portraita

kentriki mpara

..
Ο τόπος του πολιτισμού 
και ο πολιτισμος του τόπου
....

Η περίπτωση των Σαρακατσάνων

του Γιάννη Πιστόλα
Τα κύρια γνωρίσματα της κοινωνίας είναι η ιστορικότητα και η ομαδοποίηση των μελών της, στοιχεία τα οποία συνετέλεσαν στη διαμόρφωση των απαραίτητων δομών και θεσμών, που δημιουργήθηκαν ώστε ο άνθρωπος, όχι απλά να επιζήσει, αλλά και να βελτιώσει τις συνθήκες της επιβίωσής του (Μήλιος,1980).

Εξ ορισμού η κοινωνία είναι επικοινωνία, συμμετοχή σε κάτι, συνειδητή ή όχι, άμεση ή έμμεση. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει την άποψη ότι, η ανθρώπινη κοινωνία είναι ένα σύνολο, ένα πλέγμα σχέσεων, ανάμεσα σε κοινωνούς, τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν, κοινωνικόν, έλεγε ο Αριστοτέλης κι ακόμα η κοινωνία προηγείται του ατόμου, γιατί του εξασφαλίζει την επιβίωση. Μόνος του ο άνθρωπος δεν έχει ύπαρξη, γιατί δεν έχει αυτάρκεια. Για τη μελέτη, κατά συνέπεια της κοινωνίας, σημασία δείχνει να έχει, όχι η ατομική διαδρομή, αλλά η συλλογική, με κύριο χαρακτηριστικό τη ροή, την αναπαραγωγή. Αποτέλεσμα της συλλογικής, κοινωνικής δράσης είναι ο πολιτισμός, δηλαδή, το σύνολο των λύσεων που ο λαός ανακάλυψε και διατήρησε για τα βιοτικά του προβλήματα, τα ατομικά και συλλογικά, υλικής, ψυχολογικής και πνευματικής υφής, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης που δημιουργήθηκαν(Καββαδίας,1985).

Και είναι πολύ φυσικό, όταν αλλάζουν τα προβλήματα, στο πέρασμα του χρόνου, ν' αλλάζουν και οι λύσεις τους, ώστε ν' αλλάζει και να μετεξελίσσεται κι ο πολιτισμός. Στοιχειώδης κοινωνικός θεσμός είναι η κοινότητα , που δημιούργησαν οι άνθρωποι, για την κοινή αντιμετώπιση βιοτικών αναγκών, καθώς και εξωτερικών κινδύνων και απειλών.

Με τον όρο κοινότητα πρέπει να θεωρούμε τόσο την στενά γεωγραφική περιοχή, όπου ζει και αναπτύσσει πολιτισμό μια συγκεκριμένη κοινοτική ομάδα ανθρώπων, όσο και τις πληθυσμιακές εκείνες ομάδες που δεν έχουν σχετικά μόνιμη διαμονή, έχουν όμως σαφέστατα και πολλές φορές αδιάσειστα όρια κοινού πολιτισμικού χαρακτήρα.

Τις κοινοτικές αυτές ομάδες, που φαίνεται να σχετίζονται με την εμφάνιση της φεουδαρχίας, όσο και με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές της Οθωμανικής περιόδου, συνήθως οι επιστήμονες τις ονομάζουν συμβιωτικές (Νιτσιάκος, 1991), με έντονα τα στοιχεία κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που βασίζονται σε οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις και που δεν χαρακτηρίζονται από την αλλοτρίωση του αστικού τρόπου ζωής. Ανάμεσα στις τοπικές συμβιωτικές ή εθνοτοπικές ομάδες τοποθετούνται οι Σαρακατσάνοι, Σαρακατσιάνοι ή Σαρακατσαναίοι.

Εξελιγμένοι έως μετέχοντες του Ελληνικού πολιτισμού, παραδοσιακοί στην τεχνολογία και την κοινωνική οργάνωση, είχαν κύριο χαρακτηριστικό το νομαδισμό. Ζούσαν σε ιδιότυπους κοινωνικούς και παραγωγικούς μηχανισμούς, τα τσελιγκάτα με αρχηγό, όχι ανεξέλεγκτο αλλά υποκείμενο σε κρίση. Κλειστές μονάδες από τη φύση τους, με βασικό δομικό κοινωνικό υλικό την διευρυμένη ή εκτεταμένη οικογένεια, (Καββαδίας, 1991) διατηρούσαν τις απαραίτητες μόνο εξωτερικές σχέσεις, αυτές που ήταν ζωτικής σημασίας, ώστε πολλές φορές να οδηγούνται στο τεχνητό επίχρισμα της κουμπαριάς (Βαρβούνης, 1999).



¨Πάει να βαφτίσει ένα παιδί, να κάμει έναν κουμπάρο, για να τον έχει γύρισμα.¨ λέει ένα Σαρακατσάνικο τραγούδι.

Με απαράβατο κανόνα την εθνική ενδογαμία, απαγορεύονταν ο γάμος μεταξύ συγγενών από πατέρα μέχρι τον 8ο βαθμό (3α ξαδέρφια) και από μητέρα μέχρι τον 6ο - και με συγγένειες εξ αίματος, εξ αγχιστείας, πνευματικής (κουμπαριά) και τεχνητής (αδελφοποιΐα), αποτελούσαν μια κλειστή κοινωνική ομάδα πατρογραμμική και πατροτοπική με αρχηγό , διαχειριστή, πάντα από την γραμμή του πατέρα. Οι περιπτώσεις συμμετοχής κάποιου σε τσελιγκάτο του πεθερού ήταν σπανιότατες και ως εκ τούτου παροιμιώδεις: «Πώς κατάντ’σα ιγώ, βαλμάς τ΄Γκ’ρόϊα »

Συγκρίνοντας κανείς την εκτεταμένη Σαρακατσάνικη οικογένεια με τις ιστορικές πατριαρχικές - την βιβλική εβραϊκή, την ελληνική προομηρική και τη ρωμαϊκή, διαπιστώνει μια ιδιαιτερότητα, αφού ο Σαρακατσάνος αρχηγός, ούτε υπερφυσικές θεϊκές ιδιότητες είχε, ούτε απέπεμπε τη γυναίκα του ή εξέθετε το παιδί του, ούτε αποφάσιζε για τη ζωή και το θάνατο των υπηκόων του, όπως οι ρωμαίοι, ούτε είχε το δικαίωμα της πολυγαμίας ή της κτήσης παλλακίδων. Τέλος ο θάνατός του δεν επέφερε διάλυση της οικογένειας (Καββαδίας, 1991).

Το σαρακατσάνικο τσελιγκάτο διέπονταν από απαράβατους κανόνες ηθικής, όπου ο ατομικισμός έπρεπε να ενταχθεί στο σύνολο, που μπορούσε να διαιωνίσει τις απαραίτητες κοινωνικές δομές. Από την ώρα που τόσο το άτομο όσο και η ομάδα έμπαιναν στο σύστημα συγγένειας και συμμαχίας, ήταν πάντα κοινωνικά τοποθετημένοι και ταξινομημένοι (Καββαδίας, 1991). Ωστόσο, μπορεί ο αρχηγός να είχε απόλυτη εξουσία, ως προς τις οικονομικές και διοικητικές αρμοδιότητες, δεν είχε, όμως, καμία δικαιοδοσία στην προσωπική ζωή του ατόμου ή της οικογένειας. Αυτό το πλέγμα κανόνων συμπεριφοράς, κωδικοποιημένο στο εθιμικό δίκαιο των Σαρακατσάνων, στο οποίο συνυπάρχουν πολλά στοιχεία του αρχαιοελληνικού, ρωμαϊκού και εκκλησιαστικού δικαίου, είναι απαράβατο και περιλαμβάνει όλο το φάσμα της κοινωνικής ιεραρχίας. Όταν παραβιάζονταν, παρενέβαιναν τα θεσμοθετημένα όργανα, όπως το συμβούλιο των γερόντων, για ενδοκοινοτική οικονομική διαφορά ή διοικητική παρέκκλιση του τσέλιγκα και το σ΄ναφικό δικαστήριο των τσελιγκάδων για παράβαση κανόνων ηθικής τάξεως.

Είναι γεγονός ότι σπανιότατα έχει συγκλιθεί σ’ναφικό δικαστήριο, κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, με σημαντικότερη περίπτωση αυτήν της καταδίκης σε θάνατο του τσέλιγκα Σπύρου Μπαμπαλή, που έγινε περίπου το 1860 στη Βουλγαρία. Η απόφαση των τσελιγκάδων έγινε απόλυτα σεβαστή και εκτελέστηκε από τις οθωμανικές αρχές (Γαρούφας, 1983).


Το γεγονός θεωρήθηκε τόσο σημαντικό, ώστε έγινε τραγούδι:΄΄Αμάν-αμάν αφέντη μου από τους Μπαμπαλαίους, από το Σπύρο Μπαμπαλή κι από τον αδερφό του . Κορίτσια δεν ορίζουνε, νιφάδες συβασμένες . Οι κιχαϊάδις το ‘μαθαν κι όλοι οι τσελιγκάδις . Ο Νταλακούρα Θόδωρος κι ο Κωσταντή Λαΐνας, Βαγγέλης Κουρκουτόϊπουλος κι ου Στέργιο Νικολάκης, Γερογιαννάκης Σιακαλής κι αυτός ο Κουτσομήτρος . Κάνουν τον πρώτο μασματά , τον Μπαμπαλή δικάζουν . Κι αντάμα τ΄ αποφάσισαν κι απ’ τον κατή χαλεύουν : Να χαλαστεί ο Μπαμπαλής να ξιαντροπιάσ΄ ο κόσμος.΄΄





Αν και υπάρχουν αναφορές για τον νομαδισμό από πολύ παλιά, ακόμα από τις πρώτες κοινωνίες ως τον Όμηρο και τον Αριστοτέλη και παρά τις ανθρωπολογικές αναφορές του Πουλιανού (1993), ότι είναι ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης, ή οι παλαιότεροι αυτόχθονες (Μουτσόπουλος, 1983), πρέπει να δεχθούμε ότι οι Σαρακατσάνοι, ως συμβιωτική ομάδα, καταγράφονται επίσημα στην βιβλιογραφία μετά τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Ο Καββαδίας υποστηρίζει ότι εμφανίζονται περί το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ στον μεσαίωνα και στο καθεστώς της φεουδαρχίας τοποθετεί την ανάδειξή τους ο αείμνηστος Σαρακατσάνος δικηγόρος Μποτός (1982).

Για την ίδια περίοδο ο Βακαλόπουλος (1991) αναφέρει κοινωνικές ανακατατάξεις στη Βαλκανική που οφείλονται σε ιστορικά γεγονότα, όπως οι μάχες της Βάρνας το 1440, του Κοσσυφοπεδίου το 1448 κ.λ.π., που οδήγησαν στη δημιουργία ορεινών οικισμών ή κοινωνικών ομάδων. Ο Καθηγητής Συμεωνίδης (1996), μελετώντας το γλωσσικό ιδίωμα των Σαρακατσάνων, τοποθετεί τη γέννησή του τον 14ο με 15ο μ.Χ. αιώνα.. Πάντως, άσχετα με την εμφάνισή τους, ούτως ή άλλως όλοι δέχονται ως αρχική κοιτίδα το ορεινό συγκρότημα των Αγράφων. Όχι μόνο ο βιοπορισμός, αλλά και σημαντικά ιστορικά γεγονότα του 17ου αιώνα, συνετέλεσαν σε μια πρωτοφανή διασπορά, σχεδόν σε όλες τις χώρες της Βαλκανικής (Σερμπέζης , Κουρκούτας, 1994).

Έτσι, κατά τους δύο τελευταίους αιώνες οι Σαρακατσάνοι εμφανίζονται από την Πελοπόννησο μέχρι το Βουκουρέστι και από την Κορυτσά μέχρι την Κόκκινη Μηλιά. . Η κοινωνικοοικονομική τους δομή, αλλά και μια σειρά από συγκλονιστικά γεγονότα, που συνέβησαν κατά τον 20ο αιώνα, έγιναν οι αιτίες που υποχρέωσαν τους Σαρακατσάνους της Βαλκανικής σε σχετική διαμονή περιορισμένη σε στενότερα εθνικά και γεωγραφικά περιθώρια. Έτσι, ανάλογα, κυρίως με τον τόπο της χειμερινής κατοικίας, έχουμε Σαρακατσάνους Αττικοβοιωτίας, Ηπειρώτες, Θεσσαλούς, Μακεδόνες, Κασσανδρινούς, Σερμπιάνους , Βουργαρνούς και Πολίτες (Κωνσταντινουπολίτες).

Αυτοί οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί απέκτησαν ένα ιδιαίτερο νόημα, στα μέσα του 20ου αιώνα, καθώς άρχισαν να δημιουργούνται σιγά - σιγά κάποιες επί μέρους διαφοροποιήσεις στον εθιμικό τους πολιτισμικό χαρακτήρα. Ο τύπος της κοινωνικής δομής της κλειστής συμβιωτικής ομάδας, αλλά και οι αλληλεπιδράσεις, από ελάχιστες έως αρκετές, της κυρίαρχης και πολλές φορές αλλοεθνούς περιβάλλουσας κοινωνίας, κι ακόμα ο απαράβατος κανόνας της εξέλιξης και μεταλλαγής του πολιτισμού, πρέπει να θεωρηθούν ως οι κυριότερες αιτίες του φαινομένου. Παρ’ όλες τις επί μέρους αυτές διαφοροποιήσεις, οι όπου γης Σαρακατσάνοι και παρά το γεγονός ότι έζησαν σε ξεχωριστά κράτη, με διαφορετικά πολιτικοκοινωνικά δεδομένα και μάλιστα ιδιαίτερα αποκομμένοι μεταξύ τους για δεκαετίες, διατήρησαν αναλλοίωτη, σε συντριπτικό βαθμό, μια ενιαία πολιτισμική ταυτότητα, ακραιφνώς ελληνική (Σερμπέζης, 1995-98).

Είναι χαρακτηριστική η έκπληξη της δημοσιογράφου και τότε διευθύντριας του Κέντρου Λαϊκών Δρωμένων Κομοτηνής, κ. Μαχαιροπούλου, όταν παραβρέθηκε σε μια συνεστίαση μερικών Σαρακατσάνων από διάφορες περιοχές της Βαλκανικής, που έγινε στην Κομοτηνή, με την ευκαιρία ενός οργανωτικού συνεδρίου της Ομοσπονδίας Συλλόγων Σαρακατσάνων, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Εκεί, άνθρωποι άγνωστοι μέχρι τότε μεταξύ τους, με τριών ειδών διαβατήρια, τραγουδούσαν στον ίδιο (ν) ηχώ κι έλεγαν τα ίδια λόγια:

« Καλά τρώμε, μωρέ παιδιά, καλά τρώμε και πίνουμε. Μωρέ παιδιά καημένα, καλά χαροκοπάμε …………………………..»

Και η δημοσιογράφος, στήλη άλατος, κατάφερε μετά βίας να ψελλίσει: «Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό»




Είναι πολλοί οι παράγοντες που επιδρούν, επηρεάζουν και τελικώς διαμορφώνουν τις κοινωνικές συμπεριφορές. Γεωπολιτικά δεδομένα, εθνικές και θρησκευτικές καταβολές και ιδιαιτερότητες, φιλοσοφικά ρεύματα και πολιτικά συστήματα, ιστορικές συγκυρίες. Έτσι δεν είναι τυχαίο που στα μέσα του 20ου αιώνα η Ελληνική κοινωνία, βαρύτατα τραυματισμένη ψυχολογικά και παραπαίουσα οικονομικά, αναστέλλει για δυο περίπου δεκαετίες (’50-’70) τις αντιστάσεις της και αδρανοποιεί τα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά. Ο Έλληνας θέτει ως πρώτη προτεραιότητα τον βιοπορισμό του. Χωρίς να το πολύ καταλαβαίνει, σέρνεται κυριολεκτικά στην ουρά μιας θεομηνίας, που λέγεται αστυφιλία, στοιβάζεται σε θλιβερές πόλεις και λουφάζει παγιδευμένος στο τσιμέντο. Και η μάνα μου ξεφορτώνεται τέσσερα μάλλινα «χαράρια» με χρυσοκεντημένες σαρακατσάνικες φορεσιές και με ιδιαίτερη ανακούφιση τις ανταλλάσσει με δυο «καμηλό» κουβέρτες. Είναι πια ευρωπαία. Κι ο γύφτος σέρνει βιαστικά το θησαυρό του, προαιώνιο απόσταγμα, τη δική μου ταυτότητα και χάνεται στο βάθος.

«Εδώ κόβονται τα ράμματα.»

Η εμφάνιση των πολιτιστικών συλλόγων, δειλά-δειλά στη δεκαετία του ’60 και πιο μαζικά αργότερα, έρχεται να αναστρέψει ένα εκφυλιστικό κύμα, που παρατηρείται παράλληλα με την αστικοποίηση του πληθυσμού. Η Καρτεσιανή θεώρηση εδώ φαίνεται να βρίσκει την αποθέωσή της, καθώς απ΄ τη μια ο πληθυσμός μεταναστεύει στην πόλη κι απ΄ την άλλη θυμάται το χωριό, το τσελιγκάτο. Σ΄ αυτόν ακριβώς τον δυαδισμό πρέπει κανείς να αναζητήσει τις ρίζες του πολιτιστικού κινήματος.

Παρά τις σοβαρές παραλείψεις, που μάλλον οφείλονται σε αδυναμίες της οργανωτικής δομής τους, τόσον οι κατά τόπους σύλλογοι Σαρακατσαναίων, όσο και οι Ομοσπονδίες, δικαιούνται να τους αποδοθούν ιδιαίτερα εύσημα για τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη διάσωση στοιχείων του παραδοσιακού σαρακατσάνικου πολιτισμού. Ωστόσο πρέπει να μιλάμε πλέον για προσπάθειες αναβίωσης ή πιο δόκιμα για τον πολιτισμό των συλλόγων. Η εμφάνιση, τα τελευταία χρόνια, Σαρακατσάνων επιστημόνων καθώς και ερευνητών, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως σημαντικός παράγων στην εξελικτική πορεία του Σαρακατσάνικου πολιτισμού. Παρασυρμένοι απ΄ τον άνεμο μιας ιλιγγιώδους τεχνολογικής εποχής, όχι πια στο περιθώριο, αλλά ενεργά μετέχοντες και οι Σαρακατσάνοι, οδεύουν μάλλον προς το τέλος. Μια συμβιωτική ομάδα, με καταβολές προαιώνιες και μια πρωτοφανή διαίσθηση ηθικής, που κράτησε μόνο όσα θεώρησε απαραίτητα απ΄ χρόνο και το χώρο, δείχνει να κλείνει τον βιολογικό της κύκλο όταν στερείται τον αέρα της και το τραχύ γεωφυσικό περιβάλλον.

Ο πολιτισμός, ετούτης της ανυπότακτης κοινότητας, που φαίνεται να καταξιώνεται, όταν δέχεται έντονες εξωτερικές πιέσεις, ακολουθώντας μάλλον το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αργοπεθαίνει αναπόφευκτα. Ό,τι δεν κατάφεραν οι Οθωμανικές διώξεις, οι πρωτοφανείς πιέσεις των φασιστικών και τέως ανατολικών, σοσιαλιστικών καθεστώτων, καθώς και η αδιαφορία έως χλεύη της επίσημης Ελληνικής πολιτείας, φαίνεται να γίνεται χωρίς κανείς να το επιδιώκει. Οι Σαρακατσάνοι, που επέζησαν τουλάχιστον κατά τη ρωμαϊκή, βυζαντινή και οθωμανική περίοδο, ή αν θέλετε έζησαν στο περιθώριο της προ καπιταλιστικής, της βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής περιβάλλουσας κοινωνίας, παρακολουθούν σήμερα έκθαμβοι, μαζί με τον άλλο κόσμο, την δραματική ηθική κατάρρευση του υπαρκτού καπιταλισμού. Και τώρα τι; Ίσως, για την ειρωνεία της υποθέσεως, το προαιώνιο μαγικοθρησκευτικό τραγούδι με τη μορφή της προφητείας του Πατροκοσμά του Αιτωλού, να ηχήσει για τελευταία φορά:

Μια μέρα οι Σαρακατσάνοι θα χωριστούν στα τέσσερα.

Όσοι παν’ έβγα ηλιού , θα γυρίσουν φορτωμένοι με αρμαθιές φτώχεια και κακομοιριά.

Όσοι πάν’ κατ’ το βοριά, θα λουφάξουν.

Κι όσοι δεν Βουργαρέψουν, θα κυριέψουν.

Στο τέλος όλοι θα χαθούν.

Μα σαν χαλάσουν κι οι Σαρακατσάνοι, θα χαθεί κι ο κόσμος ολάκερος.