. Βρέθηκα σε αρραβώνες, αλλά και σε άλλα γλέντια που κάνανε όταν γιόρταζε κάποιος. Λοιπόν, και λέγανε τα καθιστικά τραγούδια. Λέγανε εκείνα τα τραγούδια και τα τραγουδούσανε με πολύ μεράκι και πολύ πάθος που εγώ το έβλεπα κι έλεγα πόσο πολύ… και θυμόμουνα τα δικά μας τα ποντιακά όπωςεμένα μ’ αρέσει όταν ν’ ακούω να… Λοιπόν, και επίσης όταν ύστερα από πολλά χρόνια βρέθηκα σε γλέντια σαρακατσιαναίικα με τον Σούρλα το Γιώργο και τον έβλεπα που τραγουδούσε κι αυτός, και λέω ότι στο D.Ν.Α. τους έχουν αυτήν την αγάπη για το τραγούδι. Όχι τόσο τα τραγούδια τα χορευτικά αλλά της τάβλας.


–Τους Σαρακατσιαναίους πώς θα τους χαρακτήριζες;


– Είναι άνθρωποι έξυπνοι, εργατικοί – μιλάω για εκείνη την εποχή – αλλά εργατικοί σ’ εκείνο που πιστεύαν αυτοί ότι αποτελεί δική τους υποχρέωση. Π.χ. θα μπορούσε να μου πει κανείς τι εργατικοί μου λες, κύριε Ορέστη, τη στιγμή που ήξερες ότι, όταν πηγαίνανε στη στάνη και γυρίζανε, αυτοί πηγαίνανε στο ζώο καβάλα και η γυναίκα φορτωνότανε τα γκιούμια και τα ξύλα; Θεωρούσανε, ήταν πιστεύω τους ότι…, αλλά εργατικοί υπό την έννοια ότι να κάμουν το νοικοκυριό τους στο σπίτι, να πάνε εκεί που πρέπει να πάνε. Έξυπνοι, έξυπνοι… Και αυτό που λέμε κρατάει το λόγο του, μπέσα. Άμα σ’ έλεγαν κάτι, είναι αυτό· τελείωσε.

Τι δε σου άρεσε εκεί πάνω τόσα χρόνια που ήσουνα;

–Τίποτα!!! Προσπαθώ να βρω κάτι που δε μ’ άρεσε, κάτι απ’ τους ανθρώπους, κάτι απ’ τους μαθητές, απ’ το περιβάλλον. Όλα ήταν ωραία.



Ο Ορέστης Σιδηρόπουλος με τον Νίκο Κατσαρό


Τα χρόνια που έζησες πάνω στο βουνό τι σε ωφέλησαν; Αυτή η απλή ζωή τι σε δίδαξε;

– Λοιπόν, το ’49 εγώ είχα περάσει μια πλευρίτιδα και ήμουνα μη μου άπτου. Έδωσα εξετάσεις· δε μ’ αφήνανε οι δικοί μου να δώσω εξετάσεις. Πήγα έδωσα το Σεπτέμβρη εξετάσεις και πέρασα. Ήμουνα στα κακά μου χάλια. Διστάζαν να με στείλουνε στη Θεσσαλονίκη να κάνω τις σπουδές μου. Και πήγα. Ξέρω ότι δεν ήμουνα καλά στην υγεία μου. Λοιπόν, έγινα ο πιο υγιής άνθρωπος του κόσμου, απ’ την πρώτη κιόλας χρονιά. Εάν δεν είχα πάει στο βουνό, η ζωή μου θα ήταν πότε με τη μια αρρώστια και πότε με την άλλη. Με βοήθησε στην υγεία. Από κει κι έπειτα, τι άλλο με βοήθησε…. Με βοήθησε να πάρω τις αποφάσεις μου, γιατί μιλούσα με τους Σαρακατσιαναίους, μιλούσα τακτικά. Το βράδι, το απόγευμα που σχολούσαμε το σχολείο κι έπειτα πηγαίναμε στη βρύση. Σκοτείνιαζε αργά και καθόμασταν εκεί κι ερχότανε είτε να ποτίσουνε τα πρόβατα είτε να πάρουν νερό κ.λπ. και μιλούσαμε. Και μιλούσαμε μ’ αυτούς πολύ. Ε… ο Χρίστος ο Ξηρομερίτης, ο οποίος ήταν ένας τύπος λίγο άστατος, υπήρξε σε πολλά πράγματα δάσκαλός μου. Και δεν παντρεύτηκε· πολύ αργά παντρεύτηκε όταν έφυγα εγώ. Σε πολύ μεγάλη ηλικία παντρεύτηκε. Κουβεντιάζαμε, κι αυτός ο Σαρακατσιάνος που ζούσε πάνω στο βουνό ήξερε πράγματα για τις γυναίκες που δεν ήξερα εγώ! Λοιπόν, και με είπε μια κουβέντα και την κράτησα, μου λέει: «Τώρα εσύ σπουδάζεις. Μην ξεχνάς ότι σπουδάζεις, ότι η δουλειά σου είναι οι σπουδές. Μην μπλέξεις με κοπέλες, με τέτοια πράματα». Και παρόλο που έλεγα ότι όπως η αλεπού που της κόψαν την ουρά προσπάθησε να επιβάλει και στις άλλες να κόψουν τη δική τους την ουρά, παρόλο που το χαρακτήρισα έτσι, αυτά μείνανε μέσα μου. Ε…Ως φοιτητής είχα την ευκαιρία να συνάψω σχέσεις και, ενώ ήμουνα πολύ κοινωνικός, δεν υπέκυψα στον πειρασμό να συνάψω σχέσεις οι οποίες θα με δεσμεύανε. Κάθε φορά που μου δινότανε κάποια επιθυμία, θυμόμουν το Χρίστο κι έλεγα: όχι, Ορέστη, τις σπουδές σου τώρα. Λοιπόν, είναι κάτι που ξεκίνησε απ’ το Ιμπιλί. Και κάτι τελευταίο που έχει να κάνει με τον οικισμό, το τσελιγκάτο που λένε, τη στάνη. Τον πρώτο καιρό που είχα πάει, ένα απογευματινό την ώρα που έφκιανα μαθήματα με επισκέφτηκε ο συνηθισμένος ο τακτικός επισκέπτης μου ο Χρίστος. Πάλι για το Χρίστο θα πούμε. Ήρθε και, ενώ με ρωτούσε για τα ανίψια του, ξαφνικά τον βλέπω ν’ ανησυχεί και… να σηκώνεται να φεύγει. Από κάτω από το δρόμο βλέπω τους χωροφύλακες ν’ ανεβαίνουν προς τα πάνω κι ο Χρίστος να πηγαίνει προς αυτούς. Τον βλέπω μιλάει με τον καπετάνιο και λέω: α! τον άτιμο, σίγουρα κάποιον κατέδωσε και ήρθαν να τον πιάσουνε, γιατί είχανε τις παρανομίες τους κ.λπ.. Και φυγόδικοι ήταν και κυρίως φυγόστρατοι. Ε… Φεύγει ο Χρίστος αφού μίλησε με τον καπετάνιο. Ο καπετάνιος ήρθε σε μένα και μου λέει:
Πού πήγε αυτός.
Λέω: Ποιος;
– Ήτανε εδώ πέρα, ξέρω ήτανε εδώ πέρα ο Χρίστος ο Ξηρομερίτης! λέει με άγριο ύφος.
– Καλά, φυσικά εδώ ήταν, μιλούσες μαζί του, από μένα τον ζητάς;
– Μαζί του, μιλούσα; Αυτός ήταν;!
Σηκώνεται, αλλά πού να τον πιάσει! Ο Χρίστος ήταν ελεύθερος, εν τούτοις είχε κατορ­θώσει να βγάλει πιστοποιητικό ότι ήταν πολύτεκνος με το οποίο απηλλάγη απ’ το στρατό. Λοιπόν, και φυσικά έγινε γνωστό και τον ψάχνανε, αλλά πού να τον βρούνε. Και δεν ήταν στην πρόθεσή μου να διηγηθώ το περιστατικό αυτό… Λοιπόν, ο καπετάνιος ήρθε, …συναγερμός! Συναγερμός που σημαίνει μάζωξη ν’ αποφασίσουν πώς θα τον φιλέψουνε. Ήταν η μοναδική φορά που έφαγα αρνί στη σούβλα στα τέσσερα χρόνια. Ήτανε η μοναδική φορά!!! Λοιπόν, ο καπετάνιος, όταν κάθισε στο τραπέζι, κοίταξε μια έτσι, εντωμεταξύ, βέβαια, είχαμε μιλήσει εμείς. Λοιπόν, λέει:
– Φαντάζομαι κάθε μέρα κρέας τρως.
– Ούτε να το διανοηθείς, μόνο αν πέσει κανένα… τότε, λέω.
– Λοιπόν, εντάξει. Σήμερα, θα φας. Κάθισε λοιπόν, έκανε…
– Πού είναι οι αρχές του τόπου;
– Ποιες αρχές;
– Ο παπάς, ο δάσκαλος…
– Παπά, δεν έχουμε.
– Δάσκαλο έχετε.
Λοιπόν, σπεύσανε να με καλέσουνε κι εμένα· κι εμένα και τον ξάδερφό μου και φάγαμε. Ήταν η μοναδική φορά που έφαγα. Δε σφάζανε. Δεν, δεν…(Κανένας δεν πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται). Ένας φίλος του πατέρα μου μού είχε πει: « Κοίταξε να σε μάθω έναν τρόπο πώς να ψήνετε το αρνί μέσα στο χώμα. Κάνε έτσι, κάνε αλλιώς κ.λπ.. Γίνεται ωραίο, πολύ ωραίο!» Πού να ξέρεις, λέω…. Ύστερα από πολλά χρόνια, να το πω κι αυτό αξίζει τον κόπο, και κυρίως όταν ήμουνα Αντινομάρχης, πήγαινα στης Αγίας Παρασκευής στο γλέντι τους. Κάθε Αγίας Παρασκευής πήγαινα και ζούσα και το περιβάλλον και τους μαθητές μου, … έτσι. Ήτανε συγκινητικό…

Να υπενθυμίσω κάτι και ίσως φανεί υπερβολικό. Εάν πράγματι με λέγανε, και τώρα με λέγανε – που έζησα 80 χρόνια – έτσι. Έζησα στην πόλη, έζησα στη Θεσσαλονίκη ως φοιτητής, με εμπειρίες φοβερές, γνωριμίες… Εάν με λέγανε ποιο καλοκαίρι θα ήθελες να ζήσεις από εκείνα που έζησα στα 80 μου χρόνια, ανεπιφύλακτα θα έλεγα ότι θα ήθελα να ζήσω ένα από τα τέσσερα καλοκαίρια που έζησα στο Ιμπιλί με τους Σαρακατσιαναίους.





Ο Ορέστης Σιδηρόπουλος με τον Νίκο Κατσαρό και μέλη του συλλόγου Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας.


Κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν το θαυμάσιο άνθρωπο, συγκινήθηκα πολλές φορές. Ένιω­σα συμπάθεια για τα παιδιά, τα έξυπνα αυτά πλάσματα με τα λαμπερά μάτια και τα τριανταφυλλίσια πρόσωπα που ήθελαν να μάθουν και να μάθουν. Στη θέση τους έβλεπα τον πατέρα μου, τον μπάρμπα μου… Περπάτησα με τους τσο­πα­ναραίους που μου θύμισαν τους δικούς μου ανθρώπους. Με συγκλόνισε η σκηνή με τη Ρηνιώ. Είδα το πάθος αυτού του ανθρώπου του για τις ομορφιές της φύσης· ένιωσα την αγάπη του για τους ανθρώπους του βουνού· με εξέπληξε η φρεσκάδα της μνήμης του και του μυαλού του. Θύμωσα, για μια ακόμη φορά, με την πολιτεία που δεν μπορούσε να προσφέρει ούτε τα στοιχειώδη σ’ αυτούς τους περήφανους Ἐλληνες, που απ’ το σινάφι τους ξεφύ­τρω­σαν τόσοι και τόσοι γενναίοι. Ας είναι. Καλύτερα να μας χρωστάνε παρά να τους χρωστάμε.