portraita

kentriki mpara

Κώστας Σταυρογιάννης
...

του Γιώργου Κολοβού

Πες μας για σένα μπάρμπα Κώστα.

κ.Κώστας : Εγώ γεννήθηκα στο Πολυδένδρι Πιερίας στις 24 Αυγούστου του 1934, εκεί μ΄έβαλαν σ΄ένα σαμάρι αντί για σαρμανίτσα, και μ΄είχαν τυλιγμένο μ΄ενα σπάργανο που γιόμισε άσπρη τρίχα. Εκεί είχαμε τα πρόβατα παλιά. Θυμάμαι ο μπάρμπας μου ο Βαγγέλης μ΄έπαιρνε και μένα από κοντά, ξυπόλυτο κι αρμέγμαμε τις γίδες τις μαντζάρες. Στο Πολυδένδρι έκατσα μέχρι και το 1963 οπότε κι έγινε μια διανομή και απαλλοτριώθηκε το μέρος Τα τσαίρια που είχαμε τα πρόβατα τα πήραν οι χωριάτες κι εμάς δεν μας άφηναν στο μέρος αυτό το καλλιεργήσιμο και μας είχαν μεσ΄ τα δάση. Αλλά στα δάση δεν μπορούν να ζήσουν τα πρόβατα. Φύγαμε και πήγαμε στο Καταφύγι στα Πιέρια. Όταν πήγαμε στο Καταφύγι εκεί ήταν οι Χαμουρσαίοι, που ήταν απ΄τα Φάρσαλα. Αυτοί είχαν καλύβες, κόρδες και μαντριά. Εκεί κάναμε κι εμείς καλύβες και πλαιάζαμε το βράδυ. Εκεί καθήσαμε δέκα χρόνια . Πάνω το καλοκαίρι, κάτω το χειμώνα στον Άη Σπυρίδωνα. Μέχρι το 1946 ανέβαιναν οικογένειες με γυναίκες και παιδιά. Μετά δεν ξαναβγήκαν οικογένειες. Αυτές έμειναν κάτω στα καλύβια και μετά το 1950 κάναμε και σπίτια. Με τα πρόβατα ζούσαμε παλιά και σήμερα εξακολουθούμε και ζούμε ακόμα με τα πρόβατα.

Πως γίνονταν η προετοιμασία για τα βουνά ;


κα.Λεμονιά : Από δω κινούσαμε την Άνοιξη κατά τις δέκα Μαίου, φαρκάλιζαν τα πρότα και τα χώριζαν τα στέρφα απ΄τα γαλάρια. Μαζεύαμαν στ΄ άλογα τα σακιά με τα ρούχα, όλα μάλλινα, τις βελέντζες, είχαν οι γναίκες τα φουστάνια, έπαιρναν το γάστρο, τη σκαφίδα να ζυμώσουν, το λανάρι να λαναρίσουν και τη ρόκα για να γνέσουν. Βάζαμε το τυρί στις τσαντήλες, τις κρεμάγαμε στ΄άλογα κι ανεβαίναμε απάν. Όταν φτάναμε στην κορυφή βάζαμε τις τέντες μέχρι να γίνει το καλύβι. Ο άντρας μ, λέει ότι το καλύβι τό ΄φτιαχναν οι γναίκες αλλά εμένα η μάνα μ΄ δεν έφτιαχνε καλύβι, ο πατέρας μ΄ τό ΄φτιαχνε.

κ.Κώστας : Οι άντρες έστριβαν τα μ΄στάκια τ΄ς κι είχαν τ΄ς γκλίτσες στα χέρια. Εγώ θυμάμαι τη μακαρίτισσα τη μάνα μ΄ που πήγαινε να κόψει τις οξιές, τα λούρα και τις φτέρες, για να σκεπάσει το καλύβι. Θυμάμαι ο μπάρμπα Γιώρης ο Κατσούλας έλεγε στη γναίκα τ΄: “σκέπασε το καλύβι, να βάλεις τα παιδιά ς΄ μέσα”. Οι άνδρες το είχαν σε προσβολή να βοηθήσουν έστω και τόσο τη γυναίκα. Μέσα γύρω-γύρω εφτιαχνάμε πάγκους με πέτρες και τις αλείφαμε με χώμα για να βάζουμε τα πράγματα. Τα ρούχα τα βάζαμε εκει σε σάκκους, δεν τα κρεμούσαμε. Σε ένα κρεβάτι απο ξύλα βάζαμε το ψωμί και τρόφιμα. Μές΄στη μέση κάναμε μια βάτρα με πέτρες για να μη σκορπάει η φωτιά. Εκεί μέσα μαγέρευε η κυρά όταν είχε άσχημο καιρό όλα τα φαγητά. Τραχανά, πίττες, κατσαμάκι. Πολλές φορές ο καπνός γέμιζε το καλύβι. Εμείς κοιμώμασταν όλη η οικογένεια καταί, στρώναμε φτέρες, δέρματα και βελέτζες. Ζούσαμε πολύ ωραία - εδώ τώρα δεν μπορώ να ευχαριστηθώ ύπνο. Όταν ανεβαίναμε δεν παίρναμε διπλά ρούχα κι όταν έβρεχε τα βάζαμε στη φωτιά δίπλα να στεγνώσουν. Είμασταν συνέχεια έξω, έβρεχε δεν έβρεχε, με την ίδια κάππα έξω.

Τι τρώγατε εκεί πάνω;

κ.Κώστας : Μόλις πήγαινάμε απάν εφταχνάμι το κουσμάρι. Ήταν από φρέσκο τυρί που ξύνιζε λίγο. Όταν ξεκινούσαμε από κάτω είχαμε φρέσκο το τυρί στις τσαντήλες αλλά μέχρι να πάμε απάν το τυρί ξύνιζε. Το πρώτο φαί ήταν αυτό που θα να φτιάξουμε. Εγώ έγινα είκοσι δυό χρονών και φαί δεν ήξερα τι λοιό είναι. Η μάναμ΄μ΄έβαζε καμμιά πίττα στον τροβά όταν έφευγα για τα βνά. Το γάλα ήταν απαραίτητο. Εφτιάχναμαν το γαλόδερμα, βάζαμε στο τομάρι το γάλα το γιομιζάμι και τρώγαμε. Κρέας,... όποιο έπεφτε, …ψήσιμο. Δεν είχαμε ψυγείο να το βάλουμε και έπρεπε να το φάμε εκείνη την ώρα αλλά και το μοιράζαμε στα κονάκια. Κάναμε και παστουρμά, κόβαμε λωρίδες από σφαχτά, τ΄ αλευρώναμε σε καλαμποκίσιο αλεύρι, στέγνωνε και το βάζαμε στη φωτιά και ξεραίνονταν και το κρεμούσαμε σ΄ένα σκοινί. Κάναμε και τη μπουκβάλα. Τρίβαμε ψωμί στο τηγάνι και το ανακατεύαμε με λίγδα. Νερό φόρτωναν οι γναίκες με τις βαρέλες από μακριά και το έφερναν στο καλύβι.



Όταν αρρώσταινε κάποιος τι κάνατε ;

κ.Κώστας : Γιατροί εκεί απάν δεν είχαμε, βοτάνια χρησιμοποιούσαμε. Με λέγανε για το σαλέπι πως σκάβανε την πατάτα, την περνούσαν στην κλώστη, στο χοντροβέλονο, την κρεμούσαν στον ίσκιο, όχι στον ήλιο, να μη βρέχει όμως, τη στεγνώνανε και το χειμώνα ήταν το καλύτερο γιατρικό. Τα Πιέρια έχουν πολύ σαλέπι. Όταν είχε πυρετό κανένας, προζύμι βάζαμε στο μέτωπο. Μια φορά πήγα σ΄ένα γιατρό να με εξετάσει. Τι δουλειά κάνεις με λέει. Κτηνοτρόφος του λέω. Έχεις ενισχυμένο κόκκαλο από το γάλα κι απ΄το τυρί με λέει.

Πόσα πρόβατα έβγαιναν τότε;

κ.Κώστας : Έβγαιναν δέκα πέντε με είκοσι χιλιάδες πρόβατα, αλλά είχαν και γίδια , να ο Φούντας είχε χίλια γίδια. Μετά το ΄46 όταν δεν ανέβαιναν οικογένειες εμείς οι Σταυρογιαναίοι είμασταν τέσσερα άτομα για οχτακόσια πρόβατα . Τα πρόβατα τα χωρίζαμε στα στέρφα και στα γαλάρια,. Τα κονάκια ήταν κοντά το ένα απ τ΄άλλο περίπου μισή ώρα δρόμο και τα κοπάδια τα βγάζαμε όλοι μαζί και βοηθιόμασταν, τα σμίγαμε. Στο βουνό είχαμε βαρεμένα δέντρα από κεραυνό αλλά τα πρόβατα δεν έπαθαν τίποτα. Εκεί πάνω είχε λύκους αλλά είχαμε γερά σκυλιά, πολύ γερά. Τα σκυλιά έπρεπε να φάνε πριν από μας. Μια φορά εγω είμαν κατ΄ και μας έφεραν τα χαμπέρια ότι ο πατέρας μ΄ πέθανε απάν. Το σκυλί κατέβηκε μόνο του και σε πέντε μέρες ψόφησε. Να σας πω και μια ιστορία, …ο Άγιος Μηνάς γιορτάζει στις 11 Νοεμβρίου κι έδινε τις κατευθύνσεις σ΄όλους, τι θα κάνει το κάθε ξηραμένο… φίδια, λύκοι, αλπές,… τι ζημιά θα κάνει. Τελευταίοι έρχονται κι οι Σαρακατσάνοι. “ Βρε γιατί αργήσατε ; - εγω φεύγω τώρα ” - “ Είχαμε χάσει τ΄άλογα.” του λένε. - “ Τ΄άλογα να πλαλείτε ούλα σας τα χρόνια εκεί απάν στα βνά”.

Εσύ πως παντρεύτηκες με την κυρά σου

κ.Κώστας : Πως παντρεύτηκα ; - με προξενιό, δεν είχαμαν τότες όπως τώρα. Όμως μεγαλώσαμε μαζί, ζούσαμε μαζί και παντρευτήκαμε με προξενιό. Όλα τα καλοκαίρια είμασταν αντάμα.

κα.Λεμονιά : Ο πεθερός μ΄ο σχωρεμένος μ΄ήθελε, μ,αγάπαγε, τη Λεμονιά θα πάρεις έλεγε και με χάλεψε και μ΄έδωκε ο πατέρας μ΄. Ο γάμος άρχισε απ΄ την Πέμπτη το βράδυ και φτιάχναμε τα προζύμια, την Παρασκευή ζυμώναμε τις κλούρες, πριβέτες τις λέγαμε και το βράδυ έραφταν το Φλάμπουρα με τραγούδια, το Σάββατο τα τελειώναμαν, … το βράδυ το γλέντι. Πηγαίνανε απ΄το γαμπρό στον πατέρα της νύφης με κόφα να καλέσουνε τους συμπεθέρους στο γλέντι του γαμπρού και τους λέγανε μπεχτσήδες. Την Κυριακή γίνονταν ο γάμος και τη Δευτέρα έβγαιναν τα προικιά για να τα ιδεί όλος ο κόσμος.



Άκουσα ότι οι μανάδες δεν πήγαιναν στα βαφτίσια των παιδιών τους.

κ.Κώστας : Ούτε ο πατέρας πήγαινε , κι αυτό κράτησε μέχρι αργά. Κι εγώ δεν πήγα στα βαφτίσια απ τα παιδιά μ΄. Έρχονταν να με δώσουν τα σχαρίκια και μια φορά ένας ξάδερφος μ΄ πρώτος έρχεται κοντά κι μας λεει ότι το βάφτισαν του κορίτσι και το είπαν Αρετή. Ένας άλλος έρχονταν τροχάδην και μας λέει το είπαν Ευανθία. Βρε ποιόν να πιστέψουμε τώρα ; Άσε που σ΄ένα κορίτσι δεν είμαν εκεί, είμαν στα προτα απαν.

κα.Λεμονιά : Κι εγώ στα παιδιά μ΄δεν πήγα. Εδώ περίμενα μαζί με τον πεθερό μ΄, είμασταν εδώ εμείς χωρίς να ξέρουμε ποιό όνομα θα το πουν.

κ.Κώστας : Τα βαφτίσια γίνονταν πάντα στην Εκκλησία . Ο γάμος γίνονταν και στο καλύβι. Εγω θυμάμαι γάμο στο καλύβι, θυμάμαι καλά, γιατά ο μπάρμπας μ΄ο Ηλίας ηταν μπλάμης με τον Μαρά και ήταν στο γάμο. Με την ευκαιρία, να πω και για τα σταυραδέρφια. Επτά παιδιά κι ένα κορίτσι πήγαιναν στην Εκκλησία, κάναν έναν κύκλο κι ο Παπάς τα έδενε με μια κορδέλα, μια ζώνη και τα διάβαζε. Όλοι γίνονταν αδέρφια μεταξύ τους αλλά το κορίτσι το σέβονταν πιο πολύ απ ότι σέβονταν τις αδερφές τους και το υπερασπίζονταν.

Πώς να κλείσουμε μπάρμπα Κώστα ;

κ.Κώστας : Εγώ να τελειώσω με μια συμβουλή που μ΄έδωνε ο πατέρας μου : Κάντε το σταυρό σας και στη στράτα να πηγαίνετε από τη μέση όχι απ τις άκρες να μη σας πιάσουν τα παλιούρια. Να πηγαίνετε στη στράτα του Θεού. Κάντε το σταυρό σας και προχωράτε, μη φοβάστε τίποτα.