portraita

kentriki mpara

.




Ο Ηλίας Κολοβός ήταν ένας άνθρωπος απλός που ξεχείλιζε από αγάπη για το χωριό του, την Καρύτσα, και τους συγχωριανούς του, κι έδειχνε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ψάχνει για το παρελθόν του τόπου του και των ανθρώπων του μέσα από τις διηγήσεις των παλιότερων, που είχε διασώσει, αλλά και μέσα από τις δικές του μνήμες.

Είν' αλήθεια ότι, διαβάζοντας τα κείμενα που ακολουθούν και που είχα τη χαρά και την τύχη να δω από τους πρώτους, πολλές φορές συγκινήθηκα και δάκρυσα, γιατί η σκέψη μου έφευγε πιο πέρα απ' το χαρτί και στ' αυτιά μου ηχούσε το χρώμα της χαρακτηριστικής ζεστής και ήρεμης φωνής του, που με τόση θέρμη μιλούσε για τα παλιά -σαν να τα ζούσε ο ίδιος- κάθε φορά που ακούραστα τα έλεγε, πάλι και πάλι.

Ήρεμος, ζεστός, απαλός, ήπιος, σεμνός, άμεσος, χαρισματικός στη διήγηση... Είναι κρίμα που τα γραφόμενά του υστερούν κατά πολύ του μεγαλείου των προφορικών διηγήσεων του... Αλλωστε, ο Ηλίας Κολοβός δεν ήταν συγγραφέας, δεν ήταν ούτε καν «γραμματιζούμε­νος»" ήταν ένας άνθρωπος απλός, που λάτρευε τον τόπο του και το ιστορικό παρελθόν του. Είναι κρίμα που με τα λίγα γράμματα που ήξερε δεν μπόρεσε -κι ούτε πρόλαβε, άλλωστε- να αποδώσει ο ίδιος στο χαρτί όλο τον πλούτο των ιστοριών κι όλη τη ζωντάνια της αφήγησης του. Οι ιστορίες του σταμάτησαν, κόπηκαν απότομα, όπως και το νήμα της ζωής του... Διαβάζοντας τώρα τα γραφόμενά του αυτά θυμάμαι και παρατηρώ ότι κάποιες από τις ιστορίες που τόσο παραστατικά και με τόσες λεπτομέρειες μας διηγόταν συχνά, δεν περιλαμβάνονται ή αναφέρονται περιληπτικά. Τη δύναμη και τη γλαφυρότητα του λόγου του δεν ήταν δυνατόν να την περάσει αυτούσια στο χαρτί... Κι αυτή η απώλεια είναι βαριά για μας που τον ζήσαμε, τον ακούσαμε και τον απολαύσαμε σ' αυτές τις διηγή­σεις του. Κέρδιζε και μάγευε τον ακροατή του με τη θέρμη και την παραστατικότητα του λόγου του. Η μεγάλη αγάπη του για τον τόπο του και τους παλιούς ήταν φανερή κι έβγαινε πίσω από κάθε ιστο­ρία του. Χάθηκε, δυστυχώς, για την Καρύτσα ένας από τους ελάχι­στους ανθρώπους της που προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανό το παρελθόν της, που αγωνιούσαν να το διασώσουν, μεταδίδοντας το στις νεότερες γενιές.

Φανατικός συνομιλητής του ήμουν κι εγώ, ένας από τις μεμονωμένες περιπτώσεις νέων του χωριού που κάθονταν με τις ώρες να ακούει τις ιστορίες του για την παλιά Καρύτσα, για όλα όσα είχε μάθει από τους δικούς του, κυρίως, προγόνους. Ατέλειωτες ώρες με καθήλωνε. Θυμάμαι συχνά και με νοσταλγία τις φορές που κουβε­ντιάζαμε κάτω από τον μοναδικό ίσκιο του πλάτανου του Τσιλίκα για το παλιό χωριό και τους ανθρώπους του. Ξέροντας, ήδη, αρκετά κι εγώ από τις συνομιλίες μου με πολλούς γέρους συγχωριανούς, μπορούσα πιο εύκολα να τον καταλαβαίνω, να ζητάω διευκρινίσεις ή και συμπληρώσεις πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα και γεγονό­τα, να του αντιπαραθέτω τις απόψεις και τις αναμνήσεις άλλων. Πάντα κάτι έβγαινε από την κουβέντα μαζί του, μια πληροφορία, μία γνώση, ένα συμπέρασμα.

Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, τις σημειώσεις του αυτές, μεταφέρεσαι αμέσως στην παλιά εποχή κι ένα ρίγος περνάει το κορμί σου, μια συγκίνηση βαθιά, που όσοι από μας έχουν γεννηθεί και ζήσει στο χωριό αυτό μπορούν πιο εύκολα και πιο δυνατά να τη νιώσουν. Διαβάζοντας χάνεσαι γρήγορα στο χτες του Ηλία Κολοβού, παρέα με τους παλιούς Καρυτσιώτες, που γνωρίσαμε ή όχι, με τους κλέ­φτες και ληστές που ζήσαν στο χωριό (το Γάκη, τον Καλύβα, τον Κοντοθόδωρο, το Στέλιο Στεργίου), με τον Νταίρη και τους κλεφταρματολούς του '21, με τους τσελιγκάδες, με τους ρημαγμένους από τον Σκόδρα-πασά χωριανούς. Ακούς τον αχό από τις φωνές και τις ντουφεκιές τους, αγναντεύεις στα βάθη της ιστορίας με τους αρχαί­ους προγόνους μας, τους Δόλοπες, λημεριάζεις ύστερα με τους Κατσαντωναίους, ζεις τις περιπέτειες και την εξάπλωση της γενιάς των Κολοβαίων, φτεροκοπάει η ψυχή σου στις πανύψηλες αγραφιώτικες βουνοκορφές, κυλιέσαι στις κατάφυτες πλαγιές, χώνεσαι στις βαθιές ρεματιές του Καρυτσιώτη ψαρεύοντας ντόπιες πέστρο­φες κι ασπρόψαρα με τους δεινούς Χολιανίσιους ψαράδες, κόβεις ξύλα στο λόγγο κι ανηφορίζεις, ζαλίκα και με το κουρασμένο γάίδουράκι σου -βαρυφορτωμένο κι αυτό-, το Παλιοχώρι στην κάψα του καταμεσήμερου... Κι άλλοτε πάλι έρχεται στ' αυτιά σου το μονότονο, αλλά και τόσο μελωδικό τακ-τακ του αργαλειού της λυγερής Καρυτσιώτισσας, που ακούραστα υφαίνει για την προίκα της κουρελούδες, καραμελωτές ή μαλλίνες...

Ο μικρός οικισμός του Χόλιανου είχε τη σπάνια τύχη να βρει στο πρόσωπο του Ηλία Κολοβού τον ταπεινό ιστορικό του, τον άνθρω­πο που διέσωσε για πάντα όλη τη ζωή του οικισμού μέσα στις δεκα­ετίες που πέρασαν, αφού πριν από τον Ηλία Κολοβό είχε ήδη σβή­σει κι εγκαταλειφθεί κι η αγαπημένη του γενέτειρα.

Οι ιστορίες του άλλες είναι ακούσματα από τρίτους, γεροντότερους, κι άλλες απ' αυτά που ε'ζησε ή ε'μαθε ο ίδιος: αυτή είναι η δική του πολύτιμη προσφορά στο γράψιμο της ιστορίας του χωριού μας. Άλλωστε, πρέπει να ξέρουμε ότι έτσι γράφεται η ιστορία κάθε τόπου μικρού: κάθε άνθρωπος πρέπει να βάζει το δικό του λιθαράκι σ’ αυτό το οικοδόμημα, να έχει τη δική του προσωπική συμβολή σ' αυτή την υπόθεση όλων μας. Μόνο έτσι ξετυλίγουμε αργά αλλά σταθερά το κουβάρι του χρόνου που μας πάει με σιγουριά προς τα πίσω, ζωντανεύοντας το δικό μας παρελθόν, που το έχουμε ανάγκη να να χτίσουμε πάνω του το μέλλον μας.

Μαθαίνουμε ποιοι είμαστε, αφού δεν ήρθαμε σήμερα σ' αυτό τον τόπο, σ' αυτό το χωριό· υπήρχαμε εδώ από χτες, από πάντα, έχου­με ρίζες εδώ και θέλουμε για πάντα να κρατήσουμε αυτό τον τόπο και να τον κάνουμε καλύτερο. Αυτή τη συνέχεια πρέπει να την απο­δείξουμε, να τη στηρίξουμε και να την προχωρήσουμε. Για την επί­τευξη του στόχου μας αυτού, τα γραφόμενά του Ηλία Κολοβού παί­ζουν ένα ρόλο καίριο και καθοριστικό.

Το σημείο όπου πρέπει κανείς να σταθεί με ιδιαίτερη προσοχή είναι τα λαογραφικά κείμενα του Ηλία Κολοβού για τη ζωή και τις συνήθειες του χωριού. Ως δικά του, μάλιστα, βιώματα είναι αξεπέ­ραστα. Καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των γραφτών του και χαρακτηρίζονται από μια ανυπέρβλητη δύναμη, ζωντάνια και περιγραφικότητα, γιατί είναι πράγματα που τα έζησε ο ίδιος. Ο ίδιος, μάλιστα, τα ξαναζεί και πάλι, περιγράφοντας τα με εκπληκτι­κές λεπτομέρειες, έτσι που να αισθάνεσαι, διαβάζοντας τα, ότι μπο­ρείς κάλλιστα κι εσύ να κάτσεις στον αργαλειό και να υφάνεις, να λαναρίσεις το μαλλί, να πιάσεις τη ρόκα και να γνέσεις, να πλέξεις τσουράπια... Ότι μπορείς κι εσύ να χαρείς έναν ολόκληρο γάμο στο Χόλιανο σε κάθε λεπτομέρεια του - από την Τετάρτη, στα προζύμια, ως το γλέντι της Δευτέρας μετά το γάμο. Ότι μπορείς να μάθεις τα πάντα για τις συνήθειες των παλιών, τις ασχολίες τους ανά εποχή, τις δουλειές στο σπίτι ή με τα ζώα, τις δυσκολίες του χειμώνα, το κυνήγι, το ψάρεμα, τα μαγειρέματα, τα ψώνια, τα παζάρια, τις γιορ­τές, τις νηστείες, τις χαρές, τα μασκαρέματα, τα ξεματιάσματα, τα ξωτικά, τα μάγια, τις βασκανίες, το ξεγέννημα, τις φορεσιές, την κατεργασία των μαλλιών, το πλύσιμο, το γνέσιμο, το βάψιμο, τον αργαλειό, τη ρόκα ή το πλέξιμο, σπάνια ήθη και έθιμα, καθώς και τόσα πολλά για την πολύπαθη ζωή των γυναικών της Καρύτσας, που τόσο θαυμάζει και επαινεί στα κείμενα του για την αντοχή και την εργατικότητα τους.

Μέσα από τα γραφτά του αυτά, η μνήμη του Ηλία Κολοβού θα μείνει αιώνια. Η μεγάλη συμβολή του στην ανίχνευση και στο γράψι­μο της Καρυτσιώτικης ιστορίας και λαογραφίας δεν μπορεί-και δεν πρέπει βέβαια- να εκτιμηθεί και να κριθεί από εμάς τους συγχρό­νους του με τα σημερινά μέτρα, αλλά απ' τους κατοπινούς, εκείνους που θα 'ρθουν αύριο και θα θελήσουν να ψάξουν και να μάθουν. Αυτό, όμως, που μπορούμε να κάνουμε εμείς σήμερα είναι απλά να τον παρουσιάσουμε εδώ, κι αυτό κάνουμε.

Δεκέμβρης 1998
ΚΩΣΤΑΣ ΑΘ. ΠΑΪΣΗΣ
Δικηγόρος