portraita

kentriki mpara

..
Η μουσική παράδοση των Σαρακατσαναίων
..


του Κων/νου Γρηγορίου

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Το κείμενο που δημοσιεύεται, αποτελεί μέρος της πτυχιακής εργασίας που μας έστειλε ο σπουδαστής  Κων/νος Γρηγορίου με θέμα «Οι Σαρακατσάνοι και η μουσική τους παράδοση». Τον ευχαριστούμε και για την επιλογή του θέματος αλλα και για την αξιόλογη ανάλυση του. Επιφυλασσόμαστε στο μέλλον να δημοσιεύσουμε και άλλα ενδιαφέροντα εδάφια.



Στα πλαίσια της εργασίας «Οι Σαρακατσάνοι και η μουσική τους παράδοση» αναφέρονται αναλυτικά: η μουσική, τα τραγούδια και τα μουσικά όργανα τους και οι χοροί που τα συνόδευαν. Γίνεται, επίσης, αναφορά για τα ιστορικά στοιχειά των Σαρακατσάνων, δηλαδή τον τόπο καταγωγής τους, το γλωσσικό ιδιωματισμό τους, την προέλευση του όρου «Σαρακατσάνος», τα ήθη και τα έθιμα τους, την συμβίωση τους στα τσελιγκάτα, η μουσική στο γάμο, το νανούρισμα των παιδιών, τα μοιρολόγια και οι χοροί τους στην παρούσα εργασία, δίνουν στον αναγνώστη μια σαφή και λεπτομερή εικόνα των μουσικών πολιτιστικών στοιχείων της περιοχής. Τέλος αναφερόμαστε και στην σημερινή πραγματικότητα και τις προσπάθειες να κρατήσουν αναλλοίωτη τη παράδοση τους αποτελώντας ένα ζωντανό κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να αναδειχτεί μια λεπτομερής παρουσίαση πάνω στα μουσικά ακούσματα των Σαρακατσάνων παρουσιάζοντας και αναπτύσσοντας τα μουσικά δρώμενα και επεξηγώντας τα μουσικά χαρακτηριστικά τους.  Η μακρόχρονη ιστορία των Σαρακατσάνων έχει αφήσει κατάλοιπα εθίμων και παραδόσεων των παλιών χρόνων και συνεχίζει να συντηρείται και να διαδίδεται χάρη στο έργο και το μεράκι των ανθρώπων που αγαπούν την παράδοση. Σήμερα οι Σαρακατσάνοι αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της σύγχρονης παράδοσης. Κράτησαν τη μουσική τους παράδοση όσο και τη κοινωνική τους παράδοση ζωντανή μέχρι και σήμερα.

Στόχος της εργασίας είναι να δείξουμε ότι τα σαρακατσάνικα τραγούδια αποδεικνύονται πολύτιμα για τον μελετητή του σαρακατσάνικου βίου. Συνοδεύουν τις διάφορες περιστάσεις και στιγμές της σαρακατσάνικης ζωής για να προσδώσουν στ' αντίστοιχα δρώμενα (γιορτή, θυσία, αρραβώνας, γάμος κλπ.) την επισημότητα πού τους αρμόζει, για να υπογραμμίσουν ρητά ή συμβολικά τη σημασία τους, για να υπαγορεύσουν ψυχολογικά κλίματα και συμπεριφορές, για να προσθέσουν μια νότα ομορφιάς και έξαρσης σε αναγκαίες και υποχρεωτικές κοινωνικές εκδηλώσεις και δράσεις, για να θυμίσουν το παρελθόν, να τονίσουν το παρόν, να προδιαγράψουν το μέλλον.




ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

Τα σαρακατσάνικα τραγούδια τραγουδιόταν μόνο «με το στόμα», χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων και ήταν αντιφωνικά. Αυτό σημαίνει ότι έλεγε η μία παρέα τον ένα στίχο, σταματούσε, η δεύτερη παρέα επαναλάμβανε τον ίδιο στίχο και συνέχιζαν το τραγούδι οι πρώτοι. Σε κάποια γλέντια, τα τραγούδια συνόδευαν οι ήχοι της τζαμάρας και του ταψιού. Τα τραγούδια αυτά, δεν χορεύονταν. Η τζαμάρα είναι είδος φλογέρας, με τρία μέρη και παλιότερα αποτελούσε το μόνο σαρακατσάνικο μουσικό όργανο. Στα τραγούδια με το «ταψί», οι δύο παρέες τραγουδούσαν αντιφωνικά, ενώ κάποια μεγάλη σε ηλικία Σαρακατσάνα, στριφογύριζε επιδέξια το ταψί με το χέρι της, στο οποίο φορούσε πολλά δαχτυλίδια. Αυτά χτυπούσαν πάνω στο ταψί κι έτσι παραγόταν ένας αρμονικός μεταλλικός ήχος.

Εκφέρονταν από τον κορυφαίο/α και την ομάδα, ή από δύο ομάδες (συχνά ανδρών/γυναικών, με διαφορά οκτάβας) εναλλάξ και αντιφωνικά. Ο ρυθμός κρατιόταν εσωτερικά και εκφραζόταν εξωτερικά με τις χορευτικές κινήσεις των μετεχόντων. Η σαρακατσάνικη μουσική υπήρξε αυστηρά μονοφωνική. Εξαίρεση, παρουσιάζουν ορισμένες συνηχητικές εξάρσεις στα μοιρολόγια και τα "ξινίτ'κα". Οι κλίμακες στις οποίες κινείται ανάγονται σε "φυσικά" (δηλαδή όχι συγκερασμένα) διαστήματα, με ιδιαίτερη ποικιλία συνδυασμών, χαρακτηριστική του ιδιαιτέρου ύφους και ηχοχρώματος της σαρακατσάνικης μουσικής παράδοσης. Είναι (οι κλίμακες) ελλειπτικές στα πλαίσια του συστήματος των τετραχόρδων της αρχαιοελληνικής μουσικής, με ιδιάζουσες διακυμάνσεις (συναισθηματικά φορτισμένες) της οξύτητας των επιμέρους φθόγγων. Παρατηρούνται ακόμα πιο ελλειπτικές κλίμακες τρίχορδες σε ορισμένα τραγούδια, που χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης για το πλούσιο αποτέλεσμα το οποίον παράγουν. Ο ρυθμός, όπως ειπώθηκε, είναι αργός, επιβλητικός, κρατιέται εσωτερικά και εξελίσσεται με ευρηματικές διαμοιράσεις.

Κάθε πρωτοχορευτής/τρια είχε το τραγούδι του/της, το οποίο, ως κορυφαίος "τό λε'ε κι όλα". Η αναπαραγωγή της μουσικής αυτής εξασφαλιζόταν με την βιωματική συμμετοχή των νεοτέρων στις αυστηρά τελετουργικές της χρήσεις (γάμος, γκουρμπάνι, μοιρολόι) δηλαδή στα πλαίσια μιας αυστηρής συναισθηματικής-κοινωνικής αναγκαιότητας-ελευθερίας. Τα νέα στοιχεία εισέρρεαν στη σαρακατσάνικη μουσική (και στην παραδοσιακή μουσική γενικότερα) με αργούς και ελέγξιμους ρυθμούς, οι οποίοι επέτρεπαν την ομαλή αφομοίωσή τους στα πλαίσια πάντοτε ενός οξυμένου αισθητηρίου των πιο προικισμένων μουσικά ατόμων της ομάδας, πάντοτε όμως υπό την συνεχή έγκρισή της.

Στα μεταπολεμικά δεδομένα η ενότητα και η αυτοδυναμία της ομάδας τραγουδιστών-χορευτών διασπάστηκε (εκτός από τους καθοριστικούς κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες) και από την εισαγωγή μουσικών οργάνων στην εκτέλεση των σαρακατσάνικων τραγουδιών. Τα όργανα και οι ορχήστρες μπήκαν στη σαρακατσάνικη μουσική παράδοση τα νεότερα χρόνια, για καθαρά πρακτικούς λόγους, μετά την επίδραση του ραδιοφώνου και του γραμμοφώνου. Τα όργανα αυτά ήταν κλαρίνο, βιολί, λαούτο, δηλαδή όργανα κατεξοχήν (βιολί) ή καταρχήν ικανά (κλαρίνο, λαούτο) να αποδώσουν τα ιδιαίτερα μουσικά διαστήματα των σαρακατσάνικων τραγουδιών.

Σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών Σαρακατσαναίων τα πραγματικά παραδοσιακά τραγουδιόταν λεγόταν με το στόμα, αφού έλεγε ο πρώτος (συνήθως αυτός που το πρωτοθυμόταν και το ξεκίναγε) τον στίχο και η παρέα επαναλάμβανε εν χορό, και αν υπήρχε και κάποια φλογέρα πρόχειρη ίσως και κάποιος που ήξερε να την παίζει καλά να συνόδευε(συνήθως η φλογέρα έμπαινε στο διάστημα μεταξύ των στίχων για να πάρουν ανάσα ο πρωτοτραγουδιστής και ο χορός). Οι παλιοί Σαρακατσάνοι δεν είχαν κλαρίνα, αν και από όταν τα έμαθαν συνήθισαν και πλέον δεν έχουν κανένα πρόβλημα να χορεύουν συνοδεία κλαρίνων ή των άλλων οργάνων που εισήγαγαν οι δημοτικές κομπανίες. Επίσης στον παραδοσιακό τρόπο εκτέλεσής τους τα σαρακατσάνικα τραγούδια ήταν πολύ πιο αργόσυρτα. Γενικά δεν τους άρεσαν τα φανταχτερά τσιριχτά και ''κουνιστά'' πράγματα(και στον χορό και στο τραγούδημα και παντού), προτιμούσαν πιο στρωτό και σοβαρό ύφος. Αυτό έχει και πρακτική εξήγηση, δεδομένου ότι όλα τα τραγούδια έπρεπε να τραγούδιουνται από παρέα και στην περίπτωση χορευτικού τραγουδιού από τον πρωτοχορευτή, οπότε από άποψη αναπνοών αναγκαστικά δε γινόταν αλλιώς.

Τα σαρακατσάνικα τραγούδια άγγιζαν όλα τα θέματα: της ξενιτιάς, του γάμου, της αγάπης, τα περιγελαστικά αλλά και τα μοιρολόγια. Τα τραγούδια τα διακρίνουν σε αντρίκεια και γυναικεία.

Τα αντρίκεια είναι όλα όσα λένε οι άντρες στα γλέντια και στους χορούς και τα γυναικεία είναι αυτά που τραγουδάνε στο γάμο τα κορίτσια και οι νιόπαντρες όπως επίσης και όλα τα μοιρολόγια που τα ξέρουν καλύτερα απ όλες οι περασμένες και οι γριές.

Τα αντρίκεια τραγούδια τα διακρίνουν σε εκείνα που λένε γύρω από την τάβλα, φόντας τρώνε και γλεντάνε, της τάβλας, και σε εκείνα που τραγουδούν, φόντας χορεύουν τραβάνε. Τέτοια είναι πολλά όπως: Του δρόσου του καπετάνιου, Στο μνήμα του κλεύτη, Του Ρόβα κ.τ.λ

Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι οι Σαρακατσάνοι όταν χαρακτήριζαν ένα τραγούδι σαν μοιρολόι δεν εννοούσαν τα τραγούδια με πένθιμο χαρακτήρα αλλά και τα τραγούδια με αργό ρυθμό, στα οποία υμνούσαν λυπητερά τους καημούς της ξενιτιάς, της ζωής, τα κλέφτικα τραγούδια.




ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΊ ΣΤΑΘΜΟΊ ΕΞΈΛΙΞΗΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΏΝ

Είναι γνωστό ότι ο πολιτισμός είναι στοιχείο ανθρώπινης κοινωνίας εξελισσόμενο. Έτσι και η πολιτισμική ταυτότητα των Σαρακατσάνων της εν λόγω περιοχής μεταλλάχτηκε έστω και με βραδείς ρυθμούς:

Οι σημαντικότεροι σταθμοί εξέλιξης είναι :

  • Η περίοδος 1913 – 1926, που χαρακτηρίζεται από την οριστικοποίηση των εθνικών συνόρων, είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί άρχισε να διαφοροποιείται το ύφος και κυρίως η ταχύτητα εκτέλεσης των τραγουδιών, από κράτος σε κράτος. Έτσι οι Βουργαρ’νοί Σαρακατσάνοι, κράτησαν πιο αργόσυρτες μελωδίες ενώ οι Ελλαδίτες τις επιτάχυναν. Επίσης τα τραγούδια και ο χορός Έχμωρε, είναι άγνωστα στους Βουργαρ’νούς και άρχισαν να εμφανίζονται στους Ελλαδίτες μετά την περίοδο αυτή.
  • Η περίοδος 1925 – 1930, οπότε εμφανίστηκε το γραμμόφωνο. Το νέο όργανο σιγά – σιγά να αντικαθιστά και να υποκαθιστά τους τραγουδιστές, με αποτέλεσμα να διαφοροποιηθεί το μουσικοχορευτικό φαινόμενο. Επίσης το γραμμόφωνο επέβαλε μεσαίες και υψηλές ρυθμικές αγωγές με τα «εισαγόμενα» τραγούδια, νέες θεματαλογίες και πρωτόγνωρο ύφος. Έτσι τα τραγούδιά στα τρία έγιναν συρτά, άρχισαν να εμφανίζονται τα τσάμικα και να επηρεάζεται το ύφος. Ευτυχώς οι «τραγ’δ’στάδες» κράτησαν εθιμικά και τα αυθεντικά τραγούδια ώστε ακόμα και σήμερα να είναι σαφής η αντιδιαστολή. Τραγούδια αλλοτι (σ) να (αυθεντικά) και γραμμοφωνίσια.
  • Το έτος 1963, οπότε εμφανίζεται στην περιοχή η πρώτη σαρακατσάνικη κομπανία. Την  αποτελούσαν οι: Τάσος Γιαρίμης, κλαρίνο, Κώστα Χαλκιάς, βιολί, Κ. Καρακατσούλης, λαούτο, Στέργιος Τσιλιγγίρης τραγούδι. Η υπό τον Τάσο Γιαρίμη κομπανία αυτή αντικατέστησε τόσο τους «γύφτους» οργανοπαίχτες, όσο και τον περίφημο μπάρμπα – Γκόρη, λαϊκό οργανοπαίχτη της θρακιώτικής λύρας, που αποτελούσαν λύσεις ανάγκης και δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις ενός γλεντιού σαρακατσάνικου. Η πρώτη αυτή κομπανία μετεξελίχθηκε αργότερα και με τη συμμετοχή κι άλλων οργανοπαιχτών, όπως οι Σπύρος Γιαννιός και Γιάννης Κούτρας στο κλαρίνο, ο Κώστας Καραΐσκος στο βιολί έγινε ακραιφνής σαρακατσάνικη και γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Χάρις στις ικανότητες και ερμηνευτικές δυνατότητες του Τάσου Γιαρίμη, μέσω τις δισκογραφίας αλλά και της συμμετοχής στο σαρακατσάνικο γλέντι, διασώθηκε σημαντικός μέρος απ’ την σαρακατσάνικη μουσική παράδοση.
  • Η περίοδος 1965 έως και σήμερα, οπότε αρχίζουν να εμφανίζονται οι κατά τόπους Σύλλογοι Σαρακατσαναίων, καθώς και οι πρώτοι Σαρακατσάνοι επιστήμονες μελετητές της σαρακατσάνικης παράδοσης.
Τόσο το πολιτιστικό κίνημα όσο και οι Σαρακατσάνοι μελετητές, μετά από μια μεταβατική εποχή ταλαντεύσεων και αμφισβητήσεων, είναι φανερό ότι συνέβαλαν τα μέγιστα στη διάσωση και διάδοση της ταυτότητας των Σαρακατσάνων της περιοχής.




ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

Από τις παραπάνω παραπομπές βγαίνει αβίαστα θα έλεγα το συμπέρασμα πώς οι κτηνοτρόφοι είναι εκείνοι πού δημιούργησαν το λόγο – γλώσσα μα και το τραγούδι.

Η ανάγκη για έκφραση στο τραγούδι ώθησε στο να επινοηθούν τα φωνήεντα μεταξύ των συμφώνων και φθόγγων δημιουργώντας ηχητική καλαισθησία. Στους Σαρακατσάνους παρατηρούμε πώς ενώ στην καθομιλουμένη “γλώσσα” τους κάνουν ευρεία αποκοπή φωνηέντων στις λέξεις, αντίθετα στα τραγούδια τους προφέρουν όλα τα φωνήεντα των λέξεων, ούτως ώστε να μην παρατηρείται χασμωδία στα Σαρακατσάνικα τραγούδια.

Το Σαρακατσάνικο τραγούδι είναι το πρωτόγονο τραγούδι γιατί κανένα παραδοσιακό Σαρακατσάνικο τραγούδι δεν συνοδεύονταν από μουσική κάποιου οργάνου.

Όσοι γνωρίζουν τη Σαρακατσάνικη παράδοση των τραγουδιών εύκολα μπορούν να διακρίνουν τη διαδοχή συλλαβών – ήχων με μία συνεχή ροή πού προσφέρει μία ηχητική μελωδία σαν κελάρυσμα.

Η απουσία μουσικού οργάνου στα τραγούδια των Σαρακατσάνων τούς έκανε να αναπτύξουν τη φωνητική των τραγουδιών τους. Όταν οι Σαρακατσάνοι θέλουν να εκφράσουν τον ρυθμό των τραγουδιών τους χρησιμοποιούν τον όρο: ν` χό, μία λέξη πού κρύβει πολλά. Η λέξη: ν` χός, έχει προέλθει εκ παραφθοράς από τη λέξη νεροηχός. Δηλαδή ο ήχος του κελαρίζοντος τρεχούμενου νερού ήταν η αιτία δημιουργίας αυτού τού όρου μα και ότι ο ρυθμός τής ροής των ήχων – συλλαβών των τραγουδιών τους.

Οι Σαρακατσάνοι είναι οι πρώτοι πού “επόιμαναν το λόγο” καθώς λέει ο Η. Τσατσόμοιρος, οι οποίοι ακούγοντας τα τρεχούμενα νερά, όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, δημιούργησαν και το τραγούδι.





ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

Οι Σαρακατσάνοι είναι μία νομαδική κοινότητα, η οποία λάτρεψε το δημοτικό τραγούδι και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία πληθώρας τραγουδιών. Πλούτισαν έτσι το είδος και από άποψη θεματική και από άποψη ρυθμού και ήχου. Ο όρος Σαρακατσάνικα Τραγούδια αναφέρεται στα τραγούδια που δημιουργήθηκαν από τους Σαρακατσάνους, αλλά και οι διάφορες παραλλαγές άλλων πανελλήνιων τραγουδιών.

Οι Σαρακατσάνοι τραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, παρά μόνο με το στόμα. Στα σαρακατσάνικα γλέντια δεν υπήρχαν ούτε όργανα, ούτε οργανοπαίχτες. Τραγουδούσαν μόνοι τους αντιφωνικά. Δηλαδή, υπήρχαν δύο παρέες, η πρώτη έλεγε έναν στίχο και τον επαναλάμβανε η δεύτερη και αυτό συνεχιζόταν σε όλο το γλέντι.

Η γλώσσα των σαρακατσάνικων τραγουδιών είναι πάντα η Νεοελληνική. Η θεματολογία είναι ταυτόσημη με αυτήν της Ελλάδας και παρουσιάζει ιδιαίτερη συγγένεια με τις περιοχές της Πίνδου.

Επικρατεί η άποψη ότι τα Σαρακατσάνικα Τραγούδια διαχωρίζονται σύμφωνα με τη θεματολογία τους στις εξής κατηγορίες:

1) Κλέφτικα (αναφέρονται κυρίως στην προεπαναστατική εποχή και συγκεκριμένα στην δράση των κλεφταρματολών, αναφέρονται δε σε ονομαστούς κλέφτες).
2) Ληστρικά (μοιάζουν με τα κλέφτικα στο στίχο, ενώ στον ήχο είναι είτε επιτραπέζια, είτε χορευτικά στα τρία και τσάμικα).
3) Παραλογές (υπάρχουν πολλές στα Σαρακατσάνικα Τραγούδια και είναι διηγηματικά τραγούδια βασισμένα στους θρύλους και τις παραδόσεις).
4) Ιστορικά (τα τραγούδια που αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα καταγεγραμμένα στην Ιστορία της χώρας μας).
5) Ποιμενικά (αυτά τα τραγούδια απηχούν την ποιμενική ζωή των Σαρακατσάνων, σκηνές από την καθημερινότητα των βοσκών).
6) Μοιρολόγια.
7) Σκωπτικά.
8) Της ξενιτιάς (αυτού του είδους τα τραγούδια αναφέρονται στις περιπτώσεις που έφευγαν από τα χειμαδιά την άνοιξη για το τσελιγκάτο, όταν μια κοπέλα παντρευόταν μακριά από την πατρική της στάνη κ.λ.π.).
9) Της αγάπης και της λεβεντιάς (πολυτραγουδισμένος ο έρωτας από τους Έλληνες και πολλά από τα Σαρακατσάνικα τραγούδια τον υμνούν. Εξαιτίας των αυστηρών ηθών και των συνθηκών της ζωής τους στο τραγούδι).
10) Του γάμου (το σημαντικότερο γεγονός της ζωής των Σαρακατσαναίων ήταν ο γάμος και γι' αυτό υπάρχουν αμέτρητα τραγούδια γι' αυτόν. Άλλα αναφέρονται στον αρραβώνα, άλλα στα προζύμια, άλλα στα στον φλάμπουρα, άλλα στον αποχωρισμό της νύφης κ.λ.π.).




ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα Σαρακατσάνικα τραγούδια μιλούν για πόθους και καημούς, όπως τα βίωσαν αλλοτινά, κοντινοί και μακρινοί πρόγονοι των Σαρακατσάνων. Και ξαναζωντανεύουν τη ζωή τους στα λημέρια και τις στάνες, στα χειμαδιά και τα ξεκαλόκαιρα. Μιλούν για κλέφτες και αρματολούς, πίκρες και αναστεναγμούς,  μαραζώματα και στεναχώριες, χωρισμούς και αποχαιρετισμούς, γλέντια, γάμους, γιορτές και χορούς.

·         Μα πάνω από όλα εκφράζουν την αγάπη τους για τη φύση, τα ζωντανά, τα πουλιά, τα δέντρα και τα κελαρύσματα των κρυστάλλινων νερών, τα θροΐσματα των φύλλων, τα ολόγιομα φεγγάρια, το γλυκολάλημα της φλογέρας. Και βεβαίως για την πολυτραγουδισμένη ομορφιά των κοριτσιών, της ξανθιάς και της γαλανομάτας κοπελιάς, της μελαχρινής και της περδικομάτας την αγάπη, τον έρωτα, τη νοσταλγία, τις προσδοκίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα.