portraita

kentriki mpara

Η στάνη των Μπουρχαίων
στη Σαπουνά Στυλίδας Φθιώτιδας
.
η στάνη που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου...

του Σταύρου Σιούτη 
Φοιτητή της Σχολής Θετικών Επιστημών, τμ. Φυσικής του Α.Π.Θ.

Είναι γεγονός ότι οι Σαρακατσαναίοι από τα μέσα του περασμένου αιώνα και λίγο νωρίτερα, εγκατέλειψαν τη νομαδική ζωή και άρχισαν να κάνουν μόνιμες κατοικίες και να μπαίνουν στα χωριά. Στην προσπάθειά τους να ενταχθούν στη «σύγχρονη» κοινωνία «ξέχασαν» την καταγωγής τους, αφήνοντας να χαθούν πολλά στοιχεία από την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά τους, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες. Αρκετοί, όμως, αντιστάθηκαν σε αυτήν την αλλαγή και συνέχισαν πλέον ένα ημινομαδικό τρόπο ζωής, αρκετά βελτιωμένο λόγο των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Έτσι, το χειμώνα έμεναν στις μόνιμες κατοικίες που είχαν δημιουργήσει στα γύρω χωριά, και το καλοκαίρι μη μπορώντας να σταθούν στους κάμπους ανέβαιναν στα βουνά. Μια τέτοια στάνη, που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου και παραμένει ακόμη και σήμερα ζωντανή είναι η στάνη των Μπουρχαίων στη Σαπουνά της Στυλίδας.



Η στάνη της Σαπουνάς το 1989


            Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στη φάρα των Μπουρχαίων. Σύμφωνα με την καταγραφή που έκανε ο αδερφός του παππού μου, Ιωάννης Κ. Μπούρχας το 2004, η φάρα αυτή αποτελείται από 68 οικογένειες που φέρουν  το επίθετο Μπούρχας. Υποθέτοντας ότι υπάρχουν γύρω στις 60 οικογένειες από τα κορίτσια των Μπουρχαίων, καταλήγουμε ότι αποτελείται από 120 περίπου οικογένειες. Θεωρώντας ότι ο μέσος όρος των μελών που αποτελεί μια οικογένεια είναι 5 μέλη, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι το 2004, η φάρα των Μπουρχαίων πρέπει κατά μέτριο υπολογισμό να αριθμεί 650 μέλη, αυτός όμως κατά προσέγγιση.



Ο Δημήτρης τ. Χρήστου Μπούρχας ή Κατσούδας εν έτη 1914


    Οι πληροφορίες για το γενεαλογικό δέντρο τους, ξεκινάνε από τον προπάππου του παππού μου τον Χρήστο του Αθανασίου Μπούρχα ή Γεροβλάχο όπως τον παραγγομιάζανε. Αυτός γεννήθηκε το 1828 στο χωριό Άγραφα και ήταν ο τριτότοκος γιος του Σαρακατσάνου τσέλιγκα Αθανασίου Ευαγγ. Μπούρχα. Ήταν γιος πολυμελούς οικογένειας, 5 αγόρια και 2 κορίτσια. Τα αγόρια κατά ηλικιακή σειρά είναι ο Παναγιώτης, ο Βασίλης, ο Βαγγέλης, ο Χρήστος, ο Κωνσταντίνος και τα κορίτσια είναι η Μαρία και η Βασιλική. Η Μαρία παντρεύτηκε τον καπετάνιο των Αγράφων Γούλα, αλλά χήρεψε γρήγορα γιατί ο άντρας της σκοτώθηκε σε μάχη με τους Τουρκαρβανίτες. Ως χήρα παντρεύτηκε τον κλεφταρματολό των Σαλώνων Νάκο Πανουργιά. Η Βασιλική το μεγάλο κτηνοτρόφο Κωνσταντίνο Μάμαλη , που οι απόγονοί τους ζουν στην περιοχή του Αλμυρού. Από τα αγόρια ο πρώτος, ο Παναγιώτης, σκοτώθηκε κλέφτης στη μάχη στο Δήλεσι το 1870. Ο Βασίλης παντρεύτηκε και οι απόγονοί του ζουν σήμερα στη Θεσσαλία. Οι απόγονοί του Κώστα ζουν στην Αθήνα και τη Βόνιτσα. Ο Βαγγελάκος παντρεύτηκε και αυτός και οι απόγονοί του ζουν στην Ρούμελη. Ο  Γεροβλάχος όπως αναφέρω πιο πάνω, γεννήθηκε το 1828 (ή το 1830) και παντρεύτηκε την κόρη ένος τσέλιγκα από τα  Άγραφα του Κων/ντίνου Ζηγογιάννη, την Αλτάνα το 1848 και από το γάμο αυτό απέκτησε 6 αγόρια και 2 κορίτσια. Το Βαγγελάκο, τον Κωσταρά, το Βασίλη, το Μήτρο ή Κατσούδα, το Θανασούλα, το Λεωνίδα, τη Μαρία και την Κωνστάντο.



Τα αδέρφια Χρήστος, Κωνσταντίνος και Βαγγέλης Μπούρχας (Κατσουδαίοι)


            Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά ο Βαγγελάκος και ο Κωσταράς πήγαν κλέφτες σε νεαρή ηλικία. Ο πρώτος 18 χρονών και ο δεύτερος 16 έζησαν το βίο του κλεφταρματολού. Ο Βαγγελάκος σκοτώθηκε το 1869 στην τουρκοκρατούμενη περιοχή της Γούρας. Ο Κωσταράς σκοτώθηκε πρωτύτερα το 1863 στη βουνοκορφή Νιάλα της περιοχής του Καρπενησίου. Ο Βασίλης που έμεινε προστάτης της οικογένειας μετά το θάνατο του πατέρα του, παντρεύτηκε την κόρη του Βαγγέλη Γεωργούση και μόλις τον πρώτο χρόνο του γάμου του, σε διαπληκτισμό με έναν Γεώργιο Πεπόνα, Σαρακατσιάνο από το λιβάδι Αρκοδοπούρνι της Στυλίδος, αλληλοσκοτώθηκαν και η αιτία ήταν λιβαδιακές διαφορές. Ο Θανάσης ή Θανασούλας παντρεύτηκε την κόρη του κτηνοτρόφου Ζιάκα και απέκτησε 6 αγόρια και 3 κορίτσια και ο Λεωνίδας παντρεύτηκε την κόρη του Κωνσταντίνου Μπίκου και απέκτησε 5 κορίτσια και 2 αγόρια που οι απόγονοι των δύο τελευταίων ζουν σήμερα στην περιοχή της Στυλίδας, του Αχινού και του Καραβόμυλου. Από τα κορίτσια η μεγαλύτερη η Μαρία παντρεύτηκε τον κτηνοτρόφο Κων/ντίνο Τζήμα από την περιοχή της Πελασγίας .Μεγαλύτερος των αδελφών αυτών ήταν ο Μήτρος ή Κατσούδας.




         Αυτός ανάλαβε το τσελιγκάτο των Μπουρχαίων που ξεκαλοκαίριαζαν στο όμορφα και χιλιοτραγουδισμένα βουνά της Γούρας (Δρύστελα, Τρία Ποτάμια, Δροσούνι,…., Σαπουνα). Στα μέρη αυτά ξεκαλοκαίριαζαν μετά το 1903 όπου και εγκατέλειψαν οριστικά τα ξεκαλοκαιριά της περιοχής του Καρπενησίου (Άγραφα, Στένομα, Πουγκάκια). Στα βουνά της Γούρας βρήκαν πιο ήμερα και καλοπάτητα λιβάδια, ηλιόματα, αρκετά νερά και κοντά στο κέντρο Στυλίδα και Λαμία. Εκτός από τα καλά και ήμερα ξεκαλοκαιριά βρήκαν και καλά ξεχειμαδιά, προσίλια και πολύ στράγγια για τις βροχές και τις βαρυχειμωνιές. Στυλίδα, Αυλάκι, Μαυρομαντήλα , Αχινός , Αχλάδι ήταν μερικά από τα ξεχειμαδιά τα οποία ήταν πολύ καλά και αρκετά κοντά στα ξεκαλοκαιριά. Ο παππούς του παππού μου  παντρεύτηκε την κόρη του Δημητρίου Κούτρα, την Πανώρια το 1882. Από το γάμο αυτόν απέκτησαν 5 αγόρια και ένα κορίτσι. Πρωτότοκο παιδί του ήταν ο προπάππους μου, ο Κωνσταντής. Τα άλλα παιδιά ήταν ο Βαγγελάκος, ο Σταύρος, ο Χρήστος ,ο Παναγιώτης και η Ελένη

Τα δύο αγόρια Σταύρος (σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία το 1922) και Παναγιώτης πέθαναν ανύπαντρα και δεν άφησαν απογόνους. Ο Βαγγελάκος παντεύτηκε την Βασιλική Αλαμανιώτη και ο Χρήστος τη ψυχοκόρη του Καρατζούνη, το γένος Μάμαλη. Η Ελένη τον Κώστα Πεπόνα από τη Βουρλιά. Οι απόγονοι αυτών ζουν στη Στυλίδα.



Ο Μπούρχας Κωνσταντίνος με τις εγγονές του Μαρία και Γεωργία μπροστά από το καλύβι. Σαπουνά 1966


            Τελευταίο άφησα τον προπάππου μου Κωνσταντίνο Μπούρχα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του Σπύρου Γκρίνια, κτηνοτρόφου από την περιοχή του Αλμυρού, την Ασπασία. Από τον γάμο αυτό που έγινε το 1915 στο λιβάδι Δροσούνι απέκτησε 7 παιδιά, 4 αγόρια και 3 κορίτσια. Το πρώτο παιδί η Δημητρούλα πέθανε μικρό, μόλις 6 μηνών και απέμειναν τα άλλα 6. Πρωτότοκο παιδί του Κωνσταντή ήταν ο Γιαννακός όπου παντρεύτηκε την Ευτυχία Μπισμπιγιάννη και απέκτησαν 4 παιδιά. Το Μήτρο που παντρεύτηκε τη Μαρία Ζιάκα και απέκτησαν 2 παιδιά. Το Βασίλη που παντρεύτηκε τη Βαγγελή Νεραίδα και απέκτησαν 2 παιδιά. Τη Γεωργία που παντρεύτηκε το Βαγγέλη Κατσαρό και απέκτησαν 4 παιδιά. Την Πανώρια που παντρεύτηκε το Σπύρο Μπάκα και απέκτησαν 4 παιδιά. Το Σταύρο που παντρεύτηκε την Ελένη Γαλανού και απέκτησαν 3 κορίτσια. Ένας απο τους απόγονους των άνω παιδιών είναι και ο γραφών, από την πλευρά της μάνας του.



Απεικονίζονται οι Μπούρχας Σταύρος, Παναγιώτης και Γιώργος αρμέγοντας τα πρόβατα. Σαπουνά 1965


             Όπως έγραψα και παραπάνω, οι παππούδες μου ήρθαν στο βουνά της Γούρας το 1903. Αρχικά, εγκαταστάθηκαν στο Δροσούνι όπου και κάθισαν μέχρι το 1925 περίπου, καθώς το λιβάδι αυτό πουλήθηκε. Αναγκαστικά έπρεπε να βρουν άλλα λιβάδια για να βόσκουν το γιδοπρόβατα τους. Έτσι οι Μπουρχαίοι χωρίστηκαν . Οι Θανασλαίοι πήγαν στο Αρκοδοπούρνι, οι Κατσουδαίοι(Μπούρχας Κώστας, Βαγγελάκος και Χρήστος )και οι Λιγονιδαίοι(Μπούρχας Κώστας ή Κωσταντάκος και Χρήστος) ήρθαν στη Σαπουνά. Έπειτα ακολούθησαν τα αδέρφια Μπούρχας Ζώγας και Ηλίας(Θοδωραίοι), τα αδελφοξάδελφα Λιανός Κώστας, Γιαννακός, Μήτσος,Βαγγέλης, Κώστας και Κώτσος, ο Γεωργούσης (γαμπρός των Μπουρχαίων), ο Νότης Πεπόνας, ο Μπαμπαλής Βαγγέλης, ο Καλύβας Γεώργιος(3 οικογένιες),ο Κάτσενος Χρήστος,ο Χαρίσης Γιώργος, τα αδέλφια Μπελτεγρης Κώστας και Γιαννακός, ο Τσιακλής Παναγιώτης, ο Γκρίνιας Στέργιος και τα τα αδέλφια Γίτσας Κώστας και Θόδωρος. Μετά την απολυτρίωση ήρθαν και 2 οικογένιες Γραβαναίων, ο Λιανός Αποστόλης και ο Τσανής Αργύρης,χωρίατης από τη Γούρα. Περιστασιακά ανέβαιναν και άλλοι, που είναι δύσκολο να τους καταγράψω. Όπως γίνετε αντιληπτό η στάνη αυτή αποτελούνταν από 27 με 30 κονάκια.Σταδιακά ο αριθμός της στάνης μειώνονταν με την πάροδο του χρόνου.



Επεξεργασία μαλλιού. Σαπουνά δεκαετία ‘70


Την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα ξεκαλοκαίριαζαν οι εξής:

1.     Μπούρχας Κ. Γιάννης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1999
2.     Μπούρχας Κ. Σταύρος σταμάτησε να ανεβαίνει το 2004
3.     Μπούρχας Κ. Βασίλης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1998
4.     Μπούρχας Χ. Γιώργος σταμάτησε να ανεβαίνει το 1998
5.     Μπούρχας Χ. Δημήτρης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1998
6.     Μπούρχας Κ. Δημήτρης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1999
7.     Μπούρχας Β. Δημήτρης συνεχίζει
8.     Μπούρχας Β. Παναγιώτης συνεχίζει
9.     Μπούρχας Κ. Λεωνίδας συνεχίζει
10. Λιανός Αποστόλης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1997
11. Λιανός Ανδρέας σταμάτησε να ανεβαίνει το 2000
12. Λιανός Βαγγέλης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1998
13. Γκρίνιας Σπύρος σταμάτησε να ανεβαίνει το 2004
14. Γκρίνιας Γιάννης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1995
15. Τσανής Αργύρης σταμάτησε να ανεβαίνει το 1999



Επεξεργασία μαλλιού. Σαπουνά δεκαετία ‘70


            Τα αδέρφια Παναγιώτης και Δημήτρης Μπούρχας καθώς και ο Λεωνίδας Μπούρχας συνεχίζουν να ανεβαίνουν πάνω στο βουνό ακόμα και σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μόλις τον τελευταίο χρόνο έχτισαν σπίτι με τούβλα. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, σχεδόν όλοι, έμεναν στις παραδοσιακές καλύβες των Σαρακατσιαναίων. Τα καλύβια στην πλειοψηφία τους ήταν ορθά και είχαν όλα φριτζάτο. Τώρα στη στάνη αυτή υπάρχουν σε πολύ καλή κατάσταση 3 ορθά κονάκια και 2 τα δίπλα.

             Κάθε καλοκαίρι μαζευόμασταν περίπου στα 15 παιδιά. Όλοι εγγόνια των παραπάνω. Η ζωή πάνω στο βουνό, τουλάχιστον όπως τη γνώρισα εγώ, ήταν μοναδική. Η μέρα ξεκινούσε από τα χαράματα. Μέχρι την ανατολή του ηλίου έπρεπε όλοι να έχουν ξυπνήσει. Αυτό ήταν άγραφος νόμος, τόσο για τους μεγάλους, όσο και για εμάς τα παιδιά, παρόλο που μας ήταν δύσκολο και γινόταν δυσκολότερο, όταν την προηγούμενη μέρα είχαμε κουραστεί από το παιχνίδι και τις άλλες ασχολίες της στάνης. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει χαρακτηρισρικά: « Δεν πρέπει να σας βρεί ο ήλιος στο κρεβάτι, σηκωθείτε!», δεν το είχαν σε καλό.



Μπούρχας Κ. Δημήτρης. Σαπουνά δεκαετία 80


             Οι άντρες αφού γυρνούσαν από την πρωινή βοσκή των κοπαδιών τους, συγκεντρώνονταν στο τσαρδάκι είτε για να συζητήσουν και να παίξουν χαρτιά και οι πιο δεξιοτέχνες να πελεκήσουν καμία κλίτσα, ρόκα είτε πήγαιναν να κουβαλήσουν κλαρί για τα μανάρια. Οι γυναίκες αντιθέτως αφού βοήθαγαν στο κοπάδι,γυρνούσαν στο κονάκι και ξεκινούσαν τις δουλείες. Πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να πήξουν το γάλα, να κουβαλήσουν τα ξύλα, να φτιάξουν φαγητό, να πλύνουν, να ζυμώσουν... Τώρα θυμήθηκα τα κωλέτσια! Κάθε φόρα που κάποια από τη στάνη ζύμωνε έφτιαχνε μικρές κουλούρες με ζάχαρη από πάνω και τις μοίραζε στα παιδιά. Ήταν πολύ νόστιμα και παλεύαμε ποιος θα φάει το περισσότερο. Οι γιαγιάδες μας πραγματικά δούλευαν σαν τις μέλισσες για να τα προλάβουν όλα.



Η Μπούρχα Ελένη σύζυγος του Μπούρχα Σταύρου φτιάχνει πίτα μές στο φριτζάτο. Σαπουνά 1994

            Το μεσσημέρι η κάθε οικογένεια έτρωγε όλοι μάζι γύρω από ένα μικρό τραπέζάκι καθισμένη σε καρεκλάκια.Τα φαγητά ήταν απλά και λιτά αλλά είχαν μια νοστιμιά που δύσκολά την σημερινή εποχή γεύεσαι. Λίγο τα ξύλα και τα αγνα υλικά, μα πάνω απ όλα η τεχνική, έδειναν μια ιδιαίτερη γεύση σε κάθε φαγητό. Περιττό να πώ ότι σχεδόν καθημερινά δεν έλλιπε η πίτα από το τραπέζι.

            Στη συνέχεια, ακολουθούσε ο μεσημεριανός ύπνος, που όλοι έπρεπε να κάνουμε ησυχία για να ξεκουραστούν οι μεγάλοι. Τίποτα δεν ακούγονταν. Όμως, για εμάς τα παιδιά που θέλαμε να παίξουμε ήταν βασανιστήριο! Έτσι, αρκετές φορές, λόγω σεβασμού προς τους μεγάλους, απομακρυνόμασταν από τα κονάκια για να μην τους ενοχλούμε. Κάναμε βόλτες στο βουνό, εξερευνούσαμε τα μέρη και παιζαμε διαφορα παιχνιδια. Ορισμένες φορές, οι φωνές μας ακούγονταν μέχρι τα κονάκια με αποτέλεσμα να μην τους αφήνουμε να πλαιάσουν. Τότε έβγαινε από κανένας έξω στο φριτζάτο και μας μάλωνε.



Ο Μπούρχας Κ. Σταύρος  πελεκάει. Σαπουνά 1994


            Το απόγευμα οι άντρες έπιναν τον καφέ τους είτε στο τσαρδάκι είτε στο κονάκι τους, Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως ξερογλειφόμασταν να ποιούμε την τελευταία τζούρα του καφέ από το μπρίκι. Οι  παππούδες αφού άρμεγαν, έβγαζαν τα κοπάδια για βοσκή. Από την άλλη, οι γυναίκες κουβαλούσαν το κλαρί και τα ξύλα με ζαλίκια. Παρόλο που υπήρχαν αυτοκίνητα δεν καταδέχονταν να τα μεταφέρουν με αυτά, το θεωρούσαν προσβολή. Κάπου-κάπου όμως έφερναν και από καμιά καρότσα ξύλα.

            Εμείς, ως παιδιά, πέρα από το παιχνίδι βοηθούσαμε και στις δουλειές της στάνης. Πηγαίναμε για νερό, γεμίζαμε τις κοπάνες, σαρώναμέ τα μαντριά,βαρούσαμε στρούγκα, σαλαγάσαμε τα πρόβατα... Αρκετές φορές ακολουθούσαμε του παππούδες μας στη βοσκή, κυρίως τις απογευματινές ώρες. Εκεί, μας διηγούνταν ιστορίες που έζησαν ή άκουσαν από τους μεγαλυτέρους, μας μάθαιναν ποιήματα και τραγούδια, αλλά και τις ονομασίες των προβάτων. Σαν έβγαινες στα καραούλια και σε έπαιρνε καθαρός αέρας αγάλιαζες. Δεν πρόκειται να ξεχάσω το πόσο εύκολα ξεκουράζοσαν ακούγοντας τους ήχους των κοπαδιών, με τα κουδούνια και τα βελάσματα.

       

Τα πρωτοξάδερφα Μπούρχας Κ. Σταύρος και Μπούρχας Β. Μήτσος. Σαπουνά 1987


            Το βράδυ καθόμασταν στο τσαρδάκι και μερικές φορές ήταν και κάποιοι από τους μεγάλους και καλαμπουρίζαμε. Μας μάθαιναν και διάφορους αστερισμούς, περιττό να πω ότι ο ουρανός σε τέτοιο υψόμετρο είναι φανταστικός και μας γοήτευε όλους, μικρούς και μεγάλους. Σε γενικές γραμμές, αύτη ηταν η καθημερινότητά μας. Όλα ήταν καλά οργανωμένα και δεν άφηναμε το χρόνο μας να παει χαμένος.

            Είναι αναγκαίο να τονιστούν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της στάνης. Πρώτον, στη στάνη δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και δεύτερον η πηγή (Πέντε Βρύσες) ήταν σχετίκα μακριά.  Τά κονάκια φωτίζονταν με λάμπες πετρελαίου και από το καντηλάκι που ποτέ δεν έσβηνε. Κάποιοι παππούδες είχαν αγροτικά, έτσι πήγαιναμε μια φορά τη μέρα και εφοδιαζόμασταν με νερό. Όμως όταν έβρεχε το νερό αυτό θόλωνε και έτσι αναγκαζόμασταν και πηγαίναμε στο Βαρκό που δεν θολώνε. Η πήγη αυτή βρισκόταν κοντύτερα στα κονακιά αλλα δεν πήγαινε ο δρόμος, οπότε το κουβαλούσαν οι γυναίκες με τη βαρέλα και με ένα γαϊδουράκι που είχαμε. Αργότερα, φτιάχτηκε υδραγωγείο για την ύδρευση της στάνης, αλλά το νερό αυτό δεν ήταν πόσιμο. Ένα μικρότερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη τηλεφωνικής επικοινωνίας, το οποίο λύθηκε το 1998 με τη δημιουργία τηλεφωνικού θαλάμου. Όμως αυτά δεν ήταν αρκετά για να τους κρατήσουν στο βουνό. Σιγά-σιγά ένας μετά τον άλλο σταμάτησαν να ξεκαλόκαιριάζουν. Βασικότερο λόγο θεωρώ την έλλειψη πόσιμου νερού.



Μπούρχα Ελένη το γένος Γαλανού ζαλκωμέν΄ με ξύλα. Σαπουνά 1975


            Η στάνη αυτή προκάλεσε το ενδιαφέρον αρκετών ερευνητών. Θυμάμαι μια φορά είχαν έρθει κάποιοι από τη Γαλλία και γύρισαν ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο συμμετείχαν σχεδόν όλοι. Δυστυχώς αυτό το αρχείο δεν μπόρεσα να το βρώ. Επίσης ο Τάσος ο Σουφλιάς έχει γυρίσει ένα πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ για τους Σαρακατσιάνους, όπου απόσπασμα αυτού έχει γυριστεί στη Σαπουνά, το 1996. Θα τον παρακαλέσω και δημοσιως να το δημοσιέυσει. Εινάι κρίμα μια τέτοια δουλεία να παραμένει στην αφάνεια.



Ο Μπούρχας Κ. Σταύρος κάβαλα στο άλογό του


    Τι να πρωτοθυμηθώ από τη ζωή στο βουνο. Καθώς γράφω έρχονται στο μυαλό συνεχώς αναμνήσεις που είναι δύσκολο να τις αποτυπώσεις σε μια σελίδα χαρτί. Το 2007 με τη συνδρομή των Σαπουνιωτών αλλα και φίλων ανηγέρθη ένα εκκλησάκι στα Πεντ΄ Αλώνια (λόφος απέναντι απ΄τα κονακια) και αφιερώθηκε στην Αγία Κυριακή. Η μνημη Της που εορτάζεται σις 7 Ιούλιου αποτελεί πλεον ημερα ανταμωσης για τους Σαπουνιώτες. Μετα τη Θεια Λειτουργια ακολουθει γλεντι με φαγοποτι και σαρακατσαναίικα τραγούδια.



Το παρόν άρθρο προέρχεται από το 1ο τεύχος του περιοδικού 
του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης «ο Λεπενιώτης» 
με τίτλο «Τα δρώμενα… των Σαρακατσαναίων φοιτητών».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ ΤΟ 1996



Μπούρχα Ελένη, Λιανός Ανδρέας, Μπούρχας Γιώργος και Μπούρχας Σταύρος μπροστά από το κονάκι του Μπόυρχα Δημήτρη. 



Πάνω δεξιά: Γκρίνιας Δημήτρης, Μπούρχας Χ. Δημήτρης με τη γυναίκα του Ελένη, Μπούρχας Βασίλης, Μπούρχας Κ. Δημήτρης, Λιανός Αντρέας με τη γυναίκα του Κατερίνα, Τσανής Αργύρης, Λιανός Γιώργος και Βαγγέλης, Μπούρχας Χ. Γιώργος, Μπούρχας Κ. Σταύρος με τη γυναίκα του Ελένη
Κάτω δεξιά: Σιούτης Δήμος, Λιανός Βαγγέλης, Μπούρχας Βασίλης, Κώστας Παχής, Καρβέλας, Σιούτης Σταύρος




Ο Μπούρχας Σταύρος με το κοπάδι του. 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΝΗ ΣΗΜΕΡΑ

























Ο Μπούρχας Σταύρος με τον εγγονό του Σιούτη Σταύρο μπροστά από το τσαρδάκι. Σαπουνά 2011