portraita

kentriki mpara

.
Οι Σαρακατσάνοι στη Μικρά Ασία
.
του Ζήση Κατσαρίκα
.... Οι Σαρακατσάνοι, όχι μόνο τραβούσαν κατά τα βορεινά, σαν εκείνους που είχα δει κοντά στην Μαύρη θάλασσα (σημ.1), αλλά προτού γίνει ο Έβρος σύνορο απαραβίαστο, τα καραβάνια τους έφταναν ως την Κωνσταντινούπολη (σημ. 2) και οι σκηνές τους υψώνονταν κάτω από τα τείχη του Θεοδόσιου. Άλλοι έστηναν τις εγκαταστάσεις τους στις ακρογιαλιές του Μαρμαρά (σημ.3) κι απλώνονταν στους πλούσιους, πράσινους λόφους στα Δαρδανέλια. Πολλοί περνούσαν τον Ελλήσποντο και κατασκήνωναν στον κάμπο της Τροίας (σημ.4). Ορισμένοι τολμηροί νομάδες συνέχιζαν το δρόμο τους ως τα λιβάδια της Βιθυνίας (σημ,4a) και ξεχειμώνιαζαν κάτω από τις λεύκες, η προχωρούσαν ίσα με την Καππαδοκία και σκόρπιζαν τα κοπάδια τους στην ηφαιστειακή έρημο γύρω από τα μοναστήρια που είναι σκαμμένα στους βράχους του Urgup (Ελλ. Προκόπι) (σημ.5). Οι τολμηρότεροι απ’ όλους έφταναν ως το Ικόνιο (σημ.6)..... (Απο το βιβλιο του Πατρικ λή Φερμόρ Ρούμελη). Ο χάρτης google φτιάχτηκε από εμένα με τα δεδομένα του Φερμόρ. 
Ο Λάμπρος Κάππας

Το όνομα που μου δώθηκε σαν έπεσε το πρώτο λάδι απάνω μου ήταν «Λάμπρος», προς τιμή του παππού μου. Το επώνυμο «Κάππας» το πήρε η γενιά μου στην πορεία, στην μεγάλη της ζωής στράτα. Από την μάνα μου κρατιέμαι από την Αγ. Τριάδα (Μπερμπάτη) Ναυπακτίας, και από τον πατέρα μου από το«Μαναστ’ράκ’» (Μοναστηράκι) Αγράφων. Ετούτη, η δεύτερη ρίζα, απ’ τον πατέρα μου, είναι και αυτή που κρατάει κάτι απ’ «τ’ς σκηνίτις», ... το«Σαρακατσαναίικο». «-Ν’ αλλάξου τ’ όνουμα μ’!», είπι στου Πρόιδρου απ’ του Μαναστ’ράκ’ ο ξένος που στέκονταν μπροστά του. «-Του Γιώργους βέβια δεν τ΄αλλάζου, αλλά απού Κίτσους θα γράψου άλλου όνουμα!» είπε. Γεννημένος γύρω στα 1790-1800 και κυνηγημένος απ’ τους Τούρκους, ο Γιώργος Κίτσος είχε φτάσει στα Άγραφα, ερχόμενος από την περιοχή του Σουλίου, στην Ήπειρο, και έπρεπε να «χαθεί» να μην τον βρουν. Ο Πρόεδρος, τον καλοκοίταξε και «θάμαξε» την πανέμορφη κάπα του. «Ισύ τόχ’ς τ’ όνουμα σ’ μαναχός! Δε χρειάζιτι να σ΄δώκου ιγώ! Κάππας θα σι γράψου!» του ’πε. Και τον έγραψε Γιώργιους Κάππας. Αυτός «έπιασε» έναν τόπο στις Γκούρες, έξω από το χωριό και είχε εκεί τις στάνες του, όχι πολύ μακρυά από τον τόπο που λέγονταν αργότερα «ξεράδια» και όπου είχαν τις στάνες τους και ξεκαλοκαίριαζαν τα παλιά χρόνια οι Σαρακατσαναίοι.