portraita

kentriki mpara

Η  αξία των ρόλων των δύο φύλλων
στην κοινωνία των Σαρακατσαναίων


.Διδάγματα για το σήμερα
από την παραδοσιακή κοινωνία των Σαρακατσαναίων

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ 2ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ & ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

του Δημητρίου Κατσαρού
Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας
Πρώην Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Σαρακατσαναίων

Είναι αλήθεια ότι μια πρώτη επιφανειακή αντιμετώπιση της εισήγησης μου συνδέει ίσως την ισότητα των δύο φύλων με όρους του παρόντος κι ως εκ τούτου πιθανώς να δημιουργήσει προβληματισμό για το τι μπορεί να πει κάποιος αναφερόμενος στην παραδοσιακή κοινωνία των Σαρακατσαναίων. Για όσους, όμως έχουν μνήμες, για όσους έχουν βιώματα – το τονίζω αυτό – το θέμα της εισήγησης μου – η εισήγηση θα δείξει – είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον. Αυτό περίπου το κλίμα επικράτησε στον διάλογο που αναπτύχθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Π.Ο.Σ.Σ., στη Διεύθυνση Σαρακατσάνικων Ερευνών και στην Επιστημονική Επιτροπή όταν παρουσίασα την πρόταση και το πρόγραμμα και τη θεματολογία του Συνεδρίου, που μου ανέθεσε η Π.Ο.Σ.Σ. με απόφαση του Δ.Σ. της. Και ο Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Σ. υιοθέτησε το θέμα αυτό, παρότι δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό για την επίδραση που έχουν ασκήσει πάνω του οι φεμινιστικές ιδέες.

Εν πάση περιπτώσει, για να κατανοήσει κανείς καλύτερα το θέμα αυτό και για να δει με το θέμα αυτό καλύτερα την αξία των δύο φύλων στην παραδοσιακή κοινωνία των Σαρακατσαναίων, πρέπει να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα αυτής της κοινωνίας, ή καλύτερα να απαντήσει στο ερώτημα: Τι είδους κοινωνία ήταν αυτή; Ήταν ένα πληθυσμιακό σύνολο σαν άλλα πληθυσμιακά σύνολα – όπως διατείνεται εσχάτως κάποιος συγγραφολόγος – ο οποίος με φανατισμό κι εμπάθεια προσπαθεί να πλήξει και να αποδομήσει τα στοιχεία της ιστορικής φυσιογνωμίας των Σαρακατσαναίων; Ή ήταν μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνία με ιδιαίτερη ταυτότητα; Κι αν ναι – όπως υποστηρίζεται ευπρόσωπα από την συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων ιστορικών κι ερευνητών που ασχολήθηκαν – τότε πώς θεμελιώνεται αυτό;


Η βιολογική προϋπόθεση, η οποία τόσο επιπόλαια σήμερα παραμελείται ήταν ίσως η θεμελιώδης για τη δημιουργία αυτής της τόσο ιδιαίτερης κοινωνίας. Είναι γνωστό ότι η συνύπαρξη ανθρώπων επί μακρόν, όταν συνδέεται με έναν ορισμένο τόπο δημιουργεί τη συγγένεια, σαν αναπόδραστη συνέπεια των συναπτομένων γάμων. Ας μην ξεχνάμε ότι πρώτος απ’ όλους ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης έγραφε στα Πολιτικά ότι «η πολιτεία είναι η κοινωνική ένωσις των συγγενικών ομάδων χάριν πεδίου και αυτάρκους βίου». Αποτέλεσμα της συγγένειας είναι η συγκρότηση ομάδος και η τάση για κοινωνικότητα. Αυτή, λοιπόν, η ομαδικότητα, η οποία στηρίζεται στη συγγένεια, αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση όχι μόνο για τη δημιουργία κοινωνίας, αλλά κυρίως για την εκδήλωση των ιδιαίτερων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών αυτής της κοινωνίας, εξαιτίας του ομαδικού πνεύματος που αναπτύσσεται και του συνακόλουθου κλειστού τρόπου ζωής. Η κοινωνία αυτή, χάριν στην ενδογαμία της, αποκτά βαθμιαία περισσότερη ομοιογένεια, γεγονός το οποίο αποτελεί τη βάση για τη διάπλαση ιδιαίτερων ηθών, εθίμων, καθώς επίσης και ιδιαίτερων πνευματικών, σωματικών και ψυχικών χαρακτηριστικών. Με αυτή, λοιπόν, τη διαδικασία συγκροτήθηκε η κλειστή νομαδική κοινωνία των Σαρακατσαναίων στην ιστορική της μορφή. Σε αυτήν οφείλεται ότι ήταν άξια λόγου και παρατήρησε τα χαρακτηριστικά της. Αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της συγγένειας και της ενδογαμίας, δεν θα είχαμε την ιδιαίτερη αυτή κοινωνία, της οποίας τα μέλη είχαν ένα σαφές συναίσθημα ένταξης σε αυτήν, το οποίο αντιλαμβάνονταν και κατανοούσαν όλοι.

Αυτή, λοιπόν, η κοινωνία, το τσελιγκάτο, η στάνη – για να μιλήσουμε με γνωστούς και συγκεκριμένους όρους – στην παραδοσιακή της μορφή διέπονταν από αρχές, αξίες και κανόνες που κυριαρχούσαν στη λειτουργία της. Ως άνθρωποι της φύσης, κυριαρχεί η πολυμορφία, η πολλαπλότητα και η ιεραρχία, την οποία οι Σαρακατσαναίοι είχαν επιφυλάξει για τη λειτουργία της κοινωνίας τους και την αρχή «ο καθένας ανάλογα με την αξία του». Έτσι, στην ιεραρχία του τσελιγκάτου, της στάνης, τίποτα δεν ήταν στην τύχη και ο καθένας είχε τη θέση που αντιστοιχούσε στην αξία του και στις ικανότητες του. Υπό το πρίσμα αυτό, με βάση αυτήν την αρχή, αντιμετωπίζονταν και το θέμα των δύο φύλων. Λαμβάνουμε υπόψη ότι άνδρας και γυναίκα είναι από τη φύση ανόμοιοι, προοριζόμενοι για ισάξιους ρόλους διαφορετικούς.


Σήμερα, δυστυχώς, παραγνωρίζεται ότι πρόκειται όχι για δικαιώματα που συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά κυρίως για ρόλους ίσης αξίας. Η σημερινή τάση, είναι προφανές, είναι αυτή της εξομοίωσης των ανόμοιων, η οποία εξοβελίζει την αρχή της ίσης αξίας ανόμοιων. Η εξομοίωση που σημαίνει τι; Ανδροποίηση της γυναίκας, εκθηλισμό του άνδρα; Με στόχο τι; Τη δημιουργία ενός ενιαίου τρίτου φύλου; Πράγματι, βλέπουμε παραδείγματα που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν αυτό το αρνητικό, το αφύσικο φαινόμενο. Κυρίως από την Αγγλία, η οποία πρωταγωνιστεί στην εξαγωγή πολιτιστικών υποπροϊόντων, ή καλύτερα προϊόντων παρακμής, πτώσης αξιών κι έκλυσης ηθών. Ασφαλώς πρόκειται για προσπάθεια που στρέφεται κυρίως σε βάρος της γυναίκας, αφού πολλές φορές την αναγκάζει και την οδηγεί σε λειτουργίες πέρα από τη φύση της.

Με βάση τη διαφορετική φύση άνδρα και γυναίκας λειτουργούσαν οι ισάξιοι ρόλοι στο τσελιγκάτο, σε αυτόν τον πρωτοποριακό για πολλούς ερευνητές θεσμό, που πάνω απ’ όλα αποτέλεσε εθνική έπαρση, καταφύγιο εθνικών αγωνιστών, κάστρο άπαρτο ελευθερίας κι ανεξαρτησίας. Κατά την οικονομική επιστήμη, το τσελιγκάτο είναι άτυπος συνεταιρισμός κτηνοτρόφων, που λειτουργούσε με έναν απλό – γι’ αυτό και σοφό μηχανισμό – επί χιλιετίες. «Χωρίς συνταγματικές αναθεωρήσεις, που τον δημιούργησαν οι εντελώς αγράμματοι κτηνοτρόφοι», λέει ο Λάζαρος Αρσενίου στο έργο του «Τα Τσελιγκάτα». Όπως κάθε θεσμός, το ίδιο και το τσελιγκάτο έχει ως σκοπό την εκπλήρωση ορισμένων βιοτικών λειτουργιών των ανθρώπων – εν προκειμένω νομάδων κτηνοτρόφων. Δηλαδή την οργάνωση της εργασίας για την εξασφάλιση των μέσων συντήρησης των ποιμένων, τη ρύθμιση επικοινωνιακών σχέσεων, τη διοίκηση, τον διακανονισμό των διαφορών, την κατοχύρωση της ασφάλειας. Η λειτουργία του εγκαθιστά συγκεκριμένα κανονιστικά πρότυπα που αφορούν στο πράττειν, στο σκέφτεσθαι και στο αισθάνεσθαι των μελών του. «Το τσελιγκάτο λειτουργεί ως αυτόνομη ενότητα με τα δικά της θεσμικά όργανα, τα οποία ασκούν ποικιλόμορφη εξουσία», λέει ο Μάρκος Γκιόλιας στο πολύ ωραίο έργο του «Το παραδοσιακό δίκτυο και η οικονομία του τσελιγκάτου».

Το γεγονός της πατριαρχικής δομής του τσελιγκάτου καθιστά προφανή την άσκηση της διοίκησης τους τσελιγκάτου από τον άνδρα, με όλες τις εξουσίες που απορρέουν από αυτή. Στο σημείο αυτό – παρότι δεν επιβεβαιώνεται και δεν γίνεται αποδεχτή – αξίζει να αναφερθεί η θέση του Λάζαρου Αρσενίου, ο οποίος λέγει χωρίς να επεισέρχεται σε ονόματα, πως στη Θεσσαλία υπήρξαν περιπτώσεις που σε επιστράτευση που συμμετείχε ο τσέλιγκας, ανέλαβε το τσελιγκάτο η γυναίκα του. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι χρονικά αναφερόμαστε σε εποχή όπου κυριαρχεί γενικά στην κοινωνία η πατριαρχική δομή. Σε μια γενική θεώρηση, λοιπόν, το να απαιτούμε από την Σαρακατσάνα να είναι τσέλιγκας, είναι σαν να απαιτούμε από τον Σαρακατσάνο να υφάνει στον αργαλειό, ή να κεντήσει ή να γνέσει.


Πραγματικά, πέρα από τους άλλους τομείς που τα αποτελέσματα του δικού του ρόλου είναι εμφανή, στον τομέα της άσκησης διοίκησης, ο Σαρακατσάνος έδωσε σπουδαία δείγματα της παρουσίας του στην εσωτερική αλλά και στην εξωτερική ζωή του τσελιγκάτου. Σε μια εποχή που στην αγροτική ύπαιθρο δεν έχουν ακόμα εμπεδωθεί οι θεσμοί της επίσημης κρατικής διοίκησης, και η φτώχεια είναι περίπου ο κανόνας, απλοί νομάδες έχουν καθορίσει με αξιοζήλευτη ικανότητα τους κανόνες της συμβίωσης τους, τον επαγγελματικό τους βίο, την οικονομική τους πρόοδο, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανθούν οι αξίες του πολιτισμού τους. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι σε μια χρονική φάση όπου στην Ελληνική ύπαιθρο – και όχι μόνο – κυριαρχεί ο αναλφαβητισμός – στα τσελιγκάτα των Σαρακατσαναίων λειτουργεί το διδασκαλείο. Είναι η πρώτη ένδειξη και ταυτόχρονα η εξήγηση για την πληθώρα των επιστημόνων που θα αναδειχθούν μέσα από τους Σαρακατσαναίους. Είναι επίσης σαφές και το επίπεδο πολιτισμού, σε σύγκριση και με άλλες κοινωνίες της εποχής αλλά και του σήμερα. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι σήμερα δαπανούνται χωρίς αποτέλεσμα υπέρογκα κονδύλια για την επιμόρφωση αναλφάβητων ομάδων διαφόρων πληθυσμών. Απεναντίας, αυτοί οι απλοί ποιμένες με δικά τους μέσα είχαν δημιουργήσει συνθήκες για την εκπαίδευση των παιδιών τους.

Επομένως, στο τσελιγκάτο παρατηρούμε ανάπτυξη κι εξέλιξη σημαντικών επιμέρους θεσμών που οφείλονται κυρίως στην άσκηση ικανής και χρηστής διοίκησης. Διαφορετικά, αυτός ο σημαντικός θεσμός θα είχε παραμείνει απλώς θεωρητική σύλληψη, θα είχε καταρρεύσει, δεν θα είχε διάρκεια και η αξιολόγηση του ιστορικά θα ήταν αρνητική. Τις διοικητικές τους ικανότητες οι Σαρακατσαναίοι τις επέδειξαν και κατά την αντιμετώπιση των δυσκολιών που καλούνταν να ξεπεράσουν όταν χρειάζονταν να επικοινωνήσουν έξω από τα στενά όρια της κοινωνίας τους. Έπρεπε δηλαδή να διαπραγματευτούν, να αγοράσουν, να πουλήσουν, τέλος πάντων να συνομιλήσουν με τους άλλους έξω από το τσελιγκάτο τους. Οι άνθρωποι που πίστευαν σε αρχές κι αξίες έπρεπε να έρθουν σε επαφή με εμπόρους που τους έβλεπαν ως μια θαυμάσια ευκαιρία για να τους γδύσουν. Αυτοί που σχεδόν ποτέ δεν έκαναν συμφωνίες, έπρεπε για την μίσθωση των λιβαδιών τους να απευθυνθούν σε υπηρεσιακούς παράγοντες του Κράτους, σε δικηγόρους προκειμένου να συμπράξουν, σε πολιτευτές προκειμένου να βοηθηθούν. Μοιραία θα έρχονταν σε επαφή και με τους αργούς μηχανισμούς του Κράτους μας, που τότε – αλλά δυστυχώς και σήμερα – ήταν πολύ δύσκολο να κινηθούν. Συνηθισμένοι στους δικούς τους διοικητικούς κανόνες και θεσμούς, ήταν αναγκασμένοι να μάθουν να κινούνται και στις αίθουσες των δικαστηρίων της τότε Ελληνικής πολιτείας. Στις δύσκολες πολιτικές κι ανώμαλες συνθήκες της δεκαετίας του 1940, εξαιτίας της ορεινής διαβίωσης, κατείχαν μια λεπτή για τους εμπλεκόμενους, όσο κι επικίνδυνη για τους ίδιους θέση.


Κι έπρεπε όλα τα παραπάνω να τα ξεπεράσουν και να επιβιώσουν. Τα κατάφεραν συνδυάζοντας αρμονικότατα τόσο την τόλμη όσο και τη διπλωματία. Αξιοποιώντας τα δύο αυτά προτερήματα, υπερέβησαν πολυποίκιλα εμπόδια. Αντιμετώπισαν με επιτυχία την κακοπιστία των ντόπιων χωρικών, αντιπαρήλθαν την καταφρόνια των κατοίκων της πόλης, απέβαλαν το αίσθημα του παρία της κοινωνίας, στη θέση του οποίου τους οδηγούσαν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής, παρέκαμψαν τον υπάλληλο που δίκην τρωκτικού ήθελε δήθεν να καλύψει την πολλές φορές δικαιολογημένη παραβατικότητα τους. Στην πρόσφατη πολεμική και ανώμαλη εσωτερικά περίοδο, αναγκασμένοι να κινούνται μεταξύ σφύρας και άκμονος, απέφυγαν ακόμη και τη φυσική τους εξόντωση.

Αυτοί, λοιπόν, οι παλαιοί Σαρακατσαναίοι, δικαιολογημένα απέσπασαν τον θαυμασμό επιστημόνων, ερευνητών Ελλήνων και ξένων. Αν όχι πολλοί, σίγουρα μερικοί από αυτούς ήταν πραγματικά προικισμένες φυσιογνωμίες, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να δείξουν τις αρετές τους σε γενικότερο πεδίο. Ίσως γιατί δεν είχαν το αίσθημα της μειονεξίας. Ίσως γιατί σε αυτούς ήταν άγνωστα τα συμπλέγματα κατωτερότητας. Μεγαλωμένοι μέσα στη φύση, ζώντας στα ψηλά βουνά, είχαν εξοικειωθεί με την κορυφή και είχαν ελαχιστοποιήσει την απόσταση που τους χώριζε με αυτή. Αυτός ήταν ο λόγος που εντυπωσιασμένος ο Άγγλος Patrick Lee Fermor έγραφε γι’ αυτούς τους μαύρους αποδημητές – όπως τους χαρακτηρίζει -  ότι τους Σαρακατσάνους τους βλέπεις στην γραμμή του ορίζοντα ή στον δρόμο για την κορυφή του ορίζοντα.


Στο πεδίο των ηθικών αξιών, δίδαξαν αρετές που φαντάζουν σπάνιες στην σημερινή εποχή. Ο άντρας ο οποίος είχε λόγο και τιμή προβάλλονταν από όλους αυτόματα και προνομιακά. Ήταν πλούσιος όχι σε περιουσία. Αυτή τότε δεν ήταν ασφαλές κριτήριο για κοινωνική καταξίωση. Αλλά ήταν πλούσιος σε κύρος. Η δε επιρροή που ασκούσε ήταν ακαταμάχητη. Απεναντίας ο φλύαρος, ο υπερφίαλος, ο μη τηρών το προσήκον μέτρο στις εκφράσεις, δεν απολάμβανε εκτίμησης, δεν λαμβάνονταν υπόψη. Ήταν ο ελαφρός. Γίνονταν δεκτός στη συντροφιά ενδεχομένως για ψυχαγωγία. Ο άντρας οικογενειάρχης ήταν το μοναδικό και ιδεώδες πρότυπο, που απέρρεε από την κοινωνία του τσελιγκάτου. Ο προσανατολισμός στο πρότυπο αυτό ήταν μονόδρομος. Ο κανόνας χωρίς εξαιρέσεις για τον άντρα που αποφάσιζε να δημιουργήσει οικογένεια. Αυτό το πρότυπο καλλιεργείται από πολύ μικρή ηλικία. Κυρίως με τη συμμετοχή του Σαρακατσανόπουλου στην παραγωγική διαδικασία, η οποία – με τη βαθμιαία ενηλικίωση – γίνεται από πιο υπεύθυνες θέσεις, ώσπου τελικά να μπορεί από την εργασία του να ζήσει την οικογένεια του.

Εξάλλου, στον χώρο της εργασίας μπορεί να υπήρχε καταμερισμός μεταξύ των δύο φύλων, ήταν σαφές όμως ότι η βασική δομή της φύλαξης, της βόσκησης καθώς και της διοίκησης του ποιμνίου ήταν αντρική υπόθεση. Μετά τη διάλυση των τσελιγκάτων, όταν πλέον η κτηνοτροφία ασκούνταν κατά οικογένεια, με μικρότερο αριθμό προβάτων, τότε η γυναίκα αρχίζει να συμμετέχει κατά περίπτωση στη φύλαξη ή τη βόσκηση του ποιμνίου.

Στο πεδίο των αισθητικών αξιών του πολιτισμού, ο άντρας υλοποιεί τον δικό του ρόλο στο τραγούδι, στον χορό και επίσης στην τέχνη και συγκεκριμένα στην ξυλοτεχνία και ξυλογλυπτική.


Παρά, όμως, την άσκηση της διοίκησης από τον άνδρα, στο τσελιγκάτο των Σαρακατσαναίων αναδεικνύονταν ο διαφορετικός αλλά ίσης αξίας ρόλος της γυναίκας. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής κοινωνίας των Σαρακατσαναίων, έχουνε επισημάνει την ιδιαίτερη θέση της γυναίκας. Ο Λάζαρος Αρσενίου, ο οποίος αναφέρεται με γλαφυρότητα και γλυκιά αναπόληση, στις στιγμές που έζησε σε διάφορα τσελιγκάτα και ειδικά στο τσελιγκάτο του Μόλφου – παππού του σημερινού Προέδρου του Συλλόγου μας στα Τρίκαλα – γράφει στο παραπάνω έργο του: «Η γυναίκα αποτελούσε τον στυλοβάτη της σαρακατσάνικης ζωής. Ο άντρας ασχολούνταν μέρα νύχτα με το κοπάδι και τα πρόβατα και πάλι δεν έσωνε. Όλες οι άλλες εργασίες έπεφταν στη γυναίκα. Κι αυτές ήταν πάρα πολλές: τα καλύβια της οικογένειας λάμπουν από καθαριότητα, πλημμυρισμένα από τη ζεστή ατμόσφαιρα κι από τη θαλπωρή, που μόνο οι γυναίκες με τη νοικοκυροσύνη τους δημιουργούν. Αλλά και όλος ο οικισμός τους λάμπει από καθαριότητα, χάριν στις γυναίκες». Και παρακάτω ο ίδιος συγγραφέας: «Ανάμεσα στο ανδρόγυνο των Σαρακατσάνων υπάρχει καταμερισμός. Η γυναίκα διευθύνει το νοικοκυριό, παρασκευάζει τα αποθέματα τροφίμων, μαγειρεύει και υφαίνει και ράβει τα ρούχα και τα εσώρουχα όλων, αρρένων και θηλαίων, χωρίς να αναμειγνύεται ο άνδρας ποτέ και σε τίποτε από αυτά. Αν κάποιος άνδρας επιχειρήσει να βοηθήσει τη γυναίκα του, αυτή θα τον εμποδίσει αμέσως από φόβο μήπως θεωρηθεί ανάξια κι ανοικοκύρευτη.

Όπως αντιλαμβάνεστε, όμως, μια τέτοια – άνευ όρων – δράση της γυναίκας στον εργασιακό χώρο, δεν έμεινε χωρίς εκμετάλλευση από κάποιους άνδρες που η εργασία δεν ήταν η πλέον αγαπημένη τους συνήθεια, ή – για να το πω κι ευγενικότερα – είχαν υιοθετήσει και στη ζωή την αρχή της σύσσωμης προσπάθειας. Για του λόγου το αληθές, θα ζωντανέψω μια εικόνα που προκύπτει από ένα απόσπασμα από το έργο του Karsten Høeg – δεν ξέρω αν είναι εδώ η κόρη του – ο οποίος πολύ περιγραφικά αναφέρει κάπου στην Ήπειρο ότι: «Όλες οι γυναίκες στις στάνες κάνουν τη βαριά κι επίπονη δουλειά να καθαρίζουν από τον βούρκο μια λίμνη για να ποτίζονται σε καθαρό νερό τα κοπάδια. Ενώ οι άντρες κάθονται απέναντι στη λίμνη σε μια ράχη, τις παρακολουθούν και καπνίζουν».


Αναφορικά με τη θέση της γυναίκας στο τσελιγκάτο, ο Λάζαρος Αρσενίου προβαίνει σε σύγκριση μεταξύ αυτής και των γυναικών της ελληνικής υπαίθρου, τις οποίες θεωρεί χαμηλοβλεπούσες που έμειναν στη διάρκεια των αιώνων κλεισμένες στα σπίτια σαν φυλακισμένες από τους άντρες. «Η Σαρακατσάνα» τονίζει, «στεκόταν στο πλευρό του άντρα, δεν ζούσε όμως στον ίσκιο του, όπως συνέβαινε για όλες τις άλλες γυναίκες της Ελλάδας για αιώνες», λέει ο Λάζαρος Αρσενίου που δεν ήταν Σαρακατσάνος. Ο Μάρκος Γκιόλιας, θέλει τη ζωή της γυναίκας στο τσελιγκάτο συνυφασμένη με ρόλους παραγωγικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, παιδαγωγικούς, που καθορίζονται όχι μόνο από τα δεδομένα του φύλου της, αλλά και από ένα θεσμικό πλαίσιο εθιμικών κανόνων. Ορίζει την έννοια του ρόλου ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και τονίζει την απεξάρτηση του ρόλου από την κοινωνική θέση. Διευκρινίζει ότι δεν είναι η παροχή της εργασίας που θεμελιώνει την ισοτιμία της γυναίκας με τον άντρα στα τσελιγκάτα. «Εργασία», λέει «προσφέρει και η γυναίκα στον τομέα των γεωργικών καλλιεργειών, την οποία θεωρεί βαρύτερη και καταπιεστικότερη. Χωρίς να έχει όμως τα αντίστοιχα δικαιώματα ή την ισοτιμία με τη γυναίκα του χωριάτη».

Προχωρώντας στην σύγκριση ανάμεσα στις δύο αυτές κοινωνικές πραγματικότητες, ομιλεί για απόλυτη ατομική κυριαρχία του γεωργού στα μέσα της παραγωγής, η οποία «περιθωριοποιεί τη γυναίκα από την συντροφική αντίληψη του κοινού βιοτικού συμφέροντος, αφού την αποξενώνει από το ίδιο το αντικείμενο της εργασίας της. Τα διάφορα περιουσιακά στοιχεία του γεωργού όλα ανήκουν σε αυτόν. Η δε γυναίκα έχει την αίσθηση ότι είναι και αυτή ένα εργαλείο παραγωγής, άτομο με υποχρεώσεις, χωρίς κανένα αντισταθμιστικό δικαίωμα. Απεναντίας στην κοινότητα του τσελιγκάτου είναι εδραιωμένη η πεποίθηση ότι το ατομικό δικαίωμα στην περιουσία περικλείεται μέσα στο συλλογικό. Η ίδια πεποίθηση υπάρχει και στον άντρα και κανένας δεν αντλεί εξουσία από την περιουσία. Και οι δύο είναι φορείς του συλλογικού δικαιώματος στα ποίμνια, ανεξάρτητα με το ποιος είναι ο θεσμικός εκπρόσωπος της περιουσίας». Τέλος, επισημαίνει κι αυτός, όπως και ο Αρσενίου ότι στο τσελιγκάτο προχωρούν οι άνδρες και καμιά φορά και οι γυναίκες, ορίζοντας αυτό το στοιχείο ως μέσο άμυνας αλλά και ανεξαρτησίας απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας, ειδικά μάλιστα την περίοδο του οθωμανικού κράτους που απαγόρευε την κυκλοφορία στους ραγιάδες.


Η αείμνηστη μεγάλη μας λαογράφος, η Αγγελική Χατζημιχάλη, τονίζει με έμφαση: «χαρακτηριστικό γνώρισμα της σαρακατσάνικης τέχνης – όπως σχεδόν κάθε πατρογονικής – είναι πως ολόκληρη, εκτός από την ξυλοτεχνία και ξυλογλυπτική, βρίσκεται στα χέρια της γυναίκας. Παντού, σε όλες τις περιοχές των Σαρακατσάνων». Περιγράφοντας ειδικότερα τις επιμέρους εργασίες της, τονίζει ότι «ράβει και στολίζει μονάχη της ολόκληρες τις φορεσιές ανδρίκιες, γυναικείες, παιδιάστικες, χωρίς καμία μεσολάβηση του ράφτη. Περίπτωση που δεν συναντάται σε κανέναν άλλο νομαδικό ή ημι-νομαδικό ή χωρικό πληθυσμό της Ελλάδας.

Ο ρόλος της γυναίκας στο τσελιγκάτο, στη στάνη, είναι ένας ρόλος που διατρέχει όλα τα στάδια, από τη μικρή της ηλικία μέχρι τα γεράματα, που της προσδίδει κατά στάδιο και το ανάλογο κύρος. Η νεαρή κοπέλα, το κορίτσι, δεν είναι ένα πράγμα όμορφο, μια κούκλα χωρίς προσωπικότητα, αλλά συμμετέχει στις ασχολίες της καλύβας και της στάνης, δηλαδή κάνει όσα της αναλογούν στο νοικοκυριό μιας κλειστής κοινωνικής ομάδας και οικονομίας.

Η παντρεμένη γυναίκα προβάλλει και υλοποιεί το Ελληνικό ήθος ζωής προέχοντος τη συζυγική πίστη, την αφοσίωση στην οικογένεια. Ως μάνα μεταλαμπαδεύει την παράδοση. Είναι η αυτοδίδακτη παιδαγωγός, αυτή που μεγαλώνει άντρες και τους οπλίζει με βασικές και κατάλληλες αρχές κι αξίες, έτοιμους για τον καθημερινό, επίπονο, ωραίο, νικηφόρο αγώνα της ζωής. Αυτή που ανατρέφει κορίτσια έτοιμα να κάνουν το ίδιο, έχοντας συνείδηση της αποστολής τους. Αυτή που εργάζεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις – καθημερινά κι επίπονα – και γι’ αυτό ενσαρκώνει τον αλτρουισμό, τη θυσία για τους άλλους, τον αναντικατάστατο άνθρωπο, την Ελληνίδα μάνα. Αυτή που διαπνέεται από το «γεννήθηκα όχι να μισώ μα να αγαπώ» της Αντιγόνης. Που διδάσκει σε όλη την οικογένεια και όχι μόνο στα παιδιά της που είναι η αιώνια αξία και στάση ζωής. Αυτή που με έναν λόγο παίρνει τον πόνο, εξουδετερώνει την οργή και τον θυμό, καταλαγιάζει την ταραχή και διαμάχη, ως άγγελος ευτυχίας και αγάπης.


Ως ηλικιωμένη γυναίκα είναι η ταυτότητα της σοφίας, ο άνθρωπος που έχει τη δική του θέση και παρουσία στην οικογένεια, που συμμετέχει με τα παραμύθια, με τα τραγούδια, με τις συμβουλές στο μεγάλωμα των παιδιών που τα αγαπά κι αφιερώνεται σε αυτά. Αυτή η γυναίκα, ως γνωστόν, δεν έχει πολιτικά δικαιώματα, τα οποία ας μην ξεχνάμε ότι πλήρως κατοχυρώθηκαν στην Ελλάδα το 1952. δεν γνωρίζει γράμματα, δεν συμμετέχει – τουλάχιστον εμφανώς – στη διοίκηση. Αγνοεί τον ρόλο «χειραφέτηση», «απελευθέρωση της γυναίκας», «φεμινιστικό κίνημα». Αυτό όμως δεν την εμποδίζει να αναδεικνύει τον δικό της ρόλο στη δημιουργία πολιτισμού και ειδικά στον προνομιακό γι’ αυτήν τομέα των ηθικών αξιών. Δηλαδή στο σύνολο των ηθών κι εθίμων. Αλλά και σε αυτόν των αισθητικών αξιών, στα τραγούδια, στον χορό, αλλά και στην τέχνη, που εκδηλώνεται με τα τεχνουργήματα, τα χειροτεχνήματα που παράγει η κοινωνία του τσελιγκάτου και της στάνης, όπου είναι πολύ σαφές το στίγμα της.

Για όσους έχουν βιώσει – έστω και αχνά – τα χαρακτηριστικά αυτής της κοινωνίας, για όσους έχουν μνήμες, αλλά και όσοι εκ των ερευνητών ήρθαν σε επαφή με αυτήν, δύσκολα μπορούν θεμελιωμένα να αρνηθούν τον ρόλο της γυναίκας ως ισάξιο και παραπληρωματικό με εκείνον του άνδρα στη δημιουργία πολιτιστικών αξιών.

Το ερώτημα αν σήμερα οι αρχές του τσελιγκάτου είναι συμβατές, και ποιες από αυτές τις αρχές – ή αν μπορεί να ωφελήσει η διδαχή τους το σήμερα, θα σας απαντήσει η πραγματικότητα. Είναι πράγματι αλήθεια. Αποκτήσαμε γυναίκες πανεπιστημιακούς, εκπαιδευτικούς, με μεγάλες διανοητικές ικανότητες και γνώσεις, χάσαμε όμως τις μάνες που λεν το παραμύθι το βράδυ στα παιδιά τους, σε κείνη την ώρα που ήταν ένα απαράμιλλο σχολείο γνώσης της παράδοσης και της Ελληνικότητας. Έτσι, μπορεί σήμερα να έχουμε παιδιά με άριστες επιδώσεις στον τομέα της γνώσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, έχουμε και παιδιά όμως που βολοδέρνουν και μαραζώνουν στον καταστροφικό δρόμο των ναρκωτικών, της πορνείας, της εγκληματικότητας, αφού η ψυχή τους δεν έχει προπονηθεί με τις αρχές και τις αξίες της παραδοσιακής Ελληνίδας μάνας, αλλά με τα παραισθησιογόνα της τηλεόρασης.


Ανεβάσαμε τη γυναίκα σε όλα τα αξιώματα της δημόσιας ζωής και πετάξαμε την ηλικιωμένη γυναίκα – τη γιαγιά – έξω από τα παιδιά της, τα εγγόνια της, σε χώρους αφιλόξενους, όπου βιώνει τον αποκλεισμό της, μη μπορώντας να αναδείξει τον δικό της ρόλο. Αναδείχθηκε η γυναίκα σύμβολο του σεξ, σκοτώθηκε όμως ο έρωτας, η αγάπη, η συντροφικότητα, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε και το πιο οικτρό χαστούκι στην προσωπικότητα της. Έγινε και γίνεται απόπειρα να εξοβελιστεί η συζυγική πίστη έναντι οποιουδήποτε τιμήματος στην οικογένεια, με αποτέλεσμα τη διάλυση πολλών γάμων με τα όποια επακόλουθα στα παιδιά, γιατί απλούστατα δεν στηρίζονται σε σοβαρά και σταθερά θεμέλια.

Μετά ταύτα, μπορεί να υπάρξει κι ερώτημα για το δέον γενέσθαι. Αυτό όμως το ζήτημα εκφεύγει των ορίων μου και όχι μόνο των ορίων της ομιλίας αυτής. Θα ήταν ακρότητα από το βήμα αυτό να γίνουν υποδείξεις για το δέον. Και η εποχή μας, είναι προφανές, δεν αντέχει άλλες ακρότητες.