portraita

kentriki mpara

Νεκρικά και ταφικά έθιμα των Σαρακατσαναίων


του Νίκου Ζυγογιάννη

Ο θάνατος, το συνταρακτικότερο γεγονός της φύσης, ήταν φυσικό να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας, της θρησκευτικής σκέψης, του φιλοσοφικού στοχασμού και της τέχνης. Η ιδέα του θανάτου, σ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης πορείας, ταλαιπωρεί τον άνθρωπο, που το βιώνει σαν το τέρμα της ύπαρξής του. Γι αυτό από την αρχαία εποχή φιλοσοφικές ή θεολογικές θέσεις προσπάθησαν να ηρεμήσουν την ανθρώπινη ψυχή από την αγωνία του θανάτου. Παράλληλα, στο λαό επικρατεί πλούσια εθιμολογία που χαρακτηρίζεται τόσο από σεβασμό προς το νεκρό και τη μνήμη του όσο και από τη σκέψη να αποτραπεί ή να εξουδετερωθεί οποιοδήποτε κακό θα μπορούσε να προέλθει από το θάνατο ενός οικείου προσώπου.  

Η στάση των Σαρακατσαναίων απέναντι στο θάνατο είναι φιλοσοφημένη. Το βιώνουν ως ένα αναπόφευκτο φαινόμενο που πρέπει να αντιμετωπιστεί με αξιοπρέπεια. Οι ηλικιωμένες γυναίκες και οι επίτοκες (ετοιμόγεννες) ακόμα που ξέρουν ότι ο τοκετός μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή τους , ετοιμάζουν μόνες τους ένα σάκο με τα ρούχα και το σάβανο που θα τους φορέσουν όταν πεθάνουν. Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό και στο χειμαδιό, στα καραβάνια έβαζαν ένα τουρβά ολοκαίνουρια και αφόρετη φορεσιά (νεκραλλαξιά). Των ανδρών τις ετοίμαζαν οι γυναίκες, όταν έφταναν εκείνοι σε ηλικία 50-60 ετών. Τη φορεσιά αυτή την έραβαν χωρίς να κάνουν κόμπο στο νήμα στο βελόνι, για να βγει η ψυχή χωρίς δυσκολία και να πάει στον παράδεισο και της έβαζαν ένα κομμάτι κερί και σπάγγο από εννιά κλώνους, για να μην έρθει στο κονάκι ξανά ο Χάρος. Ακόμα ετοίμαζαν το «νεκροσκούτι», ένα μάλλινο, υφαντό που το έφτιαχναν για να τους τυλίξουν, όταν πεθάνουν και να τους βάλουν στο μνήμα, καθώς επίσης και το σάβανο. Η Αγγελική Χατζημιχάλη γράφει ότι οι Σαρακατσαναίοι έλεγαν πως «ο θάνατος παραφυλάει πίσω από το αυτί μας (στο ριζάφτι)». Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν αδιάφοροι απέναντι στο θάνατο. Αντίθετα, ενδιαφέρονταν τόσο, ώστε να τον περιβάλουν με ένα ολόκληρο κύκλωμα από εκδηλώσεις και πράξεις. 




Οι θεολογικές γνώσεις των Σαρακατσαναίων είναι ελάχιστες. Όμως ο τρόπος ζωής τους έχει θωρακίσει με εκπληκτική σιωπηρή καρτερία και έχουν εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Αντέχουν τη δοκιμασία του θανάτου. Φτάνουν στα όρια της ψυχικής και σωματικής τους αντοχής. Όμως οφείλουν να μείνουν όρθιοι. Η δυναμική αυτή αντιμετώπιση, η τόλμη και η ετοιμότητα του Σαρακ. για το θάνατο φαίνεται και από τον εξής μύθο: Κάποτε ο Χάρος, η Πανούκλα και η Χολέρα αποφάσισαν να πάρουν ένα αρνί από έναν τσοπάνο Σαρακατσάνο. Πρώτη η Πανούκλα τον επισκέφτηκε και του ζήτησε ένα αρνί απειλώντας τον. Εκείνος αρνήθηκε. Τότε τον χτύπησε η αρρώστια, για να υποκύψει. Τρεις μήνες κρεβατώθηκε αλλά στο τέλος τα κατάφερε και δεν έδωσε το αρνί. Στη συνέχεια η Χολέρα προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει. Όμως δεν ήταν από εκείνους που πεθαίνουν από το φόβο τους. Πρόβαλε αντίσταση και της απάντησε αρνητικά στην πρότασή της να της δώσει το αρνί. Τότε χολέρα χτυπά τον τσοπάνο, μα άντεξε και το αρνί το γλίτωσε. Αγριεμένος ο Χάρος, τον επισκέφτηκε ο ίδιος και του είπε ότι, αφού δε δίνει το αρνί, θα τον πάρει μαζί του. Εκείνος συμφώνησε και τον ακολούθησε. Όταν έφτασαν στην πολιτεία του Χάροντα, τη γεμάτη λαδοκάντηλα, ο Σαρακ. το ρώτησε τι είναι αυτά τα φώτα. Και ο Χάρος απάντησε ότι κάθε καντήλι αντιστοιχεί σ' έναν άνθρωπο και ότι, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού, ο άνθρωπος πεθαίνει. Το δικό μου καντήλι, ρώτησε, έχει ακόμα λαδάκι ή σώθηκε; Το δικό σου καντήλι είναι ακόμα στα μισά, απάντησε ο Χάρος. Και όταν ο τσοπάνος πρότεινε να προσθέσει λίγο λάδι ακόμα, ο Χάρος το διαβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει σε κάτι που καθορισμένο από τις μοίρες και ότι αυτός μόνο εντολές εκτελεί. Τότε ο Σαρακ. γυρίζει και του λέει: «Άντε στο καλό σου, Χάρε, τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις. Έχω πολύ ζωή μπροστά μου να ζήσω. Το καντήλι μου είναι ως τη μέση γιομάτο λάδι. Άμα σωθεί, βλέπουμε.» Έτσι γλίτωσε τη ζωή του, αφού ο Χάρος έπεσε στην παγίδα του. 

Στη Σαρακατσάνικη κοινωνία το πένθος, που κρατά από τρία έως πέντε χρόνια, εκφράζεται με το μαύρο χρώμα. Οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα, αλλά και οι άντρες μαύρα πουκάμισα και δεν ξυρίζονται. Ακόμα εκφράζεται και με αποχή από τις χαρές ( γάμους, βαφτίσια, γιορτές ) αλλά και τις κοινωνικές εκδηλώσεις ( εκκλησιασμός, επισκέψεις, καφενείο ). Οι μόνες συγκεντρώσεις στις οποίες μετέχουν είναι οι λύπες των «δικών». Ακόμα δεν ξεκινούν να υφάνουν κανένα υφαντό στον αργαλειό για σαράντα ημέρες ή τα βάφουν με όλες τις βαφές εκτός από μαύρο, για να ξανάρθει πάλι η χαρά στο σπίτι. 

Ο επικείμενος θάνατος μαντεύεται από διάφορα σημεία, όπως όνειρα, φωνές ζώων ( π. χ. ούρλιασμα σκύλου τη νύχτα ) και ιδιαίτερα πουλιών ( π. χ. κουκουβάγιας γι' αυτό η κουκουβάγια ονομάζεται νεκροπούλι, ή η παράξενη κραυγή του κόκορα). Για τους ανθρώπους που έζησαν με δικαιοσύνη, πιστεύεται, ότι ξεψυχούν εύκολα, αντίθετα με τους άδικους που η ψυχή τους προσπαθεί να μείνει όσο μπορεί πιο πολύ μέσα στο σώμα, επειδή φοβάται για τα ανομήματά της. Όταν παρατείνεται το ψυχορράγημα (χαροπάλεμα) ενός ετοιμοθάνατου, οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να δώσουν τέλος στην αγωνία του: οι γυναίκες λύνουν τους κόμπους από τα μαντίλια τους. Όταν ο ετοιμοθάνατος προσηλώνει επίμονα το βλέμμα του σε ένα σημείο, τότε λένε ότι βλέπει τον άγγελο που έρχεται να πάρει την ψυχή του (αγγελοσκιάζεται ). Γι αυτό στη διάρκεια του ψυχορραγήματος δεν επιτρέπονται θρήνοι και φωνές, γιατί εμποδίζουν τον άγγελο (αγγελοκόβουν) στην εκτέλεση της αποστολής του. Η πίστη αυτή φαίνεται διαμορφωμένη από τον 5ο αιώνα π.χ. Ο Πλάτων παραδίδει ότι ο Σωκράτης, αφού ήπιε το κώνειο, παρακινεί τους μαθητές του σε σιωπή. 




Πρώτιστο μεταθανάτιο μέλημα είναι να κλείσει ένας αγαπημένος οικείος τα μάτια του πεθαμένου όπως και το στόμα. Η πράξη αυτή θεωρείται ιερότατη από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους. Μαζί με την είδηση του θανάτου, τα οικεία πρόσωπα εγκαταλείπουν κάθε δραστηριότητα και απασχόληση και σπεύδουν στο σπίτι του νεκρού. «Στη χαρά να λείπεις, στη λύπη ποτέ». Κύριο ρόλο στην προετοιμασία και φροντίδα του νεκρού παίζουν οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες. Ίσως γιατί οι γυναίκες που φέρνουν στον κόσμο ανθρώπους, νιώθουν περισσότερο το μυστήριο της ζωής, επομένως βιώνουν εντονότερα και το μυστήριο του θανάτου. 

Η φροντίδα του νεκρού περιλαμβάνει λούσιμο με νερό και κρασί (για κάθαρσή του αλλά και προστασία των παρευρισκομένων), το σαβάνωμα, το δέσιμο του σαγονιού, των χεριών και των ποδιών με ταινίες, το ντύσιμο. Οι άγαμοι ντύνονται με φορεσιά γαμπρού και η κηδεία του παίρνει τη μορφή γάμου. Στα χέρια ή στα ρούχα του νεκρού τοποθετούν ένα νόμισμα, για να πληρώσει τα ναύλα του πηγαίνοντας στον Κάτω Κόσμο. Εδώ είναι φανερή η συνέχεια της αρχαίας παράδοσης για το νόμισμα που δινόταν στον Πορθμέα Χάρωνα, ως αμοιβή του για να περάσει την ψυχή από την Αχερουσία λίμνη στον Άδη. Μετά τις ετοιμασίες αυτές ο νεκρός τοποθετείται πάνω σε άσπρη βελέντζα στη μέση της καλύβας με το πρόσωπο στραμμένο στην Ανατολή. Προς το μέρος της κεφαλής και των ποδιών ανάβουν από μια λαμπάδα. Δίπλα στο σώμα του νεκρού τοποθετούνται διάφορα προσωπικά αντικείμενα για χρήση στο υπερπέραν: στους άντρες η γκλίτσα, στις γυναίκες η ρόκα. Δίπλα του βρίσκονται συγγενείς και φίλοι και «ξενυχτούν το νεκρό». Οι γυναίκες προσέχουν επίσης να μην μπει γάτα ή σκυλί στην καλύβα ή να μην περάσει η γάτα πάνω από το νεκρό, για μη γίνει ο νεκρός βρυκόλακας. Επίσης, ανεξάρτητα από ηλικία, θρηνούν μεγαλόφωνα και μοιρολογούν. Τα περισσότερα μοιρολόγια είναι αυτοσχέδιοι στίχοι της πονεμένης μάνας, γυναίκας ή αδελφής. Ο ήχος είναι λυπητερός και ο ίδιος σχεδόν σ' όλα τα μοιρολόγια. Όταν ο άνθρωπος που «χάνεται» είναι νέος ή νέα, τότε και οι πέτρες ραγίζουν από το σαρακατσάνικο μοιρολόι. Χαρακτηριστικό τους είναι ο συναισθηματικός παράγοντας, η αμεσότητα του α΄ και β ΄προσώπου, ο δραματικός διάλογος, η πλούσια κλίμακα λυρικών μεταφορών, όπως δείχνουν τα παρακάτω: 

«- Γιώργη μ' ήρθαν οι φίλοι σου κι ούλοι οι συγγενείς σου. 
- Βάλτε τραπέζια λυπηρά και τα μεσάλια μαύρα 
βάλτε να φαν βάλτε να πιουν βάλτους να τραγουδήσουν 
βάλτε κι του ποτήρι μου στη μέση ραϊσμένο» 

ή 


«Για σήκου, Κώσταμ, κι άλλαξι γιατί βαριοκοιμάσι; 
Οι τσελιγκάδες φεύγουνι κι στα βουνά πααίνουν 
Τα πρόβατα σ' ακούρευτα κι του τυρί στου ζύ(γ)ι». 




Στο ξενύχτισμα του νεκρού προσφέρεται πικρός καφές, για να μη γλυκαθεί ο Χάρος και ξανάρθει και χτυπήσει και κάποιον άλλο. Οι πιο στενοί συγγενείς πρέπει να θρηνούν περισσότερο από τους άλλους. Η ένταση του θρήνου είναι σε αναλογία αντίστροφη με την ηλικία του νεκρού. Την ώρα που παίρνουν το νεκρό για την κηδεία σπάζουν ένα ποτήρι ή ένα πιάτο για να εξαφανίσουν το νεκρικό μίασμα. 

Η ταφή του νεκρού θεωρείται από την απώτατη αρχαιότητα ένας απαράβατος ηθικός νόμος. Όσοι μένουν άταφοι περιπλανώνται πάνω στη γη, χωρίς ελπίδα να μεταβεί η ψυχή τους στον Άδη για ανάπαυση και συνέχιση της εκεί ζωής. Η ταφή γίνεται πριν τη δύση του ήλιου και παίρνει ευρύτερη κοινωνική σημασία με την ηθική συμπαράσταση στην οικογένεια του νεκρού. Πριν ενταφιάσουν το νεκρό, ο παπάς λύνει τα χέρια και τα πόδια του, για να μπορεί να κινείται ελεύθερα η ψυχή του στον Κάτω Κόσμο. Πάνω στο σώμα του χύνουν σταυροειδώς κρασί ή λάδι και σπάζουν τη στάμνα που το περιείχε. Το σπάσιμο αυτό έχει εκφοβιστική σημασία για το Χάρο, ώστε να μην ξανάρθει. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν λίγο χώμα πάνω στο νεκρό, με την ευχή «Θεός σ' χωρέσοι τον». Μετά την ταφή όλοι παρακάθονται σε γεύμα στο κονάκι του νεκρού. Τα εδέσματα είναι χωρίς κρέας κι όλοι πίνουν κρασί. Οι κοντινοί συγγενείς δεν τρώνε. Γι αυτούς θα ακολουθήσει νηστεία σαράντα ημερών για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού. Τις πρώτες ημέρες μετά την κηδεία συγγενείς και φίλοι φέρνουν φαγητό στην οικογένεια του νεκρού, που λέγεται παρηγοριά, γιατί απαγορεύεται το άναμμα της φωτιάς. Την Τρίτη, την ένατη και τη τεσσαρακοστή ημέρα μετά το θάνατο, όπως επίσης και την ημέρα της πρώτης επετείου γίνεται επίσημο μνημόσυνο του νεκρού. Στο μνημόσυνο των σαράντα ημερών προσφέρεται γεύμα και θυσιάζεται ένα αρνί. Αν ο νεκρός ήταν οικογενειάρχης, φτιάχνουν ένα καρβέλι ψωμί, που ο μεγάλος γιος την ώρα του γεύματος πρέπει να το σπάσει στο κεφάλι του λέγοντας: «Ο Θεός να συγχωρέσει τον πατέρα μου». Επίσης στα μνημόσυνα φτιάχνουν τα κόλλυβα από βρασμένο σιτάρι και άλλα υλικά και τα μοιράζουν στο εκκλησίασμα. Μνημόσυνα επίσης κάνουν και κατά τα λεγόμενα «Ψυχοσάββατα», δηλ. τις Απόκριες και τη Μεγάλη Σαρακοστή. 

Οι αντιλήψεις των Σαρακατσαναίων για τον Κάτω Κόσμο και τη ζωή μετά το θάνατο φαίνονται στα τραγούδια του Χάρου. Τραγούδια ομαδικά, εκφέρονται στο τρίτο πρόσωπο, τραγουδιούνται από άντρες, ανεξάρτητα από πένθιμες περιστάσεις και αποκρυσταλλώνουν μια χωροταξική διαίρεση του σύμπαντος σε Απάνω ( επίγειο ) και Κάτω ( υπόγειο ) κόσμο. Ο Άδης, Τάρταρα ή μαύρη γης, μαύρο χώμα, έρμη πλάκα είναι η περιοχή των νεκρών και η επικράτεια του Χάρου. Ο Απάνω κόσμος σημασιοδοτητείται με τα χαρακτηριστικά: ζωή, φως ( ήλιος ), ζέστη-θαλπωρή, ομορφιά ( βουνά, λουλούδια ), χαρά-ευδαιμονία, πληρότητα, ακεραιότητα, συντροφιά, ενώ ο Κάτω κόσμος με: θάνατος, σκοτάδι ( νύχτα ), κρύο-παγωνιά, ασκήμια ( βούρκα, φίδια, σκουλήκια ), λύπη-δυστυχία, στέρηση, ακρωτηριασμός, απομόνωση, όπως: 

«Ο Κάτω κόσμος είναι κακός γιατί δεν ξημερώνει, 
γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαηδεί τα' αηδόνι'.. 
ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δεν βαρούνε 
ευτού συνδυό δεν κάθονται, συντρεις δεν κουβεντιάζουν'»

ή 


«Σου παραγγέλω μαύρη γης και αραχνιασμένο χώμα 
αυτή τη ναι που πήρατε να μην τη λιώσ' του χώμα. 
Τα νιάτα χώμα γένουντι κι η λεβεντιά χουρτάρια 
Κι του λιγνό της το κορμί γένιται κυπαρίσσι». 

Ο Χάρος παριστάνεται ως (έφιππος) πολεμιστής, κλέφτης ή πραματευτής, φοβερός στην εμφάνιση και ακαταμάχητος: 

«Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο ν' και τα' άλογό του. 
Σέρνει στελέτα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα..» 

Στον αποχαιρετισμό του νεκρού προβάλλονται τα αγαθά του Απάνω κόσμου ως ευχή να τα συναντήσει στον Άδη ή ως υπόσχεση-κίνητρο για να επιστρέψει: 

«Ευτού που πας, λεβέντη μου, λιβάδια να ν' ομπρός σου, 
Αμαλαές βασιλικό, να δένεις τα' άλογό σου 
και μια καλή αμαλαϊά, για να κοιμάσαι ατός σου» 

Αλλού προβάλλονται ευχές ή επικλήσεις για μετάθεση των απολαύσεων του Απάνω κόσμου στον Κάτω: 

«Θε μου, και να γινότανε στον Άδη πανηγύρι, 
να βγουν οι νιες για το χορό κι οι νιοι για τα τραγούδια, 
να βγούνε κι η λεβεντουριά να ρίξουν το λιθάρι, 
να βγουν και τα μικρά παιδιά να παίξουν τις σιομάδες» 

Ο οριστικός χωρισμός και η απελπισμένη προσπάθεια επικοινωνίας είναι η συνεχής έγνοια των ζωντανών : 

«Πολλά καλά καμεν ο Θιος κι ένα καλό δεν κάνει 
γιοφύρι μες στη θάλασσα και γυρισμό απ' τον Άδη» 

Τα παινέματα του νεκρού παρουσιάζονται με την αντίθεση της φριχτής μοίρας του θανάτου σε σχέση με τη μοίρα που άξιζε ο νεκρός: 

«Δε ταίριαζε, λεβέντη μου, στη μαύρη γης για να μπεις 
μον' ταίριαζε να κάθεσαι σ' ένα μορφο τραπέζι, 
να τραγουδείς να χαίρεσαι, να σε κερνούν, να πίνεις..» 

Επομένως, το βίωμα του θανάτου θέτει σε κίνηση την ευαισθησία του λαού και δημιουργεί ένα πολιτισμικό υπόβαθρο, που ανιχνεύεται στα έθιμα και τις συνήθειες του, αλλά και στον έντεχνο λόγο ( τραγούδια, γνωμικά, μύθους κ.τ.λ. )