portraita

kentriki mpara

.
Μήτρος Λέφας
.
Από το Πίνοβο στην Ιερισσό και το Άγιον Όρος

του Γιώργου Κολοβού

Γεννήθηκα το 1930 το καλοκαίρι αλλα ποιο μήνα, δεν ξέρω, έτσι βρέθηκα δηλωμένος τον Ιούνιο. Οι δικοι μας οι Λεφαίοι πήγαιναν το καλοκαίρι στο Πίνοβο, το βουνο που είναι ανάμεσα στο Καιμακτσαλαν και τη Τζένα με υψόμετρο 2.380 μέτρα και το χειμώνα στη Χαλκιδικη στην Ιερισσο. Πιο παλια που δεν υπήρχαν σύνορα πήγαιναν σε όλα τα βουνα της Μακεδονίας αλλα από το 1928 εμεις πηγαίναμε στο Πίνοβο με τσέλιγκα τον μπάρμπα μου το Χρήστο και με 3.500 πρόβατα.

Στο τσελιγκάτο ήταν δέκα εως δώδεκα οικογένειες. Λεφαίοι, Ζαραλαίοι, Λιαπαίοι, Μπζικαίοι, Κατσαραίοι, Σπυρογιανναίοι. Μέχρι το 1940 κάναμε αυτή τη στράτα από Πίνοβο - Ιερισσο και από Ιερισσο – Πίνοβο. Στο χάρτη στο στρατο ακόμα λένε καλύβια Λέφα.

Από το Πίνοβο στα χειμαδια

Το φθινόπωρο κάθε οικογένεια, κατέβαινε χωριστα για τα χειμαδια, στον προορισμο της η μία μετα την άλλη. Μπορει να συναντιόμασταν στο δρόμο αλλα κάθε οικογένεια είχε το δικο της κουμάντο. Άλλοι πήγαιναν στη Δορκάδα, άλλοι στο Γομάτι, αλλα εμεις με χίλια περίπου πρόβατα και είκοσι άλογα στην Ιερισσο. Συνολικα η στράτα κρατούσε εικοσι δύο μέρες. Μετρημένα ήταν κονάκια που θα μείνουμε γιατι ήξεραν οι τσιομπαναραίοι που θα ξεφορτώσουν. Σε κάθε κονάκι κατεβάζαμε όλα τα πράγματα από τα άλογα και όταν ήταν να ξεκινήσουμε τα φορτώναμε πάλι. Εμεις δεκα πέντε άτομα μέναμε σε τρία τσιατούρια. Τύχαινε πολλες φορες να κάνουμε κονάκι με άλλες οικογένειες που πήγαιναν στην περιοχη Γομάτι, Ιερισσο αλλα άλλες φορες πήγαιναν μπροστα αυτοι άλλες φορες εμεις. Εμεις απο τη Τζένα και το Πίνοβο πηγαίναμε πίσω από το Πάικο ενώ όσοι κατέβαιναν από το Καιμακτσαλαν πήγαιναν από τον κάμπο της Αριδαίας και των Γιαννιτσών. Το πρώτο κονάκι ήταν ανάμεσα στη Νότια και τον Αρχάγγελο. Για φαγητο τραχανα και μπάτζιο με βούτυρο και πίτες - κρέας καθόλου. Μέναμε το βράδυ και το πρωι ξεκινούσαμε κατά τις 10 η ώρα γιατι έτσι κανόνιζαν τα πρόβατα, έπρεπε να περιμένουμε και τα κοπάδια. Το δεύτερο κονάκι το κάναμε στο Σκρα και μετα άλλα δύο κονάκια φτάναμε στην Αξιούπολη. Εκει μέναμε περίπου μια εβδομάδα και μαζεύονταν όλοι οι Σαρακατσάνοι από τα γύρω βουνα όταν κατέβαιναν για τα χειμαδια. Όλοι ήξεραν ότι ήταν οι μέρες ν΄ ανταμώσουμε και εκει γίνονταν τα γαμπροδιαλέγματα, οι αρραβώνες και οι γάμοι. Επάνω στα μπατζια ποιος να σε δει και ποιον να ιδεις – όλα γίνονταν στη στράτα, εκει στα μέρια που συναντιόνταν οικογένειες από διάφορα τσελιγκάτα. Εγω τόσα χρόνια, δεν θυμήθηκα να γίνεται γάμος στο Πίνοβο, διότι όλοι ήταν σχεδον συγγενεις. Τα καλοκαίρια όμως πολλοι πήγαιναν στα άλλα τσελιγκάτα, χάλευαν κορίτσια και κανόνιζαν να ανταμώσουν. Εγω θυμάμαι πολλα συβάσματα στην Αξιούπολη αλλα και γάμοι Το γλέντι γίνονταν εκει στα τσιατούρια με όλους τους συγγενεις να τραγουδουν με το στόμα, δεν υπήρχαν όργανα. Μετα το 1934 μερικοι πήραν γραμμόφωνο. Χωριστα τραγουδούσαν οι άντρες, χωριστα οι γυναίκες και οι χοροι ήταν πολύ αργοι στα τρία - τσάμικο καθόλου.


Στην Αξιούπολη κάθε Τετάρτη ειχε παζάρι και πηγαίναμε μέσα στην πόλη να ψωνίσουμε αλλα και εμεις πουλούσαμε τυρι σε μαγαζια τα οποία μας ήξεραν. Βέβαια εμεις σαν κτηνοτρόφοι δεν περιμέναμε λεφτα από το τυρι – τα λεφτα ήταν από τα αρνια, ποιος κατόρθωνε να βγάλει μικρότερο κοστολόγιο το χειμώνα. Μετα την Αξιούπολη κάναμε κονάκι μετα το Πολύκαστρο και στη συνέχεια κατεβαίναμε τον κάμπο προς το Ξηροχώρι σε τσαίρια, σιγα-σιγα γιατι δεν θέλαμε να κουράζουμε τα πρόβατα. Οι χωριάτες δεν μας έβλεπαν με άσχημο μάτι γιατι δεν τους πειράζαμε και ήξεραν ότι θα μέναμε το πολύ ένα βράδυ. Εγω θυμάμαι, μικρο παιδι από το 1936 και μετα, το δραγάτη τον έβλεπα με φόβο. Τον θυμάμαι με τις μπότες και με τ΄ άλογο αλλα και να σφυρίζει το κοπάδι γύρω-γύρω να μη φεύγουν τα πρότα όταν αρμέγαμε, γιατι περίμενε να του δώσουν καμμια μπλάνα τυρι και λίγο γάλα. Από εκει μετα περνούσαμε το ποτάμι, το Γαλλικο και μετα απέναντι στα υψώματα. Έβγαιναν οι Βλάχοι και μας κυνήγαγαν καμμια φορα και τελικα κάναμε κονάκι πάνω από τη Θεσσαλονίκη εκει που τώρα είναι το Ωραιόκαστρο. Εκει πάνω στα υψώματα καθόμασταν πάλι δυο-τρεις μέρες. Κατέβαιναν οι κεχαγιάδες στην πόλη για να ψωνίσουν και βρίσκονταν στα Ηλύσια, εμεις τα παιδια ούτε πατούσαμε καθόλου, τη βλέπαμε από πάνω. Στη συνέχεια κατηφορίζαμε στον Άγιο Βασίλειο, στα Λαγκαδίκια και ανηφορίζαμε πανω από το Ζαγκλιβέρι, περνούσαμε τη Μεγάλη Παναγια, το Γομάτι και τελικα φτάναμε στην Ιερισσο.


Εμεις τα παιδια είχαμε χαρα και τρέχαμε να δουμε αν τα καλύβια είναι στη θέση τους. Τα φύλαγαν οι χωροφυλάκοι που τους τάιζαν οι δικοι μας και κανένας δεν τα πείραζε. Οι πόρτες δεμένες και τα καλύβια άδεια και βάζαμε τα πράγματα μας που φέρναμε αλλα και αυτα που αφήναμε σε γνωστες οικογένειες στην Ιερισσο όταν φεύγαμε, ρούχα και προίκες για κορίτσια που δεν θέλαμε να τα κουβαλάμε απάνω-κάτω. Τα κορίτσια μας κατέβαιναν στην Ιερισσο να ψωνίσουν και μας τα ζήτησαν πολλοι αλλα εμεις δεν τα δώσαμε σε κανένα. Τα τέσσερα καλύβια ήταν με σικάλια επάνω, μόνο ένα φούρνο χτισμένο με πέτρες είχαμε και ακόμα οι πέτρες βρίσκονται εκει μετα από πενήντα χρόνια. Έτσι περνούσαμε το χειμώνα έξω απ΄ την Ιερισσο, η οικογένεια μας δώδεκα άτομα μαζι με τα χίλια πρόβατα. Οι οικογένειες στα καλύβια και εμεις έξω με τα πρόβατα, ούτε τσαρδάκι δεν είχαμε. Δυσκολίες πολλες είχαμε εκείνα τα χρόνια αλλα είχαμε πολλα λιβάδια και η χαρα μας ήταν να κάνουμε καλο κοπάδι. Όταν έρχονταν οι μέρες να κουρέψουμε τα πρόβατα, γίνονταν συναγωνισμος, ποιος έχει τα καλύτερα, ποιος θα παρουσιάσει τα καλύτερα τ΄αρνια. Τότε ήταν η χαρα μας.

Από την Ιερισσο στη στράτα για τα βουνα

Η άλλη χαρα μας ήταν όταν ήταν η μέρα να φύγουμε για τα βουνα. Εμας τα παιδια δεν μας έπιανε ο ύπνος, λέγαμε πότε να φύγουμε και ας περπατούσαμε με τα πόδια, να φύγουμε. Τον Απρίλιο, στη στράτα για το Πίνοβο κάναμε κονάκια σχεδον στα ίδια μέρη. Στη Θεσσαλονίκη οι κεχαγιάδες πήγαιναν στα Ηλύσια και έβρισκαν τους εμπόρους και παζάρευαν τ΄αρνια. Εμεις μέναμε στα υψώματα όσες μέρες έκανε ο κεχαγιας για να τελειώσει τη δουλεια του. Δεν έπρεπε να φύγουμε αν ο κεχαγιας δεν πουλούσε πρώτα τ΄αρνια, γιατι δεν υπήρχε άλλο μέρος να πουληθουν, αλλα και αυτά μεγάλωναν και τα μέσα ηταν δύσκολα. Εμεις έπρεπε να φύγουμε για τα βουνα με τ΄αρνια πουλημένα. Όχι μόνο εμεις, όλοι οι Σαρακατσάνοι δεν έπρεπε να ξεφύγουν από το Δερβένι χωρις να τα πουλήσουν. Και συνεχίζαμε προς τα πάνω φορτωμένοι με τα πράγματα μας. Μετα πολλα κονάκια φτάναμε στη Λάζανη το τελευταίο σημείο πριν ανεβούμε στο βουνο. Εκει γίνονταν η συγκέντρωση από όλες τις οικογένειες που θα ήταν στο τσελιγκάτο. Όλοι ξέραμε πότε έπρεπε να είμαστε εκει και κανένας δεν ήταν καθυστερημένος. Θα πηγαίναμε να δούμε αν έχει χιόνια απαν και αν δεν είχε θα ετοιμάζαμε τη στρούγκα. Την άλλη μέρα που ξεκινούσαν από εκει , έπρεπε το βράδυ τα γαλάρια όλα να σμίξουν περίπου δύο χιλιάδες γαλάρια. Στο άρμεγμα όμως έπρεπε να ελέγξουμε. Να πιάνουν από ένα φλυτζάνι παραπάνω γάλα. Αν είχαμε λιγότερο από ένα φλυτζάνι γάλα, λέγαμε αυτην απόλνατην στα στέρφα. Όσα γαλάρια ήταν στην αρχη ακόμα και να ψοφούσαν μερικα στο τέλος μετρούσαν όλα. . Τα καλύβια πάντα τα είχαμε στο ίδιο σημείο, δεν κάναμε καινούρια. Τώρα, αν κάποιο το πλάκωνε η οξυα η το χάλαγε ο χειμώνας, το διορθώναμε. Καλύβια στην αρχη είχαμε στρόγγυλα μετα όμως κάναμε διπλα. Εκει μας είχαν δάσκαλο σε χωριστο καλύβι, μας μάθαινε γράμματα και πληρώνονταν από εκει, αλλα ο μπάρμπας μου ο Χρήστος του τ΄άπαιρνε πίσω στα χαρτια, στην ξερη. Αλλα τον περιποιούμασταν, κάθε οικογένεια ανάλογα πόσα παιδια είχε.

Το 1940 έρχονται οι Γερμανοι, εμεις είμασταν στο Πολύκαστρο τον Οκτώβρη μήνα και τα κανόνια τα ακούγαμε, έβρεχε εκείνο το βράδυ. Έτρεξαν οι τσελιγκάδες στο Υπουργείο στη Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να μην επιστρατευτουν τα άλογα επειδη μετακινούνταν και πήραν παράταση. Το 1941 με την κακοχειμωνια χάνουμε αρκετα πρόβατα και δεν φτάνει αυτο, μας παίρνουν και οι Γερμανοι τα άλογα. Δεν μπορούσαμε να βγούμε στα βουνα και μείναμε στη Χαλκιδικη στα γύρω βουνα. Από το 1942 μέχρι το 1945 ο μπάρμπας μου ο Χρήστος κατάφερνε και έβγαινε στο Πινοβο με λίγα πρόβατα αλλα την τελευταία χρονια κινδύνεψε και τα μάζεψε και γύρισε στην Ιερισσο και σμίξαμε τα πρόβατα.

Με τα πρόβατα στο Άγιον Όρος


Το 1946 πήγαμε τα πρόβατα μετα την Ουρανούπολη κοντα σε ένα παλιο εγκαταλελειμένο ρωσικο μοναστήρι τη Χρουμίτσα. Είδαμε ότι δεν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε κοπάδι και τα ξαναφέρνουμε πίσω. Μας παίρνει η άνοιξη, που να πάμε. Εγω είμαν τότε δέκα έξι χρονων. Η κατάσταση ήταν δύσκολη λόγω του εμφυλίου πολέμου. Το 1947 τον Απρίλη μήνα. έδωσε διαταγη το κράτος, το Υπουργείο Άμυνας : Ελεύθερα τα ζώα στο Άγιο Όρος. Και άρχισαν να βάζουν τα πρόβατα μέσα κτηνοτρόφοι από τη γύρω περιοχη, Αρναία, Παλαιοχώρι, Γομάτι, όχι μόνο Σαρακατσάνοι αλλα και άλλοι. Περίπου εβδομήντα χιλιάδες γιδοπρόβατα. Να πω όμως ότι γυναίκα δεν μπήκε ποτε μέσα, ούτε δικια μας, ούτε στα τρία χρόνια είδα εγω ποτε. Σκέφτονται λοιπον οι γεροντάδες, πάμε στο Όρος. Οι Πολιταίοι πήγαν στη Μεγίστη Λαύρα, οι Λιαπαίοι και οι Γιδαραίοι κοντα στις Καρυες και άλλοι αλλου. Κουρεύουμε λοιπον τα πρόβατα στην Ιερισσο και ξεκινάμε και περνάμε στη Χρουμίτσα Στην αρχη πήραμε και τα γαλάρια αλλα τα μέρη ήταν πλάγια, καψάλια και δεν μπορούσαμε να τα ξεγεννήσουμε και τα γυρίσαμε πίσω και μετα πήραμε μόνο τα στέρφα. Την άνοιξη φτάσαμε και τα χίλια πρόβατα. πηγαίνοντας στο Χιλανδάρι και ύστερα κοντα στο Βατοπαίδι. Μετα φύγαμε από εκει, περάσαμε τη Ρουμάνικη Σκητη, τις Καρυες και σταματήσαμε στο Ξηροποτάμου πάνω από το μοναστήρι στα τσαίρια. Το βράδυ μαζεύτηκαν τα κοπάδια, αρμέγουμε γάλα να βράσουμε να φάμε και ξαφνικα βλέπουμε παντου ακρίδες. Δεν προλάβαινες να τρίψεις ψωμι, γέμιζε το πιάτο.


Την άλλη μέρα το πρωι, αποφασίζουμε να παν δύο άτομα προς το Αγίου Παύλου να δουν αν έχει μέρη με χορτάρι, είχαμε ακούσει για το Ελαφολίβαδο. Γυρίζουν πίσω και μας λένε υπάρχει μέρος στη ρεματια πάνω από το μοναστήρι. Την άλλη το πρωι, φεύγουμε, φτάνουμε και από τότε περάσαμε στο ίδιο μέρος, σχεδον δυόμιση χρόνια. Είχαμε απόσταση καμμια ώρα από το μοναστήρι του Αγίου Παύλου, και κατεβαίναμε συχνα, μας ξέρανε εμας τους Λεφαίους, οι παλιοι θα μας θυμούνται ακόμα. Αγοράζαμε από τις Καρυες αλεύρι, το πηγαίναμε εκει και μας έκαναν ψωμι. Τους δίναμε και τυρι. Από τότε ήταν κοινόβιο και πηγαίναμε στη λειτουργία και τρώγαμε μαζι. Κάποια στιγμη ανέβηκα και στην κορυφη του Άθωνα. Από εκει αγνάντεψα ολη την περιοχη και το πέλαγος. Το χειμώνα πηγαίναμε στη Σιμωνόπετρα και στο Ρωσικο, στο Παλαιομονάστηρο που είχε λίμνη. Σε ορισμένους ελαιώνες είχαν τα μοναστήρια κάτι σπιτάκια και μέναμε μέσα, αλλοιως έξω. Ο πατέρας μου έβγαινε πιο συχνα έξω, τότε η οικογένεια έμενε στην Αμολιανη, εγω έκανα μέχρι και δεκα τέσσερις μήνες. Έτσι περάσαμε στο Άγιο Όρος αλλα μετα από δεκα εφτα χρόνια ξαναπήγα και είδα τα μέρη που κάναμε γρέκια.

Τα τελευταία χρόνια

To 1949 Σεπτέμβριο μήνα, την ημέρα του Σταυρου το Υπουργείο Αμύνης έβγαλε καινούργια διαταγη : όλα τα κοπάδια έξω. Φεύγουμε λοιπον και πάμε στον Άγιο Νικολαο, αλλα βλέποντας ότι τα μέρη είναι ξερικα πηγαίνουμε προς τα Μουδανια. Και εκει δεν μπορέσαμε, φεύγουμε πάλι και με απόφαση της Νομαρχίας παραμονη Χριστουγέννων φτάνουμε στο Δροσάτο Κιλκις κοντα στη λίμνη Δοιράνη. Ήταν η πρώτη χρονια που μέναμε σε σπίτι. Τα χωρια ήταν ρημαδια και βρήκαμε εύκολα σπίτι. Εκει ξεχειμωνιάσαμε το1950, πέρασε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο ξαναπήγαμε στην Ιερισσο. Την άνοιξη του 1951 αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε για το Πίνοβο, όπως παλια. Στο δρόμο κοντα στη Θεσσαλονίκη πιάνει μια αρρώστια σιάπι στα πρόβατα, ένα μικρόβιο που ήρθε από τη Λάρισα και χτυπούσε τα πρόβατα στα πόδια. Ευτυχως προλάβαμε και πουλήσαμε τ΄αρνια. Τότε όλα τα πρόβατα της Κεντρικης Μακεδονίας αρρώστησαν. Φτάνοντας στη Λάζανη που είναι κάτω από το βουνο Πίνοβο, βρίσκουμε φυλάκιο και μας απαγόρευσαν να πάμε απαν και αναγκαστήκαμε και μείναμε στη Νότια. Το1952 πήγα φαντάρος και το 1954 που απολύθηκα τους συνάντησα στο δρόμο για το Πίνοβο, γιατι το είχαν αφήσει μετα ελεύθερο. Είχαν αρχίσει και έπαιρναν φορτηγα, και τότε έσβησε το καραβάνι. Οι γυναίκες έμεναν κάτω στη Νότια και οι άντρες έβγαιναν στο βουνο. Το 1958 ήταν η τελευταία χρονια που ζήσαμε σαν Σαρακατσάνοι.