portraita

kentriki mpara





Τον όμορφο κόσμο των Σαρακατσάνων προσπάθησε να γνωρίσει πριν από 85 χρόνια ένας Δανός εθνογράφος, μελετώντας το γλωσσικό και εθνογραφικό τους ιδίωμα. Ο Κάρστεν Χέγκ ήρθε στην Ελλάδα το 1922, σε ηλικία 26 ετών, και ταξίδεψε στην Ήπειρο, έχοντας ως στόχο να ολοκληρώσει την διατριβή του για την νομαδική αυτή φυλή.

Το αποτέλεσμα του περάσματός του από τα βουνά της Ηπείρου και τα κονάκια των Σαρακατσάνων, που τον φιλοξένησαν για ένα καλοκαίρι στις καλύβες τους, αποτυπώνεται στο βιβλίο που έγραψε ο Χεγκ και μεταφράστηκε πρόσφατα από την Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπείρου. Τίτλος του: «Οι Σαρακατσαναίοι, μια ελληνική νομαδική φυλή». Κοπάδια, γρέκια, αινίγματα, παραμύθια, αρμοδιότητες γυναικών και ανδρών, ενδυμασίες, συνήθειες και κάθε δραστηριότητα των «τσελιγκάτων» και της φυλής μπήκαν στο… μικροσκόπιο του Χεγκ και αρκετά χρόνια αργότερα οι εντυπώσεις του σχημάτισαν τις αράδες του βιβλίου του.


Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε την περασμένη εβδομάδα σε ειδική εκδήλωση. Το κυρίαρχο είναι πως οι… σύγχρονοι Σαρακατσάνοι μπορούν να ανατρέξουν στα όσα οι ίδιοι έζησαν και άρχισαν να ξεχνούν και κάποιοι άλλοι να επιβεβαιώσουν αυτά που άκουσαν από τους γονείς και τους παππούδες τους. Τα περισσότερα στοιχεία (γλωσσικά, εθιμικά, εθνογραφικά) έχουν ήδη χαθεί, καθώς οι μεταβολές, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους από την περίοδο (το καλοκαίρι του 1922), που ο ίδιος έμενε στις καλύβες των Σαρκατσαναίων στο Πάπιγκο, στο Τσεπέλοβο, στο Μιτσικέλι και στη Φιλιππιάδα. Για τους περισσότερους, πάντως, τα όσα αναφέρει ο Χεγκ στο βιβλίο του αποτελούν όλο και πιο μακρινό παρελθόν.

Η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1993 και η ιδέα για τη μετάφρασή του στα ελληνικά ξεκίνησε το 2002. Η εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου ήταν λιτή, όπως και η ζωή των Σαρακατσάνων. Η θυγατέρα του συγγραφέα, Κόνεν, απευθύνθηκε στους Σαρακατσάνους λες και τους ήξερε χρόνια, λέγοντας πως πλέον μπορούν να μάθουν τη δική τους ιστορία, να ανακαλύψουν τι έχασαν και τι κέρδισαν ζώντας πλέον στα αστικά κέντρα και όχι στα βουνά. Ωστόσο, σημείωσε με νόημα πως είναι βέβαιο ότι σήμερα οι Σαρακατσαναίοι έχασαν «τη φαντασία τους και τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο από την άλλη πλευρά των βουνών». Η Κόνεν, πέραν των άλλων, εκτίμησε πως τα στοιχεία που περιέχονται στο βιβλίο μπορούν είναι χρήσιμα για «να δούμε πόσο σήμερα σέβεστε τις ρίζες σας».




Όλη η δουλειά του Χεγκ έγινε με τρία εφόδια: ένα μαγνητόφωνο, μια φωτογραφική μηχανή και μία πένα. Το σημαντικό για την Ελένη Τσουμάνη – Γιαννάκη, που μετέφρασε το βιβλίο, είναι πως διατηρείται το ύφος και η ατμόσφαιρα που περιγράφει ο συγγραφέας. «Πρόκειται για ένα από τα παλιότερα έργα –αν όχι το παλιότερο- για τους Σαρακατσάνους», είπε. Και κατέληξε πως μπορεί η ίδια να έχασε αμέτρητες ώρες για τη μετάφραση του βιβλίου, αλλά σίγουρα κέρδισε πολύτιμα πράγματα.

Το έργο και την προσωπικότητα του Κάρστεν Χεγκ παρουσίασαν οι Γιώργος Καψάλης, καθηγητής Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και Ευριπίδης Μακρής, συγγραφέας και εκπαιδευτικός.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα από το βιβλίο και την «διεισδυτική ματιά» του συγγραφέα ανέφερε ο Γ. Καψάλης, σημειώνοντας πως ο συγγραφέας «είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους Σαρακατσαναίους», κι αυτό, όπως είπε, οφείλεται στο γεγονός ότι « βρέθηκε κοντά στη γλώσσα και στην ψυχή τους». Ο ίδιος ο Χεγκ γράφει στο βιβλίο του ότι ουδέποτε μετάνιωσε για το αντικείμενο της διατριβής του και παρατηρεί στοιχεία των Σαρακατσάνων και τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Μάλιστα, θέλοντας να καταδείξει το πόσο τεμπέληδες είναι οι άνδρες και πόσο εργατικές οι γυναίκες αναφέρεται στο πρωινό ξύπνημα ενός ζευγαριού και στις αντιδράσεις τους στην καλύβα που τον φιλοξενούσαν. Και οι δύο είπαν πως πονούσε το κεφάλι τους αναφέρει στο βιβλίο, αλλά ο Χεγκ εξηγεί πως «ο άνδρας πονούσε επειδή είχε κοιμηθεί πολύ και η γυναίκα επειδή είχε κοιμηθεί ελάχιστα».

Ο κ. Καψάλης αναφέρθηκε σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου και κατέτεινε στο συμπέρασμα ότι περιέχει «χρήσιμες πληροφορίες για τα οργανωμένα τσελιγκάτα και τις πρώτες αλλαγές στον τρόπο ζωής των Σαρακατσαναίων». Ειδική αναφορά έκανε στην προέλευση και την καταγωγή της λέξης «Σαρακατσάνος» και κατέληξε πως «ο Κρίστιαν Χεγκ ήταν Δανός ως προς την καταγωγή του, αλλά Έλληνας ως προς την προσωπική επιλογή του».




Να αναλογιστούν τον χρόνο που ο Χεγκ μελέτησε τη ζωή και τα έθιμα των Σαρακατσαναίων ζήτησε από το ακροατήριο ο Ευριπίδης Μακρής. Υπενθύμισε, δε, πως ο Χεγκ ήρθε στην περιοχή σε ηλικία 26 ετών και συζητούσε με τους Σαρακατσαναίους για όλα τα ζητήματα που τους αφορούν και παρατηρούσε τον τρόπο οργάνωσης της ζωής τους. Χαρακτήρισε «μοναδικό τόλμημα» την απόφασή του να περιδιαβεί τις καλύβες και παρατήρησε πως από την πρώτη στιγμή ο Χεγκ εμπιστεύτηκε τους ανθρώπους που τον φιλοξενούσαν και δεν φοβήθηκε για κανένα λόγο. «Έγινε ο προπομπός πολλών εργασιών γιατί έδωσε το έναυσμα να ερευνηθεί “ποιοι είναι αυτοί οι Σαρακατσαναίοι”», υπογράμμισε ο Ευρ. Μακρής.

Την εκδήλωση άνοιξε ο πρόεδρος του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Ηπείρου, Αρσένης Κάτσενος, ο οποίος ευχαρίστησε όλους όσους βοήθησαν ανιδιοτελώς στην μετάφραση του βιβλίου και είπε ότι η συγκεκριμένη έκδοση δεν πρέπει να λείψει από κανένα Σαρακατσάνικο σπίτι και από καμιά βιβλιοθήκη σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.