portraita

kentriki mpara


Η Παιδεία των Σαρακατσαναίων



Ομιλία του κ. Θεόδωρου Γιαννακού (Εκπαιδευτικός)
στην εκδήλωση του Συλλόγου  Σαρακατσαναίων  Δράμας 
Δράμα - 5 Ιανουαρίου 2012.





 
Η λέξη παιδεία παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα παιδεύω που σημαίνει διδάσκω, εκπαιδεύω. Με τον όρο παιδεία εννοούμε την παιδαγωγική ενέργεια που καταβάλλει η οικογένεια και η πολιτεία  για την ανατροφή, την εκπαίδευση και τη μόρφωση του παιδιού. Σύμφωνα με την κοινωνιολογική προσέγγιση του όρου «παιδεία» ορίζουμε τη μετάφραση των πολιτιστικών στοιχείων, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια και η διάρκεια του συστήματος στο πολιτιστικό επίπεδο που έχει επιτύχει η προηγούμενη γενιά.Η παιδεία, λοιπόν, είναι, μια λέξη με μεγάλο εύρος και περιλαμβάνει ένα σύνολο αρχών και αξιών που μεταδίδονται στον άνθρωπο από γενιά σε γενιά. Για αρχές και αξίες του δικού μας σιναφιού θα επιχειρήσουμε σήμερα να μιλήσουμε περισσότερο και λιγότερο για εκπαίδευση.      

Τον Σαρακατσιάνο τον ενδιέφεραν τα μεγάλα κοπάδια και τα καλά βοσκοτόπια. Τα γράμματα λίγο τον ένοιαζαν. Ήθελε τα παιδιά του, τα αγόρια δηλαδή, να μάθουν λίγα γράμματα για να μην τα γελάνε οι εμπόροι και οι τσελιγκάδες. Για τα κορίτσια ούτε λόγος βέβαια. Για το λόγο αυτό το καλοκαίρι, κυρίως, και για τρεις τέσσερεις μήνες μίσθωναν ιδιωτικό δάσκαλο. Έτσι σε κάθε στάνη λειτουργούσε και ένα δασκαλοκάλυβο. Εκεί τα μικρά Σαρακατσιανόπουλα μάθαιναν, κατά κύριο λόγο, ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Αν ήταν κάποιος μερακλής δάσκαλος έκανε και κάποια άλλα μαθήματα. Το δασκαλοκάλυβο στόχευε περισσότερο σε μια συγκεκριμένη μάθηση, αυτή που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του τσελιγκάτου.     
    
Εκτός απ’το δασκαλοκάλυβο εκπαίδευση παρείχαν και οι μεγαλύτεροι προς τους μικρότερους εφαρμόζοντας την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Κοντά στα πρόβατα και πάνω στη φτσέλα μάθαιναν τα μικρά Σαρ. γραφή και αριθμητική.     
  
Ο Σαρακατσιάνος άρχισε να ενδιαφέρεται κάπως για τα γράμματα όταν κατάλαβε ότι χρειαζόταν δικούς του ανθρώπους μορφωμένους να τον στηρίζουν στις δικαστικές του διαμάχες με τους άλλους αγροτικούς πληθυσμούς. Έτσι κάποια Σαρακατσιανόπουλα άρχιζαν δειλά δειλά να σπουδάζουν.      

Στη σαρακατσιάνικη κλειστή κοινωνία το δασκαλοκάλυβο δεν μπορούσε να εκπληρώσει τον πολύπλευρο ρόλο που έχει το σχολείο. Έτσι τη μόρφωση και τη διαπαι­δαγώγηση των μικρών Σαρακατσιανόπουλων είχε αναλάβει η σαρακατσιάνικη οικογένεια με τη στενή και την ευρεία της έννοια· στενή με την έννοια της κάθε φαμελιάς, του κάθε καλυβιού, και με την ευρεία έννοια της στάνης και ακόμα παραπέρα του σιναφιού ολόκληρου. Με τον τρόπο αυτό ένα ολόκληρο σύστημα αξιών και αρχών μεταβιβαζόταν αβίαστα από γενιά σε γενιά. 

Η οικογένεια αποτελούσε το βασικό συντελεστή αυτής της κλειστής κοινωνικής ομάδας. Το Σαρ. αρχίζει από τη γέννα του, ακόμα, τη σκληρή ζωή των βουνών και των λαγκαδιών. Ο τρόπος και οι συνθήκες γέννησης ήταν σκληρός αφού η Σαρ. γεννούσε στο μαντρί, στη στρούγκα, στη στράτα. Οι μεγαλύτερες γυναίκες υποβοηθούν στη γέννα, ενώ οι κίνδυνοι για την υγεία του μωρού και της λεχώνας είναι μεγάλοι. Στη φροντίδα των μικρών παιδιών σημαντικό ρόλο παίζει η μητέρα και η γιαγιά που ενδιαφέρονται για την ηθικοπλαστική ανάπτυξη σύμφωνα με  τα δικά τους πρότυπα και με τις συνθήκες διαβίωσης. Η παιδαγωγική στάση των μεγαλύτερων απέναντι στα μικρά παιδιά είναι υποδειγματική. Σπάνια χειροδικούν με σκοπό το συνετισμό, αλλά χρησιμοποιούν το καλόπιασμα και την πειθώ. Το γεγονός ότι αποκτούν πολλά παιδιά δείχνει και την αγάπη τους γι’ αυτά. Μέσα στο κονάκι το παιδί παίρνει την όλη πνευματική  και θρησκευτική παιδαγωγία του και διαμορφώνει το χαρακτήρα του σύμφωνα με τις απαιτήσεις των γονιών και του κλειστού κοινωνικού περιβάλλοντος. Παρά την έλλειψη των παιδαγωγικών γνώσεων των μεγαλυτέρων, παρά την έλλειψη πολιτιστικού περιβάλλοντος και άλλων μέσων, ο νέος διαμορφώνει την δική του προσωπικότητα, τον δικό του χαρακτήρα και τη δική του ψυχοσύνθεση.

Η σαρακατσιάνικη συζυγική οικογένεια θεμελιώνεται πάντα με το γάμο. Η παράνομη συμβίωση ή άλλες μορφές σχέσεων είναι απαράδεκτες. Ο γάμος επιτρέπεται μόνο μεταξύ Σαρακατσιάνων. Σπάνια Σαρακατσιάνα παντρεύονταν χωριάτη, και αυτό συνέβαινε σε έκτακτες περιπτώσεις. Οι Σαρ. πίστευαν ότι κινδυνεύουν να λωβιάσουν το αίμα τους αν παντρευτούν άλλο μιλέτι.

Ο γάμος από έρωτα αποκλείεται. Η σαρακατσιάνικη κλειστή κοινωνία μ’ όλες τις κοινωνι­κές της προεκτάσεις στάθηκε αμείλικτη τιμωρός πάνω σ’ αυτό το ωραίο και όμορφο συναίσθημα που λέγεται αγάπη. Η αγάπη για τα μέλη της σαρ. κοινωνίας πρέπει να πνίγεται στα  κατάβαθα της ψυχής τους και να μη βγαίνει στην επιφάνεια. Ήταν ντροπή και νόμος απαγόρευσης η αγάπη, ήταν ένα αλλοτριωμένο συναίσθημα για το νέο και ειδικά για την κοπέλα. Ο βουνίσιος αέρας όμως και τα νιάτα σιγοντάριζαν στην ψυχική διάθεση και στο φούντωμα πάντα της αγνής σαρακατσιάνικης αγάπης. Στο σημείο αυτό το νεανικό συναίσθημα ή κατέληγε στο γάμο ή, αν οι γονείς δεν έδιναν τη συγκατάθεσή τους, έσβηνε μέσα στις ψυχές των νέων. Στη μη συγκατάθεση των γονιών μπορούσε να συμβεί το ευχάριστο για τους νέους και δυσάρεστο για τους γονείς η απαγωγή, το κλέψιμο. Στην περίπτωση αυτή η λύπη των γονιών ήταν μεγάλη και μπορούσαν να κόψουν ακόμη και τους συγγενικούς δεσμούς με την κόρη τους.    
 
Η ελεύθερη αγάπη ήταν απαγορευμένη και σ’ αυτό συντελούσε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι γονείς πάντρευαν τα παιδιά τους. Ο πατέρας θα αποφασίσει για τα παιδιά του ποιους θα παντρευτούνε. Τα προσωπικά αισθήματα δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο γάμος συνάπτεται σύμφωνα με αυτό που θεωρείται ότι αποτελεί το συμφέρον της οικογένειας. Δημιουργείται έτσι με το γάμο ένα ευρύτατο μέτωπο συνεργασιών και άμυνας μεταξύ δυο σαρακατσάνικων ομάδων. Πρώτα έπρεπε να παντρευτούν τα κορίτσια και  έπειτα τα αγόρια· και τα κορίτσια πάντα με τη σειρά από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο. Πολλά αγόρια έμεναν ανύπαντρα μέχρι μεγάλη ηλικία, καθώς περίμεναν να παντρευτούν οι αδερφές τους. Το να παραμείνει κάποιος εργένης το είχαν ντροπή. Το διαζύγιο ήταν λέξη άγνωστη στο σαρακατσιάνικο λεξιλόγιο. Η κοπέλα με το πού παντρεύεται ενσωματώνεται στο σόι του συζύγου της. Ο φείλει υπακοή και σεβασμό στον  σύζυγό της και σεβασμό στο σόι του άντρα της. « Να τιμάς την πεθερά σου κι όλη την αντρογενιά σου», μας λέει ένα σαρακατσιάνικο γαμήλιο τραγούδι. Η νύφη είναι που φτιάχνει τον καφέ στα πεθερικά, σηκώνεται τη νύχτα και ρίχνει ξύλα στη φωτιά για να μη κρυώσουν, στα κρυώματα τους τρίβει και βάζει μαλλιά και τους ζεσταίνει.  Αποκαλεί τον πεθερό πατέρα, την πεθερά μάνα, τα κουνιάδια αφέντη και αφεντάκο και τις κουνιάδες κυρά και κυρούλα. Η προσωπικότητα της παντρεμένης γυναίκας είναι τόσο απορροφημένη από αυτή του συζύγου της  ώστε αποκαλείται Γιώργαινα, Κώσταινα, Βασίλαινα, κ.λπ.

Η σαρακατσιάνικη οικογένεια είναι πατριαρχική. Όλα τα παιδιά οφείλουν προς τον πατέρα απόλυτη υπακοή και σεβασμό. Η αντρική υπεροχή μέσα στην οικογένεια είναι ορατή. Οι αδελφές  κατέχουν μια θέση κατώτερη σε σχέση με τους αδελφούς τους, οι οποίοι ακόμη και αν είναι μικρότεροι ασκούν ένα είδος πατρικής εξουσίας πάνω σε αυτές. Στην ομάδα των κοριτσιών και των αγοριών υπάρχει μια ιεραρχία: οι μεγαλύτεροι επιβάλλονται στους μικρότερους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν τους μεγαλύτερους.

Η συντροφικότητα ήταν ένα βασικό στοιχείο της σαρ. πατριαρχικής οικογένειας.  Η πατριαρχική μορφή της σαρ. οικογένειας φαίνεται ολοκάθαρα από το ότι ο παππούς και η γιαγιά που  έμεναν μαζί με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους είχαν την αίσθηση της επίβλεψης, της επικυριαρχίας και του κουμανταρίσματος. ΟΙ σχέσεις των δύο φύλων αν και έδειχναν αυστηρές, είχαν χαλαρότητα και σε στιγμές χαράς και πόνου εκδηλώνονταν με τρυφερότητα και στοργή. Ο παππούς και η γιαγιά που απέκτησαν μια πείρα από τη συντροφικότητα έδιναν τις καλύτερες οδηγίες στους γιους τους και τις κόρες τους, αλλά και στις εγγόνες τους  για τη συμπεριφορά τους κατά την έγγαμη συμβίωση. Η επικράτηση της αγάπης  ήταν το όπλο κατά του μίσους και της διάσπασης. Τούτο φαίνεται από το γεγονός ότι τα αδέρφια δε χώριζαν ποτέ.  Κάποιες φορές εξ αιτίας των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης αυτή η συντροφικότητα έσπαγε. Έτσι έβγαινε από το κονάκι πρώτα ο μεγάλος γιος. Οι γερόντοι έμεναν με τον μικρότερο γιο. Η συντροφικότητα ήταν ένα στοιχείο ενότητας της οικογένειας και γενικότερα της στάνης.    
                                                   
Οι άντρες ασχολούνται με το βόσκημα των κοπαδιών, την ξυλογλυπτική και τις συναλλαγές με τον έξω κόσμο. Οι γυναίκες  ασχολούνται με την επεξεργασία του μαλλιού, το φτιάξιμο των ρούχων, τις οικιακές κατασκευές, την παρασκευή της τροφής, την ανατροφή των παιδιών.  Αυτή η κατανομή εργασίας αποτελεί το γενικό κανόνα, που έχει φυσικά τις εξαιρέσεις του. 

Είπαμε πρωτύτερα ότι η γυναίκα όφειλε υπακοή και σεβασμό στον άντρα της. Είναι σφάλμα όμως να νομιστεί ότι η γυναίκα ζούσε υπό τον άντρα. Ζούσε στο πλευρό του και ήταν αφέντρα του σπιτιού της. Η Σαρακατσιάνα μάνα ήταν μια  αφανής ηρωίδα  της καθημερινής ζωής για να τα βγάλει πέρα. Συνθλίβονταν ανάμεσα στο καθήκον και τη σκληρή δουλειά και γέραζε παράκαιρα. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση.   
 
Εκτός από τη σαρακατσιάνα μάνα, μέσα στην οικογένεια σημαντικό ρόλο έπαιζε και η Σαρακατσιάνα γιαγιά. Αυτή έπαιρνε τη θέση της μάνας, όταν η μάνα όλο τον χειμώνα πάλευε με τον γέννο. Αυτή οδηγούσε τα μικρά εγγόνια της στη στράτα στο σια μπροστά. Αυτή τα γιάτρευε με τα βοτάνια της. Αυτή σαν κλώσσα μάζευε τις κρύες μέρες του χειμώνα γύρω από τη βάτρα τα εγγόνια της και τους έδινε καλούδια ή τους έλεγε παραμύθια · παραμύθια που μιλούσαν για τους παλιούς Έλληνες, τον Οδυσσέα, τους Αργοναύτες, τον Ιάσονα, τον Φροίξο και την Έλλη.        
 
Πλούτο για τη σαρακατσιάνικη  οικογένεια αποτελούσαν τα πολλά παιδιά . Οι Σαρακατσιαναίοι είχαν μια προτίμηση στα αγόρια, τα παιδιά όπως τα έλεγαν. «Η πρατίνα κι η κουπέλα σι πααίνει στουν ουχτρό σ’» έλεγαν. Αυτή η προτίμηση στα αγόρια είχε τους λόγους της. Τα αγόρια φύλαγαν τα κοπάδια, διαιώνιζαν το όνομα της οικογένειας  και της έδιναν δύναμη. Εκείνο τον καιρό το χαμηλό το άλογο το καβαλίκευαν πολλοί. Η επαγγγελματική ζωή των αγοριών αρχίζει νωρίς και ανάλογα με τη φύση της εργασίας. Το βάρεμα της στρούγκας από το μικρό αγόρι ήταν μια επίπονη εργασία και εξάσκηση, αφού τα ζωηρά πρόβατα πηδούσαν έξω από τη στρούγκα και δεν ροβολούσαν για να τ’ αρπάξει ο αρμεχτής να τ’ αρμέξει. Νομίζουμε ότι αυτό το παράδειγμα είναι αντιπροσωπευτικό για την εργασία που θα ασκήσει στην παραπέρα ζωή του. Άλλα επαγγέλματα στη σαρ. κοινωνία εκτός του βοσκού δεν υπήρχαν. Για τον λόγο αυτό έπρεπε ο νέος να ακολουθήσει  τούτο και μόνο. Εδώ όμως το επάγγελμα του τσοπάνου προϋποθέτει απόλυτα και τον λεγόμενο σήμερα «φυσικό και κοινωνικό καταμερισμό εργασίας». Δηλαδή απαιτεί αυτό το επάγγελμα κάποια ειδίκευση και κάποιο καταμερισμό  σ’ όλη τη λειτουργία του, αλλά και μια σημαντική εξάσκηση εκ μέρους των νέων Σαρ. Το άρμεγμα για μια μικρή ηλικία είναι δύσκολο γιατί χρειάζεται αντοχή και μυική δύναμη. Το κούρεμα και το γδάρσιμο απαιτούν πείρα και τέχνη. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι το Σαρ. από τα μικρά του χρόνια μετέχει επικουρικά στη λειτουργία του επαγγέλματος της οικογένειάς του. Από τους μεγαλύτερους μαθαίνει  όλες τις επιμέρους λεπτομέρειες της γαλακτοκομικής  εντελώς πρακτικά και όχι θεωρητικά, αφού οι γνώσεις των μεγαλυτέρων βασίζονται στην πράξη και όχι στη θεωρία. Αλλά πέρα από τις γνώσεις γύρω από το επάγγελμα οφείλουν οι νέοι εμπειρικά να γίνουν και κτηνίατροι διακρίνοντας τις διάφορες ασθένειες των ζώων και παράλληλα θεραπεύοντας αυτές.  Πολλές φορές η ίδια η ζωή,  το ίδιο κοινωνικό περιβάλ­λον προετοιμάζουν τους νέους  για την επιλογή του επαγγέλματος. Έτσι οι Σαρ.  νέοι  δεμένοι με τη μαγεία της φύσης παίζουν ωραιότατα τη φλογέρα. Εξάλλου η ενασχόληση των νέων  με το να σκαλίζουν με τη σουγιά τους κλίτσες και σφοντύλια οδήγησε πολλούς απ’ αυτούς στην ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής τέχνης, που είναι  η πιο γνήσια με τα  πρωτογενή πολλά σχήματα και σχέδια.    

Η σωματική διάπλαση των νέων πετυχαίνεται από την ορεσίβια ζωή τους. Η καθημερινή τους ενασχόληση με το άρμεγμα, το περπάτημα, το κόψιμο ξύλων και γενικότερα η παρουσία τους στη στάνη δυναμώνει τον οργανισμό και τον σκληραγωγεί. Καθίσταται έτσι ο Σαρακατσιάνος τραχύς, σκληρός και ίσως αρκετά αγριωπός. Οι νέοι αντιπροσωπεύουν το ισχυρό στοιχείο και είναι το καμάρι της οικογένειας. Πρέπει να διακρίνονται για τη λεβεντιά τους τόσο στις δύσκολες ώρες όσο και στις γιορτές. Αυτοί είναι που αναλαμβάνουν τη βεντέτα, την υπεράσπιση των βοσκοτόπων από τους καταπατητές, των κοπαδιών από τους ζωοκλέφτες και των ανθρώπων από τους ληστές. Αυτοί είναι που θα σύρουν το χορό ανταγωνιζόμενοι σε ρυθμό, κινήσεις και αρμονία. Αντιπροσωπεύουν επίσης δυνάμεις παραγωγικές με τη δουλειά τους και εξασφαλίζουν τη συνέχιση και διαιώνιση της οικογένειας σαν μέλλοντες σύζυγοι και πατέρες.             

Η Σαρακατσιάνα  γυναίκα, τώρα, από τα μικρά της χρόνια μυούνταν στα μυστικά της σαρ. ζωής. Πρώτα μάθαινε να συγυρίζει το νοικοκυριό. Μετά έμπαινε στη ρόκα και τον αργαλειό. Μάθαινε να πλάθει τα πέτρα για την πίτα και να φτιάχνει τα προικιά της. Έπρεπε να είναι άξια σε όλα της. Να είναι γερή, να γνέθει, να υφαίνει, να είναι άξια στο άρμεγμα, στο κούρεμα.  Εκείνο το οποίο  θα έπρεπε να την χαρακτηρίζει κυρίως στη νεαρή της ηλικία ήταν η σεμνότητα, που χαρακτηρίζεται υπέρτατη αρετή,  και η ντροπή. Η αίσθηση της ντρο­πής επιβάλλει τα ρούχα της ανύπαντρης κοπέλας  να κρύβουν τη θηλυκότητά της. Χοντρές μαύρες χειροποίητες μπλούζες κουμπώνονται μέχρι το λαιμό και καλύπτουν τα χέρια της μέχρι τους καρπούς της. Η μαύρη μάλλινη φούστα φτάνει μέχρι τους αστραγάλους της. Η ανύπαντρη κοπέλα πρέπει να προστατεύεται από τα μάτια του κόσμου. Αυτό την προστατεύει από τυχόν διαβολή του ονόματός της. Η σέβαση, ο σεβασμός ήταν ένα άλλο στοιχείο το οποίο έπρεπε να τη διακρίνει  σε όλη της τη ζωή. Να σέβεται τους γονείς της, τα πεθερικά της, τα αντραδέρφια της, τους μπαρμπάδες της. Μια γερόντισσα Σαρακατσιάνα μου έλεγε ότι μια φορά πήγε με το μπάρμπα της στα πρόβατα. Από το σεβασμό που είχε σε αυτόν ούτε τον τροβά της  τόλμησε να ανοίξει για να φάει. Σε θέματα ηθικής θα πρέπει να είναι άψογη. Προγαμιαίες σχέσεις αδιανόητες. Νύφη η οποία δεν ήταν καλή, αγνή γύριζε στον πατέρα της. Παντρεμένη γυναίκα που απατούσε τον άντρα της τιμωρούνταν αμείλικτα. Αν και τέτοιες παρεκτροπές στον σαρακατσιάνικο κόσμο νομίζουμε ότι δεν ήταν και τόσο συνηθισμένες.  
       
Η νέα γενιά, λοιπόν, από τα μικρά της χρόνια διαπαιδαγωγείται πάνω στις αξίες και της αρχές της σαρακατσιάνικης ζωής. ΟΙ Σαρακατσιαναίοι με το που έστηναν το κονάκι τους επάνω στην κατσιούλα του έστηναν έναν ξύλινο σταυρό και έβαζαν μια σπαραγγιά. Εκτιθεμένοι σε όλα τα στοιχεία της φύσεως η μόνη απαντοχή τους ήταν ο Θεός. Όταν ο Θεός έπλασε τον κόσμο έβαλε τους ανθρώπους να διαλέξουν τι θέλουν. Οι Εβραίοι διάλεξαν τον παρά, οι Τούρκοι την ομορφιά και εμείς τον σταυρό, έλεγαν. Ο σταυρός ήταν παντού παρών. Στην τάβλα την ώρα του φαγητού, επάνω στα υφαντά, στα ξυλόγλυπτα, στις κουλούρες, στη μπάλα των γυναικών. Στη βοήθεια του Θεού και των αγίων κατέφευγαν στις δύσκολες στιγμές. Ο Αϊ-Γιώργης, ο Αϊ-Δημήτρης και ο Αϊ-Θόδωρος ήταν οι αγαπημένοι τους καβαλάρηδες άγιοι. Της Παναγίας, τ’ Αϊ-Λιος και της Αγια-Παρασκευής έκαναν τα κουρμπάνια τους. Τις σαρακοστές τις τηρούσαν με ευλάβεια.  Στην εκκλησία πήγαιναν, ειδικά, οι άντρες πολύ αραιά· δεν τους το επέτρεπε η προβατοδουλειά τους.  Κάποιοι από εμάς που είχαν την τύχη να ζήσουν στα μικρά τους χρόνια τη σαρακατσιάνικη ζωή έχουν χαραγμένες ανεξίτηλα μέσα τους μοναδικές στιγμές που έχουν να κάνουν με τη θρησκευτικότητά τους. Το Πάσχα, για παράδειγμα, μέσα στη νύχτα και με αναμμένες τις λαμπάδες περπατούσαμε ώρες για να προλάβουμε το Χριστός Ανέστη.   Τέτοιο μάθημα θρη­σκευ­τικού βιώματος δε δίνει ούτε το καλύτερο πανεπιστήμιο.   
     
Η σπαραγγιά αντιπροσωπεύει την πανάρχαια μαγεία.  Στον σαρακατσιάνικο κόσμο βρίσκουμε λογής λογής φαντάσματα, αερικά, νεράιδες, καλότυχες, δράκους, παγανά, στοιχειά και άλλα ξωτικά, που αποτελούν έναν αόρατο πνευματικό κόσμο από κακά ιδίως πνεύματα και δαίμονες. Είναι φανερό πως ο ποιμενικός αυτός λαός που είναι υπο­χρε­ωμένος να αγωνίζεται τον σκληρόν αγώνα με τη φύση στήθος με στήθος και που στερημένος από ανώτερο πνευματικό πολιτισμό, δεν είναι εύκολο να εξοικειωθεί με τον πνευματικό κόσμο του Χριστιανισμού εξακολουθεί να μένει προσδεμένος στα έθιμα της πανάρχαιας μαγείας του, που του εξασφαλίζουν όπως πιστεύει τη ζωή και την επιτυχία του αγώνα του. Έτσι λοιπόν η σπαραγγιά  και άλλα μαγικά φυτά με τη μαγική τους δύναμη τον προφυλάσσσουν από όλα τα δαιμονικά. Όταν βρίσκεται  κοντά στα κοπάδια κουβαλάει πάντα μαζί του αλάτι, θυμιάμα ή λιβάνι για να αντιμετωπίσει τους κακούς δαίμονες.     

Όταν γεννιόταν ένα αγόρι , να γίνει κλέφτης και αρματολός ευχόταν στη μάνα του οι Σαρακατσιαναίοι. Η έννοια του πατριωτισμού και η αγάπη προς την ελευθερία ήταν έντονα στο σινάφι μας.    Απ’ αυτό ξεπήδησαν πολλοί κλέφτες, με πρώτο τον Κατσαντώνη, και πολλοί αρματολοί που αγωνίστηκαν ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Στο δε Μακεδονικό Αγώνα τα σαρακατσιάνικα τσελιγκάτα της Μακεδονίας στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις τις ελληνικές αντάρτικες ομάδες. Σε σαρακατσιάνικα καλύβια εξοντώθηκαν οι τρομεροί Κομιτατζήδες, Λούκας και Καρατάσιος. Το ντουφέκι δεν το χρησιμοποιούσαν μόνον οι άντρες αλλά και οι γυναίκες όταν το καλούσε η περίσταση, όπως μας λέει και το τραγούδι: «Σαρακατσιάνα κάθεται σ’ ένα ψηλό λιθάρι, με δυο παιδιά στην αγκαλιά και πολεμάει για λευτεριά…»

Η φιλοξενία των ανθρώπων δείχνει πνευματική καλλιέργεια, πληθώρα συναι­σθημάτων και πολύ περισσότερο την ανθρωπιά. Στην αρχαία Ελλάδα το φαινόμενο της φιλοξενίας είναι διαδεδομένο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και διακατέχεται από μια θεϊκή επιταγή που γίνεται ηθική υποχρέωση από φόβο τιμωρίας του Δία. Έτσι και ο Δίας χαρακτηρίζεται και θεός της φιλοξενίας «ξένιος Ζευς».  Στη χριστιανική εποχή η φιλοξενία γίνεται άγραφος ηθικός νόμος που απορρέει από την πίστη στο Θεό και τη χριστιανική διδασκαλία γενικότερα. Οι Σαρακατσιαναίοι πλημμυρισμένοι από πίστη στον  Θεό φύλαξαν αυτόν τον ηθικό  αυτό νόμο της φιλοξενίας ως κόρη οφθαλμού. Το σαρακατσιάνικο φίλεμα στον ξένο επισκέπτη δείχνει απόλυτα την αγάπη στον συνάνθρωπο, αφού του παραθέτουν στο τραπέζι τα καλύτερα φαγητά τους. Οι Σαρακατσιαναίοι στη φιλοξενία δεν έκαναν  φυλετικές διακρίσεις. Έτσι όποιος χτυπούσε την πόρτα τους είτε ήταν Σαρακατσιάνος είτε χωριάτης ή αλλόθρησκος τον δέχονταν με την ίδια απλότητα, αγάπη και καλοσύνη. Οι Σαρ. αν και θεωρούνταν σφιχτοί στο θέμα της οικονομίας, στη συμπεριφορά τους προς στους ξένους ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωροι. Τούτο αποδείχνεται από το γεγονός  ότι ενώ ο ξένος περιποιούνταν με το παραπάνω μέσα στο κονάκι, έπαιρνε και για τον δρόμο μαζί του τρόφιμα μαζί με τις ευχές για καλό δρόμο. Ορισμένες οικογένειες Σαρ. το είχαν σε κακό να μην φιλοξενήσουν κάποιον. Αυτό φανερώνει το βαθύ και αγνό ψυχικό κόσμο των ορεσίβιων ποιμένων που  με τα ζωντανά τους και την αδυσώπητη ζωή τους αποκτούσαν τα πιο αγνά και υψηλά ιδεώδη. Ο Δανός γλωσ­­σολόγος και θερμός φιλέλληνας Κάρστεν Χεγκ που μελέτησε τους Σαρακατσιαναίους αναφέρει ότι τη φιλοξενία που γνώρισε από αυτούς δεν τη συνάντησε όπου και να πήγε. 
       
Η αξιοκρατία ήταν ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της ποιμενικής κοινωνίας. Αυτό το βλέπουμε, προ πάντων, στην επιλογή του τσέλιγκα, του κεχαγιά. Η επιλογή του κεχαγιά δεν ήταν τυχαία. Ο κεχαγιάς ήταν γραμματιζούμενος και έπρεπε να έχει τη γενική μαρτυρία για την τιμιότητα, τη δικαιοσύνη και την εκτίμηση. Υπήρχε κοινωνική αξιοκρατία στην  επιλογή του, αφού τα προτερήματα και οι ικανότητες  ήταν στοιχεία ικανά για να προταθεί γι’ αυτό το αξίωμα. Ο κεχαγιάς όφειλε να είναι πρότυπο για όλους τους Σαρ., ειλικρινής, δυναμικός, εύστροφος, γενναιόδωρος, κοινωνικός, λεβέντης. Η σύνεση και η φρονιμάδα του  συνόδευαν τη σύνθεση των ικανοτήτων του. Ο κεχαγιάς έπρεπε να έχει πολλά παιδιά, να είναι καλός οικογενειάρχης και να έχει πολύ βιο. Ο κεχαγιάς αν δεν ήταν εντάξει στην εκπροσώπηση του τσελιγκάτου έχανε την υπόληψή του και καθαιρούνταν.     
   
Για τους νέους Σαρακατσιαναίους το τραγούδι και ο χορός ήταν ένα σχολείο κοινωνικό, ένα είδος κοινωνικοποίησης και μάθησης. Το τραγούδι και ο  χορός γίνεται γέφυρα σύνδεσης ανάμεσα στην παλιά και τη νέα γενιά. Οι τρυφερές ψυχές των παιδιών γεμίζουν από χαρά. Η τάξη, η πειθαρχία , η φιλοξενία, το πρότυπο του καλού τραγουδιστή ή χορευτή είναι μερικά στοιχεία που αβίαστα εισχωρούσαν στις παιδικές ψυχές. Τα κοράσια διδάσκονται από τη σεμνότητα, την κρατ΄μάρα με την οποίαν χόρευαν οι γυναίκες τους απλούς σαρακατσιάνικους χορούς,  σέρνοντας τον χορό κρατώντας με μαντήλι το χέρι του τελευταίου άντρα απ’ τον αντρικό χορό, που προηγούνταν. Ο αντρικός χορός περήφανος και το κορμί στητό με κάτσες, γυροβολιές και επιφωνήματα ψυχικής ανάτασης και εκτόνωσης.

Ολιγάρκεια, λιτότητα και απλότητα χαρακτήριζαν τη σαρακατσιάνικη ζωή. Με λίγα λούρα από τα λόγγα και λίγο άχυρο έφτιαχναν οι Σαρακατσιαναίοι τα καλύβια τους. Με τα άλογά τους μετέφεραν τα λιγοστά πράγματα του νοικοκυριού τους. Με λίγο καλαμποκάλευρο και με πρώτη λη από τα ζωντανά τους και από τη μάνα-γη, τη φύση,  έφτιαχναν τα φαγητά τους. 
     
Ο Σαρακατσιάνος ήταν συμφιλιωμένος και με τον θάνατο. «Στ’ αρζάφτι τον έχουμε», έλεγαν.  «Για ζούμε για πεθαίνουμε για  σ’ άλλον τόπο πάμε», μας λέει το τραγούδι. Πρα από τούτη τη συμφιλίωση με το καλοδεχούμενο  υπάρχει και η απόλυτη σιγουριά ότι τούτη η ζωή δε σταματάει εδώ, οι άνθρωποι δε χωρίζονται εδώ. Συναντώνται πέρα από αυτό το μάταιο κόσμο και είναι βέβαιη τούτη η συνάντηση. Αυτή η πίστη είναι θρεμμένη από παραδόσεις αιώνων που τις κληρονομούν σα δύναμη μυστική από τους προγόνους τους μα και που τις θρέφουν μέσα τους τις ατέλειωτες ώρες της σιωπής, όταν βόσκουν τα κοπάδια αντίκρυ στα βουνά κι η μόνη τους κουβέντα είναι με τα ζωντανά και τη γύρω φύση.    

«Τους βρήκα στις κορυφές των μακεδονικών βουνών, στην ημεράδα της Θράκης, στην αρσενική φύση της Ηπείρου, στο φως της Βοιωτίας. Λόγια πολλά δεν ξέρουν, δεν τ’ αγαπούν. Εύκολα φίλοι δεν γίνονται. Κρατούν σφαλιστή την καρδιά τους και δύσκολα την κερδίζεις, όπως δύσκολα πατάς τις κορφές των ψηλών βουνών. Μα αν φτάσεις ως εκεί, αν μπορέσεις  να έχεις τούτη την καρτερική δύναμη, τότε λίγο ν’ απλώσεις το χέρι σου αγγίζεις τον ουρανό. Λίγο να χαμογελάσεις κάνεις φίλο τον Σαρακατσιάνο και φίλο καρδιάς μάλιστα, που θα μοιραστεί μαζί σου το λιγοστό ψωμί, το φρέσκο τυρί και το τσίπουρο που τ’ αγόρασε τ’ Αϊ – Γιωργιού, όταν κατεβαίνει στο πιο κοντινό χωριό.»     Έτσι μας περιγρά­φει ο Νέστορας Μάτσας τους Σαρακατσιαναίους στο οδοιπορικό του «Στέγη από       ουρανό         ».

Δεμένοι  με τη θεία φύση, με τον πλούτο της, τα αγαθά της, τις ομορφιές της έζησαν οι στοχαστές Σαρακατσιαναίοι  πρόγονοί μας τις χαρές τους και τις λύπες τους. Ανδρώθηκαν μέσα στο ανεμογέρι, στο ηλιοπύρι και στα κακοτράχαλα βουνά της πατρίδας μας και κυρίως της Πίνδου. Μας παρέδωσαν αξίες και αρχές αναιώνιες.  
                                
Τελειώνω με τα λόγια μιας σεβάσμιας γερόντισσας Σαρακατσιάνας. «Είχαν σέβαση ο κόσμος τότε όχι τώρα που έγιναν σκυλιά. Είχαν πόνο ο κόσμος, έκαναν αντάμα, είχαν αγάπη. Τώρα έφυγαν όλα. Πάει ο κόσμος ο παλιός.»

Ευχαριστώ πολύ τον  Γιώργο Τσαούση, Πρόεδρο του Συλλόγου Σαρακατσιαναίων Δράμας, καθώς και το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου για την τιμή που μου έκαναν να  με καλέσουν να μιλήσω σε αυτήν τους την εκδήλωση για την παιδεία των Σαρακατσιαναίων.