portraita

kentriki mpara

..
Οι Δάσκαλοι των Τσελιγκάτων
..

του Θεόδωρου Γιαννακού

Όταν ένας Σαρακατσιάνος ανεβαίνει στα βουνά, νιώθει σαν τον ξενιτεμένο που γυρίζει στον τόπο του· συγκινείται και νοσταλγεί. Συγκι­νείται γιατί αντικρίζει τα τόπια που περπάτησαν οι προγονέοι του ή και ο ίδιος, κρατώντας την πυξαρένια κλίτσα του και κουβαλώντας την κανούτα κάπα του. Νοσταλγεί τις μοναδικές στιγμές που έκρυβε μέσα στη σκληράδα της η νομαδική ζωή· στιγμές που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στις ψυχές αυτών που είχαν την τύχη να τις βιώσουν στα χειμαδιά, στη στράτα, στα ξεκαλοκαιριά· στιγμές που συνδέονται περισσότερο με την παιδική και εφηβική τους ηλικία· από τότε που φύλαγαν τα κοπάδια, λαλούσαν τις φλογέρες, έπαιζαν τα παιχνίδια τους, πήγαιναν στο σχολειό του βουνού, το δασκαλοκάλυβο.


Δυο ήταν οι βασικές έγνοιες των Σαρ. όταν έβγαιναν στα βουνά· να βρουν πλούσια σε βοσκή βοσκοτόπια και να ανοίξουν σχολειό, εξασφα­λίζοντας ιδιώτη δάσκαλο. Οι Σαρ. ήθελαν τα παιδιά τους να μάθουν «νια κλίτσα γράμματα», δηλαδή τα στοιχειώδη, τόσα όσα χρειάζονταν για να μην τα γελάει στο ξελογάριασμα ο τσέλιγκας ή ο έμπορας. Τα πολλά γράμματα ένιωθαν ότι δεν τα χρειάζονταν. Ο Σαρακατσιάνος ήταν δεμένος με το βιο του κι επεδίωκε ν’ αυγατίσει τα κοπάδια του και το μαξούλι του. Και πέρα απ’ αυτό, η πολιτεία, εξ αιτίας των ιδιαιτεροτήτων της νομαδικής ζωής, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει μόρφωση για τα παιδιά του. Μόλις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, άρχισε ο Σαρακατσιάνος να σκέφτεται και λίγο τις σπουδές. Ήθελε να έχει γραμματισμένους από το σινάφι του να τον υποστηρίζουν στις αντιδικίες που είχε με  τους ντόπιους πληθυσμούς.


Τα λίγα γράμματα, λοιπόν, ήταν πιο πολύ ο στόχος και λιγότερο η αγωγή των παιδιών. Την αγωγή αναλάβαινε η κάθε οικογένεια, στηριζόμενη σε κανόνες και ήθη που χαρακτήριζαν τη σαρακατσιάνικη ποιμενική κοι­νω­νία. Έτσι, ο σαρακατσιάνικος πολιτισμός μεταβιβαζόταν αβίαστα από γενιά σε γενιά.





Το δασκαλοκάλυβο λειτουργούσε, κυρίως, στα ξεκαλοκαιριά. Αν υπήρχαν πολλά παιδιά, λειτουργούσε και το χειμώνα. Το χειμώνα, αν δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει σχολειό στη στάνη, τα παιδιά πήγαιναν σχο­λείο στα χωριά που ήταν κοντά στη στάνη τους. Με χιόνι, με βροχή, με γυαλοπαγιά πήγαιναν στο σχολειό. Με τις καπούλες και τα βελεντζάκια στις πλάτες, και κρατώντας στα χέρια εκείνα τα μαλλίσια τροβαδάκια, κεντι­σμένα με διάφορα γεωμετρικά σχήματα και το σταυρό οπωσδήποτε, περπατούσαν πολλές ώρες την ημέρα για να μάθουν γράμματα. Και τα κατάφερναν πολύ καλά.

Το σχολειό του βουνού ήταν ένα ορθό ή πλάγιο καλύβι. Μέσα σ’ αυτό κοιμόταν κι ο δάσκαλος. Μη φανταστείτε πίνακες, θρανία και καρέ­κλες. Τα θρανία, αν υπήρχαν, τα έφτιαχναν οι γονείς των παιδιών με ξύλα από τα λόγγα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπήρχαν και θρανία σαν των άλλων παιδιών. Οι καρέκλες ήταν μικρά κουτσουράκια. Τα παιδιά κρέμαγαν τις τσάντες τους στα λούρα του καλυβιού. Για πίνακα χρησιμοποιούσαν τις πλάκες τους. Τα τετράδια λιγοστά.

Ο κεχαγιάς φρόντιζε να βρει το δάσκαλο, που έπρεπε να είναι έντιμο και ηθικό άτομο. Δάσκαλος μπορούσε να ήταν κι ένας που είχε πάει λίγες τάξεις στο δημοτικό. Μπορούσες όμως να βρεις και αδιόριστους πτυ­χιού­χους δασκάλους, παπάδες, φοιτητές πανεπιστημίων.

Ο δάσκαλος πληρωνόταν και τρεφόταν από τους γονείς των παιδιών. Η διατροφή γνωστή: γάλα, πίτες, τυρί, αβγά, μπομπότα και πάλι γάλα. Κάποιος, μάλιστα, δάσκαλος έλεγε ότι ένιωθε σαν να είναι σε …ανάρρωση απ’ το πολύ γάλα που καθημερινά έτρωγε.

Στο σχολειό πήγαιναν μόνο τα παιδιά, τα αγόρια. Τα κορίτσια ήταν για τη ρόκα, τον αργαλειό και το κέντημα. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα άρχισαν δειλά δειλά να πηγαίνουν και τα κορίτσια.

Τα μαθήματα που δίδασκαν οι δάσκαλοι ήταν η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική. Κάποιες φορές ο δάσκαλος, παρασυρόμενος απ’ το καθαρό μυαλό παιδιών, αλλά κι απ’ τη λαχτάρα τους να μάθουν όσο πιο πολλά μπορούσαν, έκανε ιστορία ή κάποιο άλλο μάθημα. … Η γεωγραφία, μάλλον, δε χρειαζόταν, γιατί σ’ αυτό το μάθημα τα παιδιά ήταν αθέρες.

Οι δάσκαλοι – παρά τις αντιπαιδαγωγικές μεθόδους που χρη­σιμο­ποι­ούσαν – αγαπούσαν τα παιδιά και πάσχιζαν για το καλύτερο. Τις κρανίσιες βέργες, που χρησιμοποιούσαν για να συνετίσουν τους άτακτους ή αδιά­βαστους μαθητές, τους τις προμήθευαν οι γιδαραίοι από τα λόγγα.

Το πιο δύσκολο μάθημα ήταν τα ρικάμια, η αριθμητική. Τα λιβα­διάτικα, τα γαλατιάτικα και το αλάτι ήταν τα πιο δύσκολα προβλήματα. Όποιος τα έλυνε ήταν σαν να έπαιρνε απολυτήριο. Τα παιδιά έπαιρναν απολυτήρια απ’ τα σχολεία της κοινότητας που οι γονείς τους νοίκιαζαν τα λιβάδια της.

Τα Σαρακατσιανόπουλα, τα διαμάντια της υπαίθρου, όπως τα χαρα­κτήριζε ο καλυβοδάσκαλος Χάρης Πάτσης, ήταν καλοί μαθητές, φιλότιμοι και πειθαρχημένοι –πλην εξαιρέσεων βέβαια.






Ο δάσκαλος συνδεόταν φιλικά με τους ανθρώπους της στάνης και συμμετείχε στις κοινωνικές της εκδηλώσεις. Στην αρχή οι στανιώτες τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία, όπως με καχυποψία αντιμε­τώπι­ζαν και κάθε ξένο επισκέ­πτη, και δικαιολογημένα άλλωστε.

Σύμφωνα με πληροφορίες, δασκαλοκάλυβα λειτούργησαν και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αξίζει εδώ, μια και αναφερθήκαμε στην Τουρ­κοκρατία, να αναφέρουμε την περίπτωση του Αναστάσιου του Πα­ντο­δύναμου. Ο Παντοδύναμος φοίτησε στη Σχολή του Ευγένιου Γιαν­νούλη στα Άγραφα. Ο τετραπέρατος αυτός μαθητής πρέπει να ήταν Σαρακατσιάνος· ήταν γιος βλαχοποιμένος, μας λέει ο ίδιος ο Γιαννούλης. Το 1671 εκλέχτηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Η αλληλοδιδακτική μέθοδος ήταν ένας άλλος τρόπος μάθησης, πέρα απ’ το δασκαλοκάλυβο ή παράλληλα μ’ αυτό. Οι τρανύτεροι μάθαιναν τους μικρότερους. Ένας γέροντας Σαρακ. θυμάται ότι κάτι γραμματάκια που ήξερε του τα είχε μάθει ο μπάρμπας του κοντά στα πρότα και επάνω στη φτσέλα· στη μια τη μεριά της του έγραφε την αλφαβήτα και στην άλλη την αριθμητική.

Από τις σαρ. στάνες πέρασαν πολλοί δάσκαλοι. Ένας απ’ αυτούς ο κ. Σιδηρόπουλος –εξαίρετος επιστήμονας και εξαίρετος άνθρωπος– τιμάει με την παρουσία του το φετινό μας αντάμωμα. Η προσφορά των καλυβοδάσκαλων στη σαρακατσιάνικη κοινωνία ήταν πολύ σημαντική. Άνθρωποι από διαφορετικό πολιτιστικό περιβάλλον και με μορφωτικό επίπεδο, ασφαλώς, υψηλότερο των Σαρ., διεύρυναν με τις γνώσεις τους και τις ιδέες τους τον περιορισμένο ορίζοντα των παιδιών εκείνων των χρόνων.

Οι καλυβοδάσκαλοι ήταν η ελπίδα των φτωχών και των αγράμματων. Οι γνώσεις, που έδιναν σ’ αυτούς τους απλούς ή και απλοϊκούς ανθρώπους του λόγγου και της στάνης, τους προστάτευαν από την εκμετάλλευση, από όπου και αν αυτή προερχόταν. Εκείνα τα χρόνια το χαμηλό το άλογο το καβάλαγαν πολλοί.

Η προσφορά τους στην παράδοσή μας είναι κι αυτή σημαντική. Ο Μενέ­λα­ος Λουντέμης, ο σπουδαίος αυτός λογοτέχνης και άνθρωπος, στα βιβλία του, και ιδιαίτερα στο ΄΄ Γλυκοχάραμα΄΄, διασώζει αρκετά στοιχεία του πολιτισμού μας, και περισσότερο απ’ όλα τον ζωντανό προφορικό μας λόγο. Και εκτός από αυτό, μέσα από τα βιβλία του, κάνει γνωστό στον έξω κόσμο τον πολιτισμό των ανθρώπων των βουνών. Ο Ευάγγελος Τζιάτζιος, φοιτητής της Φιλολογίας, το 1928 εκδίδει σημαντική συλλογή με σαρ. τρα­γούδια.

Οι δάσκαλοι των τσελιγκάτων, οι καλόγεροι του κρυφού σχολειού των βουνών, με τις ισχνές τους δυνάμεις, άνοιξαν για τα παιδιά των βουνών ένα παράθυρο στον κόσμο, κι έτσι πολλά παιδιά κατόρθωσαν να σπου­δά­σουν, σε μια εποχή που και γι’ αυτούς που ζούσαν στην πόλη ήταν ανε­πί­τρεπτη επιδίωξη.

Σας μεταφέρω αυτούσιο διάλογο δασκάλου με Σαρακατσιάνο τσέ­λιγκα, ψηλά στα βουνά του Ζαγοριού.

– Ώιστι λες, δάσκαλι, ότι πρέπει κι τα θκά μας τα πιδιά να σπου­δά­ξουν.
– Και βέβαια, κυρ-Βαγγέλη μου. Καλά είναι τα γιδοπρόβατα, καλή κι η απολαβή σας. Τα παιδιά σας τι φταίνε να τα καταδικάσετε να γίνουν μόνο τσοπάνοι! Κι αν υπάρχουν ανάμεσά τους φωστήρες, ξύπνια μυαλά, γιατί τους κόβετε το δρόμο.
– Δάσκαλι, μόβαλις έγνιις.






Πολλά παιδιά εκείνων των δασκαλοκάλυβων, των πεύκων και των ελατιών διαπρέπουν σήμερα σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και μας κάνουν περήφανους.

Τα τσελιγκάτα σήμερα δεν υπάρχουν πια. Τα γρέκια χορταριάσανε και τα βουνά ρημάξαν. Οι Σαρακατσιαναίοι έσμιξαν με τον κόσμο. Είναι ενταγ­μένοι ισότιμα στην ελληνική κοινωνία. Η ένταξη αυτή, όμως, είχε πολλές συνέπειες για την παράδοσή μας. Η παράδοσή μας μέρα με τη μέρα χάνεται κι όλο λιγοστεύει. Αλήθεια, τι έχει απομείνει απ’ τη λαλιά μας, την τέχνη μας, τη διατροφή μας, τα παραμύθια μας, τα ήθη και τα έθιμά μας; Ή τι γνωρίζουν τα παιδιά μας από όλα αυτά και, το κυριότερο, τι βιώνουν από όλα αυτά; Η παράδοση έχει ιδιαίτερη αξία όταν βιώνουμε τα στοιχεία της και τα εκφράζουμε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.

Πολλά στοιχεία της προγονικής μας κληρονομιάς χάθηκαν είτε γιατί δεν άντεξαν στο χρόνο – και καλώς χάθηκαν – είτε γιατί αδιαφορήσαμε εμείς γι’ αυτά. Έχουμε, όμως, το δικαίωμα να αδιαφορούμε γι’ αυτά που έθρεψαν γενιές και γενιές Σαρ.; Για όλα αυτά που μας κάνουν να νιώθουμε σήμερα περήφανοι;

Αν, πραγματικά, πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός μας κρύβει μέσα του στοιχεία που μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή των σημερινών απογό­νων των Σαρ. ή έχει στοιχεία που μπορεί να μπολιάσει με αυτά την ελληνική κοινωνία, οφείλουμε να ψάξουμε να τα βρούμε. Αφού τα βρούμε, πρέπει να παλέ­ψουμε, ενσυ­νεί­δη­τα και με πάθος, να τα δώσουμε στις νέες γενιές, κι αυτές ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Μόνον έτσι, νομίζω, το σινάφι μας μπορεί να κρατήσει ένα μέρος από την ιδιο­προσωπία του, να είναι δεμένο με τις ρίζες του και να μετέχει στον κοινό μας πολιτισμό με τις δικές του δυνάμεις.

Οφείλουμε να το πράξουμε, γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τις ρίζες τους. Όποιος ξεκόβεται απ’ αυτές είναι σαν τον αϊτό που του κόβουμε το σκοινί, κι, αφού περιπλανηθεί στ’ αψήλου, κάποια στιγμή γκρεμο­τσα­κίζεται.

Άρα, λοιπόν, χρειάζεται εγρήγορση και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η κάθε οικογένεια ορίζει μόνη της τις αρχές και τις αξίες που θέλει να δώσει στα παιδιά της – και όσο βέβαια της το επιτρέπουν οι άλλοι σύγχρονοι παράγοντες αγωγής, για παράδειγμα η τηλεόραση.

Στο συλλογικό επίπεδο, οι σύλλογοι, που θεωρητικά εκφράζουν τη συλλογική μας συνείδηση, μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Κάθε σύλλογος πρέπει να φτιάξει ένα καινούργιο δασκαλοκάλυβο. Εκεί, τα παιδιά θα μαθαίνουν γι’ αυτά που μιλήσαμε πρωτύτερα· από γράμματα τα παιδιά έχουν παραχορτάσει σήμερα. Οι περισσότεροι σύλλογοι όμως, έτσι όπως λειτουργούν σήμερα, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον της παράδοσής μας. Στο χέρι μας είναι να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε τους επιστήμονες που λένε: «Όταν ένας πληθυσμός αλλάζει ριζικά τον τρόπο της ζωής του, η πρώτη γενιά λυπάται γι’ αυτό που η ίδια βίωσε· η δεύτερη προσαρμόζεται και η τρίτη λησμονεί· το παρελθόν των προγόνων της γίνεται μια γλυκιά ανάμνηση και ο πολιτισμός τους βρίσκεται μόνο στα μουσεία και στα βιβλία.»

Τελειώνω αυτήν την αναφορά μου στους δασκάλους των τσελιγκάτων με τις αναμνήσεις από το δασκαλοκάλυβο ενός γέροντα Σαρακα­τσιάνου, ψηλά στα ηπειρώτικα βουνά, όπως είναι δημοσιευμένες στα «Σαρα­κατσιάνικα Χαιρετήματα».

– Ιε, ουρέ πιδί, πώς διάουλου τα μαθαίνιτι ιτούτα τα γράμματα δε μπορού να του καταλάβου. Ιγώ δι μπόρισα να του χουνέψου. Φόντας ήμασταν πιδούρια ικεί στου Μιτσ’κέλι, τα καλουκαίρια, ήφιρναν οι θκοί μας τουν Παπακουλιά. Δεν ξέρου αν τουν αγρίκ’σις. Παπάς κι δάσκαλους αντάμα. Παπατρέχας τ’ κιαρατά. Άμα σι τήραϊ στα μάτια, όμους, ­κα­τ’ριόσουν απάν’ σ’. Έφκιασαν οι πατιράδις μας δασκαλουκάλ’βου, ουρθό κουνάκι μι κριβάτι γύρα γύρα ια να κάθουμαστι ιμείς τα πιδιά. Στ’ μέση ου δάσκαλους μι γκρανιά στου χέρι. Μόδουκι η μάνα μ’ σακούλι λουιαστό μι χάντρις κι κιντίδια, μου ’φιρι κι ου πατέρας μ’ απ’ του παζάρι πλάκα κι κουντύλι, κι απ’ τ’ αφτί στου δάσκαλου π’λεν. Μπήκα σ’γκαλύβα. Μόρ­χου­νταν αγκούσα, δεν είχα στασιό. Αρχίν’σι ου παπάς να μας μαθαίνει λουγαριασμούς ποιο είνι του ιένα, ποιο είνι του δυο. Ικεί δεν τα πάηνα αχαμνά, δε μι γιλάν ιμένα στ’ς λουγαριασμούς. Στα γράμματα, όμους; Ιδώ σι θέλου… Πού να βγάλ’ς άκρη μ’ αυτίνις τ’ς κλίτσις κι τα κουμπουκλίτσια του γκατήφουρου.’Νάλλη τ’ μέρα, μι σ’κώνει ου δάσκαλους.

– Διάβασι, μ’ λέει.

Τι να διαβάσου. Δεν ήξιρα τίπουτα. Πιάνει ’γκρανιά.

– Άν’ ξι τα χέρια σ’, μ’ λέει.

Πού σι πουνεί κι πού σι σφάζει. Μιλάνισαν τα χέρια μ’. Φέγου σαν παλαβός απ’ του καλύβι. Πού θα μ’ πάει… θα του γκάψου κι αυτίνουν κι του καλύβ’ τ’. ’Νάλλη μέρα έλ’πι ου παπάς, μπήγου νια φουτιά. Λαμπάδα του καλύβι μι τα ράσα κι τα πιτραχήλια τ’ παπά. Απ’ του φόβου μ’ μη μι πιάσουν σκαπιτουράχιασα. Τρεις μέρις κι τρεις νύχτις νηστ’κό. Μ’ ηύραν οι στιρφαραίοι κι μ’ ήφιραν στα κουνάκια. Δε ματαπάτ’σα στου σκουλειό.