portraita

kentriki mpara

.

.
ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΑΙΟΙ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΙ.
ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ



Άγραφα. Ένας τόπος γεμάτος από ιστορίες, θρύλους, παραδόσεις και διηγήσεις που μεταβιβάζονταν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά.Μέσα από τους θρύλους, τις παραδόσεις και τις ιστορίες αυτές αναδύεται ατόφια η ιστορία του τόπου, μια ιστορία που ήταν άρρηκτα δεμένη με την ιστορία του Κλεφταρματολισμού.Εκεί στα κακοτράχαλα αυτά βουνά, που αποτελούσαν το άπαρτο κάστρο της Κλεφτουριάς, γεννήθηκαν θρυλικές μορφές που άλλαξαν τον ρουν της ιστορίας. Αυτοί οι αδούλωτοι Έλληνες αποτελούσαν κατά την περίοδο της Τουρκο­κρατίας το πιο προκεχωρημένο φυλάκιο της ελεύθερης Ελλάδας, τη μοναδική παρηγοριά για τους ραγιάδες του κάμπου που στέναζαν κάτω από τον τουρκικό ζυγό.

Εκεί στ' Άγραφα, στη «Νιάλα την ψηλή στ' αγναντερά Μαράθια», έζησα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια μαζί με τους τσελιγκάδες και τους τσοπαναραίους, ακούοντας τις διηγήσεις των γερόντων για τους Αρματολούς και Κλέφτες, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχον­ταν από τις σαρακατσιάνικες φάρες και οι οποίοι με τον ξεσηκωμό του '21 αποτέλεσαν τον πρώτο στρατιωτικό πυρήνα της επαναστατημένης Ελλάδας. Ήταν οι δικοί μας άνθρωποι, οι άνθρωποι της δικής μας ράτσας, που ποτέ δεν υπέγραψαν ανακωχή με τον κατακτητή, αφού ολόκληρη η ζωή τους ήταν μια αδιάκοπη ανταρσία.

Μέσα από τις διηγήσεις αυτές μαθαίναμε την ιστορία του τόπου μας, ζώντας νοερά όλα τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν εκεί ψηλά στα κακοτράχαλα αυτά βουνά, όπου ποτέ δεν έφθασε η Οθωμανική εξουσία Περπατούσαμε στα ίδια μονοπάτια, ακολουθώντας τα δικά τους αχνάρια. Κοιμηθήκαμε στο ίδιο μοναστήρι, το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Σάϊκας, όπου σύμφωνα με την τοπική παράδοση έμεινε ο Καραϊσκάκης όταν ήταν μικρό παιδί, μαζί με άλλα ορφανά παιδιά που φυλοξενούνταν.

Στηθήκαμε στο ίδιο πέτρινο ανάχωμα,εκεί στη Φειδόσκαλα, στο Προσηλιάκο απ' όπου ο Κατσαντώνης έρριξε το φαρμακερό βόλι και σκότωσε το Βεληγκέκα. Βόσκαμε τα κοπάδια μας στα ίδια λειβάδια και τα αρμέγαμε στις ίδιες λιθαρόκτιστες στρούγκες, όπου σύμφωνα με τις διηγήσεις των γερόντων, ξεκαλοκαίριαζε η στάνη του Γιάννη Μακρυγι άννη. πατέρα του Κατσαντώνη. Κοιμηθήκαμε στο ίδιο μέρος, εκεί που είχε στήσει τα κονάκια του ο Μακρυγιάννης, μια τοποθεσία που φέρνει ακόμα μέχρι και σήμερα το όνομα στα «Κονάκια του Μακρυγιάννη». Έτσι γνωρίσαμε για πρώτη φορά όλους αυτούς τους ήρωες, όχι φυσικά από τα βιβλία, αλλά από τη ζωντανή παράδοση, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα. Ζούσαμε τους ήρωες μας ανθρώ­πινους και όχι φτιασιδωμένους από τους ιστορικούς. Τους ζούσαμε μέσα από τα τραγούδια που τραγουδούσαμε στους γάμους,στις χαρές και στα ξεφαντώματα.Τραγούδια που τραγουδούσαν και αυτοί οι ίδιοι, τα τραγούδια που εξυμνούσαν τους καϋμούς και τα κατορθώματα τους. Όλοι αυτοί οι ήρωες αποτελούσαν για μας τη φωνή και το πνεύμα του αλύτρωτου Ελληνισμού, γι' αυτό και είχαν μέσα μας μια ξεχωριστή θέση. Τρέφαμε μια ξεχωριστή λατρεία στις μεγάλες αυτές ιστορικές μορφές, που στάθηκαν οι εμπνευσμένοι οδηγητές μας. Αυτοί ήταν για μας ολόκληρος ο κόσμος μας. Δεν είναι οι μόνοι. Υπάρχουν πάρα πολλοί άλλοι. Σ' αυτούς τους πρωτοπόρους που ερμήνευσαν το αίσθημα ενός ολόκληρου λαού αφιερώνονται οι σελίδες του βιβλίου αυτού.

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2000


Γεώργιος Ν. Αγραφιώτης