portraita

kentriki mpara

Νίκος Γιαννακός
..

Συνέντευξη στο Γιώργο Κολοβό
Πόση κουβέντα γίνεται σε συνέδρια και ημερίδες για το τι χρειάζεται για να παραμείνει ζωντανή η Σαρακατσάνικη παράδοση! Η απάντηση είναι απλή: αγάπη, γνώση και μεράκι. Αν μάλιστα έχεις όλα αυτά αλλά και υπέροχη φωνή και εξαιρετικό χαρακτήρα, τότε βέβαια μιλάμε για το Νίκο Γιαννακό. Ο Νίκος αποτελεί σήμερα μία απο τις μεγαλύτερες αξίες στο χώρο των Σαρακατσαναίων. Σεμνός και πεισματάρης, έδωσε το δικό του αγώνα σ’ ένα δύσκολο (και μουσικά) περιβάλλον και τα κατάφερε. Κατάφερε αρχικά να βγάλει στην επιφάνεια το Σαρακατσάνικο τραγούδι στο Ζαγόρι και στη συνέχεια να δείξει σε όλους μας τη γνήσια προσωπικότητα του. Εκτός από την ανεκτίμητη μουσική του προσφορά, μπόρεσε να προβάλλει το δικό του πρότυπο συμπεριφοράς και να μας δώσει να καταλάβουμε οτι το σπουδαίο ειναι απλό. Αυτό χρειαζόμαστε σήμερα. - Γιώργος Κολοβός

● ● 



Γεννήθηκα στις 13 Γενάρη του 1956, στα κονάκια, στα χειμαδιά, εκεί που έχουμε το κτήμα στη θέση Μακρή, στο χωριό Αετός κοντά στους Φιλιάτες. Ξεκαλοκαιριάζαμε στο βουνό Μιτσικέλι και εκεί είχαμε τα κονάκια σε υψόμετρο 1.200 μέτρα, πάνω απ’ το χωριό Ανθρακίτης. Οι Γιαννακαίοι απ’ ότι έχω ακούσει απ’ τους παλιούς ήρθαν απ’ το Ξηρόμερο. Λέγονταν κάπως αλλιώς, .....η Γαλαζούλας λένε, .... η κάπως έτσι, ...δεν ξέρω σίγουρα. Ήρθε ένας Γιάννης από κει, έφυγε κυνηγημένος και πήγε τζιομπάνος εδώ στους Σαρακατσαναίους. Αυτό πρέπει να έγινε περίπου το 1815. Και ο Γιάννης, ...ο Γιαννάκης, ....στο τέλος έγινε ο Γιαννακός. Οι Γιαννακαίοι που είναι στην Ήπειρο είναι όλοι απ αυτόν το Γιάννη. Αυτός μετά παντρεύτηκε, ....έκανε στάνη δική του εδώ, .....κι έκανε επτά παιδιά. Η ρίζα είναι αυτή κι από εκεί βγήκαν τα κλωνάρια. Είχε κάνει πρόβατα και οι Γιαννακαίοι ανάμεσα στα 1870 με 1900 είχαν φτάσει να έχουν επτά χιλιάδες πρόβατα.

Οι Γιαννακαίοι πήγαιναν στα Ζαγοροχώρια, στα βουνά του Παπίγκου για πολλά χρόνια, αλλά. κάποια καλοκαίρια, για λίγα χρόνια είχαν πάει και στη Μακεδονία και μετά γύρισαν πίσω στην Ήπειρο. Παλαιότερα πήγαιναν στην Αστράκα και ξεχείμαζαν και στη Θεσσαλία και στην Πρέβεζα και στην Αλβανία. Τα τελευταία χρόνια πριν το 1940 ξεχείμαζαν στη Θεσπρωτία. Με τους Γιαννακαίους που είναι στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία πρέπει να είμαστε το ίδιο δέντρο, ...μοιάζουμε και πάρα πολύ.



Ο Νίκος Γιαννακός στο άγαλμα του Κατσαντώνη στα Γιάννενα

Τα παιδιά του Γιάννη μετά χωρίσανε, κάναν δικές τους στάνες και ανάμεσα τους ήταν και ο προσπάππος μου ο Κωσταντής ο Γιαννακός. Είχε τρείς χιλιάδες πρόβατα και έβγαινε στο Μιτσικέλι. Είχαν πάει και στα βουνά του Παπίγκου αλλά τα πιο πολλά χρόνια έβγαιναν στο Μιτσικέλι. Εκεί ζούσαν πολλοί Σαρακατσαναίοι, μιλάμε είχαν περίπου εξήντα χιλιάδες πρόβατα. Εκεί ήταν μεγαλοτσέλιγκας για την εποχή εκείνη και ο Κωσταντής Γιαννακός.

Παππούς μου ήταν ο Νικόλας Γιαννακός, έχω και τ’ όνομα του. Ζούσε μαζί με τ’ αδέλφια του στο Μιτσικέλι και κάποια στιγμή χωρίσανε. Ήρθε εδώ στον Ανθρακίτη και ξεχείμαζε στη Θεσπρωτία, στους Φιλιάτες. Παντρεύτηκε τρείς φορές. Η πρώτη γυναίκα ήταν Μακρή η οποία πέθανε μετά τη γέννα, έκανε ένα παιδί τον Ηλία. Η δεύτερη, Σαρακατσάνα ήταν κι αυτή, αλλά πέθανε και παιδιά δεν είχαν. Μετά παντρεύτηκε τη Μαρία Σίμου από τη Λάρισα. Σαρακατσάνοι κι αυτοί, ξεκαλοκαίριαζαν στα βουνά στο Ζαγόρι. Με τη Μαρία έκαναν τρία παιδιά και δυό κοπέλλες. Ο Βασίλης, ο πατέρας μου ο Μιχάλης, ο Γιώργος, η Βικτωρία και η Ειρήνη.

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ο πατέρας μου ο Μιχάλης γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1912, στο βουνό πάνω από τον Ανθρακίτη. Όπως όλοι οι Σαρακατσαναίοι έζησε μια ζωή δύσκολη. Το καλοκαίρι στα β’νά πήγαινε σ’ ένα σγουροκόπαδο η στα στέρφα και καμμιά φορά κατέβαινε και κάτω στο χωριό να φέρει ψωμί για τη στάνη. Παντρεύτηκε το 1940 και η μάνα μου η Αντιγόνη ήταν Τσουμάνη. Είχαν ένα παρατσούκλι, ο παππούς ηταν ο Ευάγγελος Τσουμάνης αλλά τον έλεγαν Λαλά. Λαλάς θα πει μπάρμπας και οι δικοί μας οι Τσουμαναίοι είχαν συγγενήδες στη Θεσσαλία και έλεγαν ήρθε ο Λαλάς και έτσι έμεινε Λαλάς. Το καλοκαίρι ζούσαν στο Πέραμα, στα Γιάννενα απέναντι αλλά και στο Τσεπέλοβο και το χειμώνα πήγαιναν στο Ξηρόμερο. Η μάνα μου κοπέλλα μου μολογάει, πήγαιναν στην Κατούνα Ξηρομέρου, αλλά είχαν πάει και στη Λευκάδα.

Πήγε ο παππούς ο Νικόλας, βρήκε τον παππού το Βαγγέλη που ήταν και μακρινοί συγγενήδες και χάλεψε τη μάνα μου. Ο πατέρας μου δεν ήξερε τίποτα. Γύρισε και τον είπε για αυτή την κοπέλλα κι ο πατέρας μου είπε εντάξει και έτσι έγινε η προξενιά.



Οι γονείς Μιχάλης και Αντιγόνη

Ο γάμος έγινε στο χωριό, στον Ανθρακίτη Η μάνα μου όπως μολόγαγε δεν τον ήξερε τον πατέρα μου, δεν τον είχε δει ....και τον είδε στο γαμο. Και στο γάμο, η μάνα μου μια πολύ ωραία γυναίκα αλλά ντροπαλή, το μαντήλι χαμηλά, δεν τον είδε και καλά ποιός είναι στο πρόσωπο. Η νυφάδες τότε σεμνές, ταπεινές, δεν γύριζαν να δούν. Την Τρίτη μετά το γάμο, είπαν εκεί οτι χάθηκαν τα ζ’γούρια. Ποιός να πάει, ....να πάει ο Μιχαλάκης που ξέρει και τα τόπια είπαν,... ο γαμπρός. Κάνει πέρα ο πατέρας μου, πήγε τα βρήκε και την άλλη μέρα γύρισε και τα ’φερε. Ερχόταν από πέρα ο πατέρας μου και είπαν , ....α! έρχεται ο Μιχάλης και τότε η μάνα μου κατάλαβε ποιόν παίρνει. Την άρεσε , ήταν λέβεντης, πολύ καλός ηταν καλωσυνάτος. Το φθινόπωρο του 1940 πήγε στο μέτωπο στην Αλβανία, στην πρώτη γραμμή, στον πόλεμο με τους Ιταλούς και έπαθε μια ατυχία. Από τα κρυολογήματα έπαθε μια ζημιά στο πόδι, αγκύλωση, μολύνθηκε και όταν πήγαν στο γιατρό ήταν αργά. Μετά που γύρισε, που έπαθε τη ζημιά στο πόδι και κούτσενε, κάποια ξαδέλφια της έλεγαν στη μάνα μου να τον αφήσει. Η μάνα μου όμως λέει όχι, δεν το κάνω εγω αυτό, όπως θα περάσω θα περάσω. Και πέρασε καλά.

Με τον ανταρτοπόλεμο το κράτος πήγαινε σε κάθε στάνη και έλεγαν θέλουμε πέντε μπλάρια και ένα άτομο. Από μας πήγε ενας εξάδελφος του πατέρα μου, νιόπαντρος με ένα παιδάκι και η γυναίκα του έγκυος. Φεύγει ο μπάρμπας μου ο Γιώργος, τον πήρε ο στρατός και δεν ξαναγύρισε. Η θεία μου έμεινε χήρα, γεννήθηκε το κοριτσάκι το άλλο και έζησαν μαζί μας. Ο πατέρας μου ήταν ήρωας. Με ένα ποδι, μεγάλωσε οκτώ παιδιά και δυο ανήψια που έμειναν ορφανά, .... δέκα. Κι εγω τον έχω κατατάξει στους ήρωες. Βέβαια η μάνα μου έπαιξε όχι διπλό ρόλο, .....πιο πολύ, ...και ήταν παληκάρι και η μάνα μου.



Οι γονείς Μιχάλης και Αντιγόνη στο κονάκι τους στον Ανθρακίτη

Εμείς είμαστε οκτώ αδέλφια, πέντε κορίτσια και δυο αγόρια και χάθηκε κι ένα κοριτσάκι. Το πρώτο κορίτσι χάθηκε περίπου ένα χρονών και ήταν στη στράτα, πάαιναν για τα χειμαδιά. Ήταν στις τέντες και κοιμάνταν το κοριτσάκι στο σαμάρι. Έπιασε μια βροχή και τα γίδια χώθ’καν μεσ’ στην τέντα και κάποια γίδα πήγε κοιμήθηκε πάνω στο κοριτσάκι, ...δεν κατάλαβαν και οι δικοί μας και τ΄ απομόνωσε και ...έφυγε, ....πάει χάθ’κε. Τα πέντε κορίτσια είναι μεγαλύτερα και εμείς τ’ αγόρια μικρότερα. Πρώτα εγώ, μετά ο Θόδωρος και μετά ο Γιώργος.

Λέγαν ότι τον πατέρα μου τον είχαν ΄΄φτιαγμένο΄΄, τον έκαναν μάγια για να κάνει κορίτσια. Κάποιος ήθελε να δώσει την κόρη του στον πατέρα μου, δεν έγινε και τον ΄΄έφτιαξαν΄΄. Κάποια στιγμή βρήκαν μια απλωμένη φανέλα του πατέρα μου με εννιά τρύπες. Δεν έδωσε κανένας σημασία, αλλά μετά όταν έγιναν έξι κορίτσια στη σειρά, …είπαν τι γίνεται; Και είχε ψάξει η γιαγιά μου η Λεμονιά, δεν ξέρω που πήγανε, σε κάτι παλιές πρακτικές, και λέει τον έχουν ΄΄φτιαγμένο΄΄ να κάνει κι άλλα τρία κορίτσια, αλλά εγω θα τα καταφέρω να γίνουν αγόρια τα υπόλοιπα. Και όταν γεννήθηκα εγώ μετά από έξι κορίτσια, καταλαβαίνεις τι έγινε. Όπως και έγινε ...και εγώ το πιστεύω. Η θεια μου όταν γεννήθηκα εγω στη στάνη, έβγαλε το μαντήλι της απ’ το κεφάλι και με τύλιξε. Μεγάλη χαρά. Οι άλλοι μπαρμπάδες μου είχαν αγόρια και είχαν βοήθεια, αλλά ο πατέρας μου είχε όλο κορίτσια και είχε και το πρόβλημα με το πόδι και όταν έγινα εγώ, έγινε πανηγύρι μεγάλο.

ΣΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ

Στον Αετό είχαμε σπίτια πέτρινα, ...παλιά είχαν κονάκια αλλά εγώ δεν τα πρόλαβα. Το είχαμε κτήμα εκει αυτό, ...είχε κάνει αγορά ο παππούς μου απ’ τους Τούρκους. Είχαμε κάνει πέτρινα μαντριά, ...γιατί να κάνουμε κάθε χρόνο λιάσες και με ξύλα αφού είμασταν μόνιμα εκεί ;

Ο πατέρας μου έλεγε : η πρατίνα ποτέ δεν σ’ αφήνει νηστικό. Μεγάλη κουβέντα. Εμείς πηγαίναμε στον Αετό σ’ ένα εμπορικό κατάστημα που δίναμε το γάλα κι ο μαγαζάτορας, ενας Κοτσώνης έλεγε : Μιχάλη, θα ’ρχεσαι και θα ψωνίζεις ό,τι θέλεις. Και το ’λεγε αυτό γιατί ήταν η πρατίνα στη μέση. Εμείς δεν πεινάσαμε. Όταν εγω εβλεπα τους αλλους, τα χωριατακια ξυπολυτα κι εγω ναχω το ποδαρι μου ζεστο!. Να ’χω το ψωμί μου, το τυρί μου, την πίτα μου ...και σε δύσκολα χρόνια. Δεν μας έλειψε τίποτα και η Ήπειρος είχε μεγάλη φτώχια. Αλλά είχαν και μπάλα. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε : Παιδί μου να έχεις μπάλα, ...καθαρό πρόσωπο δηλαδή. Πηγαίναμε στο καφενείο του χωριού, ....τι θέλουν τα Γιανακκάκια, ....αλλά έδωνε εντολή ο πατέρας μου. Και ο μαγαζάτορας ήξερε ότι θα ’ρθρει ο Μιχάλης και θα πληρώσει. Ήταν λεβέντης, .... και φτωχός και πλούσιος.



Και ένα περιστατικό που θυμάμαι. Στη στάνη ακούγαμε παγωτό κι εγω το φαντάζομαν σαν να έχει πάγους, ...κάτι τέτοιο. Κάθε Πέμπτη στους Φιλιάτες είχε παζάρι και πάω μια φορά με τον πατέρα μου και τη μάνα μου, ...πάω σ’ ένα περίπτερο και του λέω, θέλω ένα παγωτό. Βγάζει ο άνθρωπος και λέει αυτό. Όχι του λέω, θέλω παγωτό. Βρε αγόρι μου, αυτό είναι το παγωτό. Πάω σε άλλο περίπτερο, λέω ένα παγωτό. Πάλι τα ίδια. Τι γίνεται εδώ σκέφτομαι, ...δεν έχουν παγωτό εδώ πέρα ; ...γιατί αλλιώς το φανταζόμουνα. Αναγκάστηκα μετά και το πήρα κι έτσι έμαθα.

Σχολείο, πρώτη τάξη πηγαίναμε τον Σεπτέμβριο δυο μήνες στον Ανθρακίτη. Είχε πάρει ένα οικόπεδο ο παππούς στο χωριό και είχαμε φτιάξει κονάκι κι εκει έμενα και κατέβαινε η μάνα μου και μας φρόντιζε. Το χειμώνα πηγαίναμε και συνεχίζαμε στον Αετό και απ’ τα κονάκια κάναμε μιάμιση ώρα με τα ποδάρια για να πάμε στο σχολείο. Ηταν μαρτύριο αλλά πηγαίναμε και καλά στα γράμματα και μάλιστα είμασταν εκει πρώτοι μαθητές. Και τους έλεγε ο δάσκαλος, ...βρε δεν ντρέπεστε, ... έρχονται τα βλαχάκια μιάμιση ώρα με τα ποδάρια κι εσείς είστε τούβλα !!.




Στο χωριό υπήρχε μεγάλη φτώχια αλλά και γενικώς στη Θεσπρωτία, ... και τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα. Εμείς είμασταν λεβέντες, ...δεν πεινάσαμε. Ρε σεις λέω τώρα, ...εγώ είχα το τσουράπι το μάλλινο που το ’φτιαχνε η μάνα μου με τα χέρια της, είχα τη γαλότσα, το ποδάρι μου ηταν ζεστό. Τα τσαμσούλια ηταν ξυπόλητα, το ποδάρι έξω στη λάσπη. Γι αυτό λέω, εμείς δεν πεινάσαμε. Δέκα παιδιά ο πατέρας μου, πηγαίναμε με το ψωμάκι μας στο σακ’λάκι και με την καπούλα μας. Το σχολείο ήταν μέχρι το βράδυ και πηγαίναμε με τα ποδάρια μιάμιση ώρα προς τα κει και μιάμιση ώρα πίσω. Να σε πω και μια ιστορία, ...είμαν εγω Δευτέρα δημοτικού και μια ξαδέλφη μου ηταν Πρώτη. Τα μεγαλύτερα δεν είχαν σχολείο εκείνη τη μέρα και γυρίζαμε εμείς τα μικρά, ... και νυχτώνουμε και φτάνουμε σ’ ένα σημείο, ... και χάνουμε το μονοπάτι. Το λέω κι ανατριχιάζω. Βάζει τα κλάμματα η μικρή, ... κι εγώ τάχα άντρας, ...μη φοβάσαι τη λέω, είμαι εγώ εδώ. Οι θ΄κοί μας, ...γένναγαν τα πρόβατα, ...μας ξέχασαν εμάς τα παιδιά. Κάποια στιγμή, ...ήταν με τα πρόβατα ένας Μπαλαούρας τον λέγαν Αντώνης, ...άκουσε το κλάμα και κατάλαβε και ήρθε ο καημένος και μας έβγαλε. Βγαίνει στη ράχη στο καραούλι και φωνάζει και καμμιά φορά άκουσε ο πατέρας μου και μας πήραν. Δεν το ξεχνάω ποτέ αυτό.

Όταν τελείωσα το δημοτικό, λέει ο δάσκαλος στον πατέρα μου, ... να το στείλεις το παιδί στο γυμνάσιο. Ο πατέρας μου περίμενε πότε να τελειώσω για να τον στηρίξω, ...να πάω στο κοπάδι. Δεν μ’ έστειλε αλλά δεν έχω παράπονο, ...γιατί εμένα με περίμενε, ... κι όπως και έτσι έγινε.

Η ΣΤΡΑΤΑ


Η στράτα είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο. Είχα την τύχη να ζήσω τη ζωή αυτή τη Σαρακατσάνικη, που παρ’ όλο που ήταν δύσκολη, την έζησα από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου. Μέσα στην ψυχή μου έχει ριζώσει όλο αυτό το μεγαλείο, ...στα πρόβατα, στη στρούγκα και στα βν’ά. Αυτό το συναίσθημα δεν περιγράφεται με λόγια. Για μας που είμασταν παιδιά τότες, ηταν μεγάλη χαρά και θυμάμαι μετράγαμε τις μέρες. Τον Μάη παίρναμε εικοσιπέντε χαλικάκια και κάθε μέρα πετάγαμε από ένα χαλίκι και λέγαμε ΄΄ να φύγουμε΄΄. Υπήρχε αυτή η ετοιμασία, ...να βλέπεις τον πατέρα μου να ετοιμάζει τα σαμάρια και τα μπλάρια, ...η μάνα μου να ετοιμάσει τα χαράρια, ...όλα αυτά για να είμαστε έτοιμοι. Αυτό το μεγαλειο δεν περιγράφεται με λόγια, ...ο,τι και να σου πω, ...αν δεν το έχεις ζήσει δεν μπορείς να το περιγράψεις, ...ούτε σε βιβλία ούτε σε τίποτα. Ηταν μια χαρά μεγάλη. Να βλέπεις τον πατέρα μου να βγάζει τα κουδούνια, ....να τα φτιάχνει, ....και του Ευαγγελισμού αλλά ειδικά τη Μεγάλη Πέμπτη έβαζε τα κουδούνια στα πρόβατα. Το χειμώνα τα βγάζαμε τα κουδούνια. Το αποκορύφωμα ήταν τα μεγάλα κουδούνια, ...μπαίνανε μια βδομάδα πριν φύγουμε. Βλέπεις ανατριχιάζω, ... μολις έβαζαν τα κουδούνια, ... να βλέπεις τα πρόβατα …..να πηγαίνει το βέλασμα, …σου λέει τώρα φεύγουμε, …ένα φοβερό πράγμα. Έβαζαν όλα τα κουδούνια, ...τα τραγιά, τα κυπριά, ό,τι είχανε και γίνονταν ένας χαμός. Κι αυτά να βελάζουν όλη την εβδομάδα, ….σε λέει τώρα θα φύγουμε.



Και να σου πω τώρα ένα περιστατικό, ...μια χρονιά αργήσαμε καμμιά βδομάδα και τα κάναμε πάνω εκεί τα πρόβατα, ....τα πηγαίναμε μέχρι ένα σημείο και τ’ αφήναμε μόνα τους και γύριζαν. Ένας ξάδελφος μου ο Παύλος είχε τα δικά του πρόβατα και πήγε το γάλα στο μπατζαριό και γύρισε. Κοιτάει, ... δεν ήταν εκεί τα πρόβατα, ...παίρνει τ’ άλογο και τελικά τα ’βρε σ ένα χωριό Αχλαδιά λέγεται, μιάμιση ώρα μακρυά. Στο χωριό τα είδαν τα πρόβατα, ... αλλά τζιομπάνος πουθενά, ... και λεν αυτά του Γιαννακού πρέπει να είναι και τα σταμάτησαν. Αν δεν τα σταμάταγαν θα πήγαιναν σ ένα σημείο που τα σταλίζουν το μεσημέρι, σε κατι πλατάνια. Τελικά ο ξάδελφος μου τα βρήκε, ...αλλα για να τα φέρει πάλι πίσω τι τράβηξε….δεν έρχοταν πίσω με τίποτα, … τα πρόβατα ήθελαν να φύγουν για το βουνό…. σου λέει ήρθε ο καιρός, .. τι κάνουμε!!.

Στη στράτα, το μεγαλείο με τα άτομα είναι το ΄΄σιά μπροστά΄΄, ...το θυμάμαι κι ανατριχιάζω πάλι. Μας έπαιρνε 6 η ώρα το πρωί η γιαγιά μου η Μαρία, 10–15 παιδιά, με σακ’λάκι, ψωμί και τυρί και ξεκινούσαμε για να φτάσουμε το βράδυ στο κονάκι. Δεν μπορούσαμε εμείς να ακολουθήσουμε το καραβάνι και ξεκινούσαμε πιο μπροστά. Αλογομούλαρα είχαμε καμμιά τριανταριά και μερικά ήταν και ξεσαμάρωτα και δεν μπορούσαμε ν’ ανεβούμε καβάλα όλοι. Η γιαγιά ήταν οδηγός και πηγαίναμε σιγά–σιγά και όταν κουραζόμασταν σταμάταγε. Το βράδυ περιμέναμε και έρχονταν το καραβάνι, ...στήνονταν οι τέντες, ...γίνονταν η στρούγκα ν’ αρμέξουν τα πρόβατα,... ήταν ένα όνειρο. Την άλλη μέρα το πρωί μας ξύπναγε η γιαγιά, ... άιντε παιδιά μου πάμε, ... και μπροστά αυτή με το ξ’λάκι η καημένη και πίσω εμείς. Και λέω τώρα, ...τα παιδιά μας τι βιώματα να έχουν, ..τίποτα. Εγω ήμουνα τυχερός, ...θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έζησα αυτή τη ζωή.



Χάρτης μετακινήσεων

Στη στράτα που λες γίνονταν και πολλά προξενιά. Μάγκες οι γερόντοι, ...τάχα πήγαιναν στη στάνη του Γιαννακού, ...ήξεραν έχει κοπέλλες …τι γένιτι ωρέ! , ...έπιναν κανα ρακί, έπαιζε και το μάτι. Θυμάμαι ο ξάδελφος μου ο Παύλος στο δρόμο έβαζε καλά ρούχα, να δει καμμιά κοπέλλα, αλλά και τα κορίτσια και τ’ αγόρια ντύνονταν καλά στη στράτα.

Ήμουνα 6–7 χρονών, ...η γιαγιά μου δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει το ΄΄σιά μπροστά΄΄ και μπαίναμε καβάλα στα καπούλια, ...όπου χωρούσαμε. Στο Πέραμα έξω από εκει που τώρα είναι το στρατόπεδο, πέρναγε το καραβάνι. Η γιαγιά μου με είχε αγκαλιά πάνω στ’ άλογο τη Ρόιδω και βγαίνει ένα άλογο γρίβο απότομα και προγκάει το μπλάρι το δικό μας και μας πετάει κάτω. Δίπλα είχε ένα φράχτη και για καλή μου τύχη έπεσα ακριβώς δίπλα στο παλούκι του φράχτη. Η γιαγιά έσπασε τη λεκάνη κι εγω γλύτωσα για λίγους πόντους.

Στη στράτα μέχρι απάνω κάναμε οκτώ κονάκια. Πρώτο κονάκι, ...φεύγαμε απ’ τον Αετό και πηγαίναμε στο Καλαρ’κό κοντα στο χωριό Κοκκινιά. Το δεύτερο κονάκι, πηγαίναμε Ρεβενή, εκει ξεχείμαζε ο παππούς μου ο Λαλάς. Εκει ….να σε πω άλλο ένα …στη στράτα… το θυμάμαι, ...ειδικά στη Ρεβενή, ανταμωνόμασταν πολλά κοπάδια, .....Χασιακαίοι, Κακαίοι, Βαγγελαίοι, Ζηγαίοι, ...να βλέπεις δέκα στάνες, ....εμείς ξεφορτώναμε εδώ, οι άλλοι παραπέρα, οι άλλοι παραπέρα, ....να βλέπεις καραβάνια, ν’ ακούς κουδούνια, να βλέπεις κόσμο. Το γάλα στη στράτα το κάναμε τυρί, το πήζανε οι γυναίκες το ’παιρναν στις τσαντήλες και το δίναμε στα χωριά. Τρίτο κονάκι στη Μπράνια, τέταρτο στο Κούτσι ένα χωριό Λεπτοκαρυά λέγονταν, ...αυτά είναι όλα δίπλα στο ποτάμι. Πέμπτο στα Πανταλόνια και μετά από εκει μπαίναμε στο δημόσιο δρόμο και κάναμε ένα κονάκι στο Σουλόπουλο. Άλλο κονάκι στη Βελτσίστα, ....μετά άρμεγαμε το μεσημέρι εδώ στα Πουρνάρια στο Ροδοτόπι και το βράδυ πηγαίναμε στους Μουτσιάδες. Άμα δεν είχε πολλά χορτάρια επάνω, κάναμε και κανένα κονάκι παραπάνω για ν’ αργήσουμε λίγο. Τελείωνε ο κάμπος στο Πέραμα και στο τελευταίο το κονάκι βγαίναμε στη ράχη, ...στο βουνό !!!.

ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ . . . ΣΤΟ ΜΙΤΣΙΚΕΛΙ

Και μόλις βγαίναμε στο βουνό, ...εκεί υπήρχε το τελείωμα. Λες ότι εδώ είμαστε ο Θεός κι εμείς. Γιατί όλα τα τραγούδια μιλάν για βουνά, …δεν βγήκαν τυχαία, …τα ’γραψαν κι αυτά άνθρωποι, …βγήκαν οι καημοί. Θα σου πω τώρα το τραγούδι ΄΄Θα παραγγείλω στα βουνά να χαμηλώσουν λίγο΄΄, ...τι λέει αυτό το τραγούδι : Αυτό λέει ότι κάποιος Σαρακατσάνος γέροντας η πιθανόν άρρωστος, δεν μπορούσε να πάει στα βουνά και με πόνο το έβγαλε.

Θα παραγγείλω στα βουνά να χαμηλώσουν λίγο
κι αν δεν μπορέσω ν’ ανεβώ, χαμπέρια θα τους στείλω
Ετούτη εδώ την άνοιξη να μη με καρτερούνε
και οι ραχούλες οι ψηλές, τραγούδια δεν θ’ ακούνε.

Video : Δημ.Βαγγέλης

Βγαίναμε εκει, ...πρασινάδες, χορτάρια, ...τα πρόβατα κάνανε σαν τρελά, ....να βελάζουν απ’ τη χαρά τους. Εκει υπήρχε άλλη ετοιμασία. γιατί τα κονάκια τα βρίσκαμε πεσμένα απ’ το χιόνι το πολύ, ....δεν άντεχαν, πέφτανε. Τσέλιγκας ήταν ο μπάρμπας μου ο Ηλίας, αυτός οργανωνε ποιός θα πάει στα γαλάρια, ποιός στα στέρφα, ποιός στα γίδια, οπότε ξεκίναγε η καινούργια πλέον περίοδος, να περάσει όλο το καλοκαίρι. Στρούγκες είχαμε λιθαρένιες και μερικά κονάκια είχαμε με λιθάρια οπότε τα ξανασκεπάζαμε πάλι.



Εκει τραγούδαγα…τραγούδια Σαρακατσάνικα, …ό,τι ήξερα απ’ τον πατέρα μου. Κάναμε γλεντάκια στις γιορτές και λέγαν τραγούδια και από κει έμαθα. Τον ‘’Ελατο’’ από εκει, απ’ τον πατέρα μου τον έμαθα. Το χειμώνα είχε ο μπάρμπας μου ένα γραμμόφωνο με δισκάκια κι από εκει έμαθα κι άλλα. Ο πατέρας μου τραγούδαγε πάντα, ...ήταν ευχάριστος, ... και του ’λεγε η μάνα μου : μωρέ μαύρε κι άλαλε, τι τραγ΄δάς, ...έχεις πέντε θηρία ( πέντε κοπέλλες).

Στα πανηγύρια του χωριού πήγαιναν οι πιο μεγάλοι. Τα όργανα στα πανηγύρια ήταν : κλαρίνο, λαούτο, ντέφι, βιολί, ...πάντα. Εμείς στο κοπάδι, ...παίζαν τα όργανα στο χωριό κι από μακρυά άκουγες το ντέφι. ...πιμ, παμ ...το ’φερνε ο ήχος στο βουνό. Τα άλλα τα όργανα δεν ακουγόταν αλλά το ντέφι έχει αυτή τη δυνατότητα. Έστω και το ντέφι, ... αυτό για μας ήταν κάτι, ...δεν εέχαμε ούτε ραδιόφωνο ούτε τίποτα.



Ο γάμος του Νίκου Γιαννακού και της συζύγου του Ελευθερίας (το γένος Ζήγου)


ΤΟ ΞΕΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟ ΣΤΑ ΚΟΝΑΚΙΑ

Τα κονάκια τα είχαμε έξω απ’ το χωριό στα 1.200 μέτρα υψόμετρο, ...δυο ώρες πιο ψηλά, ...στη μέση ανάμεσα στο χωριό και την κορυφή ...και το μέρος αυτό, περίπου 15 στρέμματα, τ’ αγόρασαν οι δικοί μας. Είχαμε μια ενδιάμεση μορφή γιατί τα μεγάλα τσελιγκάτα είχαν διαλυθεί και είχαμε περίπου 1.800 πρόβατα.. Είμασταν εμεις οι Γιαννακαίοι και κάποιοι συγγενήδες και μετά που πέθανε το 1948 ο παππούς μου, ανέλαβε ο μεγάλος ο γιός ο Ηλίας. Εκει είχαμε κονάκια, ...ορθά για μας και δίπλα για να βάζουμε τα σέα. Ξυλεία υπήρχε μπόλικη.

Εμείς τα γαλάρια τα βγάζαμε στο βουνό, απάνω στην κορυφή και είχαμε ένα μπατζαριό με άλλους Σαρακατσαναίους και δίναμε το γάλα. Το Μιτσικέλι είχε τότε 40.000 πρόβατα και το γάλα το έπαιρνε έμπορας. Είχαμε φτιάξει ένα οίκημα όλοι μαζί με λιθάρια και το σκεπάσαμε με τσίγκο, αυτό ήταν το μπατζαριό και μέχρι τις 20 Ιουλίου όλα τα γαλάρια ήταν επάνω. Τα στέρφα και τα ζ’γούρια και τα γίδια τα είχαμε κάτω.


Ο Νίκος Γιαννακός χορεύει στο γλέντι του γάμου του


Μετά τις 20 Ιουλίου που έδινε το γάλα στο μπατζαριό, ο πατέρας μου πήγαινε και φόρτωνε ξύλα στο χωριό στον Ανθρακίτη. Είχε 7- 8 άλογα και δούλευε κυρατζής, ....με δέκα παιδιά δεν έβγαινε πέρα. Όταν ψόφησε ένα μουλάρι, μια Ρόιδω, το ‘κλαψε γιατί ζούσε απ’ αυτό.

Στα Γιάννενα πήγα πολύ μικρός με τη μάνα μου. Στο βουνό απάνω που είμασταν στο Μιτσικέλι, είχε πολύ τσάι και η μάνα μου πήγαινε και το πουλούσε στα Γιάννενα, ...έβγαζε λεφτά κι έπαιρνε τα ψώνια.. Το φορτώναμε στα μπλάρια και πήγαινα κι εγω μικρός 7-8 χρονών.

Η μάνα μου ήταν ηρωίδα και το ότι έκανε και μεγάλωσε αξιοπρεπώς εννιά παιδιά τα λέει όλα. Έκανε πέντε προίκες και πέρασαν όλα απ’ τα χεράκια της, ...βελέτζες, κιλίμια, τρουβάδες, ...τα πάντα. Τότε έπρεπε μια προίκα να είναι ολοκληρωμένη, γιατί θα γέλαγαν οι άλλοι. Εμείς στρώναμε τα γρέκια με πουρνάρια, ...πουρνάρια από κάτω και από πάνω καναπίτσα ...και δεν λάσπωνε. Η μάνα μου πήγαινε με μια θεία μου και κόβαν τα πουρνάρια, τα φόρτωναν στα ζώα και ένα ζαλίκι στην πλάτη και τα ’φερναν. Πήγαινε να κόψει το άχυρο να φτιάξουμε τη στρέχα απ τα γρέκια. Να πάει και να ξεγεννήσει, ...να πάει και ν’ αρμέξει τη νύχτα με τον πατέρα μου, ...είχαμε και τα γίδια. Τα παντελόνια το σακάκι , η καπούλα, όλα μάλλινα και ...ό,τι φοράγαμε όλα απ τη μάνα μας ήταν. Κι όταν έκλαιγα που πέθαναν και η μάνα μου και ο πατέρας μου ....Ε! έλεγαν τι κλαις ; ....ζήσανε. ....Δεν κλαίω λέω τα χρόνια τους, ....κλαίω αυτά που περάσανε.

Μετά από κάποια στιγμή, ... περίπου το 1968, ...οι χωριανοί από κάτω μας έδιωξαν από εκει που είμασταν στα κονάκια και βγήκαμε απάνω στην κορ’φή και κάναμε εκει άλλα κονάκια. Οι Ζαγορίσιοι εμάς τους Σαρακατσαναίους μας κυνηγάγανε, ...να φύγουν από δω οι βλάχοι. Φοβόταν μη κάνουμε σπίτια στο χωριό και τους κατακτήσουμε. Εμείς όμως οι δικοί μας δεν είχαν προσβάσεις και ο πρόεδρος έφερε το Νομάρχη και ...του δείχνει τα βουνά και του λέει ...όλα αυτά τα βουνά τα έχουν οι Γιαννακαίοι, ....και φύγαμε. Τόπος όμως υπήρχε άφθονος, αλλά υπήρχε και κακία. Τους λέω καμμιά φορά, ....άντε τώρα φάτε τα, ...ποιόν κυνηγάγατε, κυνηγάγατε τον πατέρα μου με ένα ποδάρι και δέκα παιδιά ; ....Και τι να μου πούν.




Ο Νίκος και ο Θόδωρος Γιαννακός συνοδεύουν τον αδελφό τους Γιώργο στο γάμο του



Θα σου πω άλλη μια εμπειρία που δεν την ξεχνάω ποτέ. Μια χρονιά, το 1970, ο ξάδελφος μου ο Παύλος είχε αρραβωνιαστεί την άνοιξη και ήταν στα ζ’γούρια και τον Αύγουστο θα είχαμε το γάμο. Εκει που ήταν η κατανομή, ...ποιός θα πάει στα γαλάρια, ποιός στα γίδια, …μέναν τα ζ’γούρια. Εγώ ήμαν μέσα στο κονάκι, ...λαγοκοιμόμαν κι άκουγα τη συζήτηση. Ηταν ο μπάρμπας μ’ ο Ηλίας, ο πατέρας μου, ο ξάδελφος μου ο Κώστας που αυτός ανέλαβε μετά το τσελιγκάτο κι ο Παύλος. Λέγαν, ...τώρα στα ζ’γούρια ποιόν να στείλουμε ; και λέω εγω από μέσα μου : Ωχ, λέω, ...λες να πούν για μένα ; εγω ήμαν μόλις 13 χρονών και περίμενα ν‘ ακούσω. Α! λέει ο μπάρμπας μου ο Ηλίας, ...θα πάει ο Νίκος. ...Τι με θες εμενα. ...Με φωνάζουν έξω και ...αφού με εξήγησαν ότι έτσι γίνεται, ....τώρα είναι η σειρά η θ’κή σ’. Εγώ ...τι να ’λεγα, ...δεν μπορούσα να πω όχι για πολλούς λόγους, ...ο πατέρας μου ήθελε να πάει να δουλέψει κυρατζής 20 Ιουλίου, μόλις θα τελείωνε το μπατζαριό. Εντάξει λέω, ό,τι πείτε. Λοιπόν αγαπητέ μου Γιώργο, ένα ωραίο πρωί με παίρνει ο Παύλος και με πάει σ’ ένα μέρος στα στερφόγρεκα, έτσι λεγόταν εκείνη η ράχη, ...πολύ μακρυά ήταν. Έκατσε αυτός ένα βράδυ εκει και με άφησε την άλλη μέρα μόνο με 280 στερφοζύγουρα και 50 βιτούλια….330 σφαχτά και δυο σκυλιά Δεν μου ’φαγε όμως ο λύκος ούτε ένα. Και κάθομαι από την πρώτη Ιουνίου μέχρι τις 15 Οκτωβρίου. Αυτό είναι από τα πράγματα που μου έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό και στην ψυχή. Σκέφτομαι, ... πως έκατσα εκει το πρώτο βράδυ, …ερημιά, ...απλώς άκουγες κουδούνια από μακρυά. Κάθομαι εκει και κάθε μεσημέρι μου φέρνανε γάλα και ψωμί και μέχρι 15 Οκτωβρίου δεν γύρισα πίσω ούτε μια φορά.

Τα πρόβατα είναι μια ιστορία, δεν είναι τυχαίο πράγμα. Είναι,.. πως πας σήμερα και λες πάω στη δουλειά μου, ..υπήρχε μια σχολή. Κι εγω την πήρα αυτή απ’ τον πατέρα μου και τους άλλους. Να σου διαταράξει κάποιος την ησυχία του κοπαδιού χωρίς λόγο, δεν ήταν απλό πράγμα, μπορούσες να τσακωθείς. Ηταν περιουσία, …ζούσες, …ζούσε η οικογενεια. Ηξερα πως πρέπει να τα βοσκήσεις, ...να τα λαρώσεις, ...να τα γρεκιάσεις, ...όλα αυτά τα ’μαθα από μικρός. Αυτή όμως ήταν μια μεγάλη εμπειρία που έκατσα εκει ένα καλοκαίρι, ...μόνος 13 χρονών παιδάκι. Όταν γύρισα στις 15 Οκτωβρίου, τα σμίξαμε όλα μαζί και μετά με έστειλαν λίγες μέρες στο χωριό, στον Ανθρακίτη. Εκει είχαμε ένα οικόπεδο, το είχε αγοράσει ο παππούς μου και έκανε κονάκι εκει.


Ο ΦΛΑΜΠΟΥΡΑΣ



Ο Νίκος Γιαννακός με το φλάμπουρα στο γάμο του αδελφού του

Ηρθε μια εποχή που οι Σαρακατσαναίοι άρχισαν να κάθονται στα χωριά. Εμείς φτιάξαμε το σπίτι στον Ανθρακίτη, ...άλλοι στο Τσεπέλοβο, ...δεξιά-αριστερά. Αρχισε πλέον να υπάρχει μια παγωμάρα, ...έφυγε πλέον εκείνο που κάναμε, ....τα κουρμπάνια, τις γιορτές, που τραγουδάγαμε, ....κι άρχισε να χάνεται η παράδοση. Αρχισαμε να ακούμε τα δισκάκια του γραμμοφώνου και πολλοί τραγουδιστές είναι επηρρεασμένοι σήμερα από τα δισκάκια, ...και άρχισε πλέον να χάνεται το τραγούδι μας. Θυμάμαι και ένα περιστατικό, … 23 Αυγούστου του1970, … γάμος του ξαδέλφου μου του Παύλου, στο χωριό κάτω στον Ανθρακίτη, … φλαμπουριάρης εγώ. Με ετοιμάσαν το απόγευμα, ...κεντημένο το ξύλο για το φλάμπουρα, το είχε πελεκήσει ο πατέρας μου, ...και μαζευόμαστε να ράψουμε το φλάμπουρα. Μια πρώτη μου ξαδέλφη ήταν κουμπάρα, ...ειχε άντρα από κει Ζαγορίσιο, ...και θα στεφάνωνε. ... Αυτό Γιώργο μου έχει μείνει καρφί. ... Εγώ με το ξύλο ...και ήταν η μάνα μου και η θεία μου απ’ τους Καψαλαίους απ’ το Καλπάκι, βαθιοί Σαρακατσάνοι, .... ΄΄να ράψουμε το φλάμπουρα΄΄. Ερχεται η κουμπάρα, …Τι λέει ; …φλάμπουρα ; …πάρτον από δω, … κρύψτον, … θα μας γελάσουν οι Ζαγορίσιοι. Ο πατέρας μου τα ’χασε κι αυτός, ...τον παίρνουν τον φλάμπουρα, ...αμούντι ο φλάμπουρας, ...έμεινα εγω με το ξύλο στο χέρι, ...και εγινε ο γάμος, ...πάει ο φλάμπουρας. Ο τελευταίος γάμος που πήγαμε με τα μπλάρια, ...ψίκι, ...θα πααίναμε να πάρουμε τη νύφη του Χασιακή, ...απόσταση 4-5 ώρες. Λέει ο πατέρας μου ο μακαρίτης, ...ρε παιδιά πως θα πάμε χωρίς φλάμπουρα στους Σαρακατσαναίους εκει ; θα μας γελάσουν ο κόσμος. Βρίσκει τον φλάμπουρα και με παίρνει εμένα με τον Γιάννη τον Ακρίβη και τον ράψαμε στα μούτα να μην ξέρει κανένας και μας γελάσουν οι Ζαγορίσιοι. Τον ράψαμε και πήγαμε και πήραμε τη νύφη κανονικά.

Όταν παντρεύτηκα το 1987, ράαβω τον φλάμπουρα στην πλατεία στο χωριό, ενώ μπορούσα να τον ράψω στο σπίτι. Όσο ήρεμος είμαι, ...άλλο τόσο και πεισματάρης. Οι δε Ζαγορισίοι που μας γελάγανε, το θαυμάσανε. Εκει θέλω να καταλήξω, ...πόσο μπανταλοί είμασταν. Και στο γάμο του Θόδωρου και του Γιώργου, τον ράψαμε στο σπίτι τον φλάμπουρα κι ‘ερχονταν και κοίταγαν απ’ τους φράχτες, να ιδούν.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Μετά άρχισε να χαλάει σιγά – σιγά, …αυτοι που είμασταν εκει οι Γιαννακαίοι. Ο μπάρμπας μου έκατσε κάτω στα χειμαδιά, ...ο ξάδελφος μου παντρεύτηκε και πήγε στη Γερμανία, …μείναμε εκει ο μπάρμπας μου ο Ηλίας και ο πατέρας μου. Το 1973 ήταν η τελευταία στράτα που κάναμε, ...και το 1974 ο πατέρας μου έκανε σπίτι στον Ανθρακίτη και μείναμε εκει. Το 1975 πήγαμε μια χρονιά πάλι κάτω, ...το 1976 πήγα φαντάρος και εκει έκλεισε η ιστορία. Τότε είχαμε στον Ανθρακίτη καμμιά διακοσαριά γιδοπρόβατα και μετά λιγόστεψαν. Κάτω στον Αετό τα σπίτια έπεσαν, αλλά τα κτήματα που είχαμε τα νοικιάσαμε και τα ’χουμε ακόμα νοικιασμένα. Εκει ζούν δυο οικογένειες Σαρακατσάνοι, Λουτσάρης και Γιαννακός.



Στην κορυφή στο Μιτσικέλι


Κάθε χρόνο πηγαίνω στο Μιτσικέλι και γυρίζω τα βουνά. Και σκέφτομαι, ...πόσο γρήγορα έγιναν οι αλλαγές αυτές! ..Περίμενα εγω να πάω εκει με αυτοκίνητο; Μια φορά ζούσε η μάνα μου και βγήκαμε απάνω εκει που είχαμε τη στάνη και την πήρα τηλέφωνο απ’ το κινητό και τη λέω ...Μάνα είμαστε απάνω στη στάνη, στις γούρνες. Και τι μου απαντάει λες εσυ : ....Χορτάρια έχει ; …ακόμα υπήρχε εκείνο το συναίσθημα.

Το χωριό ο Ανθρακίτης δεν με τραβάει και τόσο, όσο τα κονάκια πάνω απ’ το χωριό στο Μιτσικέλι, εκει που ζήσαμε. Αυτή η ζωή μας έχει διδάξει πάρα πολλά, γι’ αυτό και σταθήκαμε στα πόδια μας και στην κοινωνία. Εγω δέθηκα πλέον με τα πρόβατα, ...τ’ αγάπησα ...και τώρα άμα βλέπω κοπάδι απ’ το δρόμο, σταματάω και τα χαζεύω.

Εάν είχα μείνει στο χωριό, θα είχα μείνει ακόμα με τα πρόβατα, ...μου άρεσε αυτή η ζωή, ...είχε μπει μάσα στην ψυχή μου. ( Σχόλιο: Ευτυχώς δεν έμεινες Νίκο, γιατί δεν θα σε είχαμε εμείς ).

ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Το 1976 απολύομαι από φαντάρος, .. λέω στον πατέρα μου θα φύγω, ...να φύγεις παιδί μου μου λέει, ...αν και η μάνα μου στεναχωριέταν πολύ, ...μας είχε πολύ αδυναμία ειδικά εμάς τα αγόρια. Τελικά φεύγω από το χωριό και πήγα για δουλειά στα Γιάννενα και πήρα μαζί μου και τις δυο ανύπαντρες αδελφές. Εκει πιάσαμε όλοι δουλειά και .... το 1978 πήγα στην Αθήνα για να βρω κάτι καλύτερο, ... γιατί πίστευα ότι άμα έχεις πατήσει γερά δεν χάνεσαι ποτέ. Εκει πήγα σε ένα εργοστάσιο, ...πήγα στα γραφεία και λέω θέλω δουλειά. Φωνάζουν τον μηχανικό και τους λέει αυτος, ...ναι θέλω έναν βοηθό. Αυτός διεύθυνε όλο το εργοστάσιο, ...ό,τι έλεγε αυτός. Εμένα λοιπόν κάνα μήνα με αγόραζε, ...να δει τι ρόλο βαράει αυτός. Να μην τα πολυλογάμε, ...έμεινα και ενώ ο μισθός του δασκάλου ήταν 12.500 δραχμές εγω έφτανα 20.000 δρχ. ...τότες. Εκει στην Αθήνα πήγα και στο σύλλογο Ηπειρωτων Σαρακατσαναίων, ... τότε ήταν πρόεδρος ο Ηλίας ο Κάλης. Γράφτηκα στο σύλλογο, πήγαινα στα γλέντια και θυμάμαι μια φορά πήγαμε στο γλέντι των φοιτητών, ...ηταν ο Μπόνιας με τον Νάκα, εκει τους είδα για πρώτη φορά. Εγω μέχρι τότε δεν τραγουδούσα καθόλου, ...μόνο στα πρόβατα τραγουδούσα.




Στο Περτούλι με τον Βύρωνα Πολύδωρα


ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΖΑΓΟΡΙ

Το καλοκαίρι του 1980, πήρα ένα μήνα άδεια και πάμε στο χωριό τον Ανθρακίτη που είχε πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου, μεγάλη η χάρη της. Εγω ήμουν τότε νεαρός, με μούσι. Εμείς οι Σαρακατσαναίοι στο πανηγύρι πάντα στο τέλος καθόμασταν. Περιμέναμε να τελειώσουν οι Ζαγορίσιοι και ...όταν έφευγαν, ...μετά χορεύαμε εμείς, ...πολύ αργά, 2-3 η ώρα το βράδυ. Μπαίνουμε στο χορό μετά εμείς, ...λέμε στην ορχήστρα παίξτε ένα τραγούδι Σαρακατσάνικο, ...δεν το ήξεραν, ...λέμε δεύτερο, λέμε τρίτο, λέμε τέταρτο, …τίποτα! Λέω εγω, ...ρε παιδιά να πω εγω ένα τραγούδι ; Αμα ξέρεις πες, λέει ο τραγουδιστής, ...θα μας δείρουν εδώ (γιατι οι δικοί μας είχαν αγριέψει, τους προσβάλανε). Λέω εγω ένα τραγούδι, δυο, τρία, πέντε, .. δυο ώρες. Η ορχήστρα δεν ήξερε, ...έμπαινα εγω και αυτοί ακολουθούσαν.
Με λέει αυτός με το κλαρίνο, ...τι δουλειά κάνεις εσύ ; - Α! δουλεύω στην Αθήνα, ...έτσι κι έτσι, ...Θα σε πάρω μαζί μου, μου λέει ...κι εγω γέλαγα. – Α! ρε του λέω, εγω έχω δουλειά στην Αθήνα, 20 χιλιάρικα παίρνω το μήνα, τι να κάνω εδω; Τέλος πάντων, ...τον πήρα στο σπίτι για φαγητό, γιατί οι μουσικοί εκει δεν είχαν αμάξι να φύγουνε και τους έπαιρνε κάθε σπίτι από έναν. Αυτός ηταν ένα μέτριο κλαρινάκι, Μπούρδος Χαρίλαος τον λέγαν, μου λέει τέρμα, θα δουλέψουμε μαζί.




Τώρα εγώ τι να κάνω, ...ο καιρός πέρασε, .. πρέπει να φύγω. Παίρνω τηλέφωνο στις 15 Αυγούστου στον μηχανικό, ....Κώστα του λέω έχω κάτι δουλειές και δεν θα ’ρθω. Καλά μου λέει. Πάω το Δεκαπενταύγουστο στο πανηγύρι στους Φραγκάδες μαζί μ αυτο΄΄υς, … πήρα λεφτά, …δηλαδή, όσα έπαιρνα το μήνα, μ’ αυτούς τα πήρα σε δυο βράδυα. Τι γίνεται λέω, …με έβαλαν σε πειρασμό, ….τι να κάνω, ….δύσκολα πράγματα. Γυρίζω στην Αθήνα, ...του λέω του μηχανικού έτσι κι έτσι ...κι αυτος γελαγε. Κάτσε εδώ να πάρεις τα λεφτά σου, ... Όχι θα φύγω του λέω, ...και μου λέει στο τέλος : να φύγεις αλλά όποτε δεν σου πάει καλά, ακόμα και μετά από ένα χρόνο, να ’ρθεις πάλι εδώ. Δεν το φανταζόταν ότι θα γίνω τραγουδιστής, .... ούτε κι εγώ το περίμενα.

Στις 29 Αυγούστου 1980 παντρεύονταν ένας πρώτος ξάδελφος μου, ο Θωμάς ο Πάσχος και με πήρε στο γάμο στο Τσεπέλοβο. Την ορχήστρα την πήγα εγώ εκει και αυτός με το κλαρίνο τρελάθηκε, ...μου λέει πήρες εσύ δουλειά ; δεν το πίστευε. Το Τσεπέλοβο ήταν ένα χωριό Ζαγοροποιημένο και πήγαμε εκει και είπα λίγα τραγουδάκια, μαζεμένος. Κι έτσι ξεκίνησα τη δουλειά και μετά πήγα και σε άλλους γάμους και άρχισε να ακούγεται το όνομα μου.


ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ



Τώρα φτάνουμε στο δύσκολο κομμάτι. Τώρα τι κάνεις Νικόλα λέω, ...γιατί πολλοί ξεκίνησαν για τραγουδιστές αλλά έμειναν στο δρόμο. Ακούστηκε βέβαια ότι ένα Γιαννακάκι τραγουδάει, απ’ τους παράγοντες των Σαρακατσαναίων και η Αδελφότητα ήθελε έναν τραγουδιστή. Ο Γιάννης ο Ακρίβης ο δικηγόρος (τον έχω ανηψιό από ξαδέλφη), με βρήκε και κουβεντιάσαμε. Το αναλύσαμε το θέμα και λέω θέλω να συνεχίσω. Μου λέει, θα πας στο Χρήστο τον Ράπτη να κουβεντιάσεις,. Δεν τον ήξερα εγω το Χρήστο αλλά ήταν παράγοντας και βαθύς γνώστης της παράδοσης. Τον πήρα τηλέφωνο και πάμε μαζί με ένα ξάδελφο μου, καθόμαστε και πίνουμε τα τσιπουράκια μας. ...Τραγουδάς με λέει ; ...Ε! κάτι κάνω του λέω. Αφού ήπιαμε αρκετά τσίπουρα, ...Α! πες τώρα ένα τραγούδι με λέει. Είπα κάμποσα τραγούδια, …καλός είσαι, ...εντάξει. Στη συνέχεια η Αδελφότητα κάνει ένα γλέντι στην Πρέβεζα αποκλειστικά με μένα, χωρίς άλλο τραγουδιστή, ...να δούνε τώρα πως θα πάει η δουλειά. Εγινε το γλέντι, όλα καλά και ....φτάνουμε στον ετήσιο χορό, το χειμώνα του 1981. Μου λέει ο Κουμπής ο Γιώργος, ένας φίλος που ήταν στο συμβούλιο.....Νίκο κανόνισε ορχήστρα για το χορό. Εγω δεν ένοιωθα έτοιμος ακόμα και του λέω ...πάτε πάρτε την ορχήστρα που είχατε πέρσι και να ’ρθω και εγω να τραγουδήσω. Τότε ήταν με παραγγελίες και τα περισσότερα ηταν Ζαγορίσια τα τραγούδια. Πράγματι έτσι έγινε και πήγα κι εγω και θυμάμαι είπα και τον ΄΄Ελατο΄΄ . Αυτό ήθελα εγω, δεν ήθελα να πάρω λεφτά, ...ήθελα δοκιμή, ....να δω αν αρέσω και με θέλει ο κόσμος. Δεν σου λέω τι έγινε.



Ο Νίκος Γιαννακός με τον Γιώργο Κοτσίνη


ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΖΑΓΟΡΙΣΙΑ

Η Αδελφότητα με βοήθησε πάρα πολύ, με στήριξε και το’θελαν κι αυτοί. Θέλησαν μετά να με βάλουν μέσα στον Καψάλη τον Γρηγόρη, ....το συγκρότημα ήταν η κορυφή. Εγω το χειμώνα πήγαινα με ένα άλλο συγκρότημα σε κάτι γάμους, αλλά τον Καψάλη φτάσαν στ’ αυτιά του ότι βγήκε ένα παιδί Σαρακατσάνος στα Γιάννενα. Ξέρεις όλα αυτά έπαιζαν ρόλο, γιατί ο Καψάλης ζούσε απ’ τους Σαρακατσαναίους. Κάποτε πάμε μαζι σε ένα γαμο στο Τσεπέλοβο, στο Χρήστο το Γιαννακό που ήταν ξάδελφος μου και που το απαίτησε του Καψάλη να πάω. Ο Καψάλης ήταν τότε στην ΄΄Ψάθα΄΄ στη Θεσσαλονίκη και τον πήρε τηλέφωνο και του λέει έτσι κι έτσι. Μα έχω τραγουδιστή λεει ο Καψάλης και του απαντά ο Χρήστος ....η τον παίρνεις η θα πάρω τον Σαρέα. Αναγκάστηκε ο Καψάλης να ’ρθει και έτσι ξεκίνησε η δουλειά σιγά-σιγά και ο Καψάλης έβλεπε ότι έχω μαζί μου πλέον τους Σαρακατσαναίους. Ο Σιούλης με το ντέφι του έλεγε : Γρηγόρη, το παιδί αυτό θα το πάρουμε στο συγκρότημα, είναι καλό, το θέλουν τα ντασνέ (τους Σαρακατσαναίους οι γύφτοι τους λένε ντασνέ).

Όταν μπήκα στον Καψάλη εκει είναι το δύσκολο κομμάτι για μένα, ...εκει είναι η πάλη, .....μάχη μεγάλη. Μπήκα στον Καψάλη, σε ένα τοπίο Ζαγοροποιημένο, δεν παίζαν τραγούδια Σαρακατσάνικα, δεν τα ήξεραν. Εβγαλαν ένα δικό τους πρόγραμμα και το περάσανε στους Σαρακατσαναίους για χρόνια. Ενώ είναι γνώστης ο Καψάλης, αναρωτιόνταν μετα, που τα βρήκατε αυτά τα τραγούδια. Όταν πήγα εγω βρήκα μια κατάσταση τραγική. Ο κόσμος δεν ξέρει τι τράβηξα εγώ προσωπικά όταν μπήκα για να τραγουδήσω. Πήγαινα στο πανηγύρι στο Τσεπέλοβο με τον Καψάλη και έβλεπα οι Σαρακατσαναίοι να χορεύουν Ζαγορίσια. Εμείς στις στάνες χορεύαμε Σαρακατσάνικα, …τι γίνεται εδώ πέρα λέω. Σε κάποια φάση απελπίστηκα, ..λέω θα τα παρατήσω, θα φύγω. Να βλέπω τώρα, ... εξήντα, εβδομήντα χρονών Σαρακατσάνο να χορεύει την παπαδιά και το γιατρό, .......δεν γίνεται. Με λέει ενας μπάρμπας μου, πρώτος ξάδελφος της μάνας μου, Χρηστάκος Βασίλης…ανηψιέ, άμα θες να επιβιώσεις εδώ, πρέπει να μάθεις τα σιγοπλάκια τα Ζαγορίσια. Κι εγω του απάντησα ως εξής : Εγω μπάρμπα του λέω θα σε απαντήσω με τη φράση που είπε ο Αθανάσιος Διάκος : Εγω Γραικός γεννήθηκα Γραικός και θα πεθάνω, ...εγω Σαρακατσάνος γεννήθηκα και Σαρακατσάνος θα πεθάνω. Η θα περάσω το Σαρακατσάνικο που θέλω η θα σηκωθώ να φύγω. Καλά με λέει αλλά θα μετανοιώσεις. Αυτά εγω του λέω, δεν τα λέω. Με αποτέλεσμα να ’ρχονται τα παιδιά τα Σαρακατσανάκια στο πανηγύρι και να λένε θέλουμε να χορέψουμε Σαρακατσάνικα, αλλά θα μας γελάσουν οι Ζαγορίσιοι. Υπήρχε μια επιτροπή που χόρευαν από δυο τραγούδια και λέω ...παιδιά αυτοί χορεύουν δυο, εσείς θα χορεύετε τρία ...κι ένα από μένα.




Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Χρόνο με το χρόνο, άλλαζε το τοπίο και στο πανηγύρι ακούγονταν και Ζαγορίσια και Σαρακατσάνικα τραγούδια. Στο Τσεπέλοβο στο πανηγύρι ερχόταν άνθρωποι απο την Πρεβέζα, την Ηγουμενίτσα και τα χωριά και έμπαιναν στο χορό και χόρευαν Σαρακατσάνικα. Οι Σαρακατσάνοι του χωριού δεν ήθελαν, ...σε σημείο που κάποιος μέσα στο καφενείο σε γενομένη συζήτηση έλεγε : τι πάθαμε μ’ αυτόν το Γιαννακό, μας χάλασε τα πανηγύρια. Και περναγε ο τότε πρόεδρος της Αδελφότητας, ο Ανδρέας ο Τσουμάνης κι ακούει αυτή την κουβέντα και πήρε θέση υπέρ εμού κι εγινε χαμός. Αυτά ο κόσμος δεν τα ξέρει. Μπορούσα να γίνω ο τραγουδιστής που θέλαν αυτοί και να βγάλω λεφτά. Πάντως όλοι οι πρόεδροι της Αδελφότητας πλην λίγων εξαιρέσεων, αναγνώρισαν την προσπάθεια αυτή και τη δουλειά που κάναμε.

Αλλά στο πανηγύρι είσαι μοναχός στην πλατεία και παλεύεις. Ο Καψάλης όμως, όπως εγω έχω το πάθος για το Σαρακατσάνικο, αυτός έχει για το Ζαγορίσιο. Είδε όμως τα πράγματα να αλλάζουνε και τα πανηγύρια στο Τσεπέλοβο, στο Σκαμνέλι, στο Βραδέτο, από Ζαγορίσια να γίνονται Σαρακατσάνικα και εμένα ο κόσμος μ’ αγάπησε υπερβολικά θα έλεγα. Γίνονταν μια μάχη και οι Ζαγορίσιοι εμένα μ’ έβλεπαν σαν κόκκινο πανί. Με ήθελαν σαν άνθρωπο σαν Νίκο, αλλά σαν τραγουδιστή με βλέπανε πώς να με κρεμάσουν. Και το Σαρακατσάνικο γύρισε κατά ογδόντα τα εκατό. Ο Καψάλης μέσα του δεν του άρεσε αυτό που γινόταν ........και εγω έβλεπα πλέον ότι κι αυτος στεναχωριέταν και .....κάποια στιγμή χωρίσαμε. Τον σέβομαι ομως τον Καψάλη, .....έχει μια ιστορία, .....είναι ένα κεφάλαιο.

Και στο Γυφτόκαμπο στην αρχή είχε παραγγελίες, ...έρχονταν ο άλλος και παράγγελνε το Ζαγορίσιο. Δύσκολα πράγματα, ...μέχρι το 1990 γίνονταν αυτή η δουλειά. Και λέω στα παιδιά στο συμβούλιο, ...παιδιά θα κάνουμε ότι γίνεται στη Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα, …τέρμα οι παραγγελίες. Κι έτσι καθιερώθηκε ο Γυφτόκαμπος, γιατί για μας ήταν ενας χώρος ιερός και είχε μολυνθεί. Κάποτε, ήταν πρόεδρος στην Ομοσπονδία ο Δημήτρης ο Κυργιάννης και ήρθε στο χορό και μπαίνει ο πρόεδρος της Αδελφότητας και χορεύει ένα Ζαγορίσιο την Μπαζαρκάνα και ο Δημήτρης τρελάθηκε. Και σιγά-σιγά πήρε απόφαση το συμβούλιο και το ίδιο έγινε και στο χορό.


ΤΟ ΠΕΡΤΟΥΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ


Πρώτη εμφάνιση στο Περτούλι το 1981


Το 1981 σαν Σαρακατσάνος πήγα στο Περτούλι. Ηταν υπεύθυνος ο Τάσος ο Σουφλιάς και το πρωί την Κυριακή οι τραγουδιστές λέγαν από ένα τραγούδι. Ηταν θυμάμαι ο Νάκας, ο μπαρμπα-Τάσος, ο Μπόνιας νομίζω και δεν θυμάμαι και ποιοί άλλοι. Μέσα στο χώρο των εκδηλώσεων, λέει ένας φίλος μου ο Αχιλλέας ο Χαρίσης και ο Χρήστος ο Ράπτης : ....Τάσο, θα πει κι ένα τραγούδι το παιδί. Ο Τάσος, .....είχε δίκιο ο άνθρωπος, ...ήταν δεκαπέντε χιλιάδες κόσμος εκει, γεμάτο το πλάι, ....που να το βάλω το παιδί λέει. Αφού τον πίεσαν πολύ, γυρίζει προς εμένα : ...τραγουδάς με λέει ; ....κι εγω του απάντησα το εξής : ...είμαι ερασιτέχνης, αλλά αυτό που θα πω, θα το πω καλά, είμαι σίγουρος. .....Αμα το πεις καλά μου λέει, έλα πες το. Και λέω τον ΄΄Ελατο΄΄ εκει, δεν τον ξανάπα ποτέ έτσι, …ντυμένος με το μπουραζάνι και σακάκι, ταίριαξε και με το χώρο, ...τι να σε πω. Για μένα ήταν ο ΄΄Ελατος΄΄, ...τον έμαθα απ’ τον πατέρα μου ....και εκει με καθιέρωσε στο Περτούλι ....κι εκει καθιερώθηκα.




Ηρθε ο χειμώνας, και με πήραν τηλέφωνο απ’ τη Βοιωτία και μου λεν θα ’ρθεις ντυμένος όπως είσαι. Ηταν μακρυά και ......για να μη με πάρουν τους λέω ένα ποσό. ....Εντάξει με λεν .....και ξεκινάω με το λεωφορείο και παω. Τραγούδησα Σαρακατσάνικα και ήταν και μερακλήδες και έβγαλα πολλά λεφτά και στο τέλος αυτά που τους είπα δεν τα πήρα, ....εκείνοι επιμένανε και πήρα τα μισά. Με πήρε τηλέφωνο και ο Δημήτρης ο Κυργιάννης που ήταν πρόεδρος στο σύλλογο Ημαθίας και ανέβαλε την ημερομηνία του χορού για να μπορέσω να πάω γιατι είχα κλείσει στην Ηγουμενίτσα. Τότε άρχισα να προβληματίζομαι πιο πολύ και το πήρα και πιο σοβαρά. Μετά άρχισαν και με έπαιρναν και άλλοι σύλλογοι.




Πέρσι είμασταν με τον Νίκο τον Κατσαρό σε μια συνάντηση και τον είχαμε κάνει ένα τραπέζι στην Ηπειρο και του λέω : ΄΄κ. Κατσαρέ, ευτυχώς που έγιναν οι σύλλογοι και είμαστε σήμερα εδώ όλοι μαζί΄΄. Και τι μου απαντάει : ΄΄Οι σύλλογοι κάναν δουλειά, αλλά εσείς οι τραγουδιστές προβάλατε το Σαρακατσάνικο τραγούδι΄΄. Δεν ξέρω αν το αναγνωρίζουν πολλοί η όχι, αλλά κι εγώ πιστεύω ότι έχω βάλει ένα λιθαράκι σ’ όλη αυτή την ιστορία.

Φτάσαμε πολύ ψηλά και πήγαμε πολύ καλά, ....σήμερα όμως είμαστε σε μια φάση δύσκολη. Στο τραγούδι ας πούμε, βάλαμε τον κόσμο, το πίστεψε, το αγκάλιασε. Kαι τώρα ; Και τελευταία βλέπω πράγματα όχι καλά και στεναχωριέμαι. Είμαστε σε μια φάση δύσκολη.






● ● 


Ο ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ


ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ





ΟΙ ΑΓΡΑΦΙΩΤΟΠΟΥΛΕΣ





ΠΕΡΑ ΕΔΩ ΣΤΟΝ ΕΛΑΤΟ





ΣΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ΣΤΟ ΧΟΡΟ





ΤΑ ΤΡΙΑ ΒΙΛΑΕΤΙΑ





ΛΕΙΩΣΑΝ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ










Video : Πάνος Κατσαρός