portraita

kentriki mpara

.
Ελευθερία Λώλου


του Γιώργου Κολοβού

Η κυρία Ελευθερία είναι μητέρα του φίλου μου Κώστα Λώλου από το Κλειδί Ημαθίας. Είναι μία γλυκύτατη ηλικιωμένη Σαρακατσάνα που εκτιμώ και αγαπώ ιδιαίτερα. Έχει ζήσει πάνω από τριάντα χρόνια τη νομαδική ζωή και ακόμη παραμένει δραστήρια και στα 93 της χρόνια καταφέρνει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, αλλά και του κήπου. Έχω την ευκαιρία να τη συναντώ συχνά και δεν μ’αφήνει να φύγω αν δεν με δώσει αυγά για το σπίτι. Την ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία της και την όμορφη συνέντευξη που μου έδωσε.
_____________________________________

Εμείς έβγαιναμε στο Πίνοβο, στης Καρατζόβας το βουνό, ..εκεί απάν πήγαιναμε τα καλοκαίρια. Από τότε που θυμάμαι, στο Πίνοβο πήγαιναμε. Τα πιο παλιά χρόνια πήγαιναν και στα άλλα τα βουνά, …στα Λιβάδια και στο Σκρα. Τον χειμώνα ο πατέρας μ’ ξεχείμαζε στην Ιερισσό, …απ το 1929 όλα τα χρόνια ήταν εκεί στη Χαλκιδική. Εγώ είμαι γεννημένη, στην Κομνίτσα ένα μαναστήρι που είναι πιό πέρα απ’την Ιερισσό, μετά τα Νέα Ρόδα, στα σύνορα με το Άγιο Όρος. Ήταν μετόχι, …καλο’ϊρ’κό, απ’ το Χιλαντάρι. Όλα τα χρόνια στην Ιερισσό και τα καλοκαίρια στο Πίνοβο, ώσπου κυρήχ’κι ο πόλεμος.

Eγώ είμαι απ τ΄ς Λεφαίοι και γεννήθηκα το 1922, …Φλεβάρη μήνα με το παλιό που πήγαιναν τότε, στις οκτώ του Φλεβάρη. Είμασταν πέντε αδέλφια, ..τρείς αδελφές και δυό αδέλφια. Ο Κώστας που πέθανε, ο Μήτρος, η Αθηνά που είναι στα Λαγκαδίκια, η Μαρία κι εγώ που είμαστε εδώ στο Κλειδί. Εγώ είμαι η πιό μεγάλη. Τον παππού μ’ τον έλεγαν Κώστα Λέφα και ήταν πολλά αδέλφια, έξι αδέλφια. Τον παππού μου τον γέρο-Λέφα τον πρόλαβα, ήμαν μεγάλη. Η γιαγιά μ’ ήταν απ τ’ς Ζαραλαίοι. Η μάνα μ΄ ήταν απ τ΄ς Σπυραίοι και λέγονταν Αλεξάνδρα. Η πατέρας τ’ς ήταν ο Γιώργος, ….Σπυρογιώργο τον έλεγαν τον παππού μ’και είχε έναν αδελφό Γιάννη. Ήταν πέντε αδελφές και τέσσερα αδέλφια. Τότε ο κόσμος έκανε παιδιά.


Η κυρία Ελευθερία με τη μητέρα της Αλεξάνδρα και ένα εγγονάκι της 


Η ΖΩΗ ΣΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ

Στο Μετόχι στην Κομνίτσα δεν είμασταν πολλές οικογένειες. Είμασταν εμείς, …ο πατέρας μ’, ο θείος μ’ κι ήταν κι τ΄παππού μ’ ένας αδελφός τ΄ με την οικογένεια τ΄. Πέντε οικογένειες είμασταν. Εκεί είμασταν μέχρι το 1930 και μετά, όταν το πήραν και το’καναν αναδασμό και δεν είχε χώρο για τα πρόβατα, ήρθαμε και κάναμε καλύβια έξω απ΄την Ιερισσό. Τέσσερα καλύβια, …εμείς, ο θείος μ’ και δυό τζιομπαναραίοι που είχαμαν στα πρόβατα. Τα καλύβια τα’ φτιαχναν ο πατέρας μ’ κι η μάνα μ’ , αλλά τα χάλαγαν μετά τα γελάδια και ύστερα πλέρωναν τον αγροφύλακα και τα φύλαγε.  Ένα μαντρί είχαμαν εκεί και τ’ άλλα ήταν σε άλλα μέργια. Εκεί είχαμε χίλια πρόβατα. Παλιά είχαμαν και λίγα γίδια, αλλά τα ξέκαναν, ..δεν τα ΄θελαν τα γίδια, ..ήταν ζημιάρικα. Οι τζιομπαναραίοι ήταν Σαρακατσαναίοι, ..Ντερβίσης λέγονταν ένας, την άλλη χρονιά ένας Κωτούλας και άλλοι. Οι τζιομπαναραίοι δεν ήταν μόνοι τ’ς, ήταν και οι οικογένειες τ΄ς, μαζί με λίγα πρόβατα που είχαν.


ο σύζυγος Γιάννης Λώλος

Μέσα στο καλύβι είχαμαν ξύλινα κρεβατάκια και βάτρα. Η μάνα μ’ είχε φουρκιαστές, βελέντζες για να σκεπαζόμαστε το βράδυ. Είχε κρύο, …αλλά το βάσταγαμε το κρύο τότε. Όξω γύρναγαμε, .. γένναγαν τα πρόβατα, .. βροχές πολλές, ..λάσπες είχαν τ΄αρνιά, ..να τα σμάσουμε, ..να τα πάμε. Ξέρεις τι θα πει να γεννήσουν εκατό προβατίνες το βράδυ, ..και το πρωί να μην ξέρεις ποια έχει εκείνο και ποιά έχει εκείνο. Βάσταγαν λιβάδι αυτά που θα να γεννήσουν και ήταν ο θείος μου και στέκονταν, ..εκειό κατ΄εκεί να πάει, ..εκειό κατ’ εκεί, ..γιατί γένναγαν όλα μαζί. Εκατό προβατίνες σε μία βραδυά. Οι τζιομπαναραίοι τις ξεγεννούσαν κι εμείς οι γυναίκες πάαιναμε κι έπαιρναμε τ΄αρνιά.

Κότες δεν είχαμε. Μίνια η δυό, ..παραπάν δεν είχαμε. Τι να τ΄ς καν΄ς τ΄ς κότες. Φόντα έκατσαμε είχαμε κότες, αλλά όταν είμασταν σ’απάν’ - σ’ακάτ’, …πού να τ’ς βάλεις τ’ς κότες ! Αφού πάαιναμε με τ’ άλογα, ..απ’ την Ιερισσό να φτάσεις στο Πίνοβο! Είκοσι μέρες, φόρτωσε – ξεφόρτωσε - ξενύχτα, .. άντε στ΄άλλο το χωριό, ..είκοσι μέρες να βγούμε στα β’νά ! - πού να τ΄ς πας και τις κότες !

  
Η ΣΤΡΑΤΑ


  
Όταν ήταν να φύγουμε, μάζευαμε τα πράματα, τα τσουβάλιαζαμε, άφηναμε και μερικά εκεί στο χωριό, να μην τα κουβαλάμε όλα. Κουβαλούσαμε όλο το νοικοκυριό, ...ταψιά, μπακλάτσια. Πρόβατα και οικογένειες μία φορά έφευγαμε. Πρώτα ξεκίναγαν τα πρόβατα με τ΄ς τσιομπαναραίοι. Τα παιδιά τα’παιρνε ο σχωρεμένος ο παππούς μ΄πρωί, όσο να ετοιμαστούν οι οικογένειες, ... σιγά – σιγά με τα πόδια.

Στη στράτα ξεκινούσαμε απ΄την Ιερισσό και πάγαιναμαν απ΄τη Στρατονίκη και ξεφόρτωναμε το πρώτο κονάκι στα τσιαϊρια κοντά στην Αρναία. Το άλλο το κάναμε κοντά σ’ ένα χωριό που το΄λεγαν Στανό και μετά στα Πλάτανια ενα χωριαδάκι που το’λεγαμε Λουζίκι. Απο κει ύστερα έβγαιναμε στη Γερακαρού, Αη Βασίλη, Καβαλάρι και απο κει στο Δερβένι, στη Σαλονίκη απ΄όξω. Εκει μας περίμεναν οι χασάπηδες στο δρόμο για να δώσουμε τ΄αρνιά και κάθομασταν στις τσιατούρες οκτώ-δέκα μέρες. Μετά σκάλωναμε στα πουρνάρια, εκει που τώρα είναι πολιτεία Στο τσουφλίκι εκείνο πάαιναν η μάνα μ΄και η θεία μ΄με αλεύρι και είχαν φούρνοι και φούρνιζαν το ψωμί και το΄φερναν. Από κει πήγαιναμε στη Μπάρτζιανη και μετά στον Γαλλικό, που κάτι δικοί μας μια φορά τους πήρε το ποτάμι. Δεν ήμαν τότε που πνίγ’καν. Ήταν στη Φιλαδέλφεια κι έβρεχε, στέκονταν μες΄στη μέση εκεί, κι έρχονταν νερό. Λέει ένας που είχε εκεί το μύλο : εδώ δεν τόχει πατήσει καμμιά φορά λέει. Ναι, αλλά τότε ήλθε μάζωμα και τους πήρε όλους. Απ’ τα Φιλαδέλφεια περνάμε μετά τον κάμπο, ..ντιπ κάμπος εκεί ! ..πέρναγε το τραίνο, ..πάαιναμε, έπαιρναμε νερό πιο πέρα, και μετά έφταναμε στο Καρασούλι, τώρα λέγεται Πολύκαστρο. Στο Καρασούλι, μία χρονιά είχαν έρθει Γάλλοι και είχαν σκοτωθεί πολλοί, είχαν τα μνήματα εκεί. Εμείς είμασταν ξεφορτωμένοι και είχαν έρθει, ποιός ξέρει απ’ την πατρίδα τους, μετά τον παγκόσμιο πόλεμο και ήρθαν. Απ’ το Πολύκαστρο έφευγαμε και ξεφόρτωναμε από παν στην Αξιούπολη κι από κει πίσω στο Σκρα και πέφταμαν από πίσω στα β΄να και έφταναμε στο Πίνοβο.



Στον Προφήτη Ηλία στην κορυφή του Καιμακτσαλαν (2.524 μ.) το 1989
Από αριστερά : ο Γιάννης Λώλος με τα εξαδέλφια του Θανάση, Χρήστο και Κώστα Λώλο


ΤΟ ΞΕΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟ ΣΤΟ ΠΙΝΟΒΟ

Στο βουνό που έβγαιναμαν απάν, …χρόνια σ’ αυτό το βουνό, είμασταν δέκα οικογένειες. Στα καλύβια είμασταν εμείς οι Λεφαίοι τα δυό τ΄αδέλφια, ..ήταν απ τ΄ς  Σπυραίοι, της μάνας μ’ το σόι, κάτι αδελφές τ΄ς κι ο γέρο-Γιάννης που ήταν μπάρμπας τ΄ς μάνας μ΄ που είχε και κορίτσια και άλλοι ήταν, ένας Γίδαρης, ένας Λιάπης, Ζαραλής, Μπ΄ζίκης, ..δέκα οικογένειες, μαζώματα. Το χειμώνα αυτοί πήγαιναν στο Γομάτι και οι Σπυραίοι στη Νέα Πέλλα. Στο βουνό, στο ίδιο μέρος, στα ίδια καλύβια, είχε μία γούρνα εκεί και ίσιαζε και εκεί τα’καναμε τα καλύβια. Άμα χάλαγαν το χ΄μώνα , η άμα δεν ήταν καλά τα φτιάχναμε. Κόσμος δεν έβγαινε το χ΄μώνα, από τίποτα χιόνια έπεφταν. Τα καλύβια ήταν μακρουλά με σκεπή και είχαν χώρισμα με παλούκια. Το χειμώνα είχαμε στρόγγυλα, αλλά το καλοκαίρι είιχαμε δίπλα με χώρισμα. Σια’δω είχαμε τη βάτρα , ..σια’κει είχαμε την αποθήκη με τ΄αλεύρια.

Εκεί είχαμαν και τα πρόβατα. Αλλά Πίνοβο το λεν αυτό, ..όλο πέτρα, ..έβγαιναν ντιπ απάν, όλη μέρα. Ξεκίναγαν, ..τ΄άρμεγαν πρωί, ..κι έβγαιναν στο βουνό, ..στ΄μπάρα απ΄το ΄λεγαν, που’ταν το κανόνι τότε με τον πόλεμο, ..εκεί έβγαιναν. Μόλις έρχονταν η ώρα κατηφόριαζαν, …έρχονταν, ….τ’αρμεγαμε και βράδυαζαν εκεί. Ήταν πολλά τότε, ήταν δυό – τρεις χιλιάδες πρόβατα.

Στο βουνό καλά πέρναγαμαν. Είχαμε τα μαξούλια μας, τα βούτυρα μας, τα τυριά μας. Για να βγάλουμε βούτυρο πολύ, το τυρί το’φτιαναν πιό πολύ μπάτζιο και το’βαζαν στο τομάρι.  Το βούτυρο το είχαμε σε ντενεκέδια και όταν ήταν να φύγουμε, ο πατέρας μου το’βαζε σε γιδοτόμαρο.

Είχαμε και αργαλειό, ….είχε ξύλα μπόλικα εκεί, ..οξυές είχε. Έκοβε ο πατέρας μου ο μακαρίτης τα ξύλα, τα πελέκαγε λίγο από κατ’ να μπαίνουν, δυό πίσω δυό μπροστά, έβαζε ξύλα από πάνω να κρεμάμε τα μ’τάρια και γένονταν καλός ο αργελειός και ύφαιναμε. Ρούχα, καμμιά φλοκιαστή, κάπες να’χουμε το χ’μώνα



Γάμος Ελευθερίας Λέφα και Γιάννη Λώλου - 1952


Απάν στο βουνό δεν έγινε κανένας γάμος. Παντρεύ’καν δυό–τρείς απ’ αυτούς που είμασταν εκεί, αλλά παντρεύ’καν στο δρόμο , ..πού τ΄ς ταιριαζε, και απάν ήρθαν παντρεμένοι. Δύο που ξέρω, ένας ξάδελφος ήταν παντρεμένος τον χ΄μώνα κι ένας γείτονας παντρεύ’κι κάπου στο δρόμο.

Εμείς είμασταν στα σύνορα, αλλά εκεί δεν είχε σύνορα. Ήταν η μπάρα εκεί και πάαιναν κι έπιναν νερό τα πρόβατα, αλλού νερό δεν είχε. Ήταν άλλο ένα μέρος εκεί, ..Ντουϊντίτσα το’λεγαν, ..εκεί έβγαινε ο Ζιούτας και είχε βρύση με πολύ κρύο νερό και μετά ήταν η Σερβία. Στην Ντουϊντίτσα οι Ζιουταίοι είχαν σπίτια, ..και εκκλησία είχε φτιάσει αυτός και πήγαινε παππάς και λειτουργούσε. Παρακάτω ήταν το Μπόρτσκο, με πολλές οικογένειες, ..περίπου τριάντα καλύβια. Η Τζένα ήταν πιο εδώ. Είχε πολλούς Σαρακατσαναίους κι εκεί. Αυτά τα βουνά ήταν γιομάτα τότε. Είχε βιό ο κόσμος, …τώρα ρήμαξαν !


Η κυρία Ελευθερία (δεξιά) σε βάπτιση 


ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Στο Πίνοβο είμασταν μέχρι το 1940. Μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος μας πήραν τα άλογα και μετά μπήκαν οι Γερμανοί.  Μετά τον πόλεμο ο θείος μου πήγε στο βουνό κανα δυό χρόνια. Εμείς δεν είχαμε άλογα κι έκατσαμε εκεί στην Ιερισσό. Τότε με τους αντάρτες πήγαμε για λίγους μήνες στην Αμολιανή. Τι να κάνεις εκεί ; ...νερό σ ένα μέρος είχε, τα’άλλο δεν πίνονταν. Το 1946 μας άφησαν και πήγαμε τα πρόβατα στο Όρος και οι θ΄κοι μας έκατσαν τρία χρόνια εκεί. Εμείς νοίκιαζαμε σπίτια και μέναμε στο χωριό.

Το 1949 έβγαλαν τα πρόβατα απ’ το Όρος και τα μάζευαν και τα πάγαιναν όλα στην Κασσάνδρα. Πού να παν στην Κασσάνδρα!, …εδώ να σταματήσουν, ..εκεί να σταματήσουν,  ..αλλού τ΄ς δέχονταν, ..αλλού δεν τ΄ς δέχονταν και εμείς με ένα κοπάδι χίλια πρόβατα κατέληξαμε και πήγαμε στις Μουριές, στο Δροσάτο Κιλκίς. Και το καλοκαίρι όταν είχε ησυχάσει  πήγαμε και πάλι στο Πίνοβο. Οι άντρες φοβάνταν γιατί είχε νάρκες και δεν έβαλαν κανένα απ’ τα παιδιά στα πρόβατα και έβαλαν άλλους Σαρακατσάνους τζιομπαναραίοι που ήταν εκεί από χρόνια και ήξεραν και τις ανατίναζαν τις νάρκες. Οι οικογένειες έκατσαν κάτω στη Νότια. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου με προξενιό. Οι γάμος έγινε εκεί το 1952. Πέρασαν τα χρόνια και το 1962 ήρθαμε εδώ στο Κλειδί. Πήγαμε μετά από χρόνια στο Πίνοβο, εκεί στα μέργια που είμασταν ...και είδαμε. .... ήταν όλα ρουμάνια.


με τον γιό της Κώστα