portraita

kentriki mpara

Στέργιος Γαλατάς..

.

του Γιώργου Κολοβού

Γεννήθηκα την άνοιξη του 1938 στις 14 Απριλίου λένε, έξω απ’ το Μοναστήρι, στην παλιά Σερβία. Ήταν άνοιξη και ακόμα οι δικοί μου ήταν κάτω δεν είχαν βγει στα βουνα. Τότε παντρεύονταν μία θειά μου και η μάνα μου δεν πήγε - ήταν έτοιμη και σε μία βδομάδα γεννήθηκα.
Πατέρας μου ήταν ο Θανάσης Γαλατάς και γεννήθηκε το 1900 ακριβώς. Ο παππούς μου λέγονταν Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1854 στη Συκιά Χαλκιδικής και πέθανε 91 χρονών, το 1945 στο χωριό στην Καρπερή Σερρών. Η γιαγιά μου ήταν απ’ τους Ζεκαίους και γεννήθηκε στη Βάβδο Χαλκιδικής. Ο παππούς μου ξεχειμώνιαζε στον Πολύγυρο.

Μητέρα μου ήταν η Ελένη Τζελέπη. Ο παππούς μου λέγονταν Κωνσταντίνος Τζελέπης και η γιαγιά μου ήταν απ’ τους Κλειτσιωταίους. Γεννήθηκαν στη Θράκη, ξεκαλοκαίριαζαν εδώ στην Κομοτηνή και ξεχειμώνιαζαν κάτω στη Μικρά Ασία, στην Προύσα. Η μάνα μου, γεννήθηκε το 1903 στη Βουλγαρία και δεκατεσσάρων χρονών το 1917 πέρασαν στη Σερβία και εκεί παντρεύτηκε με τον πατέρα μου.


Δεξιά ο παππούς του μπάρμπα Στέργιου, Κωνσταντίνος Γαλατάς με τον αδελφό της μητέρας του Νικόλαο Τζελέπη Φωτογραφια του 1925


Από πολύ παλιά μέχρι το 1878, όπως έλεγε ο πατέρας μου, κάθε χρόνο 80 οικογένειες ξεχειμώνιαζαν στη Χαλκιδική και ξεκαλοκαίριαζαν στη Σερβία. Επί Τουρκοκρατίας, τότε δεν είχαν σύνορα. Ξεκινούσαν από τη Χαλκιδική και πήγαιναν 150 χιλιόμετρα κάτω απ’ το Βελιγράδι – 25 μέρες καραβάνι. Απ’ τα Κερδύλια, περνούσαν στον κάμπο των Σερρών και από τη ρεματιά πως έρχεται ο Στρυμώνας έφταναν στην παλιά Σερβία. Άντε το φθινόπωρο, πάλι πίσω στη Χαλκιδική.

Αυτά μέχρι το 1878 - μετά δεν ξανακατέβηκαν κάτω και έμειναν απάνω στη Σερβία.

Οι πιό πολλοί Σαρακατσάνοι ήταν στο Νις, στα Βαρδινίκια και κοντά στα Σκόπια. Πριν πολλά χρόνια πήγε ένας ξάδελφος μου εκεί που ήταν τα καλύβια και φαίνονταν ακόμα. Οι Σαρακατσάνοι στην παλιά Σερβία πέρασαν πολύ καλά. Ήταν φιλόξενος ο Σέρβος και άμα περνούσες απ’ το σπίτι του, εάν δεν κάθοσαν να φας και να πιείς δεν σε άφηνε. Μετά, τα μέρη ήταν καλά. Έπεφτε το χιόνι απάνω στην προβατίνα και όταν σηκώνονταν, μιά πιθαμή ήταν το χορτάρι από κάτω. Αέρα δεν είχε εκεί, δεν φυσούσε και το χιόνι δεν πάγωνε.



Χάρτης Μετακινήσεων

Το 1918 οι Γαλαταίοι κατέβηκαν απ’ την παλιά Σερβία, εδώ στα Σκόπια, αλλά έκατσαν δυό χρόνια και δεν τους άρεσε και έφυγαν πάλι πίσω προς το Βελιγράδι.


Το 1930 αναγκάστηκαν και ήρθαν πάλι κάτω, γιατί οι περισσότεροι Σαρακατσάνοι κατέβηκαν. Μερικές οικογένειες όμως έμειναν εκεί, κοντά στο Νις. Όπως μ’ έλεγε ο πατέρας μου οι Γαλαταίοι είχαν φτάσει τα 2.200 πρόβατα (1.600 γαλάρες). Εκεί, κοντά στο Μοναστήρι έζησαν από το 1930 μέχρι το 1941.


Το 1941 ξεκόψαμε 67 οικογένειες και από τότε δεν ξαναγυρίσαμε πίσω στην παλιά Σερβία. Κατεβήκαμε στα χωριά των Σερρών και μείναμε εκεί. Γαλαταίοι, Τυχαλαίοι, Νικολάου, Καπρινιώτης, Μπαλασκαίοι, Μακρής, Κονιαραίοι, Δημητρίου, Τσακνής, Στούρας, Μπλούχος, Γκοντόλιας, Κατσαρός, Ζεκαίοι, Κοζαραίοι. Το χειμώνα ζούσαμε στα χωριά των Σερρών και το καλοκαίρι πηγαίναμε στα γύρω βουνά, ο καθένας είχε το δικό του τσελιγκάτο.


Το 1943 και το 1944, για δύο χρόνια, τα καλοκαίρια πήγαμε απάνω στα Βουλγαρικά τα βουνά, στο Πιρίν. Στον πόλεμο στην κατοχή, όλα τα μέρη ήταν Βουλγαρία και στα Σκόπια και στις Σέρρες και μπορούσαμε να πάμε. Υπήρχε στο δάσος ένα ξύλινο σπίτι απ’ το δασαρχείο και το είχαμε χωρίσει και μέναμε είκοσι οικογένειες. Με τους Βουλγαρ'νούς τους Σαρακατσιάνους εμείς δεν είχαμε επικοινωνία.


Το 1944 το φθινόπωρο που έφυγαν οι Βούλγαροι, έκλεισαν τα σύνορα και δεν ξαναπήγαμε. Από μας δεν έμεινε κανένας πίσω, όλοι γυρίσαμε και σκορπίσαμε στα χωριά των Σερρών. Εμείς στην Καρπερή είχαμε τα καλύβια τέσσερα χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό.


Με τα πρόβατα στην Καρπερή Σερρών


Το 1945 βγήκαμε στα βουνά της Δράμας, εμείς και κάτι μπαρμπάδες Ζεκαίοι κοντά σε συγγενείς Τζελεπαίους που ήταν Πολίτες.

Το 1946 αφήσαμε τα γαλάρια στο χωριό στην Καρπερή και βγάλαμε μόνο τα στέρφα στο Μπέλες και οι οικογένειες πήγαμε με τα κάρα στα Άνω Πορώια

Το 1947 κυρήχθηκε ο ανταρτοπόλεμος, απαγορεύτηκαν τα βουνά και τότε σκορπίσαμε και όλα τελείωσαν.

Το 1948 μας σήκωσαν από κει που είχαμε τα καλύβια και ήρθαμε μέσα στο χωριό και νοικιάσαμε σπίτι.

Το 1950 μας έδωσαν οικόπεδο και κάναμε πάλι καλύβι, αλλά κάναμε δίπλο καλύβι. Το πλέξαμε με λούρα και το κάναμε με λάσπη και ταβάνι. Μόνο που ήταν με καλάμια σκεπασμένο, κατά τα άλλα ήταν σπίτι με παράθυρα, με σόμπα με τα πάντα.

Το 1955 μας έδωσαν 22 στρέμματα κλήρο και από τότε κάναμε χωριάτικη ζωή, αλλά είχαμε και 100–120 πρόβατα. Εγώ 12 χρονών έκανα δουλειές στα πρόβατα, τα βοσκούσα, τα άρμεγα, τα κούρευα αλλά και στα χωράφια δούλευα.


Η σύζυγος του μπάρμπα-Στέργιου Κατερίνα το 1958 - ένα χρόνο πριν το γάμο τους


Το 1959 παντρεύτηκα την γυναίκα μου που ήταν απ’ τους Τυχαλαίους απ’ το Μεγαλοχώρι κάτω απ’ τη Βυρώνεια. Προξενιό έγινε, αλλά πήγαμε όμως και την είδαμε. Πρώτα ζούσε στο Καστρί και ήταν απ’ τους Σαρακατσάνους που πήγαν στη Βραζιλία. Ο γάμος έγινε στην Καρπερή, αλλά όλα τα παραδοσιακά έθιμα είχαν χαθεί γύρω στο 1950. Τα μάλλινα τα παρατήσαν και η γυναίκα μου φορούσε νυφικό. Κάναμε δυό παιδιά, τον Σάκη και την Ελένη.

Τότε όποιο ζευγάρι παντρεύονταν, έπαιρνε προσωρινό κλήρο 10-12 στρέμματα από το κράτος. Περνούσαν κάνα δυό-τρία χρόνια, μετά παντρεύονταν άλλοι ακτήμονες και τον έπαιρναν εκείνοι τον κλήρο. Ηταν προσωρινά χωράφια για βοήθεια.

Το 1973 φύγαμε απ’ την Καρπερή και ήρθαμε εδώ στο Κορδελιό, στα Ελευθέρια που μένουμε ακόμα. Τότε είχαν ένα καλό οι Σαρακατσάνοι και υποστηρίζονταν μεταξύ τους και ζούσαν καλά - όπου πήγαιναν, πήγαιναν όλοι. Δεν είχαν αυτή τη ζήλια τότε οι Σαρακατσάνοι. Ήταν νομάδες και εάν δεν ήταν μαζί ο ένας με τον άλλον, δεν μπορούσαν να ζήσουν. Είχαν την εμπιστοσύνη.


Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΚΑΛΥΒΙΟΥ




Το 1950 τελείωσαν τα καλύβια. Εγώ ήμαν μικρός και δεν έκανα, αλλά έζησα σε καλύβια, και στο βουνό και στον κάμπο. Τα ’φτιαχναν οι μεγάλοι, άντρες και γυναίκες. Έβλεπα πως τα έφτιαχναν, τα μετρούσαν σε ποδάρια, απ’ το κέντρο το μεγαλύτερο 24 ποδάρια. Τα καλύβια τα κάναμε όπως αυτά που κάναμε πέρσι στο Καιμάκτσαλαν και να σε πω, εδώ τα κάναμε καλύτερα. Μόνο που εκείνα ήταν πιο μεγάλα. Τότε δεν τα κάναμε ψηλά, τα είχαμε λίγο πιο χαμηλά, αλλα στρόγγυλα και πιο φαρδιά, για να χωράνε και πιο πολύ κόσμο.




Στην αρχή λοιπόν κόβουμε τα λούρα, που τα λέμε μπηχτάρια. Τα λούρα πρέπει να είναι από μέλιγο η γαύρο. Μετράμε τα ποδάρια και κάνουμε τον περίγυρο. Φούρκα δεν βάζουμε ποτέ στη μέση. Για να δέσουμε τα λούρα, κάνουμε τσιμπούκια από σουρούτια. Βάζουμε τα μπηχτάρια και τα χαρτώνουμε μέχρι τη μέση. Μετά κάνουμε την κατσούλα και την δένουμε με τα κατσουλάρια απάνω - κάθε μπηχτάρι και κατσουλάρι. Όταν τελειώσει το δέσιμο και είναι έτοιμη η κατσούλα, τότε συνεχίζουμε και το χαρτώνουμε από τη μέση που το είχαμε μέχρι απάνω. Μετά γίνεται το σκέπασμα από κάτω προς τα πάνω. Παλιά τα περισσότερα καλύβια τα σκεπάζαμε με σίκαλη, αλλά ήταν και μερικά με καλάμια.





Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ - ΚΟΡΔΕΛΙΟΥ


Κάθε μέρα είμαι στο σύλλογο. Και μ’ αυτά τα παιδιά που δουλεύουν σήμερα είμαι μαζί. Εγώ απ’ τον σύλλογο δεν φεύγω, αν με διώξουν μόνο με τις κλωτσιές. Είμαι δέκα χρόνια στο συμβούλιο του συλλόγου. Έχω τόση αγάπη για το σύλλογο, όπως είχε και ο συγχωρεμένος ο γαμπρός μου ο Αποστόλης Μπαλάσκας. Είμαι 73 χρονών και κούραση δεν ξέρω. Και να κάνω δουλειές και να θερίσω και να πάω στα λούρα. Χαίρομαι πολύ που βλέπω τα μικρά παιδιά να έρχονται και να ζωντανεύουν τον σύλλογο. Αλλά έχουμε και δάσκαλο καλό, τον Σπύρο τον Γιαννιό, τον είδαν το 1994 ο γιός μου ο Σάκης και ο Νίκος ο Μπάτζιος και από τότε είναι μαζί μας.


Με τον μπάρμπα Γιάννη Μαργιούλα στο Περτούλι

Πολλά πράγματα σήμερα δεν μ’ αρέσουν. Ορισμένα πράγματα που λεν, ενώ δεν ξέρουν, παριστάνουν ότι ξέρουν. Σ’ ένα συνέδριο, βγήκα έξω απ’ τα ρούχα μου, απ’ αυτά που άκουγα. Τι θα πει ΄΄κούρος΄΄ ; Εμείς ποτέ δεν λέγαμε ΄΄κούρο΄΄ – στο κούρεμα λέγαμε, στο άρμεγμα.
Στο Καιμάκτσαλαν μ’ άρεσε πολύ. Και το άνταμωμα που κάνουμε όλοι μαζί και η εκπομπή που κάναμε σαν σύλλογος μέσα στο δάσος ήταν πολύ ωραία. Μ’ άρεσε και το συνέδριο της Ηγουμενίτσας. Είμαν εκεί και είδα ότι τα ήθη και τα έθιμα τα κρατάνε στην παλιά μορφή οι Σαρακατσαναίοι της Ηπείρου.