portraita

kentriki mpara

.
Σπύρος Νάστος
.
Στα βουνά της Δαδιάς στον Έβρο

των Γιώργου Κολοβού και Γιάννη Πιστόλα


Πες μας μπάρμπα Σπύρο, πότε γεννήθηκες και πού μεγάλωσες.

Γεννήθηκα στις 27 Οκτωβρίου του 1933 στις Τρεις Βρύσες στο βουνό πάνω από τη Δαδιά στον Έβρο. Είμασταν οκτώ αδέλφια και το μικρότερο ήμουνα εγώ. Οι γονείς μου για χρόνια, ζούσαν στην Ανατολική Θράκη, στα Μάλγαρα στα μισά περίπου πριν από την Πόλη. Το χειμώνα έμεναν εκεί και το καλοκαίρι πήγαιναν στης Βουλγαρίας τα βουνά. Το 1922, με την καταστροφη, όλοι οι Σαρακατσάνοι γύρισαν εδω. Ποτέ δεν μου είπε ο πατέρας μου ότι κάποιοι έμειναν πισω.


Στα Μάλγαρα οι δικοί μου έμεναν με ένα άλλο τσελιγκάτο, τους Πλαταίους. Mε την οπισθοχώρηση ήλθε εδώ και το τσελιγκάτο το Νασταίικο. Τότε αφού ήλθαν μέσα, ο Πλατής είπε στον πατέρα μου : Έλα Αλέξη να πάμε προς τη Δράμα. Αλλά ο πατέρας μου αρνήθηκε και έμεινε κοντά, ελπίζοντας ότι θα ανοίξουν τα σύνορα και θα γυρίσουν πίσω. Και ο πατέρας μου, μαζί με τα αδέλφια του, μας άφησαν εντολή, ότι εάν ανοίξει η Θράκη δεν θα μείνουμε εδώ και θα πάμε να κατοικήσουμε στα Μάλγαρα. Τον παππού μου, τον πατέρα της μάνας μου, τον Μπίκο εκεί τον έχουν θαμένο.

Και μετά τον ξεριζωμό που εγκατασταθήκατε ;

Το καλοκαίρι μέναμε στις Τρείς Βρύσες και το χειμώνα κατεβαίναμε στην Πεσάνη κάτω από τη Δαδιά. Σχολείο πήγα μία χρονιά για τρείς μήνες στο χωριό στη Δαδιά. Μόλις μπήκε ο Απρίλης, άιντε στα πρόβατα, από μικρά παιδάκια στα πρόβατα. Και το καλοκαίρι και το χειμώνα ζούσαμε σε καλύβια. Κάναμε καραβάνι με τ΄άλογα, αλλά η απόσταση ήταν πολύ μικρή, ούτε βράδυ δεν μας έπιανε. Το τσελιγκάτο είχε τρία αδέλφια Νασταίοι, δύο γαμπροί του πατέρα μου στις αδελφάδες του, ο Μηρμυκλής ο Αποστόλης κι ο Ντούλας ο Γιωργάκης, ήταν κι ο Τσαραλής ο Κωσταντής, γαμπρός κι αυτός σε εξαδέλφη του πατέρα μου, τρία πρώτα ξαδέλφια της μάνας μου Μπικαίοι, και μία οικογένεια Τσιλιγγίρης, γαμπρός σε αδελφή της μάνας μου. Αυτοί πέθαναν νωρίς και οι δύο κι άφησαν τέσσερα παιδάκια ορφανά και τα κύταζαν η μάνα μου με τη συνυφάδα της.

Όλες οι οικογένειες μέναμε μαζί. Καλύβια κάτ΄, καλύβια απάν. Στα ίδια καλύβια κάθε φορά. Πράγματα όταν φεύγαμε δεν αφήναμε μέσα. Ο Πατέρας μου ήταν ενοικιαστής στο τσελιγκάτο κι άλλος δεν πάταγε εκεί και κάθε φορά τα βρίσκαμε σωστά. Αν χαλούσε κάτι, το φτιάχναμε.



Έζησες όλη τη ζωή σου σε καλύβια. Πες μας μπάρμπα Σπύρο πώς καταλάβαιναν την πλάτη του σφαχτού οι παλιοί ;

Να σε πω μιά ιστορία. Το 1955 το καλοκαίρι, του Προφήτη Ηλία η της Παναγίας δεν θυμάμαι, είχε κουρμπάνι ένας θείος μου, ο μπάρμπας μου ο Χρήστος. Ένας γαμπρός μου από πρώτη ξαδέλφη, όπως έλεγαν καταλάβαινε την πλάτη και δίπλα απ αυτόν κάθοταν ένας συμπέθερος μου, ο μπάρμπα Κώτσος ο Κλειτσιώτης. Κάθονταν όλοι γύρω-γύρω από το τραπέζι και τραγουδούσαν το κουρμπάνι. Βλέπει την πλάτη και λέει : Κωστάκη, το στόμα σου ραμμένο, αυτός ο νοικοκύρης άλλο κουρμπάνι δεν θα σφάξει. Πράγματι, το Γενάρη πέθανε, ήταν ένα μεγάλο χιόνι και πήγαιναν απάν κι αυτός παράμεινε, γύρισαν να τον πάρουν πίσω, αλλά πάγωσε απ το χιόνι. Εκείνοι που καταλάβαιναν, καταλάβαιναν. Αυτό το πιστεύω κι απ΄ ότι άκουγα απ΄ τους παλιούς. Δεν διάβαζαν όλες τις πλάτες, το ταμένο μόνο διάβαζαν. Έταζαν ένα αρνί την ώρα που γεννιόταν κι έλεγαν αυτό είναι κουρμπάνι, θα το σφάξω στη γιορτή μου. Δεν διάβαζαν όλα τα αρνιά μόνο το ταμένο.

Είναι αλήθεια ότι οι τσομπαναραίοι δεν έτρωγαν απ τα δικά τους, αλλά έκλεβαν απ΄ τους άλλους ;

Ναι είναι αλήθεια δεν έτρωγαν απ΄ τα δικά τους. Έκλεβαν από άλλο κοπάδι αλλά δεν έκλεβαν και πολύ. Λίγοι ήταν αυτοί, πιό πολύ ήταν χούι.

Πότε σταματήσατε τις μετακινήσεις ;

Το απάν – κάτ΄ σταμάτησε το 1940 που ήλθαν οι Βούλγαροι και ξεκίνησε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Ακριβώς εκεί που γεννήθηκα εγώ, εκεί είχαν το φυλάκιο οι Βούλγαροι. Μέχρι εκεί τους επέτρεψαν οι Γερμανοί. Είχαν και το Μεγάλο και το Μικρό Δέρειο και όλη εκεί την περιοχή. Το δικό μας το μισό το μέρος, το καλοκαιρινό, έμεινε στη Βουλγαρία. Τότε έκλεισε το απάν κι εγώ ήμουνα επτά χρονών.

Τότε για τέσσερα χρόνια, χειμώνα καλοκαίρι μέναμε κάτω που ήταν περιοχή των Γερμανών, γιατί απ ότι άκουσα απ τους παλιούς, οι Τούρκοι είπαν στους Γερμανούς, ότι στα σύνορα τους δεν ήθελαν Βούλγαρους.


Όταν τελείωσε ο πόλεμος, πως ήταν τα πράγματα ;

Το 1944 Αύγουστο μήνα του Σωτήρος έφυγαν οι Βούλγαροι. Αλλά τότε 6 Αυγούστου, τελείωσε η χρονιά για μας, δεν ήταν εποχή να πάμε απάν. Το 1945 ήλθε η νόμιμη κυβέρνηση, τα πήραμε πάλι τα μέργια και πήγαμε απάν. Σταματήσαμε όμως τη μετακίνηση. Όχι μόνο το δικό μας τσελιγκάτο, όλα τα τσελιγκάτα σταμάτησαν. Το ίδιο και στα βουνά της Δράμας.

Το 1946 έγινε ο εμφύλιος πόλεμος κι εγώ ήμουνα 13 χρονών. Από τότε ξεκίνησα στο δικό μας τσελιγκάτο μόνιμος τσομπάνος. Σε κάθε κοπάδι ήταν δύο τσομπαναραίοι. γκαβράρο είχα τον Μπίκο τον φαλάκρα από την Αισύμη. Είμασταν στα γαλάρια τα πρόβατα, πεντακόσια πενήντα ήταν τότε. Πάλι είχαμε οργανωμένο τσελιγκάτο μέναμε όμως συνέχεια εκεί, μόνο τα καλοκαίρια έβγαιναν στα κοντοβούνια τα κοπάδια.

Το καλοκαίρι που ξεκίνησε ο εμφύλιος μας κατέβασαν στη Δαδιά, στο χωριό μέσα. Επειδή όμως είναι βόρειο το μέρος, τα κοπάδια δεν μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Σηκώνεται ο πατέρας μου σαν αρχηγός στο Νασταίικο το τσελιγκάτο και ο Κούτλας στο Κουτλαίικο, πήγαν στη Νομαρχία κάτω, και τους είπαν να πάνε ανάμεσα στη Νίψα και τον Άβαντα. Ξεκίνησαν τα κοπάδια από τη Δαδιά, γιατί τότε ο εμφύλιος γίνονταν και μέσα στο χωριό, περάσαμε από τη Λευκίμμη και πρότεινε ο Κούτλας στον πατέρα μου να μείνουμε στις Φέρρες, να περάσουμε το χειμώνα εκεί και μετά βλέπουμε. Οι δύο τσελιγκάδες έπιασαν τον διοικητή του στρατού που ήταν εκεί και ζήτησαν να τους επιτρέψει να μείνουν εκεί. Έτσι και έγινε και κάναμε καλύβια έξω από το χωριό. Οι άντρες έκαναν τα λούρα και το καλύβι το σκέπαζαν οι γυναίκες. Τα κοπάδια τα είχαμε εκεί και τα άλογα στο δέλτα του Έβρου.


Ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή το 1948 σε ηλικία 62 χρονών, όταν πάτησε μία νάρκη. Είχε πάει με τον θείο μου να βρουν δύο κριάρια που είχαν χαθεί, έπιασε μια ρεματιά και εκεί πάτησε τη νάρκα. Μετά ανέλαβε την ευθύνη του τσελιγκάτου ο μεγαλύτερος αδελφός. Τελείωσε ο εμφύλιος και παραμείναμε τα δύο τσελιγκάτα οι Νασταίοι και οι Κουτλαίοι. για πέντε χρόνια στα καλύβια στις Φέρρες (εκεί που τώρα είναι το πισσάδικο).

Πείτε μας τώρα, πότε παντρευτήκατε και πώς περάσατε στο γάμο σας.

Κα Μαρία : Εγώ είμαι από τη Συκορράχη απ΄ τους Γεωργανταίους. Πρώτα είμασταν στην Αύρα σε καλύβια και το 1947 πήγαμε στη Συκορράχη και τότε μείναμε πρώτη φορά σε σπίτι. Παντρεύτηκα με προξενιό το 1953 και με πήραν από το χωριό που έμενα σε σπίτι και με ήφεραν εδώ στο καλύβι και τότε έμεινα πάλι σε καλύβι. Κανέναν δεν ήξερα. Ο γάμος έγινε στα καλύβια και εγώ φορούσα παραδοσιακή φορεσιά με βέλο και είχαμε ράψει και φλάμπουρα. Στο γλέντι εκατό συμπέθερους είχαμε.

κ. Σπύρος : Είχα συγγενείς εκεί, το μισό το χωριό ήταν συγγενείς. Παντρευτήκαμε το 1953 και μείναμε στο καλύβι ένα χρόνο. Στο γάμο κάναμε μεγάλο γλέντι. Τραγούδια όλα με το στόμα, ούτε όργανα ούτε τίποτα. Δύο παρέες, μισοί από δω μισοί από κει. Στο χορό όποιος έμπαινε μπροστά έλεγε μόνος του το δικό του τραγούδι και ακολουθούσαν οι άλλοι.

Και πότε αφήσατε τα καλύβια και ήλθατε εδώ στο χωριό ;

Το φθινόπωρο του 1954 ήλθαμε εδώ στην Πυλαία και νοικιάσαμε σπίτι και σιγά-σιγά φτιάξαμε και το δικό μας. Στο χωριό όταν ήλθαμε δεν μας ήθελαν και είχαμε προβλήματα. Τι να κάνουμε, μπήκαμε μεσ΄ στον κόσμο - ανακατέφκαμαν. Είχαμε και πρόβατα εδώ και τα πηγαίναμε πάλι στην ίδια περιοχή, στη Δαδιά. Τα πρόβατα τα κρατήσαμε μέχρι το 1973.