portraita

kentriki mpara

..
Οι τελευταίοι νομάδες Σαρακατσαναίοι
..

του Δημήτρη Τάγκα
Κάθε φορά που διαβάζω ή γράφω κάτι για τους Σαρακατσαναίους ασυναίσθητα φέρνω στο νου μου τον παππούλη μου, Θεός σ’χωρέσ’ τον, ίσως γιατί από αυτόν άκουσα τις πρώτες και πιο παλιές ιστορίες για το «σινάφι» μας και σχετικά με την παράδοσή μας, αφού ήταν γεννημένος το 1879, ίσως γιατί η μορφή του μου ενέπνεε σεβασμό. Τον θυμάμαι με την άσπρη μπουραζάνα του, την κλίτσα του, γυρτό απ’ τα γεράματα, σοβαρό, σεβάσμιο, σωστό γέροντα. Δεν θυμάμαι να τον ρώτησα ποτέ αν στα νιάτα του φορούσε φουστανέλα, αλλά μάλλον θα φορούσε, τουλάχιστον σε επίσημες εκδηλώσεις, αφού οι φωτογραφίες που έχουμε από γάμους των αρχών του 20ού αιώνα έτσι δείχνουν τους Σαρακατσαναίους. Μοιάζει με πολλούς από αυτούς τους γερόντους, σχεδόν ίδιος, που δείχνουν οι παλιές σαρακατσάνικες φωτογραφίες.

Έχω όμως την αίσθηση, ότι στην προσπάθεια για ανάδειξη του παρελθόντος μας, με κάποια γενιά, αυτή των γονιών μας, ασχοληθήκαμε πολύ λίγο, ως καθόλου, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η συμβολή της στη δικής μας εξέλιξη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στον αγώνα αυτής της γενιάς η οποία σήκωσε το βάρος του κοινωνικού μετασχηματισμού των Σαρακατσαναίων παίρνοντάς τους από τη νομαδική ζωή και φτάνοντάς τους στην αστική διαβίωση. Δεν ασχοληθήκαμε, όσο πιστεύω ότι θα ’πρεπε, με αυτούς, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να υπήρξε ένα χάσμα γενεών, λες και η προσφορά τους ήταν κατώτερη από αυτήν των μακρινών μας προγόνων. Λες και ο νομαδισμός σταμάτησε ξαφνικά και βρέθηκαν οι Σαρακατσαναίοι από τα καλύβια στα σπίτια χωρίς την προσπάθεια κανενός.

Νοιαστήκαμε για την παράδοση αφήνοντας απέξω ουσιαστικά αυτούς που μας την παρέδωσαν. Μ’ αυτή τη γενιά, τη γενιά που έκανε την υπέρβαση και έζησε πολιτιστικά με το ένα πόδι στον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο και με το άλλο στην αστικοποίηση και τη μόνιμη εγκατάσταση, θα προσπαθήσω να ασχοληθώ παραθέτοντας κάποιες σκόρπιες ιδέες.

Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά αυτής της τελευταίας νομαδικής και ταυτόχρονα της πρώτης μετανομαδικής γενιάς των Σαρακατσαναίων; Ποια ήταν η παιδεία της και πόσο έτοιμη ήταν, αλήθεια, να κάνει την υπέρβαση αυτή;

Κληρωτοί οι περισσότεροι άνδρες την εικοσαετία ανάμεσα από το 1930 και το 1950, πολλοί μάλιστα από αυτούς πήγαν και στον πόλεμο του ’40. Γεννήθηκαν και έζησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους την εποχή που τα τσελιγκάτα ήταν ακόμα σε ακμή. Γραμματικές γνώσεις ελάχιστες οι άνδρες, ανύπαρκτες οι γυναίκες. Κάποιοι πήγαν σε δασκαλοκάλυβα μερικά καλοκαίρια, κάποιοι, λιγότεροι, πήγαν δυο-τρεις τάξεις στα κρατικά σχολεία αλλά οι περισσότεροι εκπαιδεύτηκαν ουσιαστικά μέσα από τις δομές της ίδιας της σαρακατσάνικης κοινωνίας.



Η εκπαίδευση μέσα στις δομές, το θεσμοποιημένο πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και τις λειτουργικές διαδικασίες του τσελιγκάτου, το οποίο δεν ήταν απλά άτυπος κτηνοτροφικός συνεταιρισμός, αποσκοπούσε στην εκμάθηση των ρόλων τους οποίους επρόκειτο μελλοντικά να παίξουν τα άτομα αυτής της κοινωνίας. Μέσα από αυτή την «εκπαίδευση», η οποία ήταν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, προετοιμάζονταν και κατευθύνονταν τα Σαρακατσανόπουλα για να αναλάβουν, όταν εκείνα θα έπαιρναν τα ινία, συγκεκριμένους ρόλους, ανάλογα με τις ικανότητες τους και τις ανάγκες της κοινωνικής ομάδας που ζούσαν. Η σκληρή αυτή μαθητεία, ολοκληρώνονταν περίπου στην αρχή της εφηβείας οπότε εθεωρείτο ότι είχαν αποκτήσει πλέον τους βιωμένους τρόπους, τις γνώσεις και τις τεχνικές που θα τους έδιναν τη δυνατότητα να κινηθούν στο μέλλον υπεύθυνα επιτελώντας τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους.

Για τη γενιά που αναφερόμαστε, η ολοκλήρωση της «επαγγελματικής» μαθητείας αλλά και της εκμάθησης των κοινωνικών τους ρόλων συνέπεσε, δυστυχώς ή ευτυχώς, με την έναρξη της διάλυσης των τσελιγκάτων. Ουσιαστικά οι αποκτημένες γνώσεις, αφού ήταν διαφορετικά και για άλλες συνθήκες προσανατολισμένες, ήταν στην πλειοψηφία τους άχρηστες. Συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία αιώνων, όχι μόνο για τη συμπεριφορά στην παραδοσιακά δομημένη κοινωνία τους, αλλά και γύρω από την νομαδική κτηνοτροφία πετάχτηκε στα άχρηστα μέσα σε είκοσι χρόνια.

Τη δεκαετία του 1930 αρχίζει η διάλυση των τσελιγκάτων η οποία ολοκληρώνεται τη δεκαετία του 1950 οπότε και αρχίζει η διακοπή της νομαδικής ζωής που κορυφώνεται την επόμενη δεκαετία.

Μέχρι αυτή τη γενιά ο τρόπος ζωής επί αιώνες ήταν ίδιος και τα πράγματα στη ζωή των Σαρακατσαναίων κυλούσαν ομαλά και με ρυθμό αργό. Εκείνο που πιθανόν άλλαζε ήταν ο τόπος που ξεχειμώνιαζαν και δυσκολότερα αυτός που ξεκαλοκαίριαζαν. Για να σχηματοποιηθεί ο νομαδικός τρόπος ζωής χρειάσθηκε σίγουρα πολύς χρόνος. Δεν ξεκίνησαν κάποιοι ξαφνικά και ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους γυρίζοντας από τόπο σε τόπο. Και φυσικά δεν γύριζαν στο άγνωστο αλλά σε τόπους που από πριν γνώριζαν και είχε συμφωνήσει ο τσέλιγκας της κάθε στάνης. Για το σταμάτημα αυτού του τρόπου ζωής, ο οποίος σίγουρα διήρκεσε αιώνες, ήταν αρκετά πολύ λίγα χρόνια, γύρω στα είκοσι.



Τη δεκαετία του 1950 που, όπως ειπώθηκε, είχαν πλέον διαλυθεί τα τσελιγκάτα, η κάθε οικογένεια λειτουργούσε ως αυτόνομη μονάδα. Το πολύ να είχαν κοινό κοπάδι πατέρας και γιος ή αδέλφια. Το ζωικό κεφάλαιο κάθε συζυγικής οικογένειας αυτή την εποχή, ήταν δεν ήταν τα 200 πρόβατα. Ο νομαδισμός όμως εξακολουθούσε και τη δεκαετία αυτή παρότι άρχισαν μερικοί να τον εγκαταλείπουν. Η εγκατάστασή τους σε οικισμούς ή κοντά σε αυτούς, αναγκαστική ή ηθελημένη μοιραία τους έφερε κοντά στην κρατική εκπαίδευση και οδήγησε στην απόφασή τους να κάνουν την υπέρβαση, να αλλάξουν δηλαδή την επί αιώνες δρομολογημένη πορεία τους. Έτσι ξεκίνησαν δυναμικά τη γρήγορη έξοδο από την κοινωνική τους οργάνωση και την ενσωμάτωσή τους στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία. Δεν άντεχαν πλέον, και στις συνθήκες που τότε επικρατούσαν, να «κληροδοτήσουν» στα παιδιά τους αυτή την «παλιοζωή», όπως τη χαρακτήριζαν.

Μέσα από τη συνύπαρξη των Σαρακατσαναίων και των κατοίκων των οικισμών στους οποίους εγκαταστάθηκαν αρχίζει δειλά η «γνωριμία» των Σαρακατσαναίων με τα γράμματα, τα πέρα από την στοιχειώδη εκπαίδευση.

Στη δεκαετία του ’60, το νερό μπήκε για καλά στο αυλάκι. Κάποιοι Σαρακατσαναίοι που προηγήθηκαν σε σπουδές κυρίως προπολεμικά αλλά και κάποιοι άλλοι στη δεκαετία του ’50 λειτούργησαν ως πρότυπα και θετικά κίνητρα για τους υπόλοιπους. Η ακόμα κλειστή κοινωνία των Σαρακατσαναίων προφανώς από αυτούς θα παραδειγματίζονταν. Το παράδειγμα λειτουργούσε ως κίνητρο για το δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσει κάποιος γονιός για το παιδί του. Η συμβολή των ανθρώπων που πρωτοπήγαν στα γράμματα εκτιμώ ότι δεν έχει αναγνωρισθεί. Γενικά οι Σαρακατσαναίοι πιστεύω ότι είμαστε μίζεροι, ίσως και αγνώμονες προς δικούς μας ανθρώπους.

Κατάλοιπα που κληρονομήσαμε ίσως.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά τη διάλυση των τσελιγκάτων, ο ιστός μεταξύ των Σαρακατσαναίων δεν είχε σπάσει, εξακολουθεί ακόμα να ισχύει σε μεγάλο βαθμό η ενδογαμία και η «εξωγαμία» ήταν στο ξεκίνημά της, οι συγγενικοί δεσμοί κυριαρχούν στις κοινωνικές σχέσεις και υπάρχει ακόμα έντονη η «φυλετική» ενότητα. Θυμάμαι στο χωριό που ζούσα τα καλοκαίρια, στο Κουκούλι Ζαγορίου, πως, όταν κάποιο Σαρακατσανόπουλο από όποιο μέρος της Ηπείρου να ήταν, όταν έμπαινε στο Πανεπιστήμιο ή γενικά πρόκοβε στη δουλειά του, με τα δεδομένα της εποχής και της νοοτροπίας εκείνης, το χαίρονταν όλοι και καμάρωναν σαν να ήταν το δικό τους παιδί.

Κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτή η υπέρβαση;

Αυτή την εποχή στην Ελλάδα φουντώνει η εσωτερική μετανάστευση και γίνεται αφαίμαξη της υπαίθρου από το παραγωγικότερο ανθρώπινο δυναμικού της και μειώνεται δραματικά ο πληθυσμός της.

Οι προτεραιότητες της πολιτείας, η συνδρομή προς τους Σαρακατσαναίους, και οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν, αν δεν ήταν εχθρικές, σίγουρα δεν ήταν ευνοϊκές. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσαναίων, ολόκληρης της Ελλάδας, έγινε με αποκλειστική πρωτοβουλία και ευθύνη των ίδιων και χωρίς καμιά βοήθεια και κατεύθυνση της πολιτείας. Δόθηκαν ελάχιστοι μικροί γεωργικού κλήροι και μάλιστα υπήρξαν περιπτώσεις που, ενώ διανεμήθηκαν κτήματα και γεωργικοί κλήροι στους μόνιμους κατοίκους των χωριών, οι νομάδες που ξεχειμώνιαζαν σ’ αυτά αγνοούνταν. Συχνοί ήταν οι κατατρεγμοί από τους φοροεισπράκτορες με τη συνοδεία χωροφυλάκων για το τέλος βοσκής που αδυνατούσαν να καταβάλουν ορισμένοι, αφού οι τιμές στα κτηνοτροφικά προϊόντα δεν τους επέτρεπαν να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.



Σ’ αυτή την πρόοδο, όπως σε κάθε τι καινοτόμο, υπήρξαν και θύματα, υπήρξε ανθρώπινο κόστος. Θύματα αυτού του «βίαιου» μετασχηματισμού καταρχήν οι γυναίκες. Πολλές ήταν οι Σαρακατσανοπούλες που δεν προχώρησαν στα γράμματα, δεν πήγαν δηλαδή στο Γυμνάσιο, γιατί έτσι ήθελε η τότε κρατούσα νοοτροπία (να στείλουμε τις κοπέλες στο Γυμνάσιο να γένουν π….!). Και σίγουρα δεν μπορεί για αυτό να καταλογίσει κάποιος ευθύνες στους γονιούς των κρίνοντας με σημερινά δεδομένα, μια εποχή τόσο κοντινή χρονικά αλλά και τόσο μακρινή σε νοοτροπία. Βέβαια η στάση αυτή των Σαρακατσαναίων απέναντι στην εκπαίδευση των κοριτσιών δεν ήταν αποκλειστικά δική τους ιδιαιτερότητα αλλά χαρακτήριζε ολόκληρη την αγροτική κοινωνία της χώρας.

Πολλά σαρακατσάνικα σπίτια που δεν ήταν κοντά σε τόπους με Γυμνάσιο και δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους λίγο παραπέρα να σπουδάσουν ή να μάθουν κάποια τέχνη, αναγκάστηκαν να τα κατευθύνουν προς εργατοτεχνικές εργασίες ή γεωργοκτηνοτροφικές ενασχολήσεις που με δεδομένη την έλλειψη κατάλληλης γης τα περιθώρια που είχαν ήταν περιορισμένα.
Όταν διαλύθηκαν τα τσελιγκάτα δεν ξεφύτρωσαν κοπάδια με χιλιάδες πρόβατα. Τα τσελιγκάτα, εκτός από τον τσέλιγκα και τους σμίχτες, είχαν και τσοπαναραίους με λιγοστά ή και καθόλου πρόβατα. Και αυτοί βρέθηκαν στην κυριολεξία να μην έχουν στον ήλιο μοίρα. Στις συνθήκες που επικρατούσαν, κάποιοι μπόρεσαν να φτιάξουν ένα κοπάδι, μεγάλο ή μικρό (μπακατάκι). Κάποιοι όμως άλλαξαν δουλειά, ξενοπαντρεύτηκαν, ξεκόπηκαν.

Κάποιοι άλλοι διάλεξαν ως σωτηρία τον ξενιτεμό, κυρίως στη Γερμανία, και πήγαν στα εργοστάσιά της στην κυριολεξία πετώντας την προηγουμένη της αναχώρησης την κλίτσα.Όπου και να ’στησαν κονάκι, ζούσαν με τους ήχους και τις αναμνήσεις του τόπου τους και της παράδοσης και οι περισσότεροι ξαναγύρισαν πίσω. Ακόμα όμως και για να πάνε εργάτες στη Γερμανία με δεδομένο ότι δεν χρειάσθηκαν μέχρι τότε γνωριμίες και διαπλοκές με το «σύστημα», συνάντησαν μύριες δυσκολίες. Ρώτησα κάποτε το μπάρμπα Αλέξη από το Τσεπέλοβο να μου πει πώς πήγε στη Γερμανία και ακούστε τι μου είπε:

Όταν έμαθα ότι κάνουν χαρτιά για τ’ Γερμανία τα ’κανα κι εγώ στο Γραφείο Εργασίας στα Γιάννινα και καρτέριγα. Ήμαν στα πρότα. Μαθαίνω ότι αρχίν’σαν καμποσ’νούς π’ τα ’καναν κοντά από τ’ εμένα να τ’ς ειδοποιούν. Σ’κώνουμι και πααίνω στον τάδε (μου είπε το όνομα). Κύριε τάδε, τ’ λέω, γιατί δε βγαίνουν τα δικά μ’ τα χαρτιά; Πααίν’ στο διπλανό γραφείο, ποιος ξέρει τι τήραξι εκεί, και όταν γύρ΄σι μ’ λέει: «Στ’ς εκλογές που πέρασαν ψήφισες Βαδαλούκα» . Ναι, τ’ λέω, κύριε τάδε. Πράγματι έτσι είναι, εγώ ψέματα δε λέω. Ξεχνάς όμως τι ψήφισα στις προηγούμενες και τι στις παραπροηγούμενες εκλογές; Έκανα ένα λάθος, άνθρωπος είμαι. Έχω όμως τέσσερα παιδιά. «Θα δούμε, κάτι μπορεί να γίνει, θα το κοιτάξω», μου ’πε. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο τ’, μ’ ήβρε κάποιος π’ ήξιρι έναν που ’χε γνωριμία στο Γραφείο Εργασίας. Μ’ έστειλε σ’ αυτόν, κι έτσι τελικά πήγα. Όταν γύρ’σα απ’ τη Γερμανία, κοντά από χρόνια, ήρθε ο κύριος τάδε να ματαζητήσει ψήφο. Όταν τ’ θύμ’σα τ’ν ιστορία, έκανε πως δε θυμόνταν. Σάματις ήμαν ο πρώτος….»



Κι ύστερα ήρθαν οι δεκετίες του ’70, του ’80 που ολοκληρώθηκε πια ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσαναίων και απέδειξε την ικανότητά τους για κοινωνική αλλαγή με αξιόλογη δυνατότητα προσαρμογής και έντονη συμμετοχή στα δρώμενα της τοπικής και της ευρύτερης κοινωνίας. Οι πρωτεργάτες, οι μπροστάρηδες αυτής της αλλαγής πέρασαν τώρα στην τρίτη ηλικία και γίνανε παππούδες και γιαγιάδες.

Οι παραδοσιακές κοινωνίες, το ίδιο και η σαρακατσάνικη, εξασφαλίζουν τη συνέχειά τους επιφυλάσσοντας ιδιαίτερο ρόλο στους ηλικιωμένους, αυτόν του καθοδηγητή και του παιδαγωγού και με αυτόν τον τρόπο επίσης δεν αισθάνονται άχρηστα τα άτομα αυτά. Θεωρούν ότι βρίσκονται πλέον σ’ αυτόν τον κόσμο για να κρατήσουν τις παραδόσεις που τους έδωσαν οι πατεράδες τους. Είναι αυτοί που διατήρησαν την κληρονομιά της παράδοσης και πρέπει τώρα να τη μεταδώσουν. Η μετάδοση της συμπυκνωμένης και συσσωρευμένης γνώσης και εμπειρίας θα είναι το τελευταίο έργο τους πριν φύγουν για τον άλλο κόσμο. Αυτή η τελευταία πράξη, ισοδύναμη με την υπογραφή του ζωγράφου στο έργο που με πολύ μεράκι και κόπο τελείωσε, ποτέ γι’ αυτούς δεν παίχθηκε. Και τούτο, γιατί άνδρες και γυναίκες αυτής της γενιάς, που ήταν ο τελευταίος κρίκος, δεν είχαν τίποτα να μεταδώσουν, όχι γιατί δεν ήξεραν, αλλά γιατί αυτό το οποίο γνώριζαν ήταν πλέον άχρηστο. Σε κανέναν δεν χρειαζόταν. Ποιος χρειάζονταν να του δείξουν πώς αρμέγουν, πώς κουρεύουν, ποια είναι τα καλά λιβάδια και ποια τα άχρηστα;

«Διαχρονικός θεματοφύλακας της παράδοσης η γυναίκα, συντηρούσε και αναπαρήγαγε την προφορική και συλλογική συνείδηση και μνήμη» κατά τον Διονύση Μαυρόγιαννη, δεν είχε πια σε ποιόν να μεταδώσει αυτά που η ίδια από τη δική της και εκείνη από τη δική της μάνα έμαθε. «Εστία διατήρησης των παραδόσεων» χαρακτηρίζει ο Γ. Καβαδίας τη σαρακατσάνα γυναίκα. Το ζήτημα είναι σε ποιον να πει τα «διαταμένα»; Σε ποιον να δείξει πώς ράβουν το «φλάμπουρα δασιά»; Σε ποια νοικοκυρά να δείξουν πώς φτιάχνουν «μπουκ’βάλα», σε ποια κοπελίτσα να δείξουν πώς γνέθουν και ποια να ορμηνέψουν πώς ιδιάζουν και πώς υφαίνουν; Δεν έπαιξαν ακόμα οι γυναίκες το ρόλο που παραδοσιακά έπαιζαν οι γριές όπως οι ίδιες τον είδαν στις γιαγιάδες τους και ίσως περίμεναν να τον παίξουν. Δεν είπαν παραμύθια και μουραπάδες που έμαθαν, λαϊκή σοφία και καταστάλαγμα μιας ζωής, δεν «μέτρησαν κρέας», δεν ξεμάτιασαν.

Κι αν ακόμα έδειξαν κάποια απ’ αυτά, δεν ήταν πλέον χρηστικά, γίνονταν για φολκλορισμό. Ο φλάμπουρας που ράβεται σήμερα, όπου αυτό γίνεται και καλώς γίνεται, με τίποτα δεν προκαλεί το συναίσθημα, όσο δασιά κι αν ράβεται, που προκαλούσε όταν πραγματικά ράβονταν να μη «τον γελάσουν τα πουλιά όταν έγερνε ράχες και βουνά».


Όταν πια το νερό δε γύρναγε με τίποτα πίσω φάνηκαν και κάποιες «παρενέργειες» σ’ αυτή την αλλαγή που αναγκαστικά παρέσυρε και ορισμένα στοιχεία που αδιασάλευτα επί αιώνες έγραφε η παράδοση.

Ήταν τότε που η πεθερά που δεν άκουσε να βαφτίζουν με το όνομά της τα εγγόνια κι ας έβγαλε στα δικά της παιδιά όχι μόνο τα πεθερικά της αλλά και όλο το σόι του άντρα της. Ήταν τότε που δεν την προσφώνησαν οι νυφάδες «μάνα» αλλά «κυρά τάδε» και ξαναθυμήθηκε το βαφτιστικό της όνομα που το είχε ξεχάσει αφότου παντρεύτηκε, μιας και την ξαναβάφτισαν «Μήτρενα», «Κώστενα», «Λάμπρενα» κ.λπ. Και ήταν αυτή που ονομάτιζε όχι μονάχα τα πεθερικά της «Μάνα» και «πατέρα» (λες και αυτή τα είχε κι οι τωρινές δεν τα ’χουν) αλλά και τους υπόλοιπους μικρούς- τρανούς «αφέντη» και «κυρά» επειδή έτσι το βρήκε, έτσι έκανε η μάνα της, έτσι έκανε και αυτή.



Αυτά ήταν τα λιγότερα. Οι άνθρωποι αυτοί ξεκίνησαν ως μέλη όχι απλά μιας πλατιάς οικογένειας αλλά ολόκληρης στάνης που εκτός από γονείς, παππούδες κι ένα τσούρμο παιδιά, είχε αδερφοξάδερφα, μπαρμπάδες, θειάδες κ.λπ. Στα γεράματά τους, αυτοί που αυτοπροσδιορίζονταν ως μέλη ολόκληρης κοινωνίας (εγώ είμαι από τους ….αίους, έλεγαν και καμάρωναν ο καθένας για το σόι του), βρέθηκαν εκτός της οικογένειας που είχε πια μετατραπεί σε πυρηνική και την αποτελούσαν η μάνα, ο πατέρας και το πολύ δυο παιδιά. Κι ας ήταν εκείνοι που φύλαξαν, γεροκόμησαν, μέσα στο σπίτι, τους δικούς τους γερόντους, γιατί έτσι το είχαν μάθει απ’ τους δικούς τους γονέους κι έτσι έπρεπε να κάνουν, κι αυτό περίμεναν. Γιατί όσοι δεν το είχαν, και για οποιοδήποτε λόγο, κάνει θα γίνονταν μόλογος (μολόγημα) και «γκόμι» (περίγελος) στην κλειστή τους κοινωνία.

Πού βρίσκονται σήμερα οι τελευταίοι αυτής της γενιάς; Της γενιάς που οι άνθρωποί της γεννήθηκαν και πέρασαν αρκετό κομμάτι της ζωής τους στα καλύβια και αρκετοί από αυτούς έφτιαξαν όχι ένα, αλλά δυο σπίτια, ένα στα χειμαδιά και άλλο στα βουνά.

Οι περισσότεροι από τους άνδρες δεν ζουν πλέον και οι ελάχιστοι εναπομείναντες, για να τους προσδιορίσουμε ηλικιακά, είναι πάνω από τα ογδόντα, γύρω στα ενενήντα, μπορεί και παραπάνω. Μερικές γυναίκες απόμειναν, οι τελευταίες της τελευταίας γενιάς νομάδων Σαρακατσαναίων. Οι τυχερότερες από αυτές μένουν ακόμα στα χωριά που ρίζωσαν και τα έκαναν δικά τους όταν σταμάτησαν το ανέβα-κατέβα. Και φυσικά ακόμα πιο τυχεροί αυτοί που ζουν και οι δυο στα χωριά τους παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Οι περισσότεροι ίσως από τους επιζώντες έστησαν το τελευταίο τους «κονάκι», ή μάλλον το στήσαν τα παιδιά τους για να τους έχουν κοντά τους, σε κάποιο αστικό κέντρο. Όσοι από αυτούς ακόμα είναι «βασταεροί», όταν πιάνουν οι ζέστες την άνοιξη ανεβαίνουν στα χωριά τους για να ανταμώνουν με άλλους συνομήλικους και να θυμούνται τα παλιά.



Οι διαχρονικές αξίες και τα πολιτιστικά προϊόντα που κληρονόμησαν και κληροδότησαν και ιδιαίτερα η ιεραρχία μέσα στην οικογένεια και η κοινωνική συμπεριφορά των προγόνων μας, έπαιξαν, πιστεύω, σημαντικό ρόλο και μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι οι Σαρακατσαναίοι σε γενικές γραμμές τήρησαν το «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου..». Τις γνώσεις που η γενιά των τελευταίων νομάδων απόκτησε μέσα από το «εκπαιδευτικό σύστημα» των δικών της δραστηριοτήτων μπορεί να μην αξιοποίησε ή δεν χρειάσθηκε να αξιοποιήσει , εκείνο όμως που ως όπλο χρησιμοποίησε ήταν το σύστημα αξιών που διαχρονικά απόκτησε και με το παράδειγμά της μεταβίβασε.

Παρά τις δυσκολίες της σύγχρονης αστικής οικογένειας οι Σαρακατσαναίοι δεν εγκατέλειψαν τους γονείς των. Αν ανταπέδωσαν ή όχι όσα χρωστάνε είναι μια άλλη ιστορία.

Η πορεία μετάβασης από την νομαδική στην αστική ζωή των Σαρακατσαναίων χρειάζεται συστηματική μελέτη και η προσφορά της γενιάς που αποτέλεσε τον τελευταίο κρίκο μιας μακριάς αλυσίδας, με άγνωστη αρχή χαμένη στους αιώνες, χρειάζεται αναγνώριση.

Διάβασα πριν από μερικά χρόνια ένα άρθρο του Ευριπίδη Μακρή στο περιοδικό «Σαρακατσαναίοι» στο οποίο πρότεινε να φτιαχτεί το άγαλμα του βοσκού, του ποιμένα, αντίστοιχο με το άγαλμα του αγρότη. Αυθόρμητα φαντάστηκα ένα Σαρακατσάνο, σαν τον καλό ποιμένα, να γυρίζει απ’ τα πρόβατα το καταχείμωνο, να τα βοσκάει ή να τα αρμέ(γ)ει, ταλαιπωρημένο και βρεγμένο μπορεί και μέχρι το κόκαλο. Δεν φαντάζομαι ποτέ κάποιον να παίζει φλογέρα ή σε «μπινέκι» γιατί, απ’ όσο ξέρω, λίγοι ήταν αυτοί που είχαν. Οι πολλοί οδήγησαν την κλειστή τους κοινωνία στην έξοδο απ’ τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, και έδειξαν το δρόμο για επαγγελματική απoκατάσταση στα παιδιά τους, χρησιμοποιώντας την κλίτσα ακόμα και για μονάδα μέτρησης της γραμματοσύνης και αποζητώντας καταρχήν να μάθουν αυτά όχι «νια κλίτσα γράμματα» αλλά πολλές. Χρειάζεται αναγνώριση σε αυτούς που έκαναν αθόρυβα, χωρίς συγκρούσεις με άλλες πληθυσμιακές κατηγορίες, χωρίς να υπάρξουν φαινόμενα «κοινωνικής παθολογίας» και «κοινωνικής παθογένειας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν μελετητές της πορείας αλλαγής της πολιτιστικής ιδιομορφίας των Σαρακατσαναίων και την χαρακτηρίζουν ως τον πιο ολοκληρωμένο κοινωνικό μετασχηματισμό στη χώρα μας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγραφιώτης Δημοσθένης, Πολιτιστικές ασυνέχειες, εκδόσεις Ύψιλον, 1987.
Ανθογαλίδου Θεοπούλα, Ο ρόλος της εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή και εξέλιξη μιας παραδοσιακής κοινωνίας, Θεμέλιο, 1987.
Αρσενίου Λάζαρος, Τα Τσελιγκάτα Σαρακατσάνων και Βλάχων, ελλα, 2005.
Γκιόλιας Μάρκος, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, Εκδόσεις Πορεία, 2004.
Ζυγογιάννης Νικόλαος, Η κοινωνική μετεξέλιξη των Σαρακατσαναίων, Φθιωτικά Χρονικά, 2004.
Καβαδίας Γεώργιος, Σαρακατσαναίοι μια ελληνική ποιμενική κοινωνία, Μπραζιώτη, 1991.
Μακρής Ευρυπίδης, Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, 1990.
Μαυρόγιαννης Διονύσιος, Οι Σαρακατσαναίοι της Κεντρικής και Αν. Μακεδονίας και Θράκης, 2000.
Σκαριώτης Μάνθος, Η ιδιότυπη θέση των τελευταίων «γηγενών». Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων, 2008.