portraita

kentriki mpara

..
Η εφήμερη Αρχιτεκτονική των νομάδων
στα Οικομουσεία των Βαλκανίων
..


ΜΑΝΟΣ ΜΙΚΕΛΑΚΗΣ
Αρχαιολόγος, Υπ. Δρ Ε.Μ.Π.

Η εφήμερη αρχιτεκτονική των νομάδων ανατρέχει στη Νεολιθική αρχιτεκτονική παράδοση, η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από την παρουσία της μετα –σκελετικής διάρθρωσης και τη χρήση κλαδιών και λάσπης. Η ανασκαφή του Νεολιθικού τόπου του Δισπηλιού στην Καστοριά και η ανακατασκευή του χωριού ως οικομουσείου αποτέλεσε αφενός την εμπειρική πραγμάτωση των υποθέσεων εργασίας και των ευρημάτων της αρχαιολογικής έρευνας και αφετέρου την ανασύνθεση όλων των δεδομένων προς ένα κοινό στόχο, την ερμηνεία και κατανόηση της εφήμερης κληρονομιάς.

Η ανακατασκευή ενός τυπικού νομαδικού χωριού στο Γυφτόκαμπο, στα Ζαγόρια και του Μουσείου των Σαρακατσάνων στις Σέρρες από τοπικούς τεχνίτες και το πειραματικό εθνο-αρχαιολογικό πρόγραμμα της Σαρακινής ερμηνεύουν αυτή την παράδοση μέχρι τον καιρό μας. Το άρθρο, επίσης, εξετάζει αυτές τις εφήμερες κατασκευές μέσα σ’ ένα ευρύ πεδίο: τυπολογική διερεύνηση, ιστορία και θεωρία αρχιτεκτονικής. Το ζήτημα της προέλευσης της πρωτόγονης καλύβας υφίσταται στην αρχιτεκτονική θεωρία από την εποχή του Βιτρούβιου, αλλά μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού είχε διερευνηθεί μέσα από μια αμιγώς εξελικτική αντίληψη, ως το σημείο εκκίνησης της αρχιτεκτονικής. Ο σκοπός των αναφορών αυτών είναι να αναγνωρίσουν την συνθετότητα των έργων ανακατασκευής στο σώμα της αρχιτεκτονικής θεωρίας.

Το βασικό ζήτημα είναι, λοιπόν, τόσο η ιστορία όσο και η αρχιτεκτονική. Η Χάρτα της Βενετίας για τη Συντήρηση και την Αποκατάσταση των Μνημείων και των Τόπων (1964) δεν υποδείκνυε την ανακατασκευή ενός ιστορικού τόπου ή κτιρίου. Σήμερα για ιστορικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους αρκετά προγράμματα ανακατασκευής έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα (Στοά Αττάλου, Χάνι της Γραβιάς, Κωδωνοστάσιο της Αγίας Φωτεινής-Νέα Σμύρνη, ο Θησαυρός των Αθηναίων –Μαραθώνας, κλπ.). Η υπόθεση είναι ότι η ανακατασκευή της αρχιτεκτονικής για εκπαιδευτικούς ή ιστορικούς λόγους -στα οικο-μουσεία ή στους αρχαιολογικούς τόπους- πρέπει να ταυτιστεί, μέσω αρχαιολογικής έρευνας, και να λειτουργήσει με τα υλικά και την τεχνολογία που χρησιμοποιούντο στο παρελθόν. Όπως είπε ο Walter Benjamin ‘‘η παρουσία του αυθεντικού είναι το προαπαιτούμενο της αυθεντικότητας’’.Ο ανακατασκευασμένος πολιτιστικός πόρος θα ‘‘υποδύεται’’ τις αρχιτεκτονικές αξίες του αυθεντικού, όπως η τεχνολογία κατασκευής, η τυπολογία, η μορφολογία, οι αισθητικές αρετές, κλπ. 





Η ΚΛΑΔΟΠΛΕΚΤΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

Ο νομαδισμός και ο νομαδικός βίος είναι παγκόσμια και διαχρονικά φαινόμενα, τα οποία συνδέονται με διάφορα οικονομικά συστήματα, όπως η συλλεκτική ή θηρευτική οικονομία, η αλιεία, η κτηνοτροφία και το εμπόριο. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η διαμόρφωση πρόχειρων καταλυμάτων (καλύβες) από φθαρτά υλικά (κλαδιά, καλάμια, ψάθες, κ.ά.), η απουσία ιδιόκτητης γης και η μετακίνηση -κατά ομάδες- οικογενειών. Οι κλαδόπλεκτες καλύβες των ελληνικών νομαδικών πληθυσμών, όπως αναγνωρίζονται από την αρχαιολογική, εθνογραφική και ανθρωπολογική έρευνα, αναδεικνύουν κοινά μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά.

Οι ανασκαφές σε προκεραμεικούς νεολιθικούς οικισμούς στην Ελλάδα αποκάλυψαν ίχνη από την «εφήμερη» αυτή αρχιτεκτονική, όπως δάπεδα, ορύγματα σκαμμένα σε μικρό βάθος, οπές για πασσάλους, πηλοκονιάματα με αποτυπώματα από τους κλαδόπλεκτους αρμούς, επιτρέποντας έτσι την ανασύνθεση της κατασκευαστικής δομής  των πρώτων αυτών κατοικιών. Το σχήμα τους ήταν συνήθως ελλειπτικό, σπανιότερα ορθογώνιο και όλη η κατασκευή, δηλαδή πλευρικά τοιχώματα και στέγη ήταν πλεκτά από κλαδιά, καλάμια και ξύλα. Ο χώρος αυτός ήταν, ουσιαστικά, το κεντρικό στεγασμένο σημείο ενός ευρύτερου ζωτικού και «σημαίνοντος» χώρου, της «υπαίθρου», στην οποία κάλυπτε τις πολλαπλές δραστηριότητες του.

Στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας (στ. 589) και Ξ της Οδύσσειας (στ. 5-17, 20-26) όπου περιγράφεται η ασπίδα του Αχιλλέα και το χοιροστάσιο του Οδυσσέα, αναφέρονται οι σκεπαστές καλύβες και το έμπλεκτο σύστημα κλαδιών της στέγης. Οι φιλολογικές πηγές επιβεβαιώνουν την αδιάσπαστη αλυσίδα της νομαδικής και ημι-νομαδικής προβατοτροφίας στον ελλαδικό χώρο, η οποία σήμερα αναγνωρίζεται μέσα από τις έμπρακτες συνδηλώσεις της, τα νεότερα κονάκια των σαρακατσάνικων πληθυσμών. 





Η «κλαδόπλεκτη οικοδομική» των Σαρακατσάνων βασιζόταν στην κατασκευαστική διαίσθηση και τις εμπειρικές γνώσεις, ώστε να έχουν διαμορφωθεί περιγραφικές οδηγίες για το τι πρέπει να γίνεται. Βασικά κριτήρια επιλογής για την επιχειρησιακή της πραγμάτωση ήταν ο περιορισμένος χρόνος κατασκευής, η μικρή διάρκεια ζωής εξαιτίας της προσωρινής εγκατάστασης, τα διαθέσιμα υλικά, οι κλιματολογικές συνθήκες στους ορεινούς όγκους όπου διέμεναν, οι λειτουργικές ανάγκες και τέλος, οι ισχυροί εθιμικοί κανόνες. Οι απαιτήσεις χρήσης περιλάμβαναν όχι μόνο τους χώρους κατοικίας, αλλά και άλλες συμπληρωματικές εγκαταστάσεις για τα ζώα (γιδοκάλυβα, προβατοκάλυβα, μαντρί, τσάρκος), στέγαστρα, φράκτες, κ.ά.

Η περιοδική τους εγκατάσταση στα ορεινά βοσκοτόπια συναρτήθηκε με το «τσελιγκάτο», ένα ιδιαίτερο σύστημα κοινωνικής και οικονομικής συγκρότησης. Αποτελούσε, ουσιαστικά, μια ομάδα οικογενειών με προστατευτικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα, που εκμεταλλεύονταν «συνεταιριστικά» τα προϊόντα παραγωγής των ποιμένων. Κύτταρο της ποιμενικής αυτής κοινωνίας ήταν το κονάκι. Η τυπολογική προσέγγισή του, όπως επιχειρείται στην παρούσα μελέτη, αναφέρεται περισσότερο σ’ ένα σύνολο χαρακτηριστικών, τα οποία χαρακτηρίζουν ομοειδείς κατασκευές, ως χωρικές εκδηλώσεις κοινών γενετικών αρχών και ιδεών. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο βασικούς τύπους, οι οποίοι αναφέρονται σε κατασκευές με ομοειδή μορφικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά: α)το στρογγυλό ή κυκλικό καλύβι, το οποίο καταλήγει σε κωνικό θόλο και β) την παραλληλόγραμμη καλύβα με δίρριχτη στέγη.


Η ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΑΛΥΒΑ





Τα δύο βασικά κατασκευαστικά στοιχεία που συνθέτουν το τεχνολογικό «know-how» της κυκλικής καλύβας  είναι το στεφάνι, το οποίο εξασφαλίζει την ισορροπία και τη στερεότητα της όλης κατασκευής και ο σκελετός από πλεγμένα κλαδιά. Στην ήδη οριοθετημένη κυκλική κάτοψη της καλύβας στηρίζονται κάθετα στοιχεία («μπουχτάρια»), τα οποία θα αποτελέσουν ουσιαστικά τα εξωτερικά της τοιχώματα. Η κάλυψη με τον κωνικό θόλο επιτυγχάνεται με την «κατσούλα», μια σύνθετη κατασκευή η οποία αποτελείται από το στεφάνι και πλέγμα ακτινωτών κλαδιών. Στη συνέχεια η «κατσούλα» τοποθετείται με μια μακριά ξύλινη φούρκα στο κέντρο της καλύβας, απ’ όπου συνδέονται οι ακτινωτές κλάδοι της στεφάνης με τους πασσάλους του σκελετού. Ακολουθεί η ολοκλήρωση του δομικού σκελετού, με τη στερέωση του με οριζόντιες ζώνες λεπτών κλαδιών. Πρόκειται ουσιαστικά για μεγάλα στεφάνια αλληλεπίθετα από τη βάση ως την κορυφή. Τελικό στάδιο είναι η πλήρωση του με φυλλώματα, κλαδιά και στρώσεις από θάμνους με φυσικά δεσίματα σε δύο στρώσεις, από το έδαφος προς την κορυφή της καλύβας. Η σκιαγράφηση της πραγμάτωσης της, όπως επιχειρήθηκε παραπάνω, ανέδειξε ουσιαστικά την εσωτερική δομή της κατασκευής. Αν στο επίπεδο της τεχνικής συναρτήθηκε με τις τεχνικές της ύφανσης (ιδιαίτερα της καλαθοπλεκτικής-ψαθοπλεκτικής), το νοητικό υποστήριγμα θα μπορούσε να αναζητηθεί στην κατασκευή ενός καλαθιού. Το στερέωμα των στημονιών στο «σταυρό» της βάσης, το γύρισμα και η ολοκλήρωση του πάτου, το πλέξιμο του στεφανιού και του σώματος του αποτελούν τα βασικά στάδια μιας κλαδόπλεκτης κατασκευής. Ωστόσο ερμηνεύοντας την προέλευση-σύλληψη αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου, πέρα από οποιεσδήποτε κατασκευαστικές αρχές, δεν πρέπει να παραβλέψουμε το πλέγμα των πολιτιστικών δομών  απ’ όπου προέρχεται. Η προτίμηση στο κυκλικό σχήμα, μολονότι δεν έχει επαρκώς ερμηνευτεί, θα πρέπει να εμπεριέχει θρησκευτικούς, μεταφυσικούς ή εμπειρικούς συλλογισμούς.




Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΗ ΚΑΛΥΒΑ 
ΜΕ ΔΙΡΡΙΧΤΗ ΣΤΕΓΗ




Η παραλληλόγραμμη καλύβα με δίρριχτη στέγη («καλυβόσπιτο») αποτελεί τον δεύτερο τύπο της σαρακατσάνικης αρχιτεκτονικής, ο οποίος εχρησιμοποιείτο για αποθήκη, μαντριά, σχολείο, στάβλο, τυροκομείο («μπαντζός») και άλλες καθημερινές χρήσεις. Είναι μια πολύπλοκη κατασκευή με ορθογώνια κάτοψη, κάθετα τοιχώματα και δίρριχτη στέγη. Ο τύπος αυτός χαράσσεται στο έδαφος σύμφωνα με τις επιθυμητές διαστάσεις και οριοθετείται με την τοποθέτηση «φουρκών» - υποστυλωμάτων στις τέσσερις γωνίες και στο μέσο των μικρότερων πλευρών. Ανάλογα με το μέγεθος της εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία. Ο υπόλοιπος σκελετός συναρμολογείται: α) με την τοποθέτηση στις δύο ψηλότερες κεντρικές φούρκες των στενών πλευρών ενός κορμού, ο οποίος θα διαμορφώσει την δίρριχτη στέγη, β) τη συμπλήρωση του σκελετού με την τοποθέτηση σειράς κορμών ώστε να σχηματίζουν ένα ορθογώνιο παράλληλο με την οριοθετημένη κάτοψη, γ) τη διαμόρφωση των αετωμάτων της στέγης με τραβέρσες, δ) και τον εμπλουτισμό του «χωροδικτυώματος» με σειρά οριζόντιων στοιχείων. Η δίρριχτη στέγη, ως πρόχειρο υφαντό στέγαστρο για τη διανυκτέρευση του καραβανιού των νομάδων κατά τη διάρκεια της πορείας από τα χειμαδιά στα ορεινά και αντίστροφα, αναγνωρίζεται επίσης σε μια άλλη εφήμερη κατασκευή, την «τσιατούρα» - υφασμάτινο στέγαστρο-σκηνή. 





Η εξέλιξη της ανθρώπινης κατοικίας, από την κυκλική στην ορθογώνια καλύβα, όπως αναγνωρίζεται από τα ανασκαφικά ευρήματα, τη στρωματογραφία, τις εθνογραφικές και ανθρωπολογικές παρατηρήσεις και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής έχει αποτελέσει πεδίο διαφορετικών και πολλές φορές αντικρουόμενων θέσεων. Η Αγγελική Χατζημιχάλη  ήταν από τους πρώτους μελετητές που επιχείρησε να διαμορφώσει μια τυπολογία της κατοικίας των Σαρακατσάνων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ξεκινώντας από το κυκλικό καλύβι, το ορθό ή τουρλωτό καλύβι οδηγείται ολοφάνερα στον ενδιάμεσο τύπο της καλύβας, τον ωοειδή και στο μονό ά-διπλα καλύβι. Από τον μεταβατικό τούτο τύπο προχωρεί φυσιολογικά και ξεκάθαρα στη διαμόρφωση της παραλληόγραμμης αψιδωτής καλύβας με τη δίρριχτη σαμαρωτή στέγη, στο μεγάλο και διπλό ά–διπλα καλύβι, στο γενετικό τύπο δηλαδή του λιθόχτιστου στενομέτωπου ή πλατυμέτωπου σπιτιού της νεοελληνικής κατοικίας με τη δίρριχτη ή και τετράρριχτη στέγη». Ο Γ.Β.Καββαδίας αναφερόμενος κριτικά στην παραπάνω υπόθεση επισημαίνει ότι «η τελειοποίηση ενός πράγματος που ήδη υπάρχει, με τα ίδια στοιχεία είναι δυνατή. Η μεταμόρφωση όμως, η ανανέωση της διαδικασίας της κατασκευής, δηλαδή μια ολοκληρωτική αλλαγή αντίληψης, προϋποθέτει την εφεύρεση ή το δανεισμό μιας τεχνικής, αν όχι την διαλεκτική μείξη του πολιτισμού. Ανάμεσα στην κυκλική καύβα και την παραλληλόγραμμη υπάρχει μια τέτοια απόσταση, ώστε δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί η δεύτερη εξέλιξη της πρώτης».

Προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι αν ο επιχειρησιακός χαρακτήρας της παρέμβασης του ανθρώπου για τη δημιουργία καταφυγίου συναρτάται με τα μέσα, την προγραμματιζόμενη μέθοδο δράσης και τη σκοπιμότητα των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται, ο τύπος της ορθογώνιας χορτόπλεκτης δίρριχτης καλύβας δεν συναρτάται με την αντίστοιχη κωλουροκωνική κατασκευή, αλλά εισάγει το κατασκευαστικό - τεχνικό σύστημα της δοκού επί στύλου. Ο σχεδιασμός ενός φέροντα οργανισμού καθοδηγείται αντίστροφα από την ανάγκη γεφύρωσης κάποιου ανοίγματος, καθώς επιλέγονται πρώτα οι βασικοί φορείς της κατασκευής και κατ’ επέκταση ο κάνναβος των υποστυλωμάτων για την ασφαλή μεταφορά των φορτίων. 






Η αρχαιολογική και εθνογραφική προσέγγιση της κλαδόπλεκτης αρχιτεκτονικής συνδέει τα αποσπασματικά, συνήθως, υλικά κατάλοιπα με ερμηνείες που αφορούν στις έννοιες της πολιτιστικής αλλαγής, της χρήσης ή της τεχνολογίας. Η κατανόηση της σχέσης αρχιτεκτονικής – τεχνολογίας – περιβάλλοντος - πολιτισμικών παραγόντων επιτυγχάνεται επίσης μέσα από περιπτωσιολογικές μελέτες πειραματικής αρχαιολογίας, όπως αυτές στο οικομουσείο του Δισπηλιού και στη Σαρακηνή. Η πειραματική εφαρμογή, ως άσκηση ανασκαφικής τεκμηρίωσης, προσδιόρισε παράλληλα με τη σημασία καταγραφής και ερμηνείας συγκεκριμένων κατασκευαστικών λεπτομερειών, την ανάγκη μιας διεπιστημονικής ερμηνείας των ζητημάτων της τυπολογίας, καθώς δεν συνιστούν πάντα ζητήματα κάποιας πολιτιστικής αλλαγής ή παράδοσης αλλά και υλικές πραγματώσεις συγκεκριμένων τεχνικών λύσεων. Η ευσύνοπτη παρουσίαση των συμπερασμάτων της έρευνας διαφορετικών επιστημών σ’ ένα κοινό πρόβλημα, αναδεικνύει ένα σύνολο διαφορετικών ή ομοειδών θεωρήσεων, οι οποίες εμπλουτίζουν το νόημα των ανθρώπινων πράξεων.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της προέλευσης της αρχιτεκτονικής από την πρωτόγονη καλύβα εμφανίζεται ήδη από τα πρώτα εγκαθιδρυτικά κείμενα αρχιτεκτονικής θεωρίας. Ο Βιτρούβιος στο πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου του, «Περί Αρχιτεκτονικής» προσδιορίζει δύο βασικές παραμέτρους του θεωρητικού αυτού προβλήματος: την προέλευση της αρχιτεκτονικής μέσα από μια εξελικτική διαδικασία μίμησης της φύσης και την επινόηση των αρχών της με την διανοητική επεξεργασία των μορφών σε συνάρτηση με την εξελισσόμενη τεχνική γνώση. Η πρώτη αρχιτεκτονική πράξη, όπως ερμηνεύεται, παρά τον αρχικό μιμητικό της χαρακτήρα, σταδιακά οδηγείται στην αφηρημένη επεξεργασία των φυσικών μορφών σε στοιχεία με λειτουργική και κατασκευαστική σημασία. Στη συνέχεια το ανθρώπινο πνεύμα εμφανίζεται να ολοκληρώνει αμιγώς τεκτονικές μορφές, όπως η δίρριχτη καλύβα.

Η αναγέννηση του κλασικού κόσμου επανέφερε στην επιστημολογία και την αρχιτεκτονική θεωρία το ζήτημα της αρχετυπικής καλύβας. Ο Filarete  ερμήνευσε τη θεωρία των απαρχών της αρχιτεκτονικής μέσα από τη χριστιανική παράδοση, οριοθετώντας την στο διωγμό του Αδάμ από τον Παράδεισο. Μέσα από μια σειρά από σχέδια – απεικονίσεις, διατυπώνει την υπόθεση ότι η φυσική ανάγκη του ανθρώπου για καταφύγιο οδήγησε τον Αδάμ στην δημιουργία ενός τεχνητού καταφυγίου για να προφυλαχτεί από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Η φυσική του αντίδραση στη βροχή για την εξασφάλιση ενός προσωρινού στέγαστρου με τα χέρια, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη διαμόρφωση ενός καταλύματος με κλαδιά και φύλλα με τη μορφή τέντας – σκηνής. Σταδιακά αυτό εξελίχθηκε στην αρχετυπική καλύβα από τέσσερις κορμούς δέντρου η κλαριά με διχαλωτές απολήξεις και την δίρριχτη στέγη από ξύλο, καλάμια και φύλλα. 






Ο κορμός αυτός αποτέλεσε σύμφωνα με τον Filarete το πρότυπο για τον κίονα καθώς η μέτρηση και οι αναλογίες του έγιναν ως προς το ανθρώπινο σώμα. Ο “ανθρωπομορφισμός” αυτός αποτελεί ουσιαστικά διατύπωση των αφηρημένων εννοιών της αναλογίας και του ρυθμού με πρότυπο το ανθρώπινο σώμα, ως δυναμική μονάδα (module) των διαστάσεων του περιβλήματος. Στο πλαίσιο αυτό ο Gherardo Spini  προσδιόρισε σχεδιαστικά την εξέλιξη των τεκτονικών στοιχείων της πρώϊμης καλύβας στα επιμέρους στοιχεία του δωρικού ρυθμού.

Στους δύο επόμενους αιώνες (17ος -18ος αιώνας) οι επιστημονικές ταξινομήσεις και ανακαλύψεις των Linne, Buffon, Newton, Giordano Bruno, Descartes, Bacon, κ.ά ανίχνευσαν τις προελεύσεις όλων των φαινομένων και τη θεμελιώδη συγκρότηση και συνάρθρωση των επιμέρους χαρακτηριστικών τους. Η θεωρία της αρχικής προέλευσης της αρχιτεκτονικής απο την πρωτόγονη καλύβα βρήκε νέους υποστηρικτές, με κύριους εκπροσώπους τον Francois Blondel και τον αββά Laugier. Η ταξιδιωτική εμπειρία εμπλούτισε μέσα από συγκεκριμένες περιπτωσιολογικές αναφορές τη θεωρία των απαρχών με επιχειρήματα και διαπιστώσεις. Ενδεικτικά αναφέρονται οι πραγματείες των Juan Caramuel de Lobkowitz με αναφορές στις δυτικές Ινδίες ή του Francois Frezier. Ανάλογη ως προς το περιεχόμενο και την επιχειρηματολογία είναι η διαπραγμάτευση του θέματος και από τους Sir W. Champers, Fransesco Milizia, Freart de Chambray. H προσέγγιση τους εισήγαγε στην υπάρχουσα θεωρία ιστορικές ή πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, όπως η προέλευση της αρχιτεκτονικής από τους Αιγύπτιους (Champers), η διάκριση δύο βασικών κατασκευαστικών αρχών (ελληνικός, γοτθικός ρυθμός) οι οποίες ανάγονται στην πρωτόγονη καλύβα και το δάσος αντίστοιχα (Milizia). 
Ολοκληρώνοντας, η ευσύνοπτη επισκόπηση της θεωρίας της αρχιτεκτονικής στο ζήτημα της προέλευσης της από τη πρωτόγονη καλύβα, αναδεικνύει μια βασική επιστημολογική αρχή που χαρακτηρίζει όλες τις ερμηνευτικές επιστήμες, “την αρχή του ενδεχόμενου”. Η ιστοριογραφία, η αρχαιολογία, ή η εθνολογία θεμελιώνουν έτσι τις προσεγγίσεις τους, βάση της μεθοδολογίας που κάθε μια έχει καταρτίσει, σε μια υπόθεση εργασίας. Και όπως αναφέρει ο F. Braudel τα συμπεράσματα θα συζητηθούν, θα αναθεωρηθούν, θα αντικατασταθούν από άλλα… έτσι βαδίζει και έτσι οφείλει να βαδίζει η ιστορία”. 





Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΑΔΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Το αυξημένο ενδιαφέρον για την εφήμερη αρχιτεκτονική και την παράδοση των νομάδων οδήγησε στη διαμόρφωση πολιτιστικών πόρων, οι οποίοι ερμηνεύουν στο πλαίσιο της τουριστικής βιομηχανίας την πλούσια αυτή πολιτιστική κληρονομιά.

􀂃 Το Οικομουσείο του Δισπηλιούεπιχειρεί να αναπαραστήσει το τμήμα ενός νεολιθικού παραλίμνιου οικισμού, του μικροπεριβάλλοντός του, αλλά και της ανθρώπινης δραστηριότητας σ’αυτό, συνιστώντας μια καινοτόμο, για τα ελληνικά δεδομένα ανασκαφική και μουσειολογική προσέγγιση για την ερμηνεία και αξιοποίηση μιας προϊστορικής θέσης. Η διαμόρφωση του αποτέλεσε αφενός την εμπειρική πραγμάτωση των υποθέσεων εργασίας και των ευρημάτων της αρχαιολογικής έρευνας και αφετέρου την ανασύνθεση όλων των δεδομένων προς ένα κοινό στόχο, την ερμηνεία και κατανόηση της εφήμερης κληρονομιάς.

􀂃 Η Σαρακατσάνικη Στάνη στο Γυφτόκαμπο, η οποία ολοκληρώθηκε το 1995 και αποτελεί τόπο συγκέντρωσης της Αδελφότητας Σαρακατσάνων Ηπείρου, συγκροτήθηκε ως ένα υπαίθριο εθνογραφικό μουσείο, στο οποίο αποδίδονται όψεις ενός τυπικού νομαδικού οικισμού με τα κονάκια, τα μαντριά, τη στρούγκα, το μπατζαριό, κ.ά.

􀂃 Τέλος, στο Λαογραφικό Μουσείο των Σαρακατσάνων στις Σέρρες επιχειρείται, μέσα από την ανακατασκευή και συμπληρωματικό εποπτικό υλικό, να παρουσιαστεί η τυπολογία των κλαδόπλεκτων καλυβιών και οι χρήσεις τους.
Κοινό χαρακτηριστικό των προαναφερθέντων οικομουσείων είναι η ανακατασκευή της νομαδικής αρχιτεκτονικής με ερμηνευτική και λειτουργική συνοχή. Η ανακατασκευή, ως μουσειολογικό εργαλείο για την έκθεση και ερμηνεία της κληρονομιάς στον επισκέπτη, θα πρέπει να αναλυθεί μέσα από μια σημειολογική προσέγγιση, ως μέσο-μήνυμα. Στον πυρήνα κάθε πράξης επικοινωνίας υπάρχει το κείμενο, ένα σύνολο από σημεία, τα οποία χάρη στη διαδοχή τους αποκτούν ένα νόημα. Άυλα στοιχεία του κειμένου αυτού είναι η θεματική -περιεχόμενο, η ποιητική -αισθητικά, νοητικά μέσα και η ρητορική -στρατηγικές πειθούς.

Η θεματική των προαναφερθέντων πόρων συνίσταται στην έμπρακτη υλοποίηση στο χώρο των συμπερασμάτων της έρευνας σχετικά με την οργάνωση και κατασκευή του νομαδικού οικισμού (λιμναίος προϊστορικός οικισμός, Σαρακατσάνικη Στάνη), την οικονομία και τις δραστηριότητες των κατοίκων. Οι στόχοι αυτοί προσδιορίζονται και διαμορφώνονται σε συνεκτικές αφηγήσεις μέσα από μια ποικιλία ποιητικών και ρητορικών μέσων. Αν η ποιητική αφορά στα αισθητικά και νοητικά μέσα που χρησιμοποιούνται, στα οικομουσεία αυτά σκηνοθετούνται μικρές σκηνές από την καθημερινή ζωή. Μια ανολοκλήρωτη καλύβα αφηγείται την οικοδομική τεχνολογία και τις τεχνικές της, σκηνές της καθημερινής ζωής ακινητοποιημένες στο α-χρόνο, περιγράφουν τις παραγωγικές διαδικασίες, αλλά και όψεις της καθημερινής ζωής. Σχετικά με τις ρητορικές της πειθούς, η παιδαγωγική μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι αποκλειστικά η παρατήρηση. Η απουσία εμψυχωτών σε συνάρτηση με την κατάτμηση της πραγματικότητας σε α-χρονικές στιγμές, επιτρέπουν στον επισκέπτη την ελεύθερη και προσωπική ερμηνεία του θέματος. Το κείμενο που αναδεικνύεται είναι πολυσήμαντο, καθώς εξαρτάται από το γνωστικό επίπεδο, την οξυδέρκεια και την παρατηρητικότητα του επισκέπτη. Σε κάθε περίπτωση όμως “ταξιδεύει” στο α-χρόνο μιας προϊστορικής η νεότερης εγκατάστασης, συμμετέχοντας σε μια μοναδική παιδευτική διαδικασία. 






Το Μουσείο των Σαρακατσάνων στις Σέρρες, με εκθέματα που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές στεγάζει πια μόνιμα και αποκαλύπτει το παλίμψηστο μιας παράδοσης που έχει χαθεί. Η ανακατασκευή σε φυσικό μέγεθος διαφόρων λειτουργικών τύπων της παραδοσιακής καλύβας και η αναπαράσταση με κούκλες όψεων της καθημερινής ζωής από το τυροκομείο και την κουζίνα, επιτρέπουν στον επισκέπτη την ανασύνθεση και κατανόηση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Η θεματολογία του αναδεικνύει την γυναικεία οικιακή οικονομία από την επεξεργασία του μαλλιού ως την ύφανση στον αργαλειό, την κεντητική και τα μοναδικά χειροτεχνήματα τους.

Διευρύνοντας το πεδίο έρευνας, η επισκόπηση της αγροτικής ή νομαδικής αρχιτεκτονικής των Βαλκανίων, αναδεικνύει ομοειδείς διανοητικές και κατασκευαστικές αρχές, καθώς η ανθρώπινη σκέψη κινείται ομότροπα σε δεδομένα φυσικά και τεχνικά συστήματα. Παράλληλα προς τις αμοιβαίες πολιτισμικές ανταλλαγές ανάμεσα στις χώρες της Βαλκανικής, όπως διαγράφονται σε διάφορα επίπεδα (υλικά, τεχνικές κατασκευής, πολιτισμικές δομές, κ.ά.), κάθε χώρα ή περιοχή κατέθεσε τη δική της φυσιογνωμία.

Στα Εθνογραφικά Μουσεία του Sirogojno και του Trsic της Γιουγκοσλαβίας ή στο Μουσείο Αρχιτεκτονικής στο Maramures της Ρουμανίας έχουν ανακατασκευαστεί, συντηρηθεί η αναβιώσει όλοι οι τύποι της κλαδόπλεκτης αρχιτεκτονικής. Η επινοημένη αυθεντικότητα των πόρων που παρουσιάστηκαν, ζητούμενο της σύγχρονης τουριστικής αγοράς, συνέβαλε ουσιαστικά στην αναίρεση δύο βασικών σημασιολογικών χαρακτηριστικώv της κλαδόπλεκτης αρχιτεκτονικής. Απέκτησε διάρκεια και μονιμότητα. Ωστόσο η αυθεντικότητα πέρα από μια κοινωνικά κατασκευασμένη και διαπραγματεύσιμη έννοια, θα πρέπει να προσδιοριστεί και ως αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου για την ανάκτηση ενός εσωτερικού δεσμού με μια παράδοση που με ραγδαίους ρυθμούς χάνεται ανεπιστρεπτί. 





ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ / ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ  
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ

H περιπτωσιολογική εξέταση της κλαδόπλεκτης αρχιτεκτονικής των νομάδων και η διαχείριση της στο πλαίσιο της πολιτιστικής βιομηχανίας ανέδειξε μια σειρά από ζητήματα που αναδεικνύουν τον σημαίνοντα ρόλο του αρχιτέκτονα στο δίπολο αρχιτεκτονική/ πολιτιστική κληρονομιά – τουρισμός:

􀂃 Οι αρχές και η δεοντολογία των επεμβάσεων στα ιστορικά μνημεία ήδη από τον 19ο αιώνα έχουν να επιδείξουν ένα πλούσιο corpus ερμηνευτικών και εφαρμοσμένων προσεγγίσεων: από την αναζήτηση της στυλιστικής ορθότητας και της επιστημονικής αλήθειας του 19ου αιώνα, στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας του μνημείου με τη διάκριση των φάσεων και τη χρήση του αυθεντικού υλικού τον 20ο αιώνα. Η έννοια της ολοκληρωμένης προστασίας εισάγει στον 21ο αιώνα το σεβασμό της παρούσας εικόνας του μνημείου και την επέμβαση σ’ αυτό με γνώμονα το αναγκαίο και ηθικά σωστό και όχι το δυνατό.

􀂃 Τα οικομουσεία του Δισπηλιού και της Σαρακατσάνικης στάνης αναδεικνύουν την ανακατασκευή, ως εφαρμοσμένο εργαλείο «διαχείρισης» της κληρονομιάς. Η εναλλακτική αυτή στρατηγική έχει εφαρμοστεί στην Ελλάδα σε ποικίλα πολιτισμικά αναπτύγματα, όπως αρχαιολογικούς χώρους (Κνωσός, Στοά του Αττάλου, Θόλος Δελφών, Οικομουσείο Δισπηλιού, Μαραθώνας, κ.ά.) ή κτήρια ιστορικής σημασίας  (Χάνι Γραβιάς, Κωδωνοστάσιο Αγ. Φωτεινής Νέας Σμύρνης, κ.ά.). Η συμβολή της στη διατήρηση των συγκινησιακών και πολιτιστικών αξιών του μνημείου είναι αδιαμφισβήτητη. Ως τέτοιες μπορούμε να εκλάβουμε την αισθητική, καλλιτεχνική, χρηστική και ιστορική του αξία ως τοποσήμου.

􀂃 Ως αρχιτεκτονική, ωστόσο, πρακτική, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζεται σε αρχαιολογικούς χώρους, αποσκοπώντας στην πληρέστερη «ερμηνεία» του για τον επισκέπτη, απαιτεί τον προσδιορισμό συγκεκριμένων μεθοδολογικών και αξιακών κριτηρίων. Η περιπτωσιολογική εξέταση του Οικομουσείου του Δισπηλιού και του προγράμματος πειραματικής αρχαιολογίας στη Σαρακηνή επισημαίνει ότι η εθνοαρχαιολογική, ιστορική ή θεωρητική μελέτη του υπό ανακατασκευή οικοδομήματος διαφοροποιείται σημαντικά απο την πειραματική και εφαρμοσμένη υλοποίησή του. Η εμπειρία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις ανέδειξε τη διάσταση αυτή, επισημαίνοντας τη σημασία της λήψης αποφάσεων στις επιμέρους φάσεις του έργου (επιλογή θέσης, υλικών, εργαλείων, οικοδομικής τεχνολογίας, κ.ά.) για τη διαμόρφωση των επιμέρους χαρακτηριστικών του. Έτσι η ανακατασκευή, όταν επιχειρείται ιδιαίτερα σε μνημεία και πολιτιστικούς πόρους, οφείλει να γίνεται με σεβασμό στις πολιτιστικές αξίες του μνημείου, οι οποίες δεν μεταβιβάζονται. Η αρχαιολογική του αξία και η αρχιτεκτονική του ποιότητα, ως ένα σύνολο οικοδομικών πρακτικών και πολιτισμικών συνιστωσών, αποτελούν ιδιότητες άμεσα συναρτώμενες με την υλική παρουσία του μνημείου και είναι αυτές που το καθιστούν εξαιρετικά σημαντικό για τη διατήρηση ή αποκατάστασή του. Η ανακατασκευή, όπου αυτή επιχειρείται -για λόγους κυρίως ερμηνευτικούς, παιδαγωγικούς, τουριστικούς, κ.ά- οφείλει να αναπαραστήσει με πιστότητα, κατά το δυνατόν, τις ποιότητες αυτές.

􀂃 Συνακόλουθα η ανακατασκευή οφείλει να συνάδει με το αυθεντικό δομοστατικό και κατασκευαστικό σύστημα, ώστε να αποτελεί μια έμπρακτη ερμηνεία του αναπαριστώμενου μνημείου. Στο πλαίσιο αυτό θεμιτό είναι να χρησιμοποιούνται υλικά δομής αλλά και τεχνικές που να υπηρετούν την «αρχιτεκτονική κληρονομιά» του μνημείου, με έμφαση στη δυνατότητα αναστρεψιμότητας του αποτελέσματος. Η γνώση αυτή απαιτεί τη λεπτομερή τεκμηρίωση του μνημείου, μέσα από ανασκαφικά ή άλλα δεδομένα και το συσχετισμό του με αντίστοιχα η ομότιμα σωζόμενα μνημεία. Οι αρχές αυτές συνάδουν με τη σύγχρονη ιδεολογία αποκατάστασης  που εφαρμόζεται σήμερα.

􀂃 Η πολύχρονη εμπειρία από ανάλογες προσπάθειες στο εξωτερικό, σε εθνογραφικά, κυρίως οικομουσεία, είναι δυνατόν να προσπορίσει εναλλακτικές μεθόδους για τη στρατηγική αυτή. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του Ironbridge, βιομηχανικό μνημείο στο χάρτη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου ανακατασκευάστηκε για ψυχαγωγικούς λόγους ο “υλικός και ο ανθρώπινος χώρος” ενός τυπικού βικτωριανού χωριού, το Blist Hill Open – air Museum. Ο οικισμός διαμορφώθηκε με τη συντήρηση υπαρχόντων κτηρίων, την μετεγκατάσταση – μεταφορά άλλων από τις γύρω περιοχές ή την ανακατασκευή νέων με υλικά από εγκαταλειμμένο η σύγχρονο οικοδομικό υλικό. Τον υλικό χώρο συμπληρώνουν εμψυχωτές (animaters) με κουστούμια εποχής, οι οποίοι “ερμηνεύουν” όψεις από την καθημερινή ζωή ή τις τεχνικές δεξιότητες στις βιοτεχνικές εγκαταστάσεις του οικισμού. Η συμμετοχή του επισκέπτη ενέχει έτσι χαρακτήρα ψυχαγωγικό και παιδαγωγικό.

􀂃 Σ’ ό,τι αφορά στο παραγόμενο έργο, η υλική παρουσία του ανακατασκευασμένου μνημείου το καθιστά μνημείο της εποχής του, ένα κέλυφος μνήμης, μετωνυμία και έμμεση αναφορά σε κάτι οριστικά χαμένο. Η διαμόρφωση μιας βιομηχανίας θεάματος πολιτισμού -οικομουσεία- έχει αναδείξει αρκετούς υποστηρικτές αλλά και επικριτές της στρατηγικής αυτής. Ο Guy Debord  θεωρεί ότι με την ανακατασκευή διαμορφώνεται ένα θέαμα, ο Umberto Eco την περιγράφει ως ένα ταξίδι σε μια υπερ-πραγματικότητα και ο Fredric Jameson, ότι διαμορφώνει ενα ιστορικισμό που αναιρεί την ιστορία.
Ολοκληρώνοντας θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ότι κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα τείνει να μεταφέρει, να ανασχηματίζει ή να μεταμορφώνει υπερβατικές αλήθειες σε βατές στην ανθρώπινη αντίληψη μορφές. Ειδικότερα η αρχιτεκτονική, χρησιμοποιώντας στοιχεία της σύνθεσης, επιτυγχάνει την έκφραση της λειτουργικής σκοπιμότητας, με μορφή αισθητικά ενδιαφέρουσα, δομή κατασκευαστικά επαρκή και σημασία κοινωνικά και ιστορικά φορτισμένη. Έτσι το πεδίο κάθε αρχιτεκτονικής μελέτης επιδεικνύει έμμεσα η άμεσα τους αναρίθμητους δεσμούς της με το παρελθόν, μέσα από μια διαδικασία αντιπαράθεσης, μίμησης, ερμηνείας, κατανόησης και υπέρβασής του. Η μελέτη της κλαδόπλεκτης αρχιτεκτονικής των νομάδων στην εθνο-αρχαιολογία, την ιστορία και θεωρία της αρχιτεκτονικής και τη σύγχρονη ανακατασκευή της στα οικομουσεία ανέδειξε ποικίλες ερμηνείες του ίδιου θέματος και το σημαίνοντα ρόλο του αρχιτέκτονα στη σύγχρονη εποχή. Η συμβολή του στην προστασία, ανάδειξη και ερμηνεία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στους νεόκοπους πολιτιστικούς πόρους είναι σημαντική και σημαίνουσα. Γιατί όπως λέει χαρακτηριστικά μια τουρκική παροιμία, «όπου χτίζεις, φυτεύεις δένδρα».