portraita

kentriki mpara

..
Γνωμικά και αντιλήψεις
..

 
της Βασιλικής Ζαγναφέρη
Είναι γενικά παραδεκτό πως η ζωή των Σαρακατσαναίων ήταν άμεσα συνυφασμένη και, ποικιλοτρόπως, αλληλοεπηρεαζόμενη από την ίδια την φύση. Το είδος της δουλειάς τους αλλά κι ο ιδιόμορφος τρόπος ζωής τους, δηλαδή το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώνα στα χειμαδιά, τους υποχρέωνε, κατά κάποιο τρόπο, να μένουν συνεχώς “προσκολλημένοι” σ’ αυτήν και να την θεωρούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους κι όχι κάτι το εξωτερικό και δευτερεύον. 

Μένοντας, λοιπόν, όλο τον χρόνο μέσα στη φύση, έμαθαν να την αγαπούν, να την σέβονται αλλά και, πολλές φορές, να την φοβούνται. Φυσική απόρροια όλων αυτών, ήταν το γεγονός να αναπτύξουν τη δική τους κοσμοθεωρία και πίστη, στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν κάθε συμβάν που αντιμετώπιζαν στη ζωή τους, αλλά και να διαμορφώσουν γενικότερες αντιλήψεις και γνωμικά, προκειμένου να περιγράψουν διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητάς τους.



 

Στο σημείο αυτό, είναι σκόπιμο να αναφερθεί κι η σχέση που είχαν οι Σαρακατσάνοι με τα θεία και γενικότερα την πίστη τους στον Θεό. Σημειώνεται πως, παρά την έλλειψη της όποιας θεωρητικής τους κατάρτισης, ήταν, ιδιαίτερα, θρήσκοι άνθρωποι με βαθιά και έντονη πίστη στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία.

Πιο συγκεκριμένα, πίστευαν σε μια “ανώτερη δύναμη”, η οποία κυβερνά και κυριαρχεί σ’ όλη την πλάση. Η ύπαρξη, λοιπόν, του ανθρώπου αλλά κι οι διάφορες ενέργειές του, δεν εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο απ’ τον ίδιο, αντιθέτως, καθορίζονται, πρωταρχικώς, απ’ την εύνοια του Θεού. Είναι χαρακτηριστικές οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσάνοι:

«Ό,τι πει ο Θεός» ή «Άμα δε θέλει ο Θεός κι τ’ άϊα δε βουηθάν» κ.α

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η κοσμοθεωρία κι η θρησκεία τους, σε συνδυασμό βέβαια με το περιορισμένο θεωρητικό τους υπόβαθρο, αποτελούσαν τους δύο κεντρικούς πόλους, γύρω απ’ τους οποίους περιστρέφονταν οι γνώσεις κι οι αντιλήψεις των Σαρακατσαναίων, οι οποίες τονίζεται ότι ήταν, πάντα, προσανατολισμένες σε πρακτικούς σκοπούς, υποκινούμενες απ’ τα καθημερινά προβλήματα της ζωής τους.



 

Έτσι, λοιπόν, ο ευρύτερος τρόπος σκέψης τους, το σύνολο, δηλαδή, των νοητικών τους δραστηριοτήτων, που διαμορφώθηκε, αφενός μεν, απ’ τις αποκτώμενες, απ’ το εξωτερικό περιβάλλον, εμπειρίες, κι αφετέρου δε, απ’ τις ηθικές προδιαγραφές της θρησκείας, είναι έκδηλος σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους.

Παρατηρείται, στην κοινωνικο – οικονομική οργάνωση της ζωής τους, στις διάφορες τέχνες και τεχνικές που ανέπτυξαν, στο δίκαιο και την ηθική που ρύθμιζαν και διαμόρφωναν τις κοινωνικές δομές τους, αλλά και στα τηρούμενα ήθη και έθιμά τους.

Οι Σαρακατσάνοι έχοντας βαθιά επίγνωση της ιδιόμορφης ζωής τους αλλά και της “διαφορετικότητάς” τους απ’ τους άλλους, ανέπτυξαν αντιλήψεις και μορφές συμπεριφοράς που βασίζονταν, κυρίως, στη διαίσθηση και στον συμβολισμό.

Αυτές οι αντιλήψεις τους αποτέλεσαν, κατ’ επέκταση, το γενεσιουργό υλικό που διαμόρφωσε και τροφοδότησε το, ιδιαίτερο, κοινωνικό πλαίσιο αλλά και τον πολιτισμό των Σαρακατσαναίων. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα: οι αυστηροί κανόνες γάμου, η απαγόρευση των σχέσεών τους με τις άλλες νομαδικές φυλές, η, γενικότερη, “επιφύλαξή” τους ως προς την, εξωτερική γι’ αυτούς, κοινωνία, αλλά και οι συντηρητικές δομές των οικογενειών τους, τι οποίες διέπουν οι θρησκευτικοί και ηθικοί κανόνες για τα μέλη της οικογένειας καθώς και τα καθήκοντά τους.



 

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που άσκησε καταλυτική, θα λέγαμε, επίδραση στις γνώσεις των Σαρακατσάνων, σ’ ό,τι αφορά τη φύση καθώς και της σχέση αυτής με τους ανθρώπους και τα ζώα, ήταν η παρατήρηση των φυσικών φαινομένων.

Ως “πρακτικοί” άνθρωποι που ήταν οι Σαρακατσάνοι, συνήθιζαν να μελετούν ορισμένα σημάδια, που προέρχονταν είτε απ’ τη συμπεριφορά των κοπαδιών τους και γενικά των ζώων, είτε απ’ τις διάφορες κλιματολογικές μεταβολές (βροχή, ξαστεριά, συννεφιά, ένταση και φορά των ανέμων).

Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι για τις μετεωρολογικές προβλέψεις τους, παρακολουθούσαν «τα ‘μερομήνια», δηλαδή τα σημεία του καιρού τις πρώτες δώδεκα ημέρες του Αυγούστου, αλλά και το φεγγάρι, δηλαδή το πώς “πιάνεται” (= αρχίζει) μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος του.




 

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό, βέβαια, με την ιδιαίτερη κοινωνική τους ζωή, την οποία χαρακτήριζαν οι συνεχείς μετακινήσεις κι η επακόλουθη φυσική απομόνωση, οδηγούσαν, αναπόφευκτα, στον περιορισμό των γνώσεών τους καθώς και της όποιας διεύρυνσης αυτών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, συνέβαλε κι η έλλειψη των οποιοδήποτε μορφωτικών και εκπαιδευτικών μέσων, αλλά κι ο “αποκλεισμός” τους απ’ τον πολιτισμό της περιβάλλουσας κοινωνίας.
Συνεπακόλουθα, γίνεται αντιληπτό πως, ότι ξέφευγε απ’ τα στενά όρια της γνώσης τους ή, γενικά, τα όρια του αντιληπτού, ερμηνεύονταν απ’ τους Σαρακατσάνους, με βάση, ορισμένες συμβολικές προσεγγίσεις καθώς και τις προσωπικές, βιωματικές καταβολές τους. Ως τέτοιες, μπορούν να θεωρηθούν οι λαϊκές, μυθικές δοξασίες και οι παραδόσεις, που τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους.