portraita

kentriki mpara

.
Το μυστήριο του θανάτου και οι Σαρακατσάνοι
.
του Κωνσταντίνου Χ. Γαρέφη 
φοιτητή Ιατρικής σχολής Α.Π.Θ.
τ. Προέδρου του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης 
       ντως φοβερώτατον, τό το θανάτου μυστήριον» σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην έξοδιο ακολουθία. Μυστήριο φοβερό ο θάνατος και τούτο διότι « ψυχή κ το σώματος, βιαίως χωρίζεται κ τς αρμονίας». Φοβερό και για έναν ακόμα λόγο, διότι επιτελεί έναν ακόμη χωρισμό, το χωρισμό των ανθρώπων, επί της γης.

       Μπροστά σε αυτό το φοβερό μυστήριο οι Σαρακατσάνοι στέκονταν με δέος και αξιοπρέπεια, θεωρώντας το θάνατο ως κάτι φυσιολογικό και αναπόφευκτο. «Στον άνθρωπο δεν ίνι μαναχά η ζωή, ίνι κι ου θάνατος», υποστήριζαν. Εξελάμβαναν, επιπρόσθετα, το θάνατο, όπως και τη γέννηση, ως γεγονότα ενταγμένα στα σχέδια του Θεού. «Ήταν θέλημα Θιού», έλεγαν χαρακτηριστικά.
       Ο θανάτος υποστασιοποιείται στο πρόσωπο του Χάρου. Αυτός είναι που θα πάρει τις ψυχές και θα τις οδηγήσει στον άλλο κόσμο. Το Χάρο τον φαντάζονταν ανθρωπόμορφο και κάποιας προχωρημένης ηλικίας, σκληρό, άπονο, άκαρδο, και στυγνό εκτελεστή. Ο Claude Fauriel στην εισαγωγή της συλλογής του «Δημοτικά τραγούδια της συγχρόνου Ελλάδος», το 1824 γράφει σχετικά για το Χάρο: «Οι σύγχρονοι Έλληνες εκλαμβάνουν τον θάνατον ως ένα γέροντα αυστηρόν, αμείλικτον και σκυθρωπόν τον οποίον αποκαλούν Χάρον και εις τον οποίον αποδίδουν το καθήκον να οδηγεί τους νεκρούς από εδώ εις τον άλλον κόσμον». Το Χάρο τον έχουν σαν κάτι φυσικό οι Σαρακατσάνοι και κάθε στιγμή τον περιμένουν. «Δεν είναι τίποτις, λένε, τον έχουμε στο ριζάφτι (δηλαδή πολύ κοντά τους, πίσω στ’ αυτί, στη ρίζα του)», υπογραμμίζει η Α.Χατζημιχάλη. Έχουν πλάσει πολλές φανταστικές ιστορίες για τον Χάρο. Πολλές φορές πίστευαν, λόγου χάριν, ότι πριν ξεψυχήσει ο άνθρωπος προηγούνταν πάλη με τον Χάρο και σε περίπτωση που ο ασθενής έπαιρνε προς το καλό έλεγαν πως νίκησε τον Χάρο. Πίστευαν, ακόμη, ότι ο Χάρος -πάντα καβαλάρης- έπαιρνε την ψυχή και την οδηγούσε στον Άδη. Όπως όλος ο ελληνικός πληθυσμός, από την βυζαντινή εποχή μέχρι και σήμερα, έχει πλάσει μύθους και τραγούδια γύρω από την δραστηριότητα και την σκληράδα του Χάρου έτσι και οι Σαρακατσαναίοι έχουν πάρα πολλά μοιρολόγια καθώς και αφηγήσεις που αναφέρονται στον Χάρο.
       Μια πλειάδα εθίμων και τελετουργιών πλαισιώνει το θάνατο, των Σαρακατσαναίων. Ωστόσο, πολλά από τα δρώμενα ταυτίστηκαν με αυτά του υπόλοιπου ελληνικού πληθυσμού, όταν οι Σαρακατσαναίοι εγκατέλειψαν τη σκηνίτικη ζωή και εντάχθηκαν και αυτοί στο σύγχρονο τρόπο ζωής. Αυτές οι δεισιδαιμονίες,  οι προλήψεις, τα έθιμα και οι τελετουργίες των Σαρακατσάνων, οι οποίες είναι σαφώς επηρεασμένες και από την προχριστιανική εποχή, θα αναλυθούν, κατά σειρά, παρακάτω.


Σημάδια που προμήνυαν το θάνατο:
1. Το ούρλιασμα των σκυλιών. Όταν ούρλιαζε σκυλί οι νοικυραίοι το είχαν για κακό σημάδι. Πίστευαν ότι κάτι κακό θα συμβεί στο κονάκι τους και πάντα έβαζαν στο μυαλό του το χειρότερο, το θάνατο. Στο σκυλί που ούρλιαζε έλεγαν: «για του κιφάλ’ς να γένι» ή «να φας του κιφάλ’ς». Αν το σκυλί εξακολουθούσε να ουρλιάζει για πολλές μέρες το σκότωναν.
2. Το κακό όνειρο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι Σαρακατσάνες έδιναν ιδιαίτερη σημασία στα όνειρα.π.χ. αν έβλεπαν καβαλάρη σε μαύρο άλογο το είχαν σε κακό, το θεωρούσαν ως το Χάρο καβάλα στ’ άλογο.
3. Το κράξιμο των κορακιών. Όταν τα κοράκια έκραζαν κοντά στα καλύβια το είχαν σε πολύ κακό.
4. Η πλατησκοπία. Σε κάθε κουρμπάνι ή σφαχτό και ιδίως αρνί, οι ειδικοί στο διάβασμα της πλάτης έπαιρναν την δεξιά πλάτη του αρνιού και μέσα από αυτή μάντευαν αν υπάρχει πόλεμος, κακοκαιρία, κακό στο κοπάδι και κυρίως θάνατος. Μάλιστα από ορισμένα σημάδια της πλάτης ξεχώριζαν μέχρι και το φύλο που θα πεθάνει και τον βαθμό συγγένειας.
Η ώρα του θανάτου
                Όταν πλησίαζε η «φοβερά» ώρα του θανάτου μόνο οι στενοί συγγενείς είχαν δικαίωμα να παραστέκονται στον ετοιμοθανάτο, δίνοντας του τη δυνατότητα να τους εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες, να ζητήσει συγχώρεση και να δώσει τις ευχές του. Αυτό συνέβαινε, κυρίως, με τους ηλικιωμένους, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν το τέλος τους, ότι «σώνιτι το κβάρι τς», όπως έλεγαν.
              Τις τελευταίες αυτές ώρες έφερναν τον παπά του κοντινού χωριού για να μεταλάβει τον ετοιμοθάνατο. Σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν εφικτό, για πρακτικούς λόγους, έκαναν το εξής: Για τρεις βραδιές εκεί που ξεψυχάει ο άνθρωπος άναβαν ένα κερί και έβαζαν μια κούπα κρασί έτσι ώστε «Να ‘ρθει η ψυχή του πεθαμένου και να πιεί το κρασί, να μεταλάβει». Το θεωρούσαν καλό για την ψυχή του. Αν βρίσκονταν στη στράτα άναβαν το κερί και έβαζαν την κούπα με το κρασί κάθε νύχτα εκεί όπου ξεφόρτωναν. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι όταν ξεψύχαγε τσέλιγκας ή παλικάρι βούλωναν όλα τα κουδούνια τοω κοπαδιών για να μη λαλούν.
Η ετοιμασία του νεκρού
                Με την εκπνοή του ανθρώπου, ακολουθεί η ετοιμασία του νεκρού. Αν είναι ανύπαντρος άντρας, τον αναλαμβάνουν η μητέρα του, ο πατέρας, τα αδέρφια, τα ξαδέρφια και οι θείοι του. Αν είναι παντρεμένος, στους προηγούμενους προστίθεται η γυναίκα του. Αν είναι ανύπαντρη κοπέλα, το λόγο έχουν η μητέρα, οι αδελφές, ο πατέρας και οι θείες. Και εάν είναι παντρεμένη προστίθεται στους προαναφερθέντες και ο σύζυγος.
              Τους μεν άγαμους τους έντυναν με γαμπριάτικη (νυφιάτικη αντίστοιχα) φορεσιά «γιατί είναι ντροπή να πεθάνει κάποιος εργένης». Η ιδέα αυτή βασίζεται στον αρχαιοελληνικό κόσμο, το παρατηρούμε λόγου χάρη στην Αντιγόνη, η οποία καταδικασμένη από τον Κρέοντα, θρηνεί γιατί θα πεθάνει κόρη. Έτσι, η κηδεία παίρνει τη μορφή γάμου. Τους νιούς και τις κοπέλες, νεκροστολίζουν με λουλούδια, βάζουν δαχτυλίδι στο χέρι και στεφάνι με άνθη στο κεφάλι. Αναφέρονται περιπτώσεις, όπου έρραψαν μέχρι και φλάμπουρα, ο οποίος συνόδεψε τον νεκρό. Τους δε έγγαμους τους έντυναν με την καλύτερη φορεσιά τους, προτιμούνταν τα αφόρετα ρούχα.




Η νεκραλλαξιά
            Τη νεκραλλαξία ή αλλαξιά ολάκερη, αφόρετη, καινούργια ενδυμασία που θα βάλει ο καθένας σαν πεθάνει, την έχουν σ’ ένα τροβά και τη σέρνουν πάντα στα ταξίδια τους με το σάβανο, υποστηρίζει η Α.Χατζημιχάλη. Την ετοιμάζουν οι γυναίκες στους άντρες όταν «περάσει πια ο καιρός τους». Την έραβαν χωρίς να κάνουν κόμπο στο νήμα στο βελόνι, για να βγει η ψυχή χωρίς δυσκολία και να πάει στον παράδεισο και της έβαζαν ένα κομμάτι κερί και σπάγγο από εννιά κλώνους, για να μην έρθει στο κονάκι ξανά ο Χάρος. Οι γυναίκες, όμως, για τον εαυτό τους την φτιάχνουν από νιές και τούτο διότι ήταν μεγάλος ο κίνδυνος θανάτου κατά τον τοκετό. Ακόμα, ετοίμαζαν το «νεκροσκούτι», ένα μάλλινο, υφαντό που το έφτιαχναν για να τους τυλίξουν, όταν πεθάνουν και να τους βάλουν στο μνήμα, καθώς επίσης και το σάβανο.  Το σάβανο ήταν στενόμακρο άσπρο πανί, υφαντό, με έναν σταυρό μαύρο στη μέση, συμβολίζοντας τη συνδόνη που τυλίξαν τον Χριστό.
             Στη συνέχεια, αφού αλλάξουν το νεκρό τον τοποθετούν πάνω σε μια άσπρη βελέντζα στο μέσο της καλύβας, του κλείνουν τα μάτια, δένουν τα χέρια, αφού πρώτα τα σταυρώσουν και έπειτα δένουν τα πόδια μ’ ένα σκοινί «για να μη μετακινηθεί» και γίνει βρυκόλακας. Η σωρός είχε τέτοια θέση ώστε το πρόσωπο του νεκρού να βλέπει προς την ανατολή του ηλίου ή στην είσοδο της καλύβας.
          Στο στόμα του νεκρού τοποθετείται ένα νόμισμα ή ένα κόσμημα για να μπορεί να πληρώσει το πέρασμα του στον Άδη, σύμφωνα με την αρχαία δοξασία της πληρωμής του Χαρού για τον διάπλου της Στυγός. Επίσης, στη σωρό έβαζαν ένα εικόνισμα και κοντά ένα καντηλάκι. Δίπλα άναβαν ένα κερί, ίσα με το μπόι του νεκρού. Το κερί αυτό το έφτιαχναν οι ίδιες οι Σαρακατσάνες. Αυτό το έκαγαν μέχρι να «σηκώσουν τον νεκρό». Το υπόλοιπο είτε το έκοβαν και το άναβαν στην εκκλησία στις τέσσερις γωνίες του νεκροκρέβατου, είτε το έκαιγαν σε σαράντα μέρες. Ακόμη, δίπλα στο σώμα έβαζαν ιδιαίτερα αγαπητά αντικείμενα στον αποθανόντα. Επί παραδείγματι, στους άντρες τοποθετούσαν την γκλίτσα και στις γυναίκες τη ρόκα, τ’ αδράχτι, το σφοντύλι. Το νεκρό έπρεπε να τον ξενυχτήσουν. Στο ξενύχτισμα προσφέρεται πικρός καφές «για να μη γλυκαθεί ο Χάρος και έρθει και χτυπήσει κανέναν άλλον».
      Έντονη ήταν η πεποίθηση των Σαρακατσανίων ότι ο νεκρός μπορεί να βρυκολακιάσει. Αυτό γίνονταν αν μπεί γάτα στην καλύβα, όπου ήταν ο νεκρός, αν γίνει χειραψία πάνω από το σώμα του ή αν ένα ζώο περπάταγε από πάνω του .Οι συγγενείς ξενυχτούσαν τον νεκρό και είχαν στο νου τους να μην «περάσει τίποτα ψηλά στον πεθαμένο, μη τον δρασκελίσει» σκυλί, γάτα, πουλάκι ή άλλο ζωντανό. Διότι, αν αυτό συμβεί, δεν είναι καλό όπως έλεγαν, δένει ο πεθαμένος, γίνεται σκέλισμα, ισκιώνεται γυρνάει και τους λαχταρίζει.
Μοιρολόγια
         Ο θρήνος αποτελεί μέρος του νεκρικού τελετουργικού ήδη από την εποχή του Ομήρου. Η περιγραφή της κηδείας του Έκτορα στον XXIV στίχο της Ιλιάδας, όπου η Ανδρομάχη, η Εκάβη και η Ελένη θρηνούν εκ περιτροπής, το αποδεικνύει. Σε αυτή την περιγραφή αναγνωρίζεται η ίδια ατμόσφαιρα με την ατμόσφαιρα της σαρακατσάνικης κηδείας. Με την τοποθέτηση και τακτοποίηση του νεκρού στην καλύβα ξεκινούν τα μοιρολόγια. Οι γυναίκες, όλες σχεδόν, μοιρολογούν το νεκρό γονατιστές ή καθισμένες με την εξής σειρά: η μάνα, η αδερφή ή αδερφές, οι βαβάδες (γιαγιάδες) γύρω από το κεφάλι του νεκρού και κατόπιν οι υπόλοιπες συγγενείς. Θρηνούν μεγαλοφώνα και μοιρολογούν τραβώντας τα μαλλιά τους, χτυπώντας το στήθος τους και τραβώντας τις μπούκες (μάγουλα) τους.
       Το μοιρολόι το ξεκίναγε η μάνα ή άτομο πρώτης συγγένειας με τον νεκρό και το ακολουθούσαν οι υπόλοιπες. Το μοιρολόγημα γινόταν μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το βράδυ δε μοιρολογούσαν γιατί φοβόταν «μην πάρει ο Χάρος κανέναν ζωντανό». Η σημασία του μοιριολογήματος είναι καίρια, καθ’ ότι η έλλειψή του αποτελεί ενδειξη ασέβειας στο πρόσωπο του νεκρού.    


«Το σήκωμα του νεκρού» και η ταφή
         Η μεταφορά του νεκρού από την καλύβα στην εκκλησία γινόταν κυρίως με άλογο και κατά κανόνα σκουρόχρωμο. Προηγούμενως, όμως, τοποθετούσαν το  νεκρό σ’ ένα νεκροκρέβατο. Αυτό ήταν φτιαγμένο πρόχειρα, από κλαριά. Έβαζαν το νεκρό πάνω στο νεκροκρέβατο κι ύστερα τον έδεναν στο σαμάρι του αλόγου. Έβαζαν στο άλογο από τη μια μεριά, σακί με χώμα ή πέτρες ή ξύλο περίπου ίσα με το βάρος του νεκρού και από την άλλη έδεναν το νεκρό, πάντα με το κεφάλι προς τα καπούλια και ανάσκελα, πάνω στο πρόχειρο νεκροκρέβατο. Αν η απόσταση από τα καλύβια στην εκκλησία ήταν μικρή, τότε, τον έβαζαν πάνω στο νεκροκρέβατο, το οποίο σήκωναν τέσσερα άτομα και τον μετέφεραν στην εκκλησία. Αυτοί που ακολουθούσαν την εκφορά του νεκρού, το ξόδι, μόλις ξεκίναγαν από τα κονάκια, δεν επιτρέπονταν να κοιτάξουν πίσω, γιατί πιστεύουν πως «γυρνάει ο Χάρος πίσω», δηλαδή θα πεθάνει κι άλλος από το κονάκι τους. Καθ’ όλη τη διαδρομή οι γυναίκες έκλαιγαν, οδύρονταν και θρηνούσαν, εντονότερα ιδίως όταν ο νεκρός ήταν νεαρής ηλικίας.
         Αξίζει να αναφερθεί, πως όταν βγάζουν τον πεθαμένο από το κονάκι, τσακίζουν ένα πιάτο ή ένα ξύλινο κουτάλι, τούτο γίνονταν για να εξαγνίσουν το σπίτι από το νεκρικό μίασμα (καθαρμός). Το βάζει ένας άντρας καταγής, το πατάει με το τσαρούχι του και το σπάει. Από τη θέση που το τσακίζει , δεν το πειράζουν. Την άλλην μέρα παίρνουν τα ξύλα του οι γυναίκες και τα πετάνε μακριά στις ρεματιές.
         Για την αποφυγή ενός άλλου θανάτου στην οικογένεια έκαναν το εξής: οι γυναίκες που είχαν κυρίως πρώτη συγγένεια με τον νεκρό έδεναν στην μιά από τις τέσσερις άκρες του μαντηλιού τους μια κόκκινη κλωστή. Η παράδοση λέγει ότι την ώρα που έκλαιγαν και μοιρολογούσαν κάποιες Σαρακατσάνες τον νεκρό πέρασε ένα πουλί και έριξε μια κόκκινη κλωστή. Αυτό το θεώρησαν καλό οιωνό και μ’ αυτό θα σταματάγε εκεί το θανατικό στην οικογένεια. Παρόμοιο έθιμο λέγεται πως τηρούσαν και οι Σπαρτιάτισσες, που φορούσαν κόκκινη κορδέλα σε θάνατο συγγενικού τους προσώπου.
       Επιπλέον, στην κηδεία δεν επιτρέπονταν να παρευρίσκονται νιόπαντροι μέχρι 40 ημέρες και έγκυες για να μη τρομάξουν και αποβάλλουν.
     Κατά κοινή ομολογία, οι Σαρακατσαναίοι οδηγούσαν τους νεκρούς στην εκκλησία, όπου τελούνταν η εξόδιος ακολουθία και από κει στο κοντινότερο νεκροταφείο.
       Τη στιγμή του ενταφιασμού έλυναν τα σχοινιά από τα χέρια και τα πόδια. Στα νεαρά άτομα έσκιζαν και τα ρούχα τους για να «πάνε ‘λευθερωμένοι στον άλλον κόσμο», όπως έλεγαν. Έπειτα, έριχναν εντός του τάφου ζάχαρη, καραμέλες, σταφίδες, μήλα, ροϊδια, πορτοκάλια, λουλούδια, για να πάνε δώρα και χαιρετίσματα στους δικούς τους στον άλλον κόσμο.
       Οι συνήθεις ευχές προς τους οικείους του αποθανώντα ήταν: «Γειά σι σας», «Ζωή σι σας», «Να είστι γιροί να τον θυμάστι», «Θιός σχωρέστον», «αυτό να ΄νι του τελευταίου κακό» κ.α. Εν συνεχεία, ακολουθούσε γεύμα παρηγοριάς, από το οποίο όμως εξέλλειπε το κρέας.



Μνημόσυνα
            Την Τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή μέρα μετά το θάνατο, όπως και την μέρα της συμπληρώσεως ενός έτους, γίνεται επίσημο μνημόσυνο του νεκρού, το οποίο περιλάμβανε την παρασκευή κολλύβων. Στο διάστημα των σαράντα ημερών η οικογένεια δεν τρώει κρέας. Μνημόσυνα γινόταν, ακόμη, κατά τα ψυχοσάββατα. Στα εννιάμερα προσφέρουν ψάρι στο τραπέζι. Στα σαράντα και στο χρόνο επιδιώκουν να πάνε όλοι οι συγγενείς στο μνημόσυνο. Στο τραπέζι παραθέτουν κρέας, κυρίως αρνί. Πρόκειται για δοξασία κοντά στην οποία μια ζωή θυσιάζεται (αυτή του αρνιού) προς όφελος μιας άλλης (νεκρού). Τα γεύματα των μνημοσύνων ακολουθούνται από μοιρολόγια.
Πένθος
              Για σαράντα μέρες έξω από την πόρτα των καλύβων τοποθετούσαν ένα μαύρο μαντήλι. Σε ένδειξη πένθους για το θάνατο ενός τσέλιγκα ή ενός νεαρού έβγαζαν για ένα χρόνο τα κουδούνια από κοπάδια. Το πένθος στους άντρες κρατούσε έως δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεν έπαιζε φλογέρα, δεν πήγαινε στα γλέντια κι έμενε αξούριστος.
           Τρία με πέντε χρόνια πενθούν οι γυναίκες τα νεαρά άτομα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα έχουν ριγμένο χαμηλά το ολόμαυρο μαντήλι και φορούν φουστάνια μαύρα χωρίς κεντήματα. Παλαιότερα μάλιστα, τα δύο πρώτα χρόνια φορούσαν όλα τα εξωτερικά ρούχα ανάποδα. Το μοιρολόγημα συνόδευε απαραίτητα το πένθος όλο αυτό το διάστημα.
Ιδιαίτερη περιπτώση
           Ιδιαίτερη περίπτωση θανάτου αποτελεί η πράξη της αυτοχειρίας. Για τους αυτόχειρες, για αυτούς δηλαδή που «πνίγονταν με θλιά» ή «φαρμακόνονταν» ή «γκριμίζονταν», αν και η ταφή γινόταν κανονικά, πίστευαν πως αυτοί έπρατταν μεγάλο αμάρτημα. Η ένδειξη του μεγέθους της αμαρτίας των διαφαίνεται στο γεγονός ότι δεν τους μοιρολογούσαν και «δεν τς έκλγαιγαν».
Η ανακομοιδή
         Όσον αφορά την ανακομιδή ή αλλιώς «ξεπαράχωμα» ή «ξεσταύρωμα» αναφέρεται ότι πολύ παλιά δεν τους ξεσταύρωναν. Μετέπειτα τους ξεσταύρωναν, αφού περνούσαν 3,5 ή 7 χρόνια (πάντα σε μονό αριθμό). Έδιναν μεγάλη προσοχή στο ξεσταύρωμα κι έβγαζαν διάφορα συμπεράσματα για το νεκρό ανάλογα μ’ αυτό που θα αντίκρυζαν τότε. Όταν δηλαδή έβρισκαν κάποιον άλιωτο, πίστευαν πως ήταν κακός άνθρωπος ή είχε αμαρτίες και γι’αυτό δεν έλιωνε. Το είχαν σε κακό να μην έχουν λιώσει τα κόκκαλα, «να μην κόβονται», θεωρώντας πως «έχει βρυκολακιάσει ο πεθαμένος και δε λιώνει, είναι δρασκελισμένος από σατανικά». Τότε καλούσαν το δεσπότη για να του διαβάσει ειδικές συγχωρητικές ευχές, τον ξανασκέπαζαν και τον έβγαζαν την άλλη χρονιά. Αν δεν ήταν εύκολο να καλέσουν τον δεσπότη, φώναζαν έναν παπά. Ο άλιωτος νεκρός σήμαινε ότι η ψυχή του παιδεύονταν και θεωρούνταν ανώμαλη κατάσταση. Πίστευαν, δηλαδή, οι Σαρακατσαναίοι πως όλη η ζωή τους αποτυπώνονταν με τον τρόπο αυτό στη φάση αυτή.    
       Εν κατακλείδι, διακρίνει εύκολα κανείς, από τα  παραπάνω, ότι το μυστήριο του θανάτου και τα έθιμα που το συνόδευαν αντιμετωπιζόταν από τους Σαρακατσάνους με απόλυτη ευλάβεια και με την κατά γράμμα τήρησή τους, αντίστοιχα. Η ευλάβεια τους αυτή πηγάζει από την πίστη τους στο Χριστό, ο οποίος ρητά δηλώνει ότι «γώ εμι νάστασις κα ζωή» (Ιω, ια΄, 25) ενώ η κατά γράμμα τήρηση των εθίμων έχει σωστικό χαρακτήρα για την ψυχή του νεκρού και αποσκοπεί στη μετάβασή της «κ το θανάτου ες τν ζωήν» (Ιω, ε΄, 24). Με άλλα λόγια, οι ενέργειες των Σαρακατσάνων, μπροστά στο «φοβερόν το θανάτου μυστήριον», στόχευαν στην εξασφάλιση της αιωνιότητας και αυτού του παραδείσου, προσδοκώντας και οι ίδιοι «νάστασιν νεκρν καί ζωήν το μέλλοντος αἰῶνος».




Οι πηγές προέρχονται τόσο από τη βιβλιογραφία όσο και από την προσωπική έρευνα-καταγραφή του γράφοντος
Βιβλιογραφία
Fauriel C., Δημοτικά Τραγούδια της σύγχρονης επανάστασης, Νίκας, ανανεωμένη έκδοση 2002.
Αρσενίου Λ., Τα τσελιγκάτα, Αθήνα 1972
Μακρής Ε., Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, Ιωάννινα 1990.
Μποτός Ι., Οι Σαρακατσαναίοι, Αθήνα 1982.
Καββαδίας Γ.Β., Σαρακατσάνοι. Μια ελληνική ποιμενική κοινωνία, Λ. Μπρατζιώτη, Αθήνα 1996.
Χεγκ Κ., Οι Σαρακατσαναίοι μια νομαδική ελληνική φυλή, Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπείρου, Ιωάννινα 2006.
Χατζημιχάλη Α., Σαρακατσαναίοι, τόμος Ι, ίδρυμα Αγγελικής Χατζημιχάλη, Αθήνα 2007.
Χατζημιχάλη Α., Σαρακατσαναίοι, τόμος ΙΙ, ίδρυμα Αγγελικής Χατζημιχάλη, Αθήνα 2010.

Το παρόν άρθρο προέρχεται από το 2ο τεύχος του περιοδικού
του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης «ο Λεπενιώτης»
με τίτλο «Τα δρώμενα… των Σαρακατσαναίων φοιτητών».