portraita

kentriki mpara

..
Τα Φέγινα Πουλιά του Θ. Γιαννακού 
ξύπνησαν μνήμες
..

Ένα βιβλίο ακατάλληλο για όσους θέλουν να ξεχάσουν


του Δημήτρη Τάγκα

Με τον ερχομό της άνοιξης ήρθαν και «Τα φέγινα πουλιά» του Θόδωρου Γιαννακού και με το φτερούγισμά τους ξύπνησαν τις μνήμες όσων δεν θέλουν να ρίξουν στη λήθη του χρόνου ένα κομμάτι της ζωής τους.

Ο Θόδωρος Γιαννακός πιστεύω ότι ξεκίνησε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό να διασώσει μέσα από τις σελίδες του τη σαρακατσάνικη λαλιά. Το προείπε άλλωστε σε ένα άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Σαρακατσαναίοι» της Αδελφότητας Σαρακατσαναίων Ηπείρου, ότι δηλαδή πιστεύει πως η γλώσσα των Σαρακατσαναίων μπορεί να διασωθεί μόνο μέσα από τη λογοτεχνία και είχε δημοσιεύσει τότε ένα δείγμα της δουλειάς του. Βαθύς γνώστης και με βιωμένη εμπειρία της σαρακατσάνικης λαλιάς την οποία και κατέγραψε σε προηγούμενο βιβλίο του.

Παρότι, όπως είπα, πιθανόν ξεκίνησε με το σκοπό αυτό, διέσωσε μέσα στο βιβλιο που πρόσφατα εκδόθηκε από το Σύλλογο Σαρακατσαναίων Κιλκίς ήθη και έθιμα, γεγονότα και καταστάσεις, αλλά το σημαντικότερο, ανθρώπινους χαρακτήρες όπως τους διαμόρφωσε η κλειστή κοινωνία των Σαρακατσαναίων.

Δεν έχει σημασία αν οι πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι ο μικρός Βουλής, η θεια Κίτενα, η Γιωργανίνενα, ο Κωσταντή Ταργαζίκας. Τι κι αν γράφει ο συγγραφέας ότι τα πρόσωπα του βιβλίου είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική . Καμία ομοιότητα δεν είναι συμπτωματική. Πίσω από όλους αυτούς κρύβονται για τον καθένα η θεια του η Αλέξενα, η Μήτρενα, η Γιώργενα , ο μπάρμπας του ο Γιώργος κλπ.. Μόνο τα ονόματα αλλάζουν. Οι χαρακτήρες και οι συμπεριφορές τους δεν αλλάξουν.

Η πλοκή του βιβλίου τοποθετείται χρονικά γύρω στη δεκαετία του πενήντα, μετά την μαζική εγκατάσταση των Σαρακατσαναίων στη Θεσπρωτία, παρότι πολλά λαογραφικά στοιχεία ανάγονται σε προηγούμενες δεκαετίες. Αν δεν κάνω λάθος, πιστεύω ότι «τα φέγινα πουλιά» του Θ. Γιαννακού είναι το δεύτερο μυθιστόρημα μετά «Το γλυκοχάραμα» του Μενέλαου Λουντέμη που είναι ολόκληρο βασισμένο στη σαρακατσάνικη ζωή. «Οι Σαρακατσιαναίοι» του Γιάννη Μποτού και «Τα παιδιά των πεύκων» του Γιώργου Καψάλη αναφέρουν πραγματικά γεγονότα γραμμένα με λογοτεχνικό τρόπο.



Σκοπός του άρθρου μου δεν είναι η παρουσίαση του βιβλίου. Για τις ανάγκες του άρθρου αυτού θα σημειώσω ότι το βιβλίο παρουσιάζει τον ετήσιο κύκλο μιας σαρακατσάνικης στάνης και την «έξοδο» ενός σαρακατσανόπουλου (του Βουλή) από τη νομαδική ζωή.

Απλά θέλω να επισημάνω μερικά στοιχεία του βιβλίου που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα πέρα από το λεξιλόγιο που μου θύμισε. Κάποιος από τις λέξεις είχα χρόνια να τις ακούσω και είναι άλλο να τις διαβάζεις σε ένα βιβλίο (του Κατσαρού, του Γιαννακού ή του Φυτιλή ή σε κάποια άλλα που παραθέτουν ένα μικρότερης κλίμακας λεξιλόγιο ) κι άλλο να «ακούς» την Κωσταντίνενα στα «Φέγινα πουλιά» να της λέει εκεί, όπου και όπως πρέπει.

Μέσα από τον παροιμιακό λόγο που ευρύτατα χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσαναίοι και τον οποίο με τη δική τους προφορά και πολύ εύστοχα κατάθεσε ο Θ. Γιαννακός συμπυκνώνεται εμπειρία αιώνων και κρύβονται νοήματα που θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων να ειπωθούν. Όταν για παράδειγμα η θεια Αυδοκιά έλεγε με καημό πως «όποιο χουρτάρι αναγελάς, γένιτι στην αυλή σου» επειδή υποτίμησε κάποιο νεαρό και εκείνος το έβαλε πείσμα και τελικά κατάφερε και την έκλεψε και την έκανε γυναίκα του δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να εμπεδώσεις το νόημα της φράσης.

Πόσο ξερό και άχαρο φαίνεται το να γράψεις για παράδειγμα ότι οι Σαρακατσαναίοι πιστεύοντας ότι θα σταματήσει η βροχή τοποθετούσαν την πυροστιά ανάποδα, μπροστά από να «ακούς» τη θεια Κίτινα να φωνάζει «Ρίξτι όξου ανάπουτα ’μ πυρουστιά να προυσγαλίσει ψίχα»;

Μέχρι τώρα οι διάφοροι «Σαρακατσανολόγοι» και μη εντυπωσιάζονταν και ασχολιόνταν με τη νομαδική ζωή των Σαρακατσαναίων στα τσελιγκάτα και αγνοούσαν ή θεωρούσαν υποδεέστερη την προσπάθειά τους για το πέρασμα από την νομαδική στην αστική διαβίωση. Ο Θ. Γιαννακός επιλέγει μια χρονική περίοδο και μια πλοκή τέτοια για να τονίσει την προσπάθεια και τον αγώνα αυτών των ανθρώπων για την ισότιμη ένταξή τους στην υπόλοιπη κοινωνία.

Όσες φορές ρώτησα κάποιον ηληκιωμένο Σαρακατσάνο να μου περιγράψει τη ζωή στη στράτα διαλέγει τη διαδρομή την άνοιξη, στο ανέβασμα προς τα βουνά και όχι αυτήν προς τα χειμαδιά. Το ίδιο και ο Θ. Γιαννακός επιλέγει να περιγράψει αναλυτικά τη στράτα για τα βουνά. Φαίνεται πως όλοι οι Σαρακατσαναίοι ταυτίζονται με το βουνό, ίσως το ’χουν γραμμένο στο DNA τους.

Ακολουθούσα με τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, το Βουλή, περίπου την ίδια πορεία από τα χειμαδιά προς τα βουνά καθότι και εμείς ξεχειμωνιάζαμε στη Θεσπρωτία και ανεβαίναμε στο Ζαγόρι. Ομολογώ ότι λίγες φορές έκανα τη διαδρομή, ήταν όμως αρκετές να μου αποτυπωθεί βαθιά στη μνήμη μου.

Κοιμήθηκα κι εγώ, στην καλή τη λάκα, στα «Πανταλόνια», εκεί που σύμφωνα με τον Θ. Γιαννακό «σύβασαν τη Ζώιου». Για πολλά χρόνια πίστευα πως η περιοχή λέγεται όντως «Πανταλόνια» γιατί έτσι το πρόφεραν οι Σαρακατσαναίοι, ώσπου πρόσφατα έμαθα πως λέγεται « Πέντ’ αλώνια». Θυμάμαι στην ίδια λάκα που κοιμηθήκαμε ένα βράδυ ανεβαίνοντας από τα χειμαδιά στα βουνά με το μπάρμπα μου το Μίχο, αδερφό του πατέρα μου, αφού είχε τελειώσει η σχολική χρονιά. Ο πατέρας μου ποτέ δεν μας διέκοπτε τη φοίτηση στο Δημοτικό σχολείο που πηγαίναμε στα χειμαδιά όταν την άνοιξη ανέβαιναν τα πρόβατα στα βουνά αλλά μας άφηνε μέχρι να κλείσουν τα σχολεία. Ανεβαίναμε λοιπόν με το μπάρμπα μου, και εκεί που πέσαμε να κοιμηθούμε ακούσαμε κάτι σαν ανθρώπινη φωνή και φοβηθήκαμε. Ακουρμαστείτε , λέει ο μπάρμπας μου, τι λέει. Φωνάζει : «Γιώργο, τούβρες τ’ άλογο». Και εκεί έμαθα την ιστορία του τσαλαπετεινού που από άνθρωπος γίνηκε πουλί και αναζητάει ακόμα, και ποιος ξέρει μέχρι πότε, τον αδερφό του που χάθηκε στα δάση ψάχνοντας να βρει το άλογό τους. Στη υπόλοιπη στράτα προς τα βουνά παίρναμε από το μπάρμπα ταχύρρυθμα μαθήματα γλωσσικής προσαρμογής γιατί κάνοντας παρέα το χειμώνα με τα παιδιά από τη Θεσπρωτία, όταν για παράδειγμα τρέχαμε λέγαμε ότι «αρεντεύουμε» ενώ πηγαίνοντας στα βουνά που θα ανταμώναμε τα άλλα σαρακατσανόπουλα έπρεπε να λέμε ότι «κουσεύουμε». Τις γκουστερίτσες που πιάναμε το χειμώνα, έπρεπε το καλοκαίρι να τις λέμε σκουτουρέλλες. Το «πολύ λίγο» που το χειμώνα το λέγαμε «τσιότσιο» το καλοκαίρι γινόταν «ναι ψίχα». Τις χειμωνιάτικες προβατίνες, πρότα το καλοκαίρι κ.λπ.. Όταν μας φώναζε η μάνα μας το καλοκαίρι ξεχνιόμαστε καμιά φορά και απαντούσαμε «ορίστε», γιατί έτσι έλεγαν στο Λύκο (το χειμωνιάτικο χωριό μου) και τότε μας κορόιδευαν οι άλλοι γιατί το «σωστό» ήταν να απαντήσουμε «έέε». Αντίθετα όταν γυρνούσαμε στα χειμαδιά το χειμώνα και ψάχναμε να βρούμε κάποια πράγματα μας κορόιδευαν οι ντόπιοι όταν ρωτούσαμε «πού τά ’ναι» αντί να πούμε «πού ’ναι τα» που έλεγαν αυτοί.

Στην ποταμιά του Καλαμά, κάπου ανάμεσα από Κούτσι και Σουλόπουλο, μουσκέψαμε κι εμεις μέχρι το κόκκαλο ένα φθινόπωρο στη στράτα για τα χειμαδιά, και στη φωτιά που άναψε ο πατέρας μου να ζεσταθούμε και να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα μας , πήρε φωτιά και κάηκε το σακάκι ενός αδερφού μου.

Στην ίδια ποταμιά που ανέβαινε κι ο Βουλής, μια άνοιξη που ανέβαιναν οι μπαρμπάδες μου, πήραν μαζί τους και τον αδερφό μου, ο οποίος ήταν μικρότερος από το Βουλή, δεν πήγαινε ακόμα στο Δημοτικό. Πηγαίνοντας με τις ξαδέρφες μου να ποτίσουν στο ποτάμι τα πράματα (τα ζώα), κάπου στο δάσος ξεχάστηκε και χάθηκε ο αδερφός μου. Ακόμα θυμούνται παρότι πέρασαν κάπου πενήντα χρόνια τη λαχτάρα που τράβηξαν μέχρι να τον βρουν. Ευτυχώς που εκείνος σκέφτηκε και ξαναγύρισε στο ποτάμι, εκεί που πότισαν τα ζώα και έτσι τον βρήκαν ύστερα από κάμποσες ώρες.

Στην ίδια πορεία, ανάμεσα από Βελτσίστα και Σουλόπουλο ο αδερφός όταν κατέβαζε το κοπάδι έχασε κάποτε καμιά δεκαπενταριά πρόβατα και όταν τα δοκήθηκε ξαναγύρισε και τα βρήκε πεσμένα (ευτυχώς ζωντανά) σε ένα γεφύρι του ασφαλτόδρομου.

Τη χρονιά που πρωτοβάλαμε τα πρόβατα σε φορτηγά αυτοκίνητα να τα μεταφέρουμε από τα χειμαδιά στα βουνά χάσαμε έξι πρόβατα γιατί έσκασαν λόγω ασφυξίας από τη δική μας άγνοια και την απειρία των φορτηγατζήδων .

Στο τζιαντέ (δημόσιος ευθύς δρόμος) που λες Θόδωρε πως χαίρονταν ο Βουλής να περπατάει, το ξέρεις ότι σκοτώθηκε ένας Σαρακατσάνος (δεν θυμάμαι το όνομά του) ακολουθώντας το κοπάδι του στη στράτα από τα βουνά στα χειμαδιά. Κάθε φορά που περνούσαμε από το Σουλόπουλο μας έδειχνε ο πατέρας μου το σημείο.



Θόδωρε, αστοχιόνται αυτά τα γεγονότα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα;

Αστοχιόνται μονάχα από όσους θέλουν να αγνοήσουν την καταγωγή τους, από όσους ντρέπονται για αυτήν. Από αυτούς που δεν μπόρεσαν να δουν κατάματα το παρελθόν και στην αληθινή του διάσταση. Για αυτό και εγώ έγραψα στην αρχή του άρθρου πως το βιβλίο είναι ακατάλληλο για όσους θέλουν να ξεχάσουν, γιατί διαβάζοντάς το, πώς να το κάνουμε, κάποια στοιχεία της μνήμης τους που έθεσαν σε αναγκαστική ύπνωση μπορεί και να ξυπνήσουν και να τους δημιουργήσουν συνειδησιακά προβλήματα.

Κάπου εδώ θα μπορούσα να γράψω ορισμένες επιφυλλάξεις και αντιρρήσεις που έχω σε κάποιες από τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ή καταστάσεις που περιγράφει ο Θ. Γιαννακός. Εύκολο το να κρίνεις κάποιον. Απ’ όξω απ’ το χορό, πολλά τραγούδια ξέρω. Θα προτιμήσω τις όποιες ενστάσεις έχω να τις στείλω στον ίδιο το συγγραφέα και όσες από αυτές κρίνει ότι έχουν βάση να τις λάβει υπόψη στην επόμενη έκδοση που είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα υπάρξει. Θα πω όμως ότι η συνειδητή του επιλογή, με σκοπό να τονίσει τη βαριά προφορά των Σαρακατσαναίων, να γράψει το -ν - πριν από το –π- όπως πράγματι προφέρεται αλλά όχι μόνο από μας, δηλαδή –μπ-,( παράδειγμα του μπατέρα και όχι τουν πατέρα), παρά τις παρατηρήσεις του στην αρχή του βιβλίου, δυσκολεύει τον αναγνώστη με αποτέλεσμα να χάνει πολύ από τη ροή και τη ζωντάνια του βιβλίου. Το ίδιο ισχύει και για τη μετατροπή του - σε –γ- όταν αυτό βρίσκεται πριν από το -κ – (παράδειγμα του γκουπελλών αντί τουν κουπελλών) καθώς και για την τροπή σε ορισμένες λέξεις του –ε- σε –ια- ή -ιε – (παράδειγμα λιάου, ιάνας αντί λέου, ένας).

Συμπερασματικά πιστεύω ότι «τα φέγινα πουλιά» του Θ. Γιαννακού ήρθαν για να μείνουν. Δεν είναι εποχιακά όπως λέει ο τίτλος τους. Ήρθαν να μείνουν στη θέση που τους αξίζει στη σαρακατσάνικη βιβλιογραφία, και το σημαντικότερο, να παραμείνουν για το μέλλον σημείο αναφοράς και αυθεντική πηγή καταγραφής της σαρακατσάνικης λαλιάς και της ζωής μας.

Όποιος νογάει κουρεύει, δεν κωλοκρίζει …..Και ο Θ. Γιαννακός νογάει.