portraita

kentriki mpara

Αλέκος Μπαλλάς
.
.
Από το Ξηροχώρι Θεσσαλονίκης  στο λιβάδι Γκιώνα στο Βέρμιο
.
του Γιώργου Κολοβού

.
Γεννήθηκα το 1927 στο Ξηροχώρι Θεσσαλονίκης. Οι Μπαλλαίοι παλαιότερα ζούσαν στη Θεσσαλία.και το καλοκαίρι έβγαιναν στην περιοχή Περτουλίου. Το χειμώνα κατέβαιναν και έμεναν στη Φαρκαδώνα και στη Ντελήχανη κοντά στο Βόλο. Έχω και την ταυτότητα της μάνας μου πού το γράφει. Μία χρονιά μάλιστα σε μία κακιά χειμωνιά έχασαν και πολλά πρόβατα.

Στο πρώτο αντάμωμα στο Περτούλι είμασταν τότε πολλοί Μπαλλαίοι, είχε έλθει και ο συγγενής μας ο Τσουμάνης από τα Γιάννενα και ανεβήκαμε στο βουνό πιό πάνω και βρήκαμε έναν αγροφύλακα και όταν του είπαμε ότι εδώ έβγαιναν οι δικοί μας, μας είπε ότι εκεί στο ύψωμα είχαν τα καλύβια οι Μπαλλάδες. Εκεί υπάρχει τοποθεσία ΄΄ Καλύβια Μπαλλά ΄΄. Ο πατέρας μου και στον Κόζιακα έχει φυλάξει στέρφα πρόβατα εκεί που υπάρχει ένα τρύπιο λιθάρι.

Το 1922 ήλθαν στη Μακεδονία. Την πρώτη χρονιά ξεχείμασαν στη Χαλκηδόνα και θα έπαιρναν το κτήμα ενός Μπέη, όπως τάλεγε ο πατέρας μου, μετά στο Βαθύλακκο για δύο χρονιές και το 1924 πήραν το κτήμα εδώ στο Ξηροχώρι. Το κτήμα το αγόρασαν από τον Μοδιάνο τον Εβραίο 7.500 στρέμματα, 620 δραχμές το στρέμμα.

Τον παππού μου τον Γιάννη τον θυμάμαι λίγο σαν όνειρο, γιατί με έπαιρνε και με χόρευε 3-4 χρονών και με τραγούδαγε : Πιάστε τον τον Κονταρδέξη και χτυπάτε τον πεντ΄ έξι – να σας δείξει το δερβένι και τη στράτα που πηγαίνει. Η μάνα μου είναι από τους Τζαμαλαίους. Ο πατέρας του Θανάση Τζαμαλή που έμενε στο Σωτήριο Λαρίσης ήταν αδελφός της μάνας μου.

Παλαιότερα λεγόμασταν Μπουτλαίοι και πήραμε το όνομα Μπαλλαίοι από την μπάλα, το μέτωπο που είχε ο παππούς μας. Με τους Μπουτλαίους στο Κερμελή, τον μπάρμπα Χαράλαμπο είμαστε συγγενήδες.


ΑΠΟ ΤΟ ΞΗΡΟΧΩΡΙ ΣΤΟ ΒΕΡΜΙΟ

Εγώ εδώ στο Ξηροχώρι μεγάλωσα, εδώ παντρεύτηκα, όλα εδώ. Από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου βγαίναμε συνέχεια στο Βέρμιο. Στη στράτα από το Ξηροχώρι προς το Βέρμιο πηγαίναμε με τα κάρα, τα πρόβατα κανονικά με τα ποδάρια και με τσαμπαναραίους αλλά οι οικογένειες με τα κάρα. Τα κάρα ήταν φορτωμένα με όλα τα υπάρχοντα που είχαν οι οικογένειες, ρούχα, τεντζερέδια, γάστρο, φαγώσιμα και πίσω και καμμιά κότα. Θυμάμαι σταματούσαμε εκεί που τώρα είναι το αεροδρόμιο της Αλεξάνδρειας, αρμέγαμε και έρχονταν ο πεθερός του Χατζάκου που τώρα έχει τη ΜΕΒΓΑΛ και έπαιρνε τα γάλατα. Στη συνέχεια φτάναμε στη Βέροια, περνούσαμε μέσα από την πόλη και εκεί αρμέγαμε και πουλούσαμε το γάλα. Είχε κυρατζήδες στη Βέροια, ξεφορτώναμε τα κάρα και φορτώναμε τα πράγματα σε άλογα και μουλάρια και πηγαίναμε κατ΄ ευθείαν στη Γκιώνα. Τα κάρα με κάποιους άντρες γύριζαν πίσω στο Ξηροχώρι γιατί δεν ανέβαιναν όλοι στο Βέρμιο, είχαμε και καλλιέργειες πίσω και έπρεπε να αλωνίσουν. Είχαμε και βίκο και τον μάζευαν για τα πρόβατα το χειμώνα. Αφού αλώνιζαν και μετά, μας έφερναν επάνω αλεύρι φρέσκο.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1900 ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΤΩΝ ΜΠΑΛΛΑΙΩΝ ΣΤΟ ΠΕΡΤΟΥΛΙ
ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΙΓΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΝΑΚΙ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΛΛΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

(ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ - ΓΕΝΝ. 1872)
ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΛΛΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΔΕΞΙΑ Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (ΜΗΤΡΟΣ) ΑΛΕΞΗΣ



ΞΕΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΄΄ΓΚΙΩΝΑ΄΄

Στο Βέρμιο είχαμε το λιβάδι Γκιώνα και το νοικιάζαμε από ιδιώτη όχι από την κοινότητα. Μας πήρε και το ενοικοστάσιο μετά και άλλος δεν μπορούσε να μπει μέσα. Ήταν καλό λιβάδι η Γκιώνα, το ζήλευαν όλοι το λιβάδι αυτό.


Η δική μας οικογένεια, στην αρχή έμεινε στη Τζουμαγιά με τους Τζαμαλαίους, καθήσαμε δύο χρόνια μαζί. Πήγαινα και σχολείο, πρώτη τάξη και δευτέρα. Δεν είχαμε κτήμα αλλά πηγαίναμε για ξεκαλοκαιριό. Μετά που ήρθαν οι άλλοι οι Μπαλλαίοι, τότε πήγαμε και μεις και είμασταν όλοι μαζί στη Γκιώνα.


Στη Γκιώνα εμείς οι Μπαλλαίοι είμασταν ο πατέρας μου ο Γιώργος και οι μπαρμπάδες μου Κώστας, Σωτήρης, Γιώργος, Χρήστος και Θανάσης. Ένας άλλος Μπαλλάς έμενε στο Χατζηαδίνι με τους Παρλατζαίους. Δέκα-δώδεκα οικογένειες και δύο-τρείς καλύβες για τους τσομπαναραίους. Οι τσομπαναραίοι ήταν κι αυτοί Σαρακατσάνοι, είχαμε θυμάμαι τον μπάρμπα-Μήτρο τον Ζαχαρή.


Μαζί στη Γκιώνα είχαμε και τους Μπέηδες τρείς οικογένειες και μία οικογένεια ο Πατσιαούρας που τώρα είναι στο Καβαλάρι. Οι Καψαλαίοι πήγαν στη Γκιώνα πολύ αργότερα μετά τα ανταρτικά το 1946, όταν εμείς είχαμε φύγει.


Οι Μπαλλαίοι κάθε οικογένεια είχε από 200 έως 500 πρόβατα. Κάτω ο καθένας είχε το κοπάδι του, αλλά απάνω τα είχαμε σμιχτά όλοι, περίπου 3-4.000 πρόβατα. Οι Μπεαίοι με τον Πατσιαούρα στο ίδιο μέρος είχαν άλλη στάνη.



ΑΡΜΕΓΜΑ ΣΤΑ ΜΠΑΛΛΑΙΙΚΑ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΣΤΗ ΓΚΙΩΝΑ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1937


ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ : ΜΠΑΛΛΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΚΟΥΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (ΑΡΜΕΧΤΑΡΗΣ) – ΜΠΑΛΛΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ – ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΙΚΡΟΣ (10 ΕΤΩΝ) ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛ. ΜΠΑΛΛΑΣ – ΜΠΑΛΛΑΣ ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΜΠΑΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ - ΚΟΥΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (ΑΡΜΕΧΤΑΡΗΣ) – ΖΑΧΑΡΗΣ ( ΤΣΙΟΜΠΑΝΟΣ) – ΜΠΑΛΛΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ


Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΣΤΑΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΛΛΑΙΩΝ

Στη Γκιώνα δεν είχαμε καθόλου δάσος. Κάτι σκόρπια μικρά κέδρα είχε.Τα κονάκια ήταν σε μία μεγάλη λάκα μέσα και γύρα-γύρα είχαμε τα καλύβια όλοι. Τα πρόβατα και τα τσαρδάκια ήταν πεντακόσια μέτρα πιό εκεί. Εκεί άρμεγαν, εκεί ήταν το τυροκομείο. Στα κονάκια, δύο μαζί είχαν το φούρνο φτιαγμένο. Έβγαζες 10-15 καρβέλια ψωμί. Είχαμε και το γάστρο εν τω μεταξύ.

Από την Γκιώνα ο κάμπος της Κοζάνης φαίνεται. Το πλησιέστερο χωριό όταν κατεβαίνουμε το βουνό είναι η Ερμακιά που παλιά λέγονταν Φραγκότσι. Εκεί είχε παντοπωλείο και κατεβαίναμε συχνά και ψωνίζαμε διάφορα πράγματα. Υφάσματα, φόδρες για να ράψουμε τα μάλλινα, καρούλια, κουβαρίστρες και άλλα. Τα χαράρια τα έκαναν από μαλλί πρόβειο, όχι αρνίσιο. Το αρνίσιο μαλλί το είχαν για τα μαλλιώτα. Ήταν μαύρα σαν ημίπαλτο με μονοκόματο γιακά και τα έφτιαχναν οι Μωραίτες μόνο και τα φορούσαν όταν πήγαιναν στο παζάρι.

Για δουλειές οι δικοί μας κατέβαιναν στη Βέροια και στην Πτολεμαίδα. Πήγαιναν με τ΄ άλογα και έπαιρναν αλεύρι, ζάχαρι λάδι, ελιές, αλάτι για τα πρόβατα και ό,τι άλλο χρειάζονταν το καλύβι. Στα κονάκια έρχονταν και γυρολόγος από τη Νάουσα ο Μπιτιβάνος ο λεγόμενος. Τον περιμέναμε να δώσουμε κάνα κομμάτι τυρί, κάνα μαλλί και πέρναμε ζαχαρωτά, κλωστές, μπακαλική και άλλα. Τον παράγγειλναν πράγματα κιόλας και τα έφερνε επάνω στα καλύβια. Για ράψιμο έρχονταν ο μπάρμπα-Χαράλαμπος ο Μπούτλας και άλλοι ραφτάδες που ήταν μαθημένοι στα μάλλινα τα ρούχα.

Δάσκαλο είχαμε ένα παιδάριο από την Κοζάνη. Μας έκανε και άλμα επί κοντώ αλλά τα κοντάρια, όλα ήταν από οξυά. Ο δάσκαλος είχε τη δική του καλύβα και τον ταίζαμε με τη σειρά ανάλογα με πόσα παιδιά είχε ο καθένας. Πότε τον πηγαίναμε φαγητό, πότε έρχονταν στο κονάκι.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1940
ΟΡΘΙΟΙ ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ : ΜΠΑΛΛΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ – ΜΠΑΛΛΑΣ ΑΛΕΚΟΣ – ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ – ΚΟΥΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ - ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΚΑΘΙΣΤΟΣ : MΠΟΥΤΛΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ


ΤΑ ΚΟΝΑΚΙΑ

Κονάκια είχαμε και ορθά είχαμε και δίπλα. Τα δίπλα τα είχαμε με λαμαρίνες και για να μην καίει η λαμαρίνα, ρίχναμε από πάνω οξυές. Και πεύκα ρίχναμε και τα παίρναμε από το Πριόνι, μία περιοχή πάνω από τη Νάουσα.


Το κονάκι ήταν μέσα παλαμισμένο, κάνανε λάσπη, βάζανε και λίγη κοπριά από τα πρόβατα που ήταν μπαρούτι και τα ανακατεύανε. Το καλύβι το παλαμίζανε μέχρι ένα μέτρο επάνω. Το παλάμισμα γίνονταν και στα ορθά τα καλύβια και στα δίπλα. Είχαμε και τη βάτρα που ανάβαμε φωτιά. Για να σκεπάσουμε το καλύβι παίρναμε βρύζα από τα χωριά. Κρεβάτια κάναμε ξύλινα, στρωμένα κάτω με φτέρες και από πάνω βάζαμε τα τραγομαλλίσια, τα μάλλινα και καμμιά βελέντζα και μαντανία που έκαναν οι γυναίκες. Ορισμένοι το είχαν όλο γύρω-γύρω κρεβάτι. Έξω κάναμε το λεγόμενο φριτζάτο και το βράδυ πολλές φορές κάθοταν μερικοί έξω. Εκεί είχαμε πάλι βάτρα που έκαιγε. Το φριτζάτο από τα πλάγια ήταν χτισμένο με ξύλα και φτέρες για να μην μπαίνει κρύο. Εκεί το είχαν στρωμένο με φλοκάτες και τσόλια, ό,τι είχε ο καθένας.

Το καλύβι ήταν καλοφτιαγμένο, δεν ήταν πρόχειρο και το βρίσκαμε και την άλλη χρονιά αν δεν τα καίγανε. Το καλύβι το κάνανε όλοι μαζί. Μπήχνανε τα λούρα πρώτα, το χοντρό κάτω, το ψιλό επάνω, κάνανε ένα στεφάνι με χλωρό ξύλο οξυάς για την κορυφή και έδενεν τα κάτω λούρα με τα επάνω. Μερικές φορές κάποιοι έβαζαν στη μέση και μία φούρκα να κρατάει. Δίπλα στο κονάκι είχαμε την καλ΄βούλα, εκεί μέσα βάζαμε τα ρούχα, το αλεύρι και άλλα πράγματα. Αν είχαν και κανένα γαιδουράκι η άλογο, έκαναν και μία παλιοκαλύβα για να είναι μέσα να μην βρέχεται. Οι μερακλήδες, πολλοί δεν έκαναν.

Την άνοιξη, όταν βγαίναμε επάνω, έπρεπε να κάνουμε τα τσαρδάκια και να διορθώσουμε τα καλύβια. Πηγαίναμε προς το Καρατσαίρι και παίρναμε ξύλα, θυμάμαι με τον Αχιλλέα τον Σταυροθόδωρο ανταμώναμε συχνά.



1937 - ΓΑΜΟΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΠΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΡΛΑΤΖΑ (ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΡΜΕΛΗ ΑΓΙΑΣ) ΣΤΑ ΜΠΑΛΛΑΙΙΚΑ ΞΗΡΟΧΩΡΙΟΥ


ΟΙ ΚΑΣΑΡΙΕΣ

Τα γάλατα τα έπαιρνε ο Χατζηγώγος, Βλάχος από τη Βέροια, έκανε επάνω τα τυριά και μετά τα κατέβαζε στη Βέροια. Αλλά τα δούλευε και ο Σαμουρέλης και έκανε κεφαλοτύρι.

Το τυρί και τα κασέρια τα έβαζαν σε ένα χώρο μέσα στο χώμα σκαμμένο με τα χέρια. Άνοιγαν ένα λάκκο, είχαν ανάμεσα κολώνες από ξύλα και τον σκέπαζαν με κλαριά και φτέρες . Κατέβαινες με σκαλοπάτια και έμπαινες μέσα και πάγωνες. Είχε μάκρος 20-25 μέτρα, πλάτος 5-6 μέτρα και ύψος 1,5-2,0 μέτρα. Μέσα είχε σανίδια σαν ράφια που έβαζαν τα κασέρια και τα κεφαλοτύρια, ήταν ένα ψυγείο. Αυτό γίνονταν και για την ωρίμανση του τυριού αλλά και σαν αποθήκη μέχρι να κρυώσει ο καιρός και μετά το πήγαιναν κάτω. Θυμάμαι για το σκάψιμο έρχονταν από την Ερμακιά από το Φραγκότσι. Η κατασκευή της κασαρίας ήταν δουλειά του τυρέμπορα, όχι δική μας. Αυτή την κασαρία που λέμε την είχαν κάνει οι δικοί μας, ο Ηλίας ο Μπαλλάς με τον Σαμουρέλη το Γιώργο και τον Αριστείδη και ήταν και τεχνίτες καλοί οι Σαμουρελαίοι. Κάθε στάνη είχε τον δικό της τυρέμπορο ανάλογα πώς πλήρωνε και σε τι τιμή πλήρωνε το γάλα. Ήξεραν οι έμποροι που είναι γάλα καλό και έκαναν συμφωνία. Στο τέλος του καλοκαιριού το γάλα δεν το δίναμε στον έμπορο, το κρατούσαμε για μας και κάναμε τυρί για τις οικογένειες.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1939

ΜΠΑΛΑΙΟΙ ΣΤΟ ΞΗΡΟΧΩΡΙ : ΣΩΤΗΡΗΣ - ΧΡΗΣΤΟΣ - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΜΠΑΛΛΑ


ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 1940

  • Το 1940 που έγινε ο πόλεμος φύγαμε από το Βέρμιο και δεν ξανανεβήκαμε. Πήγαν δύο τρείς οικογένειες Μπαλλαίοι μία χρονιά και μετά τα παράτησαν. Μετά το 1940 τα πρόβατα χειμώνα καλοκαίρι τα είχαμε εδώ στο Ξηροχώρι. Τα μαντριά τα είχαμε τρία χιλιόμετρα μακρυά. Ήταν καλό το μέρος και είχε καλά νερά.
  • Το 1943 το χειμώνα εμάς τους Μπαλλαίους οι αντάρτες μας σκότωσαν δέκα άτομα, αδελφό, ξαδέλφια και μπαρμπάδες, ο μεγαλύτερος ήταν 43 χρονων.
  • Το 1951 είχε πιάσει φωτιά και πήγα στο Σοχό για να δω άλλο μέρος και πράγματι πήγαμε τα πρόβατα εκεί τον Αύγουστο μήνα και το Νοέμβριο άρχισαν και γεννούσαν.
  • Το 1956 τα πούλησα τα πρόβατα.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ - ΑΛΕΚΟΣ ΜΠΑΛΛΑΣ

Να σου διηγηθώ και μιά ιστορία.Ο Αριστείδης ο Σαμουρέλης είχε πάρει την αδελφή του Κωτούλα του Αλέκου από την Αλεξάνδρεια. Το 1945 έγινε ο γάμος στα Κολινδρινά, έξω από την Αλεξάνδρεια στο Νεοχώρι. Είχαν καλύβια ακόμα, όπως είχαμε στα βουνά. Εκεί που γλεντάγαμαν, ήλθε ένας Βαγγέλης Μπίσδας, έβγαλε ένα πιστόλι, μπαίνω κι εγώ και κάναμε το καλύβι τρύπιο, να καπνίζει από τις σφαίρες. Η στέψη θα γίνονταν στο Λαγκαδά και με ένα πολύ παλιό λεωφορείο φτάσαμε στο Γαλλικό ποταμό που είχε φυλάκιο. Θυμάμαι ήταν κι ένας Γιαννακούλας και μας ήξερε εμάς και εκεί μπαμ-μπουμ με τα πιστόλια για το γάμο. Μετά στο Καβαλάρι στου μπάρμπα-Γυφτάκη τα καλύβια το ίδιο και μέχρι να φτάσουμε είχαμε γίνει καρβουναραίοι. Μετά από λίγο καιρό, έμαθα ότι ο Βαγγέλης ανατινάχτηκε μέσα σε ένα τανκ.


ΣΤΟ ΚΤΗΜΑ ΣΤΟ ΞΗΡΟΧΩΡΙ ΤΟ 1948


Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟ 1955


Η κυρά μου είναι Χασανδρινή το γένος Ζαραλή και παντρευτήκαμε το 1955 τον Νοέμβριο μήνα. Ήταν ένας Βλάχος που έκανε μεσιτίες, ο Τσότσος και είχε παρτίδες με όλους τους Σαρακατσαναίους και κάποια στιγμή στη Θεσσαλονίκη μου λέει : Αλέκο θα σε κάνω προξενειά, ένα κορίτσι του μπάρμπα-Αντρέα του Ζαραλή. Κάθε χρόνο μούλεγαν μούλεγαν και τελευταία όταν απολύθηκα από στρατιώτης, η μάνα μου λέει να παντρευτείς, δεν έχω χέρια μονάχη δεν μπορώ να κάνω κουμάντο και παντρεύτηκα. Αυτοί έμεναν στις Καλύβες Πολυγύρου στη Χαλκιδική. Στο γάμο την Τετάρτη πιάστηκαν τα προζύμια, γλέντι εδώ, μετά πήραμε τα λεωφορεία, το Σάββατο βράδυ έγινε και εκεί γλέντι, θυμάμαι είχαμε τον Μαλλιάρα και την Κυριακή στεφανώθκαμαν και τη Δευτέρα πρωί, ξεσάκιασμα τα προικιά.


Η ΚΥΡΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ


Εγώ είμαι από τους Ζαραλαίους. Εμείς βγαίναμε στο Καιμάκτσαλαν εκεί μεγάλωσα στην Πιπερίτσα. Γεννήθηκα το 1933 στη στράτα που φεύγαμε από τις Καλύβες Χαλκιδικής και πηγαίναμε στο Καιμάκι και πρέπει να ήμαν γραμμένη στο Σκοπό Φλώρινας, αλλά τα χαρτιά μας κάηκαν. Ο πατέρας μου ήταν έξι αδέλφια και δύο αδελφές. Τη μία την έχει ένας Αζάς εδώ στα Μπακαίικα και την άλλη ένας Κωτούλας.

Όλοι οι Ζαραλαίοι είχαμε κοντά 5.000 πρόβατα. Μετά τον πόλεμο για δύο χρόνια μείναμε στο Σαρίτσι το Βαλτοχώρι και μετά ξαναπήγαμε επάνω αλλά τα πράγματα ήταν δύσκολα από τον εμφύλιο. Μετά οι δικοί μου αγόρασαν κτήματα στο Μυλοβό, που τώρα λέγεται Μεγάλη Γέφυρα.


ΥΦΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΙΚΑ

Φτιάχναμε πολύ ωραία καλύβια, ο πατέρας μου ό,τι έφτιαχνε, έγραφε. Τα καλύβια ήταν δίπλα με είσοδο και κάμαρες χωρισμένες αλλά είχαμε και καλυβούλες. Σε ένα δωμάτιο έφτιαχναν ως απάνω κρεβάτια με ξύλα πελεκημένα και βάζαμε τα τομάρια με το τυρί και το βούτυρο. Το άλλο, το είχαμε σαν κουζίνα, ζυμώναμε και μαγειρεύαμε και είχαμε και τον αργαλειό. Στη μέση που είχαμε τη γρεντιά, είχαμε βάτρα φτιαγμένη και το είχαμε καθημερινό και εκεί κοιμόμασταν.


Όλα τα πράγματα που είχαμε χάθηκαν. Εμένα ξήλωνε η μάνα μου μιά ποδιά κι έφτιαχνε δυό φουστανάκια για μας. Τα χάλαγαν η τα έδιναν στους χωριάτες η τα πούλαγαν. Μερικοί έρχονταν στα βουνά και πούλαγαν σκουλαρίκια και δαχτυλίδια και μας τα έπαιρναν.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΣΤΗΝ ΠΙΠΕΡΙΤΣΑ ΣΤΟ ΚΑΙΜΑΚΤΣΑΛΑΝ ΤΟ 1958

ΑΡΙΣΤΕΡΑ : ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΖΑΡΑΛΗ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΓΑΚΗ
(ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΜΠΑΛΑ)


ΔΕΞΙΑ : ΕΥΘΥΜΙΑ ΖΑΡΑΛΗ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑ


ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Οι Σαρακατσαναίοι που κατέβαιναν από το Καιμάκτσαλαν προς τη Χαλκιδική περνούσαν λίγο έξω από το Ξηροχώρι. Περνούσαν κοπάδια πρόβατα αλλά και πάρα πολλά γίδια. Κοπάδια περνούσαν και μέσα από την πόλη της Θεσσαλονίκης ακόμα και από την οδό Κασσάνδρου, αλλά αργά το βράδυ.

Από τα παλιά έχω κρατήσει μία φωτογραφία του πατέρα μου με την γκλίτσα, φωτογραφία από γάμο και από ρούχα έχω την κάπα και τσαρούχια με φούντες.


ΚΟΠΑΔΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΖΑΡΑΛΗ ΣΤΙΣ ΚΑΛΥΒΕΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1955

ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΑΡΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ – ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΑΛΕΚΟΣ ΜΠΑλΛΑΣ – ΔΕΞΙΑ Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΑΡΑΛΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ


Ο ΑΛΕΚΟΣ ΜΠΑΛΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΕΑ ΖΑΡΑΛΗ

Ιδιοκτησία πάνω στην Γκιώνα δεν έχουμε. Ήταν να την πάρουμε, αλλά δεν την πήραμε. Είχε νερά καλά, αλλά τα πήγαν προς την Κοζάνη κάτω, δεν έμεινε τίποτα.

Τη Γκιώνα την έζησα πολύ καλά από τα μικρά μου χρόνια, η ζωή ήταν πιό καλή, πιό ξένοιαστη από τώρα. Πήγαινα και πηγαίνω ακόμα. Πέρσι πήγαμε πάλι και έβλεπα τα μονοπάτια που τα πλάκωνα στις ντουφεκιές, εδώ έλεγα η πέτρα μου έκοψε το πόδι.. Ανεβήκαμε από το Ξηρολίβαδο, ψήσαμε στα Σταυροθοδωρέικα, μετά στα Κατσαρέικα, τη Τζουμαγιά και από του Ράπτη κατεβήκαμε στην Ακρινή. Δεν έμεινε τίποτα από τα παλιά, μόνο καμμιά παλιολαμαρίνα. Όλο γελάδια έχει το Βέρμιο τώρα.


ΣΦΑΞΙΜΟ ΚΑΤΣΙΚΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΚΟ ΜΠΑλΛΑ
ΜΑΖΙ ΤΟΥ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΡΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ