portraita

kentriki mpara

η Στράτα
.
τρόπος ζωής των Σαρακατσαναίων

του Νίκου Ζυγογιάννη
Οι Σαρακατσάνοι, όπως άλλωστε όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες, πρέπει να επιτελέσουν τη ζωή τους κάτω από ορισμένες συνθήκες, οι οποίες προσδιορίζουν και την ιδιαιτερότητά τους. Ζουν ως ποιμένες, έξω από κάποιο οικισμό, αστικό ή αγροτικό. Το καλοκαίρι στο βουνό, το χειμώνα στους κάμπους, ανάλογα με τις ανάγκες των κοπαδιών και τις εναλλαγές της θερμοκρασίας και της βλάστησης. Δεν έχουν μόνιμη κατοικία ή διαμονή, ούτε ιδιόκτητη γη. Η νομαδική μετακίνηση γίνεται οικογενειακώς, στα πλαίσια της μετακίνησης της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας. Έτσι, ο τρόπος ζωικής παραγωγής και ο τρόπος της ανθρώπινης διαβίωσης συνυπάρχουν και συλλειτουργούν, βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και αιτιότητα.

Η νομαδική ζωή των Σαρακατσαναίων διατηρήθηκε ανεπηρέαστη για πολλούς αιώνες, θέση με την οποία συμφωνούν πολλοί επιστήμονες (Hoeg, Τριανταφυλλίδης, Καραβίδας κ.α.). Η θέση αυτή αποδεικνύεται, κατά πρώτον, από τον ομοιόμορφο τρόπο της κοινωνικής τους οργάνωσης, τα έθιμά τους, τις δοξασίες τις παραδόσεις τους, τη λαϊκή τους τέχνη Κατά δεύτερον, αποτυπώνεται στην αφηγηματολογία τους, σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι αγνοούν τον τόπο καταγωγής τους: «Εμείς οι Σαρακατσιαναίοι, η ζωή μας ήταν πάντα σκηνίτες, δεν ξέραμε από το πότι αρχίν’ση αυτή η ζωή»





Ο τρόπος οργάνωσης αυτής της νομαδικής ζωής συνίσταται σε δύο εποχιακές μετακινήσεις που πραγματοποιούνται η μία την άνοιξη, του Αη Γιώργη (23 Απριλίου), που ανεβαίνουν στο βουνό και η δεύτερη το φθινόπωρο (26 Οκτωβρίου), που κατεβαίνουν στις πεδιάδες. Έτσι ο ετήσιος κύκλος χωρίζεται σε δυο χρονικές μονάδες που αντιστοιχούν σε εξάμηνα. Τα δύο αυτά χρονικά ορόσημα ενσωματώθηκαν στη βιοφιλοσοφία τους, έγιναν τα όρια που οργανώνουν τη ζωή τους και την κοινωνία τους, αλλά και οι ακριβείς δείκτες για τον προσδιορισμό και την ταξινόμηση των γεγονότων. Οι κινήσεις αυτές έχουν σχέση με την κτηνοτροφία, που ασκούν, καθώς και με τις ανάγκες των κοπαδιών, από τα οποία έχουν απόλυτη εξάρτηση. Γι’ αυτό, όταν στη μεταπολεμική περίοδο η μετακίνηση άρχισε να γίνεται με φορτηγά, άλλαξαν και οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές. Το στοιχείο που προσδιόριζε τις μετακινήσεις αυτές ήταν η ανεύρεση των κατάλληλων λιβαδιών. Όμως, η ποιότητα κάθε μετακίνησης δεν είναι ίδια. Η ανοιξιάτικη μετακίνηση είναι ευχάριστη, γιατί το βουνό αποτελούσε επιθυμητό πόλο και θεωρούνταν επιστροφή στο σπίτι, ενώ η χειμωνιάτικη γίνονταν αναγκαστικά, γιατί τα πεδινά ήταν κατάλληλα για τη διαβίωση των ζώων. Η θέση αυτή για την καλοκαιρινή μετακίνηση αντικατοπτρίζεται και στα τραγούδια τους:

“Βελούχι μου περήφανο κι οξιά ζωγραφισμένη
λιώστε τα χιόνια γλήγορα να χορτιαριάσει ο τόπος
να βγουν οι στάνες στα βουνά κι οι Σαρακατσαναίοι
να βγουν τα λά(γ)ια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια…” ή

“Πήριν ου μάρτης δώδεκα κι ο Απρίλης δεκαπέντε
κι τα κοπάδια κίνησαν κι όλα τα τσελιγκάτα…”  κι άλλα

αλλά και για τη φθινοπωρινή μετακίνηση:

“Παιδιά μ’  με πήρε ο χιν’πωρος, παιδιά μ’ με πήρε ο χειμ’νας
κι ήρθε ο και ρός να φύγουμε στα χειμαδιά να πάμε…”   κ.α.






Η προετοιμασία του ξεκινήματος διαρκούσε καιρό και αφορούσε το αρμάτωμα των προβάτων, φορούσαν δηλαδή στα πρόβατα τα μεγάλα κουδούνια και στα γίδια τα κυπριά, έτσι ώστε στη στράτα να γίνει αισθητό και να ακουστεί το πέρασμά τους, το καλίγωμα των αλόγων, την επισκευή των σαμαριών. Επικρατούσε αναστάτωση, με τα πρόβατα να βελάζουν, τα σκυλιά να αλυχτίζουν, τα άλογα να χλιμιντρίζουν την μέρα του ξεκινήματος. Άνθρωποι και ζώα ήταν σε κατάσταση εγρήγορσης, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην απαιτητική αυτή διαδικασία. (Δεν κίναγαν να φύγουν ποτέ ημέρα Τρίτη)



Οι συνέπειες του νομαδισμού (“χειμαδιά-στράτα-β’νά”) αφορούν, πρώτα απ’ όλα, τους κοινωνικούς θεσμούς και την κοινωνική οργάνωση. Το πρώτο αγαθό που τους εξασφαλίζει ο νομαδισμός είναι μια ανεξαρτησία αφού κινούνται ελεύθερα και διατηρούν τον τρόπο ζωής τους. Γι’ αυτό την προασπίζουν από καθετί ξένο που μπορεί να αλλάξει την οργάνωση της ζωής τους, με αποτέλεσμα να ζουν μακριά από την πρόοδο του χωριού και της πολιτείας. Δέχονται, βέβαια, κάποιες επιδράσεις, αλλά οι αξίες και οι αρχές της κοινωνίας τους παραμένουν σταθερές. Κι όσοι αποφασίζουν σιγά σιγά να εγκατασταθούν σε χωριό μαζί με άλλους (αγοράζοντας κάποιοι μεγάλα κτήματα), δύσκολα προσαρμόζονται, γιατί είναι μαθημένοι να ζουν ελεύθερα και ανυπόταχτα. Αυτή η διάθεση για ανεξαρτησία δικαιολογεί και την εθνική ενδογαμία (σύναψη γάμου μεταξύ Σαρακατσαναίων), ώστε να διατηρούν με την περιβάλλουσα κοινωνία τις απόλυτα αναγκαίες σχέσεις και την αυτοτέλειά τους. Στο βωμό αυτής της ανεξαρτησίας και αυτοτέλειας επιβάλλουν τη θυσία της προσωπικής ευτυχίας των ατόμων, για να εξασφαλίσουν το συμφέρον της συλλογικότητας, θεσπίζοντας δυο κοινωνικούς κανόνες: «το διαζύγιο είναι άγνωστο, ένας δεύτερος γάμος σε περίπτωση θανάτου του ενός είναι ασύλληπτος». Όμως, κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων δημιουργούσαν επαφές με την περιβάλλουσα κοινωνία την οποία διέσχιζαν. Καθώς , δηλαδή, περνούσαν, αλλά και στάθμευαν σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις (αφού το ταξίδι διαρκούσε 15 έως 20 ημέρες ή και περισσότερες), στήνοντας κονάκια (σκηνές, τέντες, τσιατούρες, όπως αλλιώς λέγονταν), ανέπτυσσαν δοσοληψίες με τους γηγενείς κατοίκους, αφού αρμέγουν,τυροκομούσαν και πουλούσαν τα προϊόντα τους στη γύρω περιοχή και αγόραζαν αυτά που τους έλλειπαν. Αλλά, σύναπταν και σχέσεις φιλίας ή κουμπαριάς μπολιάζοντας πολιτισμικά και κοινωνικά τα ήθη και έθιμά τους. Η φήμη τους είχε εξαπλωθεί, οι χωριάτες τους γνώριζαν, όπως επίσης και τα μέρη απ’ όπου περνούσαν, περίμεναν τη διέλευσή τους και γι’ αυτό πολλά τοπωνύμια οφείλονται στους Σαρακατσαναίους. Ενδεικτικό αυτής της επικοινωνίας είναι και τα σχετικά τραγούδια:

“Άϊντε, μωρέ, τίνος είναι τ’ άλογα και τούτα τα κονάκια …” ή
“Τίνος είναι τα πρόβατα και τα πολλά κονάκια …”
‘Κράτα καημένε Έλυμπε και σείς καημένα Χάσσια
 Κράτα τις στάνες πούρχοντε οι Σαρακατσιαναίοι…΄  κ.α.



Ακόμα, η οργάνωση της οικονομικής ζωής, το συνεταιριστικό σχήμα του τσελιγκάτου, το πατριαρχικά συντροφικό πνεύμα του, εξασφαλίζει αυτάρκεια και προσφέρει τη δυνατότητα αποφυγής των συναλλαγών με την περιβάλλουσα κοινων

ία. Επίσης, η διατήρηση της ελληνικής φυλής τους, αμόλυντη από αλλόφυλες επιμειξίες και η διατήρηση των ηθών και εθίμων, της πίστης τους, της τέχνης τους, σκοπό έχει την προστασία από πιθανές αλλαγές. Γι’ αυτό είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις νόρμες και τα παραδοσιακά πρότυπα συμπεριφοράς. Η εκτεταμένη οικογένεια έχει επιφορτιστεί με αυτή την αποστολή και κυρίως τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, που διαμορφώνει την ψυχολογική και ηθική τους προσωπικότητα σύμφωνα με τις δικές της ιδέες και αξίες.





Ύστερα η μετακίνηση και ειδικότερα η «στράτα» επιτελεί κι άλλες λειτουργίες. Πρώτα απ’ όλα είναι σημαντική ευκαιρία για την επίδειξη της οικογενειακής υπερηφάνειας, γιατί τότε όλη η κοινότητα είναι στο δρόμο μαζί με τα κοπάδια, τα άλογά τους και τα μουλάρια τους. Είναι αυτό μια ευκαιρία να κάνει μια άμεση φυσική εκτίμηση της οικογένειας, του πλούτου της, με έναν τρόπο που σε άλλες στιγμές δεν είναι πιθανή. Γι’ αυτό η αδυναμία μετακίνησης και η παραμονή στον κάμπο υποδήλωνε ότι ο οικογενειάρχης δεν είχε τις απαραίτητες ιδιότητες, ώστε να ενταχθεί στο νομαδικό σύστημα. Το ίδιο ίσχυε και για την οικογένεια που πάντρευε ένα κορίτσι στον κάμπο. Επομένως, η μετακίνηση συνδέεται με αξίες και γίνεται το ιδεολογικό υπόβαθρο. Δεύτερον, το πέρασμα από πόλεις και χωριά ενισχύουν το κύρος προς τους ντόπιους κατοίκους. Γι’ αυτό, κι όταν περνούσαν μέσα από ένα χωριό, φρόντιζαν το πέρασμα του κοπαδιού να ακουστεί, βάζοντας πέντε τραγιά και γκεσέμια (με τα μεγάλα κυπροκούδουνα) να προχωρούν μπροστά. Αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή για να προβληθεί και η ανωτερότητα του ορεινού πολιτισμού. Παράλληλα, η πομπή (καραβάνι) αποτελούνταν από δυο τμήματα. Το πρώτο αποτελούσαν τα κοπάδια με τους βοσκούς και τα σκυλιά. Στο δεύτερο προπορεύονταν ο τσέλιγκας καβάλα στο άλογο (μπινέκι) και ακολουθούσε η νεότερη νύφη του τσελιγκάτου κρατώντας το καλύτερο άλογο  και ακολουθούσε ο υπόλοιπος πληθυσμός. Κορίτσια και νυφάδες ήταν όλες στολισμένες, για να καμαρώνουν οι πατεράδες και οι πεθεροί. Επομένως, η στράτα για τα ψηλώματα ήταν η μεγάλη γιορτή, όπου η προβολή κύρους και η επίδειξη ισχύος συντελούσε στην ανασύσταση της Σαρ. ταυτότητας και επαναδιαπραγμάτευση της θέσης τους στην κοινωνία. Τρίτη λειτουργία της στράτας ήταν η αναπαραγωγή της κοινωνικής ομάδας. Η στράτα ευνοούσε τη διαδικασία της προξενειάς. Όταν τα τσελιγκάτα αντάμωναν στο ανέβασμα ή κατέβασμα, οι προξενητές αναλάμβαναν το έργο τους. Σε μερικές περιπτώσεις τελούνταν στη στράτα και η γαμήλια τελετή, αλλά και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις (βαπτίσεις, αρραβώνες). Ακόμα, επειδή οι Σαρακατσαναίοι ζούσαν διασκορπισμένοι στα κονάκια, δεν υπήρχε η πλατεία του χωριού, ο δημόσιος χώρος που θα τους καλλιεργούσε την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινότητα. Έτσι, το ρόλο αυτό αναλάμβανε η στράτα…





Συμπερασματικά, ο νομαδισμός αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο για την ιδιαίτερη, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική φυσιογνωμία των Σαρακατσαναίων, αλλά και τη διατήρηση της φυσιογνωμίας αυτής για πολλούς αιώνες. «Οι βλογημένοι νομάδες των ελληνικών βουνών, που έφτασαν από τον πιο απλό -αλλά και το πιο δύσκολο δρόμο- στην απόλυτη γνώση της ζωής, στην απόλυτη γνώση του θανάτου, στην απόλυτη γνώση του θεού, απόχτησαν τη δική τους φιλοσοφία για τη ζωή, τη δική τους σοφία από τη ζωή» σημειώνει ο Ν. Μάτσας στο οδοιπορικό του,….