portraita

kentriki mpara

H ιστορία των Σαρακατσαναίων στα Σκόπια



του Βασίλη Μόλαρη

Eισήγηση τού Βασίλη Μόλαρη στο 1ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο Σαρακατσάνων Ελλάδος και Διασποράς, που πραγματοποιήθηκε στις 9-10 Μαρτίου 1996 στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα.

Ο Βασίλης Μόλαρης έχει γεννηθεί στην πόλη Στιπ της περιοχής των Σκοπίων.


Οι Σαρακατσαναίοι ανάλογα με τον τόπο όπου συνηθίζουν να ξεχειμωνιάζουν, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, παίρνουν και τον αντίστοιχο γεωγραφικό χαρακτηρισμό. Έτσι, τους χωρίζουμε σε τέσσερις μεγάλες ομάδες σε τέσσερις διαφορετικούς χώρους. Αυτούς πού συνήθιζαν νά ξεχειμωνιάζουν στην Νότια Ελλάδα, προς την Πελοπόννησο (Μοριά) τους αποκαλούν “Μοραΐτες” και αυτούς πού ξεχείμαζαν προς το Ιόνιο της Ηπείρου “Ηπειρώτες”. Αυτούς πού ξεχείμαζαν στις πεδιάδες και στα παράλια προς την Κωνσταντινούπολη (Πόλη) τους αποκαλούν “πολίτες” και αυτούς πού ξεχειμωνιάζουν στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στα χειμαδιά στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής τους αποκαλούν “Κασσανδρινούς” Σαρακατσαναίους. Και σ’ αυτούς θα εστιάσουμε την προσοχή μας. Στους Σαρακατσαναίους “Κασσανδρινούς”, πού ζουν το νομαδικό τρόπο ζωής στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και μάλιστα όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω κινούνται ακριβώς στον ιστορικό γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι ξεχειμωνιάζουν στα χειμαδιά Χαλκιδικής πέριξ του Πολυγύρου, στη Σιθωνία, την Κασσάνδρα, την Θέρμη, την Καλαμαριά κοντά στον Εχέδωρο ποταμό (Γαλλικό), στη Θεσσαλονίκη, στα παράλια του νομού Πιερίας, στους κάμπους του νομού Σερρών αλλά και στους κάμπους της περιοχής Γευγελής και Δοϊράνης. Την Άνοιξη ανέβαιναν στα βουνά του Ολύμπου, Βερμίου, Πάϊκου, του ορεινού συγκροτήματος του όρους Βόρας Καϊμάκ - Τσαλάν), -οι βόρειες προεκτάσεις του οποίου φθάνουν ως την πόλη των αρχαίων Στοβών, πού σήμερα βρίσκονται στην επικράτεια του κρατιδίου των Σκοπίων-, στα βουνά Πισσοδερίου Φλώρινας, Περιστερίου και Κράβας στην περιοχή του Μοναστηρίου, στο Μπέλλες, στα Κρούσια, στο Λαϊλιά Σερρών κ.ά. Η βίαιη μετανάστευση πολλών τσελιγκάτων από την Πίνδο κατά τα τελευταία 200 χρόνια στην περιοχή της Μακεδονίας αλλά και της Θράκης αύξησε τον αριθμό των Τσελιγκάτων πού προϋπήρχαν στην βόρεια Ελλάδα. 





Η αναζήτηση καλύτερων λιβαδιών και η ανεπάρκειά τους, οι κακοχειμωνιές και οι επιδημίες ανάγκασαν ένα σημαντικό αριθμό τσελιγκάτων να κινηθούν πολύ βορειότερα, προς τα βουνά της Σερβίας, και σύμφωνα με μαρτυρίες γερόντων η μετακίνηση προς τη Σερβία αρχίζει περίπου τη δεκαετία του 1880. Τα τσελιγκάτα κινούνται βόρεια, από το Μοναστήρι στα βουνά της Στρούγκας, στα βουνά Τσούκα -περιοχή αρχαίας πόλης των Στόβων- βορειότερα στο όρος Mokra Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και ακόμη βορειότερα στην οροσειρά Kapaonik στο Κοσσυφοπέδιο. Μερικές φορές πήγαιναν ακόμα δυτικότερα προς την πόλη Σκόδρα της Αλβανίας. Στα βουνά γύρω από την πόλη Nis, τήν πόλη του Leskovats, τήν πόλη του Pirot, στα βουνά Bello Palanka, Bello Polia, Kriva Palanka, και στις περιοχές ανατολικότερα πού σήμερα βρίσκονται στη βουλγαρική επικράτεια, Berkovitsa, Mihailvgrand, στα βουνά Peresi Vartor, στην περιοχή του Lom πού βρίσκεται κοντά στο Δούναβη, στα τριεθνή σύνορα Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας. Οι μετακινήσεις στις προαναφερόμενες περιοχές γίνονταν χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, μίας και ανήκαν στην ενιαία τότε Τουρκική Βαλκανική Επικράτεια, πού περιελάμβανε αυτές τις περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέφευγαν διάφορους φόρους -χαράτσια- πού τους επέβαλλαν οι Τούρκοι κατά τις μετακινήσεις τους αλλά και κατά τις ενοικιάσεις λιβαδιών. 

Με τήν απελευθέρωση των Βαλκανίων από τους Τούρκους και με τη χάραξη νέων συνόρων στα Βαλκάνια, σύμφωνα με τήν Συνθήκη της 10/8/1913 του Βουκουρεστίου, οι Κασσανδρινοί Σαρακατσαναίοι βρίσκονται χωρισμένοι σε τρεις επικράτειες: της Ελλάδος, της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Οι αποκλεισμένοι Σαρακατσάνοι στις χώρες της Βουλγαρίας και Σερβίας απέκτησαν αργότερα τους ανάλογους γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς. Έτσι οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι της Θράκης απέκτησαν γεωγραφικό όρο “Βουλγαρινοί“ Σαρακατσαναίοι, το αντίστοιχο για τους Σαρακατσαναίους της Σερβίας, “Σερμπιάνους” και -επαναλαμβάνω- πρόκειται για καθαρά γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς, και είναι λυπηρό και λάθος να διαβάζουμε σήμερα σε έντυπα χαρακτηρισμούς όπως Σερβοσαρακατσάνοι, Βουλγαροσαρακατσάνοι, ή Σέρβοι Σαρακατσάνοι, και Βούλγαροι Σαρακατσάνοι, δίνοντας τροφή σε προπαγανδιστές πού δίνουν άλλες ερμηνείες του γεωγραφικού όρου. Το ορθότερο είναι νά λέμε Σαρακατσαναίοι της Σερβίας, ή της Βουλγαρίας. Οι Σαρακατσαναίοι του κράτους της Βασιλευομένης Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας συνεχίζουν νά ασκούν τον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο ζωής και διατηρούν τήν Ελληνική ιθαγένεια. Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι τους απαγόρευσαν νά περάσουν στην Ελληνική επικράτεια, διότι ήταν αρκετά χρήσιμα τα τσελιγκάτα με τις χιλιάδες αιγοπρόβατα και τα προϊόντα τους. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι κατά τήν δεκαετία του 1930 άρχισαν νά στρατεύουν τους Σαρακατσαναίους, όμως δόθηκαν κάποιες λύσεις, όπως η εξαγορά της θητείας επειδή ήταν Σέρβοι ως προς τήν εθνικότητα. Αξίζει νά αναφερθεί ότι η περιοχή της Νότιας Σερβίας, δηλαδή η περιοχή πού καταλαμβάνει το σημερινό κρατίδιο των Σκοπίων αποτελούσε ξεχωριστή επαρχία με τήν ονομασία Vardarska Banovina. Οι Σαρακατσαναίοι τους εθνολογικούς διαχωρισμούς στην επαρχία αυτή της Vardarska Banovina τους έκαναν βάσει της γλώσσας τήν οποία μιλούσαν οι διάφορες λαότητες. Τους ομιλούντες αλβανικά τους αποκαλούσαν Αλβανούς (Σκιπιτάρ), τους ομιλούντες σερβικά Σέρβους, τους ομιλούντες βουλγαρικά Βούλγαρους. Πουθενά δεν έβρισκαν “μακεδονική γλώσσα” ή “Μακεδονικό” έθνος. Αυτά ήταν νέα δημιουργήματα και εμφανίσθηκαν ευρέως μετά το 1940. Η απαγόρευση φυγής Σαρακατσαναίων από τήν Σερβική επικράτεια και ο πάγιος σκοπός φυγάδευσης προς τήν Ελληνική επικράτεια, έκανε τους Σαρακατσαναίους να κινούνται κοντά στα Ελληνικά σύνορα(14), ώσπου οι συνθήκες επιτρέψουν τη διέλευσή τους στην πατρίδα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον 1940, και τήν Γερμανική κατοχή, έρχεται και η Βουλγαρική κατοχή στην επαρχία Βαρδαρίου. Οι Βούλγαροι επίσης δεν αφήνουν τους Σαρακατσαναίους νά εισέλθουν προς το χώρο της Ελλάδος, συγχρόνως φέρονται εχθρικά και λεηλατούν τσελιγκάτα, ήταν νωπές οι μνήμες από τον Μακεδονικό Αγώνα και η έντονη αντιπαράθεσή τους. Παρά τήν αυστηρή επιτήρηση των Βουλγάρων, 40 περίπου οικογένειες Σαρακατσαναίων κατά τα έτη 1942-1944 περνούν στο χώρο της Ελληνικής επικράτειας, είτε από τήν περιοχή του Γευγελή, είτε από τα βουνά της Βροντούς των Σερρών, και εγκαθίστανται στους νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών. Με τήν αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής έχουμε τήν ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών του Τίτο και τήν επαρχία της Vardarska Banovina τήν ανάγουν σε Δημοκρατία της “Μακεδονίας”. 





Η επικράτηση του Τιτοϊκού καθεστώτος επιφέρει και τις ανάλογες κοινωνικές μεταβολές, πού επιβάλλονται με τήν δημιουργία των κολχόζ και των αυτοδιαχειριζόμενων συνεταιρισμών, όπως καθόριζε η ιδεολογία του σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού μοντέλου πού εφαρμόσθηκε από τον Τίτο. Το 1946 γίνεται πρόταση από επίσημα όργανα του κράτους προς τους Σαρακατσαναίους για τήν δημιουργία κτηνοτροφικού συνεταιρισμού με επικεφαλής κάποιον Σαρακατσάνο πού θα επέλεγαν οι ίδιοι και θα φρόντιζε για τις ανάγκες και τη διάθεση των προϊόντων με το επίσημο κράτος. Όμως, απώτερος σκοπός ήταν νά συγκεντρώσουν τους Σαρακατσαναίους για νά τους ελέγχουν και νά δημεύσουν τα πρόβατά τους. Οι Σαρακατσαναίοι φυσικά αρνήθηκαν και προσπαθούσαν νά βρουν τρόπο νά φύγουν για τήν Ελλάδα, ένα πάγιο αίτημά τους. Αρχές του 1948 ψηφίζεται ο περίφημος Νόμος 400 + 1 και αφορούσε τους κτηνοτρόφους. Ο νόμος αυτός όριζε ότι σε όποιον είχε στην κατοχή του 400 + 1 πρόβατα θα γινόταν κατάσχεση των αιγοπροβάτων, ενώ για όσους δεν πληρούσαν το όριο των 400 δεν θα γινόταν κατάσχεση των προβάτων. Ο νόμος από τήν φύση του είχε κάποια δίκαια κοινωνικά κριτήρια, πού όμως δεν ίσχυαν για τους Σαρακατσαναίους για τον εξής λόγο: Σε κάθε τσελιγκάτο, υπεύθυνος της διαχείρισης ήταν ο Κεχαγιάς και στο όνομά του δηλωνόταν ο συνολικός αριθμός των αιγοπροβάτων του τσελιγκάτου και κάθε τσελιγκάτο ως ελάχιστο αριθμό αιγοπροβάτων είχε περί τα 1.500 κεφάλια. Καταλαβαίνετε ότι γινόταν υπέρβαση του ορίου των 400 και έτσι γινόταν κατάσχεση των προβάτων. Στις 25/3/48 η U.T.B. (η Μυστική Αστυνομία της Γιουγκοσλαβίας) μαζί με επίστρατους χωρικούς αρχίζουν τήν καταμέτρηση και προβαίνουν στην κατάσχεση όλων των κοπαδιών από τα σαρακατσάνικα τσελιγκάτα. Έτσι από 200 οικογένειες κατάσχονται 40.000 αιγοπρόβατα και μαζί με αυτά και 20.000 αρνιά -ήταν μήνας Μάρτιος και τα πρόβατα είχαν ήδη γεννήσει. Επίσης κατασχέθηκαν και 3.000 άλογα και μουλάρια, πού χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσάνοι για τις μετακινήσεις τους κατά το νομαδικό τρόπο ζωής τους. Στις οικογένειες πού γινόταν η κατάσχεση άφηναν για κάθε μέλος πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, τα οποία όμως μετά από έναν χρόνο τα κατάσχεσαν κι’ αυτά. Κατά τήν καταμέτρηση όταν έλειπαν 10 ή 20 μονάδες για το όριο των 400 συμπληρώνονταν είτε με αριθμό αλόγων ή μουλαριών, ακόμα και με τσοπανόσκυλα(!), αρκεί να γινόταν η κατάσχεση. Παρά τις αντίξοες συνθήκες 50 οικογένειες περίπου απέφυγαν τήν κατάσχεση των προβάτων τους, διότι προσκόμισαν έγγραφα με τα οποία αποδίδονταν κατά οικογένεια ο αριθμός των προβάτων και σ’ αυτό έπαιξαν ρόλο κάποιοι γραικομάνοι γραμματείς από διάφορα χωριά, κινούμενοι είτε από φιλικά αισθήματα προς τους Σαρακατσαναίους είτε κατόπιν δωροδοκίας. 

Μετά τήν κατάσχεση οι Σαρακατσαναίοι βρίσκονται μαζεμένοι στην περιοχή του Γευγελή, με απώτερο σκοπό τήν φυγή τους προς τήν Ελλάδα. Για τρεις μέρες θα βρεθούν φορτωμένα τα πράγματά τους και οι οικογένειές τους σε βαγόνια με προορισμό τήν Ελλάδα, αντί όμως για τήν Ελλάδα τους προόριζαν για εκτοπισμό και μάλιστα στην περιοχή της Βοϊβοντίνα κοντά στα ουγγρο-σερβικά σύνορα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα καταγγελιών από τους “Αιγαίους”, τους πολιτικούς πρόσφυγες από τον Ελλαδικό χώρο πού διεκήρυταν ότι οι Σαρακατσαναίοι είναι φανατικοί Έλληνες, ότι είναι μη αφομοιώσιμος πληθυσμός, συνεπώς εθνικά επικίνδυνοι και ύποπτοι για φυγή στην Ελλάδα. Τελικά τους εκτοπίζουν 150 χιλιόμετρα βόρεια από τα Ελληνικά σύνορα, στο ορεινό συγκρότημα Osogoski Planina κοντά στην Κότσιανι στα Βουλγαρικά σύνορα. Έτσι βρίσκονται στις ορεινές τοποθεσίες Κίτκα, Λίσιτς, Πονίκφα, Καλίν - Κάμε, Λόπεν, Σέρενα Τσέσμα, Παντελέ να διαμένουν στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα και νά φυλάγουν τα ίδια τα πρόβατά τους πού έχουν κατασχεθεί, έγιναν δηλαδή υπάλληλοι στα κατασχεμένα κρατικά κοπάδια. Οι Σαρακατσαναίοι, μαθημένοι νά ζουν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι στα βουνά με τον δικό τους τρόπο ζωής, βρέθηκαν, υπάλληλοι, εκτοπισμένοι και με κατασχεμένα τα κοπάδια τους. 

Η θλίψη τους πολύ μεγάλη και αυτόν τον καημό η Σαρακατσάνα μούσα τον αποθανάτισε με το εξής τραγούδι: 

“Βουνά μη πρασινίσετε, πουλιά μη κελαηδείτε 
δένδρα μη μπουμπουκιάσετε, λουλούδια μαραθείτε 
Κούκοι μη λαλήσετε και λόγγοι να βογγάτε 
κι’ εσείς βρύσες, κρυόβρυσες νά μαυροφορεθείτε.
Γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους 
τα πρόβατα τους πήρανε τα έμορφα μπινέκια 
κι αυτούς τους ξενιτέψανε στην έρημη τήν Κότσιαν” 

Με αφορμή το τραγούδι πρέπει νά επισημανθούν δύο σημεία: 

  1. Πρώτον, ότι οι Σαρακατσαναίοι τραγουδούσαν πάντα χορωδιακά , απαραδοσιακά, με το στόμα όπως έλεγαν, και ποτέ δεν συνόδευε το τραγούδι τους μουσικό όργανο. Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων και της Σερβίας αγνοούσαν της συνοδεία κλαρίνου ή ορχήστρας στα τραγούδια τους και στους χορούς τους. Αυτά τα γνώρισαν για πρώτη φορά όταν ήρθαν στην Ελλάδα και ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτούς. 
  2. Δεύτερον, ότι στο προαναφερόμενο τραγούδι υπάρχει ο στίχος πού λέει “γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους”. Εδώ ο όρος βλάχος με μικρό βήτα αποδίδεται με τήν αρχαιοελληνική σημασία του όρου πού σημαίνει τον κτηνοτρόφο πού εκτρέφει αιγοπρόβατα. Η ετυμολόγησή του προέρχεται από τήν Ομηρική λέξη βληχή - βλήχημα = (βέλασμα). Κατ’ επέκτασιν, βλήχοι - βλάχοι, αυτοί πού εκτρέφουν ζώα πού βλήχουν - βελάζουν. Η βυζαντινή Άννα Κομνηνή στο έργο της “Αλεξιάς” μας το επιβεβαιώνει γράφοντας ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”. 



Το καλοκαίρι του 1948 οι Σαρακατσαναίοι φυλάγουν τα κατασχεμένα πρόβατα, το φθινόπωρο τους κατεβάζουν σε διάφορα χωριά της περιοχής για νά ξεχειμωνιάσουν. Μερικούς τους εγκαθιστούν οικογενειακώς νά μείνουν σε σχολεία και τους περισσότερους τους εγκαθιστούνε σε σπίτια όπου συζούν μαζί με τους οικοδεσπότες. Τήν άνοιξη του 1949 τους ξανανεβάζουν στα βουνά της περιοχής έως το φθινόπωρο νά φυλάγουν τα κοπάδια. Το φθινόπωρο του 1949 φυγαδεύονται τα πρόβατα στο βουνό Morka Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους. Τους Σαρακατσαναίους τους εγκαθιστούν διάσπαρτους σε διάφορα χωριά, ως μόνιμους κατοίκους και βάζοντάς τους να δουλεύουν σε γεωργικές πλέον εργασίες στα κολχόζ ή σε συνεταιρισμούς, τις ονομαζόμενες “μπρεγάδες”. Οι 50 περίπου οικογένειες από τις οποίες δεν είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κινήθηκαν αρκετά νοτιότερα κοντά στα Ελληνικά σύνορα και συνέχισαν νά ασκούν τον κτηνοτροφικό νομαδικό τρόπο ζωής. Όμως όλους αυτούς τους είχαν προμηθεύσει με ειδικές ταυτότητες πού πάνω φέρουν ένα Κάπα (Κ) πού σήμαινε Κοντρόλ = έλεγχος και ήταν υπό αυ-στηρή επιτήρηση. Σε όσους Σαρακα-τσάνους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, ο νόμος κατάσχεσης προέβλεπε ότι σε κάθε μέλος της οικογένειας έπρεπε νά κατανεμηθούν πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, όμως με τήν εγκατάστασή τους στα χωριά κατασχέθηκαν κι αυτά παρανόμως από κρατικά στελέχη, κάτω από απειλές. Οι πρώτες εργασίες για ορισμένους Σαρακατσαναίους είναι ορύγματα για τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και τα ημερομίσθια ήταν μόνο το συσσίτιό τους. Στα χωριά άρχισε και η εγγραφή τους στα κατά τόπους δημοτολόγια όπου πολλοί τους πολι-τογραφούσαν παρά τη θέλησή τους ως “Μακεδόνες”, παράλληλα γίνονται και παραποιήσεις των επωνύμων τους με σλαβικές καταλήξεις -οφ, -εφ, -σκι, ενώ γινόταν και αντικατάσταση των κλασσικών επωνύμων με πατρώνυμα, ή ονόματα των παππούδων. Έτσι έχουμε το φαινόμενο τρία αδέλφια νά έχουν διαφορετικά επίθετα και το αντίστροφο, ένα άτομο νά έχει έως και τρία επώνυμα σε διάφορα κρατικά έγγραφα. Πάντοτε υπήρχαν δελεαστικές προτάσεις για εγ-γραφή ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ) όπως και η προ-παγάνδα υπέρ του έθνους των “Μακεδόνων”. Έτσι προσπα-θούσαν νά πείσουν τους Σα-ρακατσαναίους ότι δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι “Μακεδόνες”. Τα παιδιά πού αρχίζουν νά πηγαίνουν στα σχολεία διαπαιδαγωγούνται με τήν ιστορία του “Μακεδονικού Έθνους” καί οί επιπλήξεις τών δασκάλων είναι αυστηρές όταν τά Σαρακατσανόπουλα έλεγαν πώς ήταν Έλληνες. Με τήν ίδια λογική απαγορεύτηκε η χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Οι καταγγελίες των “Αιγαίων” πολιτικών προσφύγων είναι συχνές με αποτέλεσμα τους ξυλοδαρμούς και τις φυλακίσεις. Όμως οι Σαρακατσαναίοι πάντα διατηρούσαν τήν Ελληνική γλώσσα, τή μοναδική γλώσσα πού γνώριζαν γιατί ήταν η μητρική τους, διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμά τους, πεισματωδώς παρ’ όλες τις αντιξοότητες, όσο επώδυνες κι’ αν ήταν. Ένα γνώρισμα πανάρχαιο για τους Σαρακατσαναίους να επιμένουν σε κάθε τι το Ελληνικό. Νά επισημάνουμε ότι ο πανάρχαιος αυτός λαός των Σαρακατσαναίων, όταν εκχριστιανίζεται παρ’ όλο πού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό ποτέ δεν υιοθέτησε ξένα ονόματα, π.χ. Ιωσήφ, Μωϋσής, Δαυίδ κ.ά., παρά πάντα επέλεγε Ελληνικά και στην χειρότερη περίπτωση ελληνοποιημένα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις γυναίκες κυριαρχούσαν αρχαιοελληνικά ονόματα. 

Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων κράτησαν πιστά τήν ενδογαμία τους και τους γάμους τους τελούσαν με τον παραδοσιακό τρόπο τραγουδώντας σαρακατσάνικα τραγούδια χορωδιακά και χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς, όπως τον χαρακτηριστικότερο χορό, τον Σταυρωτό. Και είναι οι γέροντες Σαρακατσαναίοι από τα Σκόπια πού χορεύουν για πρώτη φορά στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο Θεσσαλονίκης σε εκδήλωση πού είχε διοργανώσει η ΠΟΣΣ το 1983 και έκτοτε έχει καθιερωθεί πανελληνίως στους Σαρακατσαναίους. Ως αποτέλεσμα βλέπουμε στα ανταμώματα νά κυριαρχεί Σταυρωτός χορός. Ο Σταυρωτός χορός είναι πανάρχαιος χορός και χορευόταν είτε με δύο χορευτές πού σταύρωναν τα χέρια, είτε με τέσσερις σχηματίζοντας σταυρό. Και ο σταυρός είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο των Σαρακατσαναίων. Ένα αρχαιότατο ελληνικό ηλιακό σύμβολο, προχριστιανικό, πού το βρίσκουμε στην κορυφή της κατσούλας των καλυβιών τους, ως κυρίαρχο σύμβολο στο Φλάμπουρα, τη γαμήλια σημαία τους, στο μέτωπο ως τατουάζ ανάμεσα στα φρύδια, ως κυρίαρχο μοτίβο στα κεντήματα, στις φορεσιές, στις βελέντζες κ.λ.π. Οι Σαρακατσαναίοι στα κε-ντήματά τους, στα διακοσμητικά τους μοτίβα πού έχουν επίκεντρο τον σταυρό, πού είτε εμπε-ριέχεται σε ηλιακούς ρόδακες, είτε σε μαιανδρικές παραστά-σεις. τα μοτίβα αυτά αποκα-λούνται “φεγγάρια” από το ρήμα φέγγω (λάμπω, ακτινοβολώ) και είναι η απόδειξη ότι αυτός ο Σαρακατσάνικος σταυρός είναι το πανάρχαιο ηλιακό σύμβολο του Διός. 





Ας επανέλθουμε όμως στην ιστορική πορεία των Σαρακατσαναίων. Έτσι το 1953 μία ομάδα περίπου εκ 40 οικογενειών πού ασκούσαν τον νομαδικό τρόπο ζωής, και δεν τους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κάνουν απόπειρα νά διαφύγουν στην Ελληνική επικράτεια, από το φυλάκιο “Πόρτα” πού βρισκόταν στο βουνό Μπάρα όπου συνήθιζαν νά ανεβαίνουν τα καλοκαίρια. Όμως γίνονται αντιληπτοί από τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και παρεμποδίζεται η φυγή τους. Πάγιο αίτημα(15) των Σαρακατσαναίων, η παλιννόστηση στην πατρίδα Ελλάδα. Το 1957 κατόπιν διακρατικής συμφωνίας, με τον ενεργό ρόλο του Ελληνικού Προξενείου στα Σκόπια, έρχονται μερικές οικογένειες στην Ελλάδα και εγκαθίστανται σε χωριά του νομού Θεσσαλονίκης. Θα ακολουθήσει το κυρίως κύμα παλιννόστησης και το μαζικότερο κατά τη χρονική περίοδο 1963-1970, πού Με αρκετές περιπέτειες και παλινδρομήσεις πού φθάνουν έως τον νομό Έβρου εγκαθίστανται μαζικά στο Δήμο Ελευθερίου Κορδελιού Θεσσαλονίκης, πού σήμερα συγκεντρώνει 4.000 Σαρακατσαναίους και αποτελεί τήν πιο συμπαγή κοινότητα των Σαρακατσαναίων. Με τήν παλιννόστηση δημιουργήθηκαν τα εξής ζητήματα τα οποία εκκρεμούν ακόμη και Θα πρέπει η πολιτεία νά μεριμνήσει γι’ αυτά διότι είναι σοβαρά και εθνικής σημασίας. α) Οι 200 οικογένειες από τις οποίες έχουν κατασχεθεί το 1948 40.000 πρόβατα μαζί με 20.000 αρνιά, συνολικά 60.000 κεφάλια, όπως επίσης και 3.000 άλογα και μουλάρια, ποτέ δεν έχουν αποζημιωθεί από το Γιουγκοσλαβικό κράτος και συγκεκριμένα από τήν Δημοκρατία των Σκοπίων. β) στο κρατίδιο των Σκοπίων, στα κολχόζ και στους συνεταιρισμούς έχουν εργασθεί επί μία 15ετία το ελάχιστο περίπου 200 οικογένειες, πού έφτυσαν αίμα και ιδρώτα και ποτέ δεν τους έχει αναγνωρισθεί ούτε ένα εργασιακό ένσημο, ούτε έλαβε κανένας το αντίκρισμά τους. γ) Περίπου 50 οικογένειες πού έζησαν σε χωριά όπου εφαρμόζονταν αυτοδιαχειριστικά σοσιαλιστικά μοντέλα και είχαν το δικαίωμα νά αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία αλλά και ιδιόκτητα χωράφια, τα οποία απόκτησαν κατόπιν βασάνων και πόνου, κατά τη διάρκεια της παλιννόστησης και με τήν απειλή ακύρωσης της άδειας παλιννόστησης εξαναγκάστηκαν νά υπογράψουν παραχώρηση των περιουσιών τους ή νά τα απαλλοτριώσουν σε εξευτελιστικές τιμές. Καταλαβαίνετε τήν οικονομική ζημιά πού έπαθαν αυτές οι 50 περίπου οικογένειες. Επαναλαμβάνω, πρόκειται για περιουσίες Ελλήνων πού αφαιρέθηκαν από τήν Δημοκρατία των Σκοπίων, γι’ αυτό και είναι εθνικής σημασίας. Ας όψονται οι αρμόδιοι. 

Σήμερα στο κρατίδιο των Σκοπίων έχουν παραμείνει περίπου 100 οικογένειες διάσπαρτες και απομονωμένες, και Θα πρέπει νά βοηθηθούν νά επανέλθουν στην Ελλάδα. Υπάρχει το πρόβλημα ότι είναι πολιτικογραφημένοι ως “Μακεδόνες” και υπάρχουν τεχνοκρατικές διαδικασίες και πολιτικές σκοπιμότητες πού παρεμποδίζουν τήν παλιννόστηση. Οι εθνικιστικές εξάρσεις στο κρατίδιο των Σκοπίων προκαλούν τον φόβο κι’ αυτό αποδεικνύει η τελευταία απογραφή όπου πολλές χιλιάδες πολιτών πού αν και δεν έχουν σκοπιανή συνείδηση αλλά φοβούμενοι, δηλώνουν “Μακεδόνες”. Ας μη ξεχνούμε πόσο επώδυνη ήταν η επόμενη μέρα, για όσους Σαρακατσάνους εξέφρασαν τήν εθνική τους συνείδηση, σε συνέντευξή τους σε Ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό, πού επισκέφθηκε τα Σκόπια. Απαραίτητο είναι νά διαχωρίσουμε τήν πολιτική κυβερνητική ιδεολογία και πρακτική του κρατιδίου των Σκοπίων, από αυτή της πλειονότητας του λαού πού πάντα έτρεφε και τρέφει φιλελληνικά αισθήματα γιατί κατά ένα μεγάλο ποσοστό ρέει στις φλέβες του, αίμα Ελληνικό. Τελειώνοντας θέλω νά τονίσω ότι οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων διατήρησαν πεισματωδώς τήν μόνη γλώσσα πού ήξεραν, τήν Ελληνική. Όχι όμως μόνον τήν γλώσσα τους αλλά επίσης τα ήθη, και έθιμά τους, τους αυστηρούς άγραφους νόμους της κλειστής κοινωνίας τους και το κυριότερο διατήρησαν την ενδογαμία τους κρατώντας αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά τους και τον πολιτισμό τους. Η ενδογαμία στο κρατίδιο των Σκοπίων στους Σαρακατσάνους έχει φθάσει σε οριακό σημείο, έγιναν σχεδόν όλοι συγγενείς, μία μεγάλη οικογένεια, όπως είναι η μεγάλη οικογένεια των Σαρακατσαναίων στα Βαλκάνια. Είναι η οικογένειά μας, είναι το σινάφι μας, το αίμα μας. και πρέπει νά διατηρήσουμε στο σινάφι μας αυτή τήν ενότητα και συνειδητότητα στο μέλλον, για έναν ιερό λόγο. Γιατί είναι η ζωντανή και η σπουδαιότερη βιολογική και ιστορική απόδειξη της αυτοχθονίας των Ελλήνων και της διαχρονικής συνέχειας του Ελληνισμού.