portraita

kentriki mpara

Μία αντίφαση στα τραγούδια του γάμου.


του Αθανασίου Γαλατά
Με την παύση της νομαδικής ζωής των Σαρακατσαναίων στο τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ανετράπησαν τα πάντα. Ο Γάμος, που κρατούσε μία πλήρη εβδομάδα άρχισε να συρρικνώνεται (ιδίως τα έθιμα τα μετά τον γάμο). Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινούσε από την Πέμπτη βράδυ δειλά-δειλά και ξεψυχούσε τη Δευτέρα με ολίγα εναπομείναντα από τα «αντέτια». Ήμουν τότε σε ηλικία «μερακίου» αλλά μπόρεσα να διαπιστώσω τη σχεδόν σκανδαλώδη ομοιότητα της μελωδίας μερικών τραγουδιών του γάμου με τα μοιρολόγια.

Αργότερα σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν άρχισα να ασχολούμαι με τα λαογραφικά μας, η παιδική θύμιση τριβέλιζε στο μυαλό μου και ενέσκυψα και πάλι στο θέμα.


Σ
΄όλο τον Ελλαδικό χώρο, αν μελετήσει κάποιος τα έθιμα του γάμου θα δει στα τραγούδια τη θλίψη της νύφης για τον αποχωρισμό από τους δικούς της. Καμιά κοπέλα, τουλάχιστον τότε, δεν θα ήθελε να μείνει ανύπαντρη. Ο γάμος από πολλούς (και παρ΄ημίν) λέγεται «χαρά». Αλλά τα τραγούδια με μελαγχολική χροιά και διάθεση είναι σ΄όλους. Στους Σαρακατσαναίους είναι στα όρια του σπαραγμού και του θρήνου. Παραθέτω δυο αντιπροσωπευτικά του είδους:

Mη με μαλώνεις μάνα μου και μη με παραπαίρνεις
Ν’ακόμα τούτη τη βραδιά που είμαι με τ’ισένα
Τη Κυριακούλα το πρωί φεύγω μακριά στα ξένα
Θ’αργήσεις μάνα μ’ να μ’ ιδείς χρονάκια δεκατρία
Θ’ασπρίσουν τα ματάκια σου τηρώντας τις στρατούλες
Και θα μαλλιάσ’ η γλώσσα σου ρωτώντας τους διαβάτες
  
Και το άλλο:

Θυμήθηκα την ξενιτιά, θυμήθηκα τα ξένα
Σήκω μανούλα ζύμωσε τα’ αφράτο παξιμάδι
Βάλε το δάκρυ σου νερό και φτιάξε το προζύμι
Και με το φούρνο μάλωσε και με το φούρνο πέστου
Φούρνε μ’ ν’ αργήσεις να καείς, ν’ αργήσεις να το ψήσεις
Να μείν’ ακόμα τούτη η βραδιά



Αν ακούσετε κάποια μοιρολόγια θα διαπιστώσετε ότι η μελωδία τους (ο «ήχος» τους όπως λέμε οι Σαρακατσαναίοι) είναι παραπλήσια των παραπάνω γαμήλιων τραγουδιών.

Παραθέτω δύο από αυτά:


Καλόγρια είπε η μάνα μου όζω να μη με στρώσεις
Όξω βρέχει και βρέχομαι, κρυώνει θα κρυώσω
Θα λερωθούν τα ρούχα μου και τα μεταξωτά μου
  
Με γελάσαν τα πουλιά της άνοιξης τ’ αηδόνια
Μου’ παν ποτές δεν αρρωστώ ποτές δεν θα πεθάνω
Βάνω φτιάνω το σπίτι μου ψηλό ανωϊασμένο
Ακόμα δεν τα’ απόφτιαξα και μέσα δεν εμπήκα
Στο παραθύρι έκατσα τους κάμπους αγναντεύω
Βλέπω το χάρο που ‘ρχεται στο Φάρο καβαλάρης


Φρονώ ότι αυτή η θλίψη που πλεονάζει στα Σαρακατσάνικα τραγούδια οφείλεται στο νομαδικό τρόπο ζωής τους. Οι νύφες τότε δεν συνηθιζόταν, πουθενά στη χώρα μας να επισκέπτονται το πατρικό τους, εκτός και αν έμειναν στον ίδιο οικισμό. Και σίγουρα η συχνότητα των επισκέψεων ήταν αντιστρόφως ανάλογη της απόστασης τους από τα γονικά τους. Στους Σαρακατσαναίους ο νομαδικός τρόπος ζωής άφηνε αβέβαιο το ενδεχόμενο ανταμώματος με τους οικείους τους. Αν ήταν στο ίδιο «ουτζάκι» μέναν για πάντα κοντά. Αν όμως άλλαζε τόπο η οικογένεια του γαμπρού ή της νύφης και χώριζαν μπορούσαν να μη ξανασυναντηθούν. Πολλές φορές η μάθαινε μετά από χρόνια το θάνατο των δικών της και μάλιστα όταν το πληροφορούνταν άρχιζε να πενθεί φορώντας τα μαύρα αναδρομικά.


Για να καταλάβει κανείς τα βιώματα των γυναικών θα διηγηθώ δύο ιστορίες της εποχής.

Κατέβηκαν από τα βουνά ο πατέρας και ο γιος, παλληκάρι στην ηλικία, για να παζαρευτούν στη μικρή πόλη της περιοχής που ήταν και το εμπορικό κέντρο. Βρέθηκαν εκεί με το «σ’νάφ» και τους πλησίασε κάποιος προξενητής για το «κορίτσ’». Ο πατέρας δέχτηκε, οπότε συναντήθηκαν με τον άλλο συμπέθερο, ήπιαν τη ρακί αντάλλαξαν τα ζαχαράτα και έτσι «σύβασαν». Γυρνώντας στα κονάκια πατέρας και γιος έφεραν και το αγαπημένο φρούτο των Σαρακατσαναίων, το καρπούζι. Οι γυναίκες τους έστρωσαν να φάνε και κατά το συνήθειο ήταν ορθές και τους υπηρετούσαν. Αποσώνοντας το γεύμα ο αδελφός , κόβει απ’την καρδιά του καρπουζιού ένα μεγάλο κομμάτι και το προσφέρει στην αδελφή. Αυτή ξιπάστηκε από την ασυνήθιστη χειρονομία. «Γιατί σε μένα αδελφέ;» ρώτησε. Και εκείνος της είπε απλά: «Για τον ξεχωρισμό αδελφή». Και τότε την κοπέλα την πήραν τα κλάματα γιατί κατάλαβε ότι η τύχη της κρίθηκε. 

Ήξερε ότι ξεκινούσε πλέον τον έγγαμο βίο-δεν χαλούσαν τότε εύκολα ούτε τα «συμβάσματα»- και ενώ ήταν μία χαρούμενη στιγμή της ζωής της, την έζωνε η αβεβαιότητα μη γνωρίζοντας ούτε τον μέλλοντα σύζυγο, ούτε τι της επιφύλασσε το μέλλον και που θα βρισκόταν και πόσο μακριά θα ξερριζονόταν από την πατρική της εστία.

Μια άλλη νύφη από το γάμο της δεν είχε ματαδεί τους γονείς της. Και είχαν περάσει κοντά στα είκοσι χρόνια, τα παιδιά ήταν τρανά. Σε μια μετακίνηση, από τα χειμαδιά στα βουνά ή αντίστροφα, στήσαν τις τσιατούρες. Οι άνδρες που πηγαινοέρχονταν με τη βοσκή και τα μπενέκια ανέφεραν ότι κοντά στα πέντε χιλιόμετρα είχε στήσει τις τσιατούρες άλλο καραβάνι και ότι εκεί ήταν οι γονείς της. Η καρδιά της σκίρτησε. Και ζήτησε από την πεθερά να πάει να τους δει (εννοείτε ποδαράτα). Και αυτή, τι καρδιά, δεν την άφησε. Η καημένη υπάκουσε και δεν πήγε. Μετά από πολλά χρόνια ήρθε η είδηση ότι πέθαναν. 

Ήταν γριά όταν έλεγε τον καημό της στη μάνα μου και όταν θυμόταν πόσο ζύγωσε στους δικούς της και δεν τους είδε, βούρκωνε. Και η μάνα μου όταν το διηγιόταν κατέληγε: 

«Τι ψυχή παρέδωκε αυτή η σκύλα η πεθερά».