portraita

kentriki mpara

.
....
Παροιμίες των Σαρακατσαναίων
..

..
της Βασιλικής Ζαγναφέρη
Οι Σαρακατσαναίοι, χρησιμοποιούσαν ορισμένες παροιμιώδεις εκφράσεις προκειμένου να σχολιάσουν και να περιγράψουν, με το δικό τους χαρακτηριστικό τρόπο, διάφορα γεγονότα και καταστάσεις της καθημερινότητάς τους. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις παροιμίες έχουν διατηρηθεί αναλλοίωτες, έως τις μέρες μας, και λέγονται ακόμη και σήμερα.

Αξίζει να τονίσουμε, ότι οι παροιμίες αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της λαογραφικής μας παράδοσης, καθώς μέσα από λίγες, αλλά περιεκτικές, λέξεις αποδίδουν την λαϊκή σοφία και ιστορία, που μεταβιβάζονται, μ’ αυτόν τον τρόπο, από γενιά σε γενιά στο διάβα του χρόνου, μέσω του προφορικού λόγου.

Είναι, μ’ άλλα λόγια, τα λακωνικά και γλαφυρά, εκείνα, αποφθέγματα (έμμετρα ή πεζά) της ντοπιολαλιάς μας, που εκφράζουν αλληγορικά ή σκωπτικά μια αλήθεια και λέγονται για να παραδειγματίσουν, να διδάξουν ή και να σχολιάσουν μια κατάσταση (π.χ. ανθρώπινες σχέσεις, συνήθειες και πράξεις, την φτώχεια και τον πλούτο, τις χαρές και τις λύπες κ.α.)





Αλλού τ’ όνειρο και αλλού το θάμα!
Άντρα, γουρούνι, γάιδαρο κι ποιόν να πρωτοκλάψω.
Απ’ όξου απ’ του χουρό πουλλά τραγούδια λέν’.
Από πού ‘σαι κλωναράκι; Από ‘κείνο το δεντράκι.
Απ’ τ’ μύγα ξύγκι δε βγαίνει.
Απ’ το σιγανό το ποτάμι να φοβάσαι.
Απ’ του ντιπ κι ολότελα, καλή ν’ κι η Παναϊώτινα.
Ας με κρατεί η μανούλα μου, κι ας με κρατεί στ’ αγκάθια.
Ας με λεν κυρά- Μπέϊνα κι ας πεθαίνω από την πείνα.

Βρουντάν ούλα τα σίδηρα, βρουντάει κι η σακουράφα.

Δεν βγαίν’ καπνός χωρίς φωτιά.
Δεν έχουμι τσιμπλουμάτα, θέλουμι κι μαυρουμάτα.
Δεν τουν θέλουν στου χουριό κι αυτός του σπίτ(ι) τ’ παπά χαλεύει.
Διπλό δεν έφτανε, μονό περ’σσεύει.

Ένας κούκος άνοιξ’ δε φερ(ει).

Η γνώση δεν μπαίν(ει) μι του χουνί ή …μι του δάχλου.

Θέλω να σύρω λεβεντιά και κατάντια δεν έχω.





Κάηκε η γριά στ’ κουρκούτ’, φυσάει και τ’ γιαούρτ’
Καινούριου κόσκινου σιά που να σι κριμάσου.
Κάλιο κακά νιάτα, παρά κακά γεράματα.
Κάλιο πέντι κάρβουνα, παρά χίλια πρόβατα.
Καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τα’ «ανάμι».
Κάμι καλό στου διαόλ’ του χουριό.
Κατάντησαν τα πρόβατα να τα πατούν τα γίδια.
Κάτσι πίτα να σι φάω.
Κλαίει τουν καβαλάρ(η) απ’ κρέμουντι τα πουδάρια τ’.
Κουβέντα κουβεντούλα έφαγε ο λύκος τη βετούλα.
Κ’τσαίνει η γίδα απ’ του κέρατου.
Κύλησε η τέντζερη και βρήκε το καπάκι.

Μαζί με τα ξερά, καίονται και τα χλωρά.
Μικρός διάουλος, τρανά τσαρούχια.

Ν’κοκυρά π’ δε θελ’ να ζ’μώσει όλη μέρα κοσκινίζει.

Ο ένας το κοντό τ’ και ο άλλος το μακρύ τ’.
Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.
Όποιος παραδιαλέει παίρν’ τ’ αποδιαλεούδια.
Όπου φτωχός και η μοίρα του.
Όπως στρώσεις θα κοιμηθείς.
Ου λύκους (τη)ν τρίχα αλλάζει, του χούι δεν τ’ αλλάζει.



Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας ειν’ και μπαλωμένο.
Πάρε νύφ’ από «σειρά» και σκύλα από κοπάδι.
Παρ’ τουν στου γάμου σ’, να σ’ πει κι τ’ χρόν’.
Πήρι ου κτσός κατήφουρου.
Πιάσ’ τουν ξ(υ)πόλ’του κι πάρ’τ’ τα τσαρούχια.
Πότι γίγκεις κουλουκύθι μ’, πότι στράβουσι η (ν)ουρά σ’.
Πουλλές δουλειές μι καρτιρούν, κι γάμος κι παζάρι.
Πρέπει να ταιριάσουν, για να συμπεθεριάσουν.

Σύμφουνα του μπόι κι τα κουμπιά.

Τα πολλά λόϊα είναι φτώχεια.
Τη δουλειά της νύχτας, την βλέπ’ η μέρα και γελάει.
Τι πααίν’ς ανάποδα σαν του κάβρα;
Το ινάτι βγάζ’ μάτι.
Του «διακονιάρη» στράτες μην του δείχνεις, «κομμάτια» δώσ’ του.
Του καλό τ’ άλουγου σ’ (μ) πιρπατ’σιά φαίνιτι.
Του ήμιρου τα’ αρνί βζαιν(ει) δυο μάνις.
Του ξύλου έχει δυο άκρις.
Το χαζό και το τεμπέλη ξένες έννοιες τον γεράζουν.
Τρανή χαψιά να βάλεις, τρανό λόγο μη βγάλεις.

Φέρει η σκούφια μ’ γυρβολιές.
Φταίει του γουμάρ(ι) κι δέρνουν του σαμάρ(ι).

Χουρταίν’ η αρκούδα μι τα μυρμήγκια;

  • Στου λαχταρ'σμένου του κουπάδ' τα ντιλιμπάσκα τα πρό'τα θα λάβεις μπρουστά...(Γιάννης Πιστόλας)
  • Και γαλάτα και μαλάτα και τ΄αρνιά θυλ΄κά....(Σταύρος Σιούτης)
  • Το αίμα νερό δεν γίνεται, κι αν γίνει δεν θολώνει....(Στ. Σιούτης)
  • Η τιμή, τιμή δεν έχει κι άξιος όποιος την έχει....(Στ. Σιούτης)
  • Η ντροπή βαστάει τον άνθρωπο κι η μαγκούρα το διαβάτη (Σιούτης)
  • Από μιτρημένα τρώει ου λύκους....(Γιώργος Κολοβός)