portraita

kentriki mpara

Σαρακοστιανά έθιμα των Σαρακατσαναίων
..

της Βασιλικής Ζαγναφέρη
Η λέξη «Αποκριά» ή «Απόκριες» ετυμολογικά, σημαίνει την αποχή από το κρέας. Η περίοδος της Αποκριάς αποτελεί μία περίοδο ευθυμίας, γλεντιού και, γενικά, διασκέδασης. Είναι η περίοδος της ψυχικής και σωματικής προετοιμασίας του ανθρώπου, προκειμένου να βιώσει το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Σωτήρα Χριστού.

Έτσι, λοιπόν, πριν να μπει ο χριστιανός στο πέλαγος της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου θα πρέπει να νηστέψει και να πενθήσει για εφτά ολόκληρες εβδομάδες, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει αλλά και να γλεντήσει.

Το Τριώδιο διαρκεί τρεις εβδομάδες. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη βδομάδα ονομάζεται προφωνή ή προφωνέσιμη, καθώς τότε συνήθιζαν τα νοικοκυρά να σφάζουν τους χοίρους τους, τους οποίους έθρεφαν για τον σκοπό αυτό. Η δεύτερη βδομάδα ονομάζεται κρεατινή ή ολόκριγια, γιατί κατά την περίοδο αυτή “δεν κρατούσαν” Τετάρτη και Παρασκευή.

Ακολούθως, όμως, της Κυριακής αυτής, της δεύτερης βδομάδας, αρχίζουν να “αποκρεύουν”, δηλαδή σταματούν να καταναλώνουν κρέας. Η βδομάδα αυτή  λέγεται τυρινή, καθώς το κύριο συστατικό των φαγητών, κατά την διάρκειά της, είναι το τυρί.




Σπάνια φωτογραφία από επίσκεψη της Σερβικής τηλεόρασης σε Σαρακατσάνικα κονάκια της περιοχής.  (Από το αρχείο του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Ελευθερίου-Κορδελιού)

Η αρχή του Τριωδίου γίνεται, κυρίως, αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέμπτη. Είναι η μέρα που ο καθένας , ακόμη κι ο πιο φτωχός, σύμφωνα με την παράδοση, “θα τσικνώσει τη γωνιά του”, θα ψήσει, δηλαδή, στη φωτιά κι η τσίκνα απ’ το ψημένο κρέας θα μοσχοβολήσει στον αέρα. Αυτό το βράδυ όπως κι αυτό της Κυριακής της κρεατινής, συνηθίζονταν, οι συγγενείς να μαζεύονται και τρώνε όλοι μαζί σε κάθε σπίτι.

Αξίζει να τονίσουμε το γεγονός πως, κατά την περίοδο της Αποκριάς, οι μεταμφιέσεις δεν συνηθίζονταν στους Σαρακατσάνους, σε αντίθεση βέβαια, με τις άλλες φυλές, όπου εκεί συναντούμε τα ακόλουθα ονόματα μεταμφιεσμένων, τα οποία ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή, πχ: Γιανίτσαροι, Κουκούγεροι, Μπούλες, Κουδουνάτοι ή το πιο χαρακτηριστικό Καρνάβαλοι (Μασκαράδες).

Έτσι, λοιπόν, οι Σαρακατσάνοι συνήθιζαν το βράδυ της Κρεατινής να σφάζουν πάντα το αρνί, προκειμένου να αποκρέψουν το κρέας, ενώ την Κυριακή της Τυροφάγου ή, αλλιώς, «Τρανή Αποκριά» είχαν στο τραπέζι τους διάφορες πίτες, όπως τυρόπιτες, γαλατόπιτες, στριφτόπιτες κ.α.



Σαρακατσάνοι Κεντρικής Μακεδονίας (Από το αρχείο του Χρήστου Τέγου)

Το βράδυ της Κυριακής, παραμονής της Σαρακοστής, οι Σαρακατσάνοι έκαναν τα «σ’χωρημένα» με τα γονικά τους. Κατόπιν, αφού “σ’χωργιόνταν” μεταξύ τους, παιδιά και γονείς πήγαιναν στους μεγαλύτερους συγγενείς, στους γεροντότερους καθώς και σε όσους –είχε επικρατήσει- να τιμώνται ιδιαίτερα (π.χ. η νύφη στον “αφέντη” ή στην “κυρά”), και ζητούσαν συγχώρεση για τυχόν αντιλογίες ή παρεξηγήσεις που είχαν προκύψει κατά το παρελθόν.

Να σημειώσουμε, λοιπόν, πως τα «σ’χωρημένα» γίνονταν για να εξαγνιστούν ψυχικά, μιας και με τη νηστεία της Σαρακοστής θα επέρχονταν, παράλληλα, κι ο σωματικός τους εξαγνισμός και κάθαρση. 

Πιο συγκεκριμένα, τα λόγια που αντάλλασαν ήταν τα εξής:

«Σ’χωρημένα, ό,τι είπαμε νερό κι αλάτι,
Καλή Σαρακοστή και Καλό Πάσχα».

Κι αφού έκαναν τρεις μετάνοιες, τους φίλαγαν τα χέρια.

Ακολουθούσαν, διάφορες ευχές και κεράσματα, ενώ οι γεροντότεροι έδιναν στα μικρά παιδιά μήλα, μανταρίνια κ.α. Το ίδιο βράδυ, στρώνονταν πλούσιο τραπέζι, με ποικιλία από κρέατα και πίτες, ενώ διασκέδαζαν, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, με τραγούδια και τάματα.



Μερικά, απ’ τα τραγούδια που συνήθως τραγουδούσαν οι Σαρακατσάνοι σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις τους, ήταν τα ακόλουθα:

1. Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει.
    Δίχως αλύσα στέκεται, δίχως αέρα σιώται.
    Κι αν βάλεις λάδι και νερό, φέγγεις την αφεντιά της,
    κι αν βάλεις λάδι καθαρό, φέγγει σ’ όλον τον κόσμο.

2. Εψές είχα καλή καρδιά, τι λέτε τζάνο μ’, τζάνο μ’
 και σήμερα δεν έχω.
    Για να χαρώ τους φίλους μου, τους πολυαγαπημένους.
    Κι εκεί που ‘τρωγαν κι έπιναν και ψιλοτραγουδούσαν,
    τρία γεράκια πέταξαν, τα τρία αράδα-αράδα.

3. Καλώς μας ήρθε η σημερινή, σαν τον καλό το χρόνο.
    Κάνει τους νιους και χαίρονται, γέρους και καμαρώνουν,
    κάνει και τα μικρά παιδιά ν’ αρνιούνται από τις μάνες.



Η Καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, ονομάζεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα ή και Αρχιδευτέρα, γιατί ο χριστιανός αρχίζει να “καθαίρεται” και διατροφικά (από αυτήν την ημέρα έως και το Μεγάλο Σάββατο, οι πιστοί νηστεύουν).

 Τις τρεις πρώτες ημέρες ντρήμερο- (τριήμερο) της Σαρακοστής, η νηστεία ήταν απόλυτη. Έτσι, πολλοί Σαρακατσάνοι αυτές τις ημέρες δεν έτρωγαν τίποτε, ούτε ψωμί ούτε νερό. Την τρίτη ημέρα, την Τετάρτη το πρωί, οι γυναίκες ζύμωναν μικρά ψωμάκια, τις κλουρούλες, τις οποίες δεν τις σφράγιζαν με το κοινό σφραίστρι, αλλά με τον αετό, δηλαδή, ένα ειδικό σφραίστρι με σχεδιασμένο, πάνω του, τον δικέφαλο αετό. Αυτές τις κλουρούλες μαζί με κομπόστα τις μοίραζαν από κονάκι σε κονάκι.

Την Καθαρά Δευτέρα, επίσης,  οι γυναίκες έβγαιναν έξω και πήγαιναν να μαζέψουν λάχανα, ζόγια, παπαρούνες, λάπατα, λαψάνες, τσουκνιδάκια κ.α. Να αναφέρουμε, ότι η διατροφή των Σαρακατσαναίων, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, ήταν πολύ φτωχή και λιτή. Τα μαγειρεμένα φαγητά τους, ήταν όλα ανάρτ(η)γα, δηλαδή νηστίσιμα. Αυτά περιλάμβαναν: φασόλια, πατάτες, λιασμένα απ’ το καλοκαίρι κορόμηλα και λαχανικά, άλλοτε τσιγαρισμένα, άλλοτε με χυλό κι άλλοτε νερόβραστα.

Εδώ, θα πρέπει να συμπληρώσουμε, πως την έννοια του “καθαρμού” για την Σαρακοστή, τονίζει, ακόμη, και το ψωμί της ημέρας, η λαγάνα, που ως σημείο αναφοράς, διαμορφώνει και χαρακτηρίζει μορφολογικά και τυπολογικά τη λειτουργία της εορτής, έτσι ζυμώνεται νηστίσιμο, σαν τα άζυμα της Παλαιάς Διαθήκης.

Τα έθιμα της Καθαράς Δευτέρας, κατ’ εξοχήν διαβατήρια κι εξώστρεφα, τελεσιουργούνται, κυρίως, στην ύπαιθρο κι αποσκοπούν σε μία επικοινωνιακή – καθαρτική μέθεξη με τη φύση και τον κόσμο.  




Μια από τις γνωστές γιορτές της Σαρακοστής, είναι του Αϊ – Θόδωρου, που γιορτάζεται το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής κι ανήκει στα Ψυχοσάββατα. Την ημέρα αυτή τα ανύπαντρα κορίτσια και τα παιδιά περίμεναν να τους φανερώσει ο Άγιος με ποιον ή ποια θα παντρευτούν. Έτσι, φρόντιζαν απ’ το βράδυ της Παρασκευής να πάρουν μερικά σπυριά σιτάρι απ’ την εκκλησία, τα οποία, είτε τα έριχναν σ’ ένα σταυροδρόμι, λέγοντας μία σχετική ευχή, είτε τα έβαζαν κάτω απ’ το προσκέφαλό τους.

Επίσης, τον Αϊ- Θόδωρο έφτιαχναν και τις γνωστές «αλμυρόκλουρες». Αυτές, τις ζύμωναν με τρεις χούφτες αλεύρι και τρεις αλάτι. Τα υλικά αυτά τα έκλεβαν πριν από τρεις ημέρες από τρεις πρωτοστέφανες γυναίκες (δηλ. που έχουν παντρευτεί μία μόνο φορά) και τα ζύμωνε ένα μικρό κορίτσι. Κι αφού τις έψηναν, τις έτρωγαν τα ανύπαντρα κορίτσια, πιστεύοντας πως αυτός που θα τους έφερνε νερό στο όνειρό τους, θα ήταν αυτός που θα παντρεύονταν.

 Ακόμη, την παραμονή της γιορτής αυτής, την Παρασκευή, οι γυναίκες ξεκινούσαν τις προετοιμασίες τους, για το «μέρασμα» για το ψυχοσάββατο, το οποίο όπως προαναφέραμε, συμπίπτει με τη γιορτή του Αϊ – Θόδωρου.

Η διαδικασία που ακολουθούνταν, είχε ως εξής: καθάριζαν, αρχικά, το σιτάρι, το έβραζαν, έριχναν από πάνω ζάχαρη και κουφέτα, με λίγο καμένο αλεύρι, και το μοίραζαν την επόμενη ημέρα. Συγκεκριμένα, πήγαιναν από κονάκι σε κονάκι, με ένα ταψί, το οποίο περιείχε το σιτάρι, ψωμί, κρέας και κρασί και τα μοίραζαν σ’ όλους, για να «σχωρηθούν τα πεθαμένα».  


Μία άλλη μια γιορτή ιδιαίτερη για τους Σαρακατσάνους, ήταν αυτή των Αϊ - Σαράντα ή Αϊ – Σαράντου στις 9 Μαρτίου. Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της ημέρας αυτής είχαν τη θρησκευτική σημασία του αριθμού 40.  Έτσι, οι Σαρακατσάνες έφτιαχναν τις σαραντόπιτες, δηλαδή πίτες με 40 φύλλα ή 40 τηγανίτες, τις οποίες έψηναν στη γάστρα, και τις μοίραζαν στα καλύβια, για την ψυχή των ζωντανών, λέγοντας το ακόλουθο δίστιχο:

Σαράντα φάει, σαράντα πιει
Σαράντα δώσε στη ψυχή.

Επίσης, κατά την ημέρα αυτή, οι γυναίκες έβγαιναν έξω, να μαζέψουν ζόχια, ενώ το μεσημέρι, πριν το φαγητό τους, έλεγαν στο τραπέζι, όπου ήταν όλοι συγκεντρωμένοι:

Σαράντα φίδια αν είσαστε
Σαράντα ράχες πάτε
Έφαγα το ζόχο μου
Και θα σας φαρμακώσω.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ζητούσαν την προστασία των Αγίων από τα φίδια, τα οποία, με τον ερχομό της άνοιξης, θα τα συναντούσαν στο δρόμο τους για τα βουνά. 


Κλείνοντας, να αναφέρουμε για την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, πως αν και θεωρούνταν από τους Σαρακατσάνους μία μεγάλη, σημαντική γιορτή, ωστόσο, δεν την γιόρταζαν ιδιαίτερα, λόγω του γεγονότος ότι έπεφτε μέσα στην Σαρακοστή.

Την Κυριακή των Βαΐων, πήγαιναν στην εκκλησία για να πάρουν «βάϊα», δηλαδή φύλλα δάφνης ή μυρτιάς. Ένα έθιμο, το οποίο έχει τις ρίζες του στον 9ο αιώνα μ.Χ. και παραπέμπει στην υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Έτσι, απ’ το βράδυ της ημέρας αυτής, άρχιζε το πένθος τους, για την Μεγάλη Βδομάδα, για να γιορτάσουν, μετέπειτα, με ιδιαίτερη χαρά κι αγαλλίαση τη Λαμπρή. 


Πηγές:
­        Γαρούφας Δ., (1982), «Σαρακατσάνικη Παράδοση»
­        Καββαδίας Γ., (1996), «Σαρακατσάνοι»
­        Μακρής Ε., (1997), «Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων»
­        Τσαούσης Β., (1998), ¨Τραγούδια-Χοροί-Έθιμα των Σαρακατσάνων»