portraita

kentriki mpara

Βασίλης Μπομπότας
.
Π ά ν τ α  « π α ρ ώ ν »
του Νίκου Μπάτζιου

Είναι σύνηθες, από τις σελίδες της «ΗΧΩ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ» να παρουσιάζονται δύο τύποι Σαρακατσάνων. Αυτοί που είναι ζωντανοί φορείς της παράδοσης μας, που έχουν βιώσει τον νομαδικό τρόπο ζωής, τα ήθη και τα έθιμα μας και έχουν πολλά να μας πουν και αυτοί που έχουν προκόψει και ξεχωρίσει σε επαγγελματικό και επιστημονικό επίπεδο και γίνεται αναφορά στα επιτεύγματα τους. Στο φύλλο αυτό, είναι από τις σπάνιες φορές που παρουσιάζουμε έναν άνθρωπο που ανήκει και στις δύο αυτές κατηγορίες. Έναν επιτυχημένο επιχειρηματία που βρίσκεται πάντα ηθικά και οικονομικά δίπλα στους Σαρακατσαναίϊκους συλλόγους, ταυτόχρονα όμως έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στο καλύβι, ταξίδεψε με το καραβάνι και βίωσε τη μετάβαση από το νομαδικό στον αστικό τρόπο ζωής. Αυτός είναι με λίγα λόγια ο Βασίλειος Μπομπότας.

Τον συναντήσαμε στο γραφείο του, εν μέσω πελατών και τηλεφώνων που χτυπούσαν όλοι την ώρα και που έκαναν δύσκολο το έργο μας. Έκλεισε το γραφείο, με μια ανεμελιά που δε θύμιζε επιχειρηματία αλλά τον αγνό Σαρακατσάνο των παλιών χρόνων. «Και τι έγινε; Ας μην φάμε σήμερα, έχει ο Θεός αύριο» μας είπε ’’ξαστόχαστα’’.

Γνώριζα ότι αποβραδίς βρισκόταν σ’ έναν από τους πολλούς χορούς Σαρακατσάνικων συλλόγων για τους οποίους διαβάσατε στις προηγούμενες σελίδες της «ΗΧΟΥΣ». Πιθανόν φέτος να βρέθηκε σε όλους αυτούς. Δεν έβλεπες καμία κούραση στο πρόσωπο αυτού του εβδομηνταδυάχρονου ανθρώπου. «Γύρισα από την Λάρισα το πρωί» μου είπε. «Σήμερα θα πάω στο Κιλκίς και θέλω να γυρίσω λίγο απ΄ τα ξαδέρφια μας, τους Αργιθεάτες» «Και πως αντέχεις μπαρμπα-Βασίλη;» τον ρωτάω. «Τα γλέντια μου δίνουν ζωή» ήταν η αφοπλιστική απάντηση ενός ανθρώπου, που εγώ στην ηλικία του, θα προγραμματίζω πως θα περάσω πιο ήσυχα και ήρεμα την ζωή μου.

Το γραφείο του, ολόγυρα, γεμάτο από τιμητικές πλακέτες και φωτογραφίες με διαπρεπείς ανθρώπους, Σαρακατσάνους και μη. «Προσπαθώ να βοηθάω όποιον έχει ανάγκη και χρειάζεται την βοήθεια μου. Θέλω να στηρίζω τους συλλόγους να κάνουν το έργο τους, γιατί ξέρω ότι οι καιροί είναι δύσκολοι. Αν δεν τους βοηθήσουμε όποιοι μπορούμε, οι μισοί σύλλογοι θα κλείσουν» μου λέει και με εντυπωσιάζει η ευθύνη με την οποία έχει ο ίδιος επιφορτιστεί. Μια ευθύνη, για την οποία υποχρεώθηκε μόνο από τη συνείδηση του. «Εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω αλλιώς, θες η δουλειά, θες ότι έμαθα λίγα γράμματα..» συνεχίζει. «Ε, και μετά με βραβεύουν» μου λέει ταπεινά και αναρωτιέμαι πόσο μικρή μπορεί να είναι η τιμή μιας βράβευσης σε σύγκριση με την διαρκή οικονομική στήριξη ενός Συλλόγου και πόσο εύκολα και άδολα ο ίδιος την εξισώνει. «Θέλω όμως να γίνεται έργο όταν βοηθάω. Ξέρεις πόσοι με γέλασαν;» και καταλαβαίνω το μεγαλείο ενός ανθρώπου, που ακόμα δεν έχασε την εμπιστοσύνη του απέναντι στους άλλους ανθρώπους, δε διαβρώθηκε. «Καλά, δε λένε όποιος καεί στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι;» τον ρωτάω. «Εγώ έτρωγα και χυλό και κατσαμάκι και γιαούρτι και δεν το φύσαγα ποτέ. Τώρα που γέρασα θα το φυσήξω;» μου απαντά.

Στη συνέχεια περάσαμε σε πιο βιωματικά στοιχεία και τον άφησα να αφηγείται χωρίς διακοπές. Άλλωστε είναι γνωστή η ικανότητα των ηλικιωμένων Σαρακατσάνων στις διηγήσεις.

«Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 1935 στο Πισοδέρι της Φλώρινας όπου ανέβαινε το τσελιγκάτο να ξεκαλοκαιριάσει. Το χειμώνα κατεβαίναμε έξω από την Νέα Καλλικράτεια. Κάποιες φορές το καλοκαίρι βγαίναμε και στα Μπιτώλια. Ο πατέρας μου, Αντώνιος Μπομπότας, είχε 4 παιδιά και 2 κορίτσια. Εγώ ήμουν κατά σειρά ο τέταρτος. Το παλιό μας όνομα ήταν Καλαίοι και είχαμε συγγένεια με τους Καλαίους που ήρθαν από το κρατίδιο των Σκοπίων. Αυτοί πέρασαν απ’ τα Μπιτώλια και έμεινα μέσα στα Σκόπια. Ή ο παππούς μου ή ο προπαππούς μου άλλαξε το όνομα και το ΄κανε Μπομπότας.»

Τον διακόπτω και τον ρωτώ αν θυμάται τη σύσταση του τσελιγκάτου.

«Βέβαια, σαν τώρα» μου απαντά. «΄Ηταν καμιά πενηνταριά οικογένειες που ανταμώναμε το καλοκαίρι στο Πισοδέρι. Οι οικογένειες αυτές ήταν Μπομποταίοι, Μπακαίοι, Ζαραλαίοι, Μπαλασκαίοι, Φλωραίοι, Κατσαραίοι, Λεφαίοι, Λοκοβιταίοι, Γιαννιωτακαίοι, Ζαβαίοι, Καραμητραίοι, Γιδαραίοι, Κουτσονικαίοι και Τζοτζαίοι» και μένω έκπληκτος από την λεπτομερή ανάλυση του μετά από τόσα χρόνια. «Κεχαγιά είχαμε των Κώτσο τον Μπάκα. Το χειμώνα σκόρπαγε το τσελιγκάτο. Εμείς πηγαίναμε στην Ν. Καλλικράτεια ,οι Ζαραλαίοι στις Καλύβες Πολυγύρου, οι Μπακαίοι στην Ορμύλια.

Ο πατέρας μου ήταν 6 αδέρφια . Ο Δημήτρης, ο Ηλίας , ο Κωνσταντίνος, ο Αντώνης, ο Γιαννακός και ο Αχιλλέας. Ο Γιαννακός πέθανε εικοσιδυό χρονών από αρρώστεια, στα βουνά. Πού να βρεις γιατρό εκεί πάνω εκείνα τα χρόνια.

Το χειμώνα είχαμε κεχαγιά τον θείο μου Δημήτρη (Τάκο) Μπομπότα. Από το 1936 και μετά τον είχαμε κεχαγιά και το καλοκαίρι.

Μετά το 1940 εγκατασταθήκαμε στη θέση Μπομποταίϊκα, έξω από τη Νέα Καλλικράτεια όπου και ζούσαμε στα καλύβια μας. Μετά το 1950 άρχισαν να γίνονται τα πρώτα σπίτια»

« Και πως ήταν η ζωή εκεί τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης;”

“Δύσκολη ζωή γιατί συνεχίσαμε την κτηνοτροφία. Κάθε βράδυ όμως όταν γυρνούσαμε από τα πρόβατα, πιάναμε το χορό. Πότε με το στόμα και πότε με το γραμμόφωνο». Τότε πια παίρνω και απάντηση από πού αντλεί αυτός ο άνθρωπος τόση δύναμη και διάθεση για γλέντι.

«Γράμματα που έμαθες μπάρμπα-Βασίλη;»

«Τα πρώτα γράμματα τα έμαθα κάτω απ’ την γκορτσιά, στα Μπομποταίϊκα. Είμασταν είκοσι παιδιά και κάθε καλοκαίρι μας έφερναν δάσκαλο. Ο πρώτος δάσκαλος μου ήταν ο κ. Γεωργαλίδης. Μαζί με μας, τα παιδιά του τσελιγκάτου, έρχονταν στην γκορτσιά και πέντε Τσεκουραίοι. Το χειμώνα πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Καλλικράτειας όπου και το τελείωσα. Στο Πισοδέρι εγώ σχολείο δεν πρόλαβα να πάω. Αλλά και εκεί έπαιρναν δασκάλους. Είχαν δύο πρώτα ξαδέρφια, τον Γομπέρη και τον Γομπερίτση, προπολεμικά». Να και τα πρώτα ωφέλη της εγκατάστασης,σκέφτομαι. Σ’ αυτήν την ηλικία και έχει τελειώσει το δημοτικό.

«Το 1958 στρατεύθηκα. Πήγα πρώτα στην Πάτρα και μετά στην Βεύη της Φλώρινας. Ήμουν έμπιστος επειδή ήμουν Σαρακατσάνος. Ο Λοχαγός μου είχε πει ότι εσείς οι Σαρακατσαναίοι είστε οι καλύτεροι στρατιώτες και ότι άμα είσαι Σαρακατσάνος είναι σαν να έχεις βαθμό στον στρατό.

Το 1960 παντρεύτηκα με την κυρία Όλγα ,το γένος Γιαπαλή, απ΄το Πολύκαστρο. Έγινε ένας παραδοσιακός γάμος. Θυμάμαι δεν ξεκίναγε ο γάμος αν δεν έμπαινα πρώτος στο χορό και δεν τραγούδαγα. Είχαμε αρχίσει όμως να παίρνουμε και όργανα στους γάμους τότε. Εμείς είχαμε τον Μαλλιάρα τον Βάϊο». Αντιλαμβάνομαι τα στοιχεία νόθευσης της παράδοσης που σιγά σιγά υπεισέρχονται στην καθημερινότητα.

«Μετά απέκτησα δύο παιδιά και μία θυγατέρα. Τον Αντώνη (σ.σ. Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Ν.Θεσσαλονίκης «Η ΕΝΩΣΗ», τον Γιώργο και την Παναγιώτα».



«Και πότε σταματήσατε μπαρμπά –Βασίλη την κτηνοτροφία;»

«Στην αρχή πήραμε χωράφια αλλά είχαμε και τα πρόβατα. Εγώ το 1967 αγόρασα μια κομπίνα και αλώνιζα. Με είχε φάει ο ήλιος και η ζέστη. Μια μέρα έρxεται ένας Έλληνας του εξωτερικού και με ρωτάει. «Πατριώτη ποιανού είναι αυτό το χωράφι; Μπορείς να μου τον φέρεις αύριο εδώ;». «Βέβαια μπορώ, και έφερα τον ιδιοκτήτη την άλλη μέρα. Αγόρασε το χωράφι ο Έλληνας του εξωτερικού και βγάζει και μου δίνει και μένα κάποια χρήματα για την βοήθεια μου. Εγώ ήμουν μέσα στα αλώνια και αυτό έγινε και ξανάγινε πολλές φορές. Σκέφτομαι, αυτή η δουλειά έχει ψωμί! Γιατί να καίγομαι μέσα στο θέρο;

Από το 1972 ξεκίνησα τις μεσιτείες και απ’ το 1978 ξεκίνησα τις αγοραπωλησίες οικοπέδων και τώρα δόξα το Θεό είμαι πολύ καλά». Τον ακούω και κατανοώ πόσο μεγάλο ρόλο παίζει μια συγκυρία στη ζωή και πόσο σημαντικό είναι να αρπάζεις τις ευκαιρίες που θα σου αλλάξουν τη ζωή.

«Να σε ρωτήσω μπαρμπα-Βασίλη.Οι σχέσεις με τους άλλους κατοίκους, τους μη Σαρακατσάνους, πως ήτανε;»

«Στο Πισοδέρι είχαμε πολύ καλές σχέσεις με τους Βλάχους. Και τα βοσκοτόπια απ΄ τους Πισοδεριώτες τα νοικιάζαμε. Ακόμα θυμάμαι πολύ μικρός γλέντια που γινόταν με το Νομάρχη Φλώρινας που ανέβαινε στα καλύβια. Τσακτσίρα τον έλεγαν και μας εκτιμούσε πολύ. Μετά, ένας αδερφός του πατέρα μου, ο Κωνσταντίνος, αν και πήρε Σαρακατσάνα, κατέβηκε και εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα. Άνοιξε ποτοποιείο και τον έβγαζαν πολλά χρόνια Πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου» μου λέει με καμάρι για το θείο του, για να μου αποδείξει τις καλές σχέσεις τους με τους ντόπιους.

«Εδώ στη Νέα Καλλικράτεια μείναμε οι Μπομποταίοι, οι Ζαραλαίοι, οι Μπαλασκαίοι και οι Τσεκουραίοι. Οι πρόσφυγες ήταν καλοί μαζί μας. Μας έδιναν και ψάρια αλλά εμείς τα πετούσαμε. Ποιος από μας ήξερε από ψάρια τότε; Εδώ μπάνιο στη θάλασσα αρχίσαμε να κάνουμε μετά το ’70 κι ας την είχαμε στα πόδια μας. Μετά το ’70 άρχισαν οι Σαρακατσάνοι να παντρεύονται και ντόπιες απ΄ το χωριό και ανακατωθήκαμε!

Έτσι λοιπόν κλείνει η διήγηση του μπάρμπα-Βασίλη, φθάνοντας σιγά σιγά στο σήμερα. Σε μια κοινωνία πολυπολιτισμική ,που ένας Σαρακατσάνος, ο οποίος δεν είχε ποτέ την δική του ιδιόκτητη γη, τώρα πια να εμπορεύεται τη γη και να βιοπορίζεται από αυτή. Και που το μόνο που μένει στο πέρασμα των χρόνων να θυμίζει νοσταλγικά την νομαδική ζωή είναι οι ταμπέλες που υπάρχουν στο δρόμο για Πισοδέρι και στο δρόμο από Νέα Καλλικράτεια προς Σύλλατα που γράφουν: «ΠΡΟΣ ΜΠΟΜΠΟΤΑΙΪΚΑ.»