portraita

kentriki mpara

..Οι Σαρακατσάνοι
 στις γιορτές του Δωδεκαημέρου
..


του Γιάννη Πιστόλα
Οι Σαρακατσαναίοι είχαν έντονα αναπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα. Επειδή όμως ήταν νομάδες (μετακινούνταν συνέχεια) και λόγω της φύσεως της εργασίας τους, σαν κτηνοτρόφοι, δυσκολεύονταν να βρουν χρόνο να πάνε στην εκκλησία.

Πρέπει δε να καταλάβουμε ότι κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς , βρίσκονταν στα «Χειμαδιά» και δεν είχε τελειώσει ακόμα ο «γέννος», το γέννημα των προβάτων.

Παρ’ όλα αυτά τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κοινωνούσαν σχεδόν όλοι, πηγαίνοντας με πρόγραμμα που καθόριζε ο τσέλιγκας στην πλησιέστερη εκκλησία, αφού όλοι απαραίτητα είχαν νηστέψει.


ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Οι Σαρακατσαναίοι πιστεύουν πως, όταν γεννήθηκε ο Χριστός, οι βοσκοί ήταν οι πρώτοι που πήγαν και προσκύνησαν και γι αυτό είναι ευλογημένοι. Πήγαιναν στην Παναγία κουλούρα ψημένη στα κάρβουνα. Για αυτό το λόγο τα Χριστούγεννα φτιάχναν τη ¨Χριστόκλουρα¨.

Από την παραμονή των Χριστουγέννων άναβαν τη φωτιά και δεν την άφηναν να σβήσει δώδεκα ημέρες, όσες δηλαδή ήταν και τα «παγανά».

Τα «παγανά», «οι καλικάτζαροι» ήταν τα «όξω από δω» και άμα έβλεπαν αναμμένη τη φωτιά δεν ζύγωναν. Επιπλέον γύρναγαν την πυροστιά ανάποδα κι έριχναν αλάτι μέσα στη φωτιά για να ακούγεται το σκάσιμο του αλατιού και να σκιάζονται τα παγανά.

Πάνω απ’ την πόρτα του καλυβιού κρέμαγαν κλαράκια αγριοτριανταφυλλιάς – σπραγγιάς – παλιουριάς και κρανιάς για να κρατάνε μακριά τα παγανά.

Την Παραμονή επίσης προμηθεύονταν απ’ την κοντινή πόλη τα «καλούδια» με τα οποία φίλευαν τα παιδιά κυρίως, αλλά και τους μεγάλους, που θα πήγαιναν στα κονάκια τους για να τους ευχηθούν.

Τα παιδιά απ’ την Παραμονή συνεννοούνταν για το τι θα κάνουν όταν ξημερώσει Χριστούγεννα και για να είναι προετοιμασμένα πήγαιναν στο «Λόγγο». Εκεί το καθένα έκοβε χλωρά κλαράκια πουρνάρια, γιατί όταν θα τα έβαζαν φωτιά καθώς καίγονταν «πριτσιάναγαν»,δηλαδή τριζοβολούσαν. Γι’ αυτό και το λέγαν «Πριτσιατσιά». Έκοβαν δε τόσα κλαράκια όσα θα ήταν και τα καλύβια στα οποία θα πήγαιναν για τις ευχές.
Οι γυναίκες ζύμωναν κι έφτιαχναν τη «Χριστόκλουρα».

Η Χριστόκλουρα έπρεπε να είναι κεντητή. Τα κεντήματα στη Χριστόκλουρα, οι Σαρακατσάνες τα σχεδίαζαν με τα δάχτυλα, το πιρούνι, το μαχαίρι και το φλιτζάνι. Τα σχέδια συμβόλιζαν τα πρόβατα, τα άλογα, τη στάνη, τη στρούγκα και άλλα στοιχεία από την καθημερινότητα.

Ανήμερα τα Χριστούγεννα σκέπαζαν τα εικονίσματα του καλυβιού, τα οποία ξεσκέπαζαν μόνο την Πρωτοχρονιά και τα ξανασκέπαζαν μέχρι τα Φώτα.

Τα παιδιά, πρωί τα Χριστούγεννα, μ’ έναν τρουβούλι στον ώμο και τα κλαράκια στα χέρια μπαίνοντας στο καλύβι, αφού καλημέριζαν και φιλούσαν από σεβασμό το χέρι των μεγαλυτέρων, πήγαιναν και κάθονταν στα γόνατα δίπλα στην φωτιά. Εκεί, κάθε ένα, έβαζε το πουρναράκι στην φωτιά κουνώντας το πέρα δώθε κι έλεγε: ¨Αρνιά – Κατσίκια – πιδιά – νφάδες – γαμπροί – ’γεια κι δύναμη κι απ ούλα τα καλά¨

Τα παιδιά κάθονταν την ώρα που έλεγαν τις ευχές ¨για να παίρνουν οι πρατίνες τ’ αρνιά τ’ς και να μην τ’ αφήνουν¨. Τα πουρναρόκλαδα έπρεπε να «πριτσιανιάν», να τριζοβολούν, την ώρα που λέγαν τις ευχές «για να βελάζουν τ’ αρνιά». Αν τα κλαράκια δεν πριτσιάναγαν πίστευαν ότι «δεν θα ’ναι καλή χρόνια και δεν θα βελάζουν τα αρνιά». Δηλαδή δεν θα έχουν πολλά γεννητούρια.

Η νοικοκυρά ύστερα από τις ευχές έδινε στα παιδιά διάφορα «καλούδια» δηλαδή καραμέλες – χαρούπια – ξερά σύκα – καρύδια – μήλα και ότι άλλο είχε ευχαρίστηση.

Λεφτά δεν έδιναν, μόνο καλούδια έδιναν, γιατί τις ευχές έπρεπε να τις γλυκάνουν. Στους μεγάλους ,οι οποίοι έκαναν τα ίδια με την ίδια διαδικασία και ακριβώς τις ίδιες ευχές, εκτός από καλούδια πρόσφεραν και κρασί με μεζέδες.



Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Τα μεσάνυχτα ,μπαίνοντας η Πρωτοχρονιά ,οι άνδρες είχαν το έθιμο να βγαίνουν από το καλύβι και να πυροβολούν στον αέρα. Μ’ αυτό τον τρόπο ¨Βασίλευαν τα Τφέκια¨.

Οι γυναίκες έφκιαναν την Βασιλόκλουρα δηλαδή την κουλούρα του Αι Βασίλη, τη νύχτα ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά.

Την Βασιλόκλουρα την έτριβαν μέσα σ’ένα μεγάλο ταψί σε χαψιές (μπουκιές). Ξεχωριστά σ’ένα τηγάνι έλιωναν φρέσκο βούτυρο , μέσα στο οποίο πρόσθεταν κομμάτια τυρί. Αφού το ανακάτευαν και το ζεματούσαν στην φωτιά το έριχναν πάνω στην τριμμένη βασιλόκλουρα. Πρόσθεταν επιπλέον και ζάχαρη και το ξανά ανακάτευαν.

Έτσι έφτιαχναν τη ¨Μπουκβάλα¨ την οποία τοποθετούσαν στην μέση της τάβλας. Μέσα στην Μπουκβάλα την ώρα που την ανακάτευαν έριχναν ένα νόμισμα ,(οι παραλήδες μια χρυσή λίρα, οι φτωχότεροι ένα ασημένιο νόμισμα),ένα κλωνάρι σε στεφανάκι που συμβόλιζε το μαντρί, άλλα κλωναράκια και αλλά σημάδια που συμβόλιζαν τα πρόβατα, τα άλογα, το καλύβι και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία από το βιός του καθενός.

Αφού καθόταν όλη η οικογένεια γύρω από την τάβλα που ήταν το ταψί με τη ¨Μπουκβάλα¨ έκαναν τον σταυρό τους και ο πατέρας, αφού τη σταύρωνε, χώριζε το μερίδιο κάθε ατόμου.

Έτσι το πρωί της Πρωτοχρονιάς έτρωγαν την Μπουκβάλα και ο κάθε ένας έπαιρνε τις ευχές των υπόλοιπων για το τυχερό του.

Εν τω μεταξύ τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι πήγαιναν στα καλύβια για να ευχηθούν και να κάνουν και σήμερα ¨Τα αρνιά κατσίκια¨(το έθιμο με τις ευχές, όπως και τα χριστούγεννα).

Όπως προαναφέρθηκε την Πρωτοχρονιά οι νοικοκυρές ξεσκέπαζαν τα εικονίσματα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κι άναβαν το καντηλάκι. Το βράδυ τα ξανασκέπαζαν μέχρι τα Φώτα.

Επιπλέον το πρωί της Πρωτοχρονιάς κάθε οικογένεια έστελνε ένα παιδί σε τρεχούμενο νερό στο ποτάμι όπου έριχνε τυρί και βούτυρο για «ν’ αρτύσει» το νερό!!


ΤΑ ΦΩΤΑ


Την Παραμονή δεν αρταίνονταν κανένας Σαρακατσάνος για να είναι καθαροί και να φωτιστούν. Ανήμερα τα Φώτα οι γυναίκες πήγαιναν στην Εκκλησία και έπαιρναν αγιασμένο νερό. Όταν γύρναγαν με το νερό ράντιζαν πρώτα με ένα κλαράκι το κονάκι και τους ανθρώπους. Μετά πήγαιναν και ράντιζαν τα μαντριά και το βράδυ που γύριζαν τα πρόβατα πήγαιναν και ράντιζαν και τα κοπάδια. Άφηναν και λίγο αγιασμένο νερό σε ένα μπουκαλάκι και το έβαζαν στο εικόνισμα «Για το καλό».
Οι γυναίκες, τα Φώτα, έπαιρναν τα εικονίσματα από το καλύβι και τα πήγαιναν στο ποτάμι ή την βρύση, όπου ήταν καθαρό και τρεχούμενο το νερό για να τα πλύνουν .Εκεί έριχναν στο τρεχούμενο νερό και τα κλαράκια που είχαν τοποθετήσει σαν σύμβολα στην Μπουκβάλα της Πρωτοχρονιάς.

Τα Φώτα οι γυναίκες συνήθιζαν να κάνουν ¨Στριφτόπ’τα¨. Η Στριφτόπ’τα γίνεται με ζυμάρι που το ανοίγουν με τα χέρια, το στρίβουν όταν το στρώνουν στο ταψί και για γέμιση προσθέτουν τυρί και βούτυρο.
Κατά την διάρκεια των εορτών πέρα από τις καθιερωμένες επισκέψεις για τις ευχές ,γίνονταν και επισκέψεις σ’ αυτούς που γιόρταζαν την ονομαστική τους γιορτή ¨Χριστάδες¨ ¨Βασιλάδες¨ κλπ, όπου οι εορτάζοντες είχαν προετοιμάσει τα ¨κουρμπάνια¨, τάματα δηλαδή για την γιορτή τους. Συνήθως τα κουρμπάνια ήταν αρνί στη γάστρα ή στο κακάβι (τέντζερη).

Εκεί τρώγοντας και πίνοντας έρχονταν στο κέφι και το έριχναν στο τραγούδι.

Χαρακτηριστικό σε τέτοιες γιορτές είναι το παρακάτω τραγούδι :

¨Απόψε στο σπιτάκι μου είχα χαρά μεγάλη
τον Άγγελο μου γιόρταζα και το θεό δοξάζω
και την κυρά την Παναγιά πολύ την προσκυνάω

να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου¨.