portraita

kentriki mpara

..
Οι Σαρακατσαναίοι
και η ευεργετική δύναμη της φωτιάς
..

του Νίκου Γ. Ζυγογιάννη

Η φωτιά συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή της ύπαρξής του. Όταν εκδηλώνεται «ελεύθερα» στη φύση, σαν τυχαίο και ανεξέλεγκτο φαινόμενο (π.χ. οι πυρκαγιές που άναβαν οι κεραυνοί), το παρακολουθεί με δέος και απορία. Τότε συνάπτεται η πρώτη σχέση του ανθρώπου με τη φωτιά. Στη συνέχεια κατακτά τη χρήση της φωτιάς και τη μεταφέρει στη σπηλιά του. Αυτό πρέπει να έγινε 500000 χρόνια π.Χ.. Στη φάση αυτή η συνεισφορά της φωτιάς αφορά στη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου. Με τη θέρμη της γίνεται λιγότερο ευάλωτος σωματικά, με το ψήσιμο της τροφής και το πιο πλούσιο διαιτολόγιο βελτιώνεται το γενετικό υλικό του και αναπτύσσεται ο εγκέφαλός του. Η επόμενη φάση ξεκινά 7000 χρόνια π.Χ., όταν ο άνθρωπος επινόησε τεχνικές για το άναμμα της φωτιάς, με την τριβή δυο κομματιών ξύλου που προκαλούν σπινθήρα. Αυτό του επέτρεψε να αυτονομηθεί και μετακινηθεί από την αμετακίνητη εστία του.


Η φωτιά με τις άπειρες ιδιότητες και χρήσεις της είναι κοινό αντικείμενο της λατρείας σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Στη σκέψη του αρχαίου κόσμου το λιωμένο μέταλλο αποτελεί την αναμφισβήτητη απόδειξη της δύναμης της φωτιάς. Γι’ αυτό και όσοι ξέρουν τα μυστικά της επεξεργασίας των μετάλλων, οι μεταλλουργοί, αντιμετωπίζονται με δέος και σεβασμό, που φτάνει ως τη θεοποίησή τους. Ο Ήφαιστος, θεϊκός μεταλλουργός στον Όλυμπο, θεός της φωτιάς, ονομάζεται «χαλκέας» στον Όμηρο. Στις δοξασίες των νεότερων Ελλήνων οι καλικάτζαροι συσχετίζονται με τη φωτιά της οικογενειακής εστίας.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι πίστευαν στη γενεσιουργό και γονιμική δύναμη της φωτιάς. Η ουσία του κόσμου, κατά τον Ηράκλειτο, είναι νοητή ως πυρ. Και ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι το πυρ συνιστά κοσμολογική αρχή.

Αλλά και στο λαϊκό πολιτισμό αποδόθηκε στη φωτιά μια γεννητική και αναγεννητική δύναμη. Ορισμένες εθιμικές συμβολικές ενέργειες που γίνονταν σε κρίσιμες στιγμές (θερινή ή χειμερινή τροπή του ηλίου, πρωτοχρονιά, Απόκρια, το Πάσχα με το κάψιμο του Ιούδα, του Αι Γιάννη του Κλήδονα, του προφήτη Ηλία κ.α.) αποδεικνύουν ότι η φωτιά έχει σχέση με τη δύναμη της ζωής. Το πάντρεμα της φωτιάς, επίσης, υποκρύπτει μια δύναμη γονιμότητας αποδιδόμενη στη φωτιά και οι συμβολικές πράξεις αποσκοπούσαν να την ενεργοποιήσουν ή να την ενισχύσουν.



Για τους Σαρακατσαναίους το (ιερότερο) σημαντικότερο σημείο του σπιτιού είναι η εστία, αμετακίνητη στο κέντρο (περίπου) της καλύβας (κονάκι), που καίει αδιάκοπα όλο το χειμώνα. Είναι το κέντρο της οικογενειακής και κοινωνικής τους ζωής. Η παροιμιακή φράση των αρχαίων Ελλήνων «αφ’εστίας άρχου» είναι καλοθεμελιωμένη στους Σαρακατσάνους. Για να στεριώσει οποιοδήποτε καλύβι που θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία πρέπει να γίνει στη μέση της καλύβας η εστία, το μέρος όπου θα καίει η φωτιά («φωτογωνιά» ή «βάτρα» ή πυροστιά «παραστιά»). Για να κατοικηθεί πρέπει πρώτα να αναφτεί η φωτιά. Η φωτιά θα προφυλάσσει από αρρώστια και κακό, αλλά και από κακό μάτι που θα καίγεται στη φωτιά. Προτού την ανάψουν, καίνε λειτουργημένο θυμίαμα και αλάτι. Είναι κι αυτά φυλαχτά. Η δοξασία, λοιπόν, ότι η φωτιά προστατεύει το σπίτι και τον άνθρωπο και ότι το μέρος που καίει είναι άγιο, μένει στους Σ. ίδια και απαράλλαχτη από τους παλιούς θεσμούς του γένους. Είναι γι’ αυτούς η ζεστασιά, το φως, η τροφή και συνάμα προστασία από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Με ευλάβεια τηρούν τις πατροπαράδοτες συνήθειες γύρω από το άναμμα της φωτιάς και τη θέση όπου καίει τη θεωρούν ιερή. Εκεί γύρω από τη φωτιά, που καίει μέρα νύχτα το χειμώνα, αναπτύσσεται, καλλιεργείται και σφυρηλατείται ο χαρακτήρας των Σαρακατσαναίων. Εκεί τρώνε, πίνουν, συζητούν, τραγουδούν, λένε οι παλιοί τις πιο παράξενες ιστορίες. Εκεί δέχονται τους μουσαφίρηδες, εκεί κοιμούνται.Από τη μια μεριά οι γερόντοι,στη μεση τα μικρά παιδιά και στη άλλη άκρη το ανδρόγυνο, έχοντας κοντά τη σαρμανίτσα με το μωρό(αν υπάρχει).



Για το άναμμα της φωτιάς χρησιμοποιούν τον πρυόβολο, ένα σιδερένιο επικρουστήρα, που κρούεται απότομα πάνω σε έναν πυριτόλιθο (τσακμακόπετρα). Οι σπίθες, που προκαλούνται ανάβουν μια ίσκα με την οποία η φωτιά μεταδίδεται στα προσανάμματα που έχουν τοποθετηθεί στην εστία.

Οι τσοπαναραίοι στο γρέκι ανάβουν πάντα φωτιά για να ζεσταθούν αλλά και για να αποτρέπουν τα άγρια ζώα (ζλάπια),λύκοι,τσακάλια κ.λ ,να πλησιάζουν τα κοπάδια τους. Η φωτιά φοβίζει τα αρπακτικά ζώα.

Στα ταξίδια τους στο δρόμο, οπουδήποτε σταματάνε, πρέπει αμέσως να αναφτεί η φωτιά, που μένει άσβηστη και το ’χουν για κακό να σβήσει, όσες μέρες κι αν σταθμεύουν, ώσπου να ξεκινήσουν. Αν τύχει και σβήσει, ανάβουν άλλη πιο πέρα. Το έθιμο της άσβηστης φωτιάς έχει αποτρεπτική, προφυλαχτική και εξαγνιστική σημασία. Θα αναφέρουμε τρία παραδείγματα από τον αρχαίο κόσμο, που αποδεικνύουν την ίδια αντίληψη: 1) τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να παίρνουν τη φωτιά της αποικίας από τη δημόσια εστία της μητρόπολης 2) τη συνήθεια των Herrero της Αφρικής να παίρνουν από την ιερή εστία του αρχηγού τη φωτιά της κάθε νέας κώμης που δημιουργούν 3) τη συνήθεια των Αρμενίων, που όταν ένα μέλος της οικογένειας δημιουργεί δική του κατοικία, παίρνει φωτιά από την παλιά και τη φέρνει στη νέα.

Ακόμα, η συνέχεια της φωτιάς τηρείται αυστηρότατα το Δωδεκαήμερο από τους Σ. Κάθε βράδυ, μόλις σουρουπώνει, από τη βραδιά των Χριστουγέννων, νοιάζονται να κρατάνε άσβηστη τη φωτιά που έχει δύναμη καθαρτική και αποτρεπτική για τα δαιμόνια του Δωδεκαημέρου, δηλαδή διώχνει τα «παγανά», τα γνωστά καλικαντζάρια. Για τον ίδιο λόγο, για να απομακρύνουν τα δαιμόνια, κάθε βράδυ, όλο το Δωδεκαήμερο, μόλις νυχτώνει πετούν από την άσβηστη φωτιά έξω από το κονάκι και κάρβουνα αναμμένα, για να μην πλησιάζουν τα «παγανά», που φοβούνται τη φωτιά. Τα κάρβουνα σβήνουν, αλλά και σβησμένα, έχουν τη δύναμη να διώχνουν τα «παγανά».



Έθιμο ιερό είναι και ο δαυλός, το «απόδαυλο», μακρύς κορμός από δρυ ή πουρνάρι, που φτάνει ως τη φράχτη της καλύβας. Πρωτοκαίγεται στην εστία μόλις πρωτανάβουν στα χειμαδιά τη φωτιά στο καλύβι. Το καίνε λίγο-λίγο κάθε πρωί σαράντα ημέρες όλη τη Σαρακοστή, από το Νοέμβρη μέχρι τα Χριστούγεννα, για να αποτρέπουν τα δαιμόνια και να εξασφαλίζουν ευημερία. Τη μέρα των Χριστουγέννων όσο δαυλί απομείνει, το παίρνει η γιαγία «βάβω» και το θάβει στην είσοδο της στρούγκας, ώστε περνώντας τα πρόβατα (τα γαλάρια) από εκεί να δυναμώνουν, να είναι γερά και να μην τα κολλάει αρρώστια ή κακό μάτι.

Επίσης, το πάντρεμα της φωτιάς με τα εννιά παντρόξυλα γίνεται ανήμερα των Χριστουγέννων. Ζευγαρώνουν τα ξύλα, για να δυναμώνει η φωτιά και για το καλό. Καίνε ξύλα αρσενικά: πουρνάρι, δέντρος, γκορτσιά, και ξύλα θηλυκά: σπαραγγιά, παλιούρια, φιλίκι, γάβρο. Προτιμούν τα ξύλα που έχουν αγκάθια, γιατί αυτά διώχνουν το κακό. Τη θέση του γαμπρού ή του άντρα της φωτιάς παίρνει το απόδαυλο. Το βάζουν στη μέση και αφού καεί λιγάκι μαζί με τα άλλα ξύλα, θηλυκά και αρσενικά, αφού γίνει το πάντρεμα της φωτιάς, η γαμήλια ένωση των ξύλων στην ιερή εστία, τότε πια το παίρνει η βάβω κατά το γιόμα και το πηγαίνει στα μαντριά. Το πάντρεμα της φωτιάς- η σχεδόν πανελλήνια τούτη ιεροπραξία με τις διάφορες παραλλαγές της- είναι λείψανο του τρόπου να ανάβουν τη φωτιά τρίβοντας δυο ξύλα το ένα μέσα στο άλλο. Ο τρόπος αυτός ανακαλεί την ιδέα της γενετήσιας μίξης.




Ο τρόπος που οι Σαρακατσιαναίοι ανάβουν τη φωτιά και ο τρόπος που τοποθετούν τα ξύλα είναι τελετουργικός και καθιερωμένος. Με απαράβατο τρόπο τοποθετούν τα κούτσουρα έτσι ώστε το χοντρό μέρος τους, αυτό που ξεκινάει από τη ρίζα, να τοποθετείται μέσα στη φωτιά, όπως πάει ο κορμός του δέντρου, ίσια προς τα πάνω. Προσέχουν να μην τα βάζουν ανάποδα, για να μην κατεβαίνουν ανάποδα την ώρα της γέννας τα παιδιά, αλλά και τα αρνιά και τα κατσίκια. Το άναμμα της φωτιάς με τα όρθια, κατά τη φυσική τους θέση, ξύλα πηγάζει από τη γενικότερη αντίληψη πως πρέπει παντού να διατηρείται η φυσική τάξη του κόσμου, την οποία και ο πρωτόγονος άνθρωπος δε διακινδυνεύει ποτέ να ανατρέψει.



Ένα ακόμα έθιμο για τη φωτιά είναι η πυρομαντεία ή εμπυροσκοπία. Σύμφωνα με αυτό τη μέρα των Χριστουγέννων τα κορίτσια 14-18 χρόνων πηγαίνουν στο λόγγο και κόβουν πουρνάρι με τα άγρια βελανίδια του και φιλίκι (σύμβολα γονιμότητας). Ύστερα περνούν από κάθε νοικοκυριό και δίνουν στη νοικοκυρά τρία κλαράκια από το πουρνάρι και τρία από το φιλίκι. Εκείνη τα ρίχνει αμέσως στη φωτιά κι’ όλες παρακολουθούν τον τρόπο που καίγονται (σκάζει,πριτσινάει..) και λένε τις ευχές « Αρνιά-κατσίκια, νυφάδες,γαμπροί,παιδία, γειά (ή δύναμη,λεφτά…) κι όλα τα καλά…» για να βγάλουν τους οιωνούς, τα μαντέματα «για το καλό, το γέννος και την καλή χρονιά...». Κι’, όταν οι φλόγες βγάζουν ήχους, βουίζουν, (κάποιος του μελετάει, κουβεντιάζει) το θεωρούν καλό- κακό οιωνό και για να το αποτρέψουν λένε το ξόρκι:

«Αν είσαι φίλος, να χαρείς,
αν είσαι οχτρός, να σκάσεις,
αν είσαι κακογείτονας,
απ’ το θεό να τό βρεις.
Το Μάη να χάνεις τ’ άλογα,
το θεριστή τα γίδια
και την ημέρα τη Λαμπρή
να χάνεις τα κοπάδια σου.»



Κοντά στην ιερή εστία, τη φωτιά, γεννάει πάντα η γυναίκα, όταν είναι στο καλύβι της και ποτέ η φωτιά δε σβήνει σαράντα ημερόνυχτα, για να είναι γερή η λεχώνα, αλλά και για να φυλάει την ίδια και το παιδί από σατανικά και δαίμονες. Δώδεκα μέρες ρίχνουν κάθε βράδυ, μόλις νυχτώνει, στη γωνιά χαμόκλαδα, παλιόρουχα, παλιοτσάρουχα, θειάφι, που σχηματίζουν δυσώση κάπνα. Φωτιά και κάπνα δεν αφήνουν το Δαίμονα να προχωράει.

Για σαράντα μέρες κανένας δεν μπαίνει στο κονάκι της λεχώνας, αν δεν περάσει πρώτα πάνω από τη φωτιά, ένα κάρβουνο αναμμένο στην πόρτα της καλύβας. Γιατί πιστεύουν ότι, όποιο κακό φέρνει, θα το πάρει η φωτιά. Κοντά στη φωτιά θάβουν και το παιδί που αποβάλλει η γυναίκα, καθώς και τον πλακούντα ύστερα από τη γέννα. Βγάζουν ένα από τα «γωνολίθια» που σχηματίζουν τον κύκλο της εστίας, τα θάβουν και ξαναβάζουν τα «γωνολίθια». Το θάψιμο του νεκρού παιδιού κοντά στη φωτιά γίνεται για να ξαναζωντανέψει το πνεύμα και η ουσία του παιδιού, με τη δύναμη και τη ζέστη της φωτιάς, μέσα στη μάνα.

Αρκετές ακόμη συνήθειες και προλήψεις σχετίζονται με τη φωτιά. Ποτέ δεν μεταφέρουν αναμμένη φωτιά, θράκα, από το ένα καλύβι στο άλλο σαν πέσει ο ήλιος, για να μην πάρει τη δύναμή της η νύχτα. Αλλά και γύρω από τα μαντριά ανάβουν μεγάλες φωτιές, όταν πέσει αρρώστια ή και προληπτικά για το μάτι και την προστασία των ζώων. Για το κακό μάτι αναφέρονται τρεις τρόποι ξεματιάσματος με τη δύναμη της φωτιάς στους Σαρακατσαναίους.

Γεμίζουν με αμίλητο νερό το καπάκι μιας χύτρας(κοτρολί-κατσαρόλα) και το τοποθετούν καταγής. Με μια τσιμπίδα πιάνουν ένα αναμμένο κάρβουνο, με το οποίο σχηματίζουν το σημείο του σταυρού πάνω στο καπάκι ψιθυρίζοντας την τελετουργική φράση: «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Αφήνουν το κάρβουνο να πέσει στο νερό και ονοματίζουν κάποιον που υποπτεύονται για το μάτιασμα του παιδιού.


Αν το κάρβουνο μείνει στην επιφάνεια, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται αθώο και η διαδικασία επαναλαμβάνεται με το όνομα άλλου προσώπου, και μετά άλλου ώσπου να βυθιστεί το κάρβουνο στο νερό. Έτσι, μόλις βρεθεί ο υπεύθυνος, χάρη σε αυτή τη διαδικασία το παιδί απαλλάσσεται αυτόματα από το μάτιασμα. Άλλος τρόπος είναι να πάρει κανείς τρεις κόκκους αλάτι και τρεις λιβάνι με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού και να κάνει το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί μουρμουρίζοντας μαγικά λόγια.

Μετά το αλάτι και το λιβάνι ρίχνονται στη φωτιά, πάνω από την οποία περνούν το παιδί, τα ρούχα του και τα σκεπάσματά του. Στη συνέχεια τυλίγουν το παιδί στα καπνισμένα σκεπάσματα, όπου το αφήνουν να κοιμηθεί. Τα καπνίσματα αποτελούν θεραπευτικό μέσο, όχι μόνο για το κακό μάτι, αλλά και για άλλες παιδικές αρρώστιες.

Έτσι τα λουλούδια του επιταφίου της Μ. Παρασκευής φυλάγονται, ξεραίνονται και καίγονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ίδιο γίνεται και με τα λουλούδια της λυγαριάς γιατί ο θάμνος αυτός στέρεος και εύκαμπτος, μεταδίδει μαγικές ιδιότητες.

Τέλος κάνουν το σημείο του σταυρού πάνω στο ματιασμένο πρόσωπο κρατώντας μερικούς κόκκους αλάτι. Στη συνέχεια, ρίχνουν το αλάτι στη φωτιά, όπου και σκάει.

Μαζεύουν τότε τα υπολείμματα του αλατιού και τα βάζουν στο νερό, με το οποίο, αφού λιώσει το αλάτι, ραντίζουν το ματιασμένο πρόσωπο. Οι ιδιότητες του αλατιού σε συνδυασμό με την κάθαρση της φωτιάς, ασκούν θεραπευτική επίδραση στον ματιασμένο.






Αποτρεπτικό και καθαρτικό χαρακτήρα είχε και η φωτιά που άναβαν ομαδικά όλες οι οικογένειες του τσελιγκάτου, την Κυριακή της μεγάλης Αποκριάς και έκαιγε όλη τη νύχτα μέχρι που ξημέρωνε Καθαρά Δευτέρα. Γύρω από τη φωτιά αυτή τελούνταν διάφορα δρώμενα (αναπαράσταση γάμου, όπου η νύφη ήταν ένας άντρας μεταμφιεσμένος) για την εξασφάλιση της γονιμότητας και της καλοχρονιάς.

Πηγή, λοιπόν, των λατρευτικών πυρών, αρχαίων και νέων, ελληνικών αλλά και ευρύτερα ευρωπαϊκών είναι η αρχέγονη πίστη στην ευεργετική δύναμη της φωτιάς. Όπως παρατηρεί ο Κ. Ρωμαίος: «ένα νήμα στερεό και μισοκρυμμένο ενώνει όλα τα πυρολατρικά έθιμα από σήμερα έως σε μια εποχή ανυπολόγιστα μακρινή και πιο πέρα από την ιστορική αρχαιότητα. Το βαθύτερο νόημα κάθε πυρολατρικής τελετής είναι ότι από τη μεγάλη και φροντισμένη ιερή πυρά θα πάρουμε δύναμη και υγεία και ο τόπος μας την ευτυχία».




Βιβλιογραφία

1. Ζυγογιάννης Ν. Κοινωνική μετεξέλιξη των Σαρακατσιαναίων - Λαμία 2004


2. Καββαδία Γ. «Σαρακατσάνοι μια Ελληνική ποιμενική κοινωνία » - Αθήνα 1991
3.Μακρής.Ε. Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων - Ιωαννινα1990
4.«Μυθολογικά της φωτιάς» Επτά Ημέρες Καθημερινής τ. 31 (26-9-2003)
5. Χατζημιχάλη Α. «Σαρακατσάνοι» - Αθήνα 1957