portraita

kentriki mpara


Σαρακατσάνικα τραγούδια
του Κ΄ αιώνα




του Αθανασίου Γαλατά

Οι Σαρακατσαναίοι μέχρι τον 2Παγκόσμιο πόλεμο ζούσαν τη σκληρή ζωή του νομάδα, ελάχιστα επηρεασμένοι από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις ανέσεις του πολιτισμού. Στην κλειστή κοινωνία που είχαν, το ραδιόφωνο και το γραμμόφωνο σπάνιζαν και δεν υπήρχε η τεχνητή παραγωγή του ήχου.

  Το τραγούδι στις συντροφιές και στα γλέντια ήταν η μόνη ψυχαγωγία. Και ο πλέον κακόφωνος έπρεπε να ξέρει να τραγουδά. Τα δημοτικά τραγούδια περνούσαν προφορικά από στόμα σε στόμα. Η παράδοση των κλεφταρματωλών και ο αγώνας του 21 παρέμειναν ζωντανά στη μνήμη τους.

  Γι’ αυτό και συνέχισαν την παραγωγή νέων δημοτικών τραγουδιών. Κάθε γεγονός που τάραζε τη καθημερινότητα, άλλοτε σημαντικό και ιστορικό και άλλοτε χαριτωμένη και ανώδυνη παρένθεση, ήταν άξιο λόγου να τραγουδηθεί.

  Ο στίχος είναι σχεδόν πάντοτε δεκαπεντασύλλαβος ιαμβικός. Παραμένει ρωμαλέος και δεν καταφεύγει στο δάνειο της ομοιοκαταληξίας. Δεν φαίνεται να ασκούν καμία επίδραση τα ψευτοδημοτικά με το φτωχό περιεχόμενο και την επίμονη ομοιοκαταληξία που κυκλοφορούν στις «γραμμοφωνίσιες πλάκες».

Βέβαια και τα αρτιότερα απ΄ αυτά τα τραγούδια είναι κουρασμένα. Την κεντρική εικόνα και ιδέα την έχουμε συναντήσει στα παλιότερα. Όλα τα μοτίβο που είχαν διαμορφωθεί στον 18ο και 19ο αιώνα παραμένουν σταθερά. Δεν σημειώνεται καμία πρόοδος: Τα πουλιά που πετούν ψηλά και αγναντεύουν, τα τρία πουλάκια που διηγούνται ή μοιρολογούν, τα βουνά και οι βρύσες που συμπάσχουν είναι η εισαγωγή για τη πλοκή του τραγουδιού. Έχουν ωστόσο τη γοητεία και τη δροσιά τους. Πολλές φορές είναι και αξιοθαύμαστα με τη περιεκτικότητα τους και την δύναμη των εικόνων τους.






Εκείνος που ασχολήθηκε πρώτος με τα νεότερα αυτά τραγούδια είναι ο Ευάγγελος Τζάτζιος που τα κατέγραψε το 1920 από τους Σαρακατσαναίους του όρους Βίτσι. Θα αποφύγω το σχολιασμό αυτών των τραγουδιών και θα παρουσιάσω άλλα αθησαύριστα. Θα εξαιρέσω μόνο δύο: Το ένα από αυτά ο Τζάτζιος το παραθέτει λειψό και το αδικεί γιατί γράφει τον πρώτο στίχο:

«Να ‘μουν πουλί να πέταγα να πήγαινα να ψάλλω» (περιέργως παραθέτει στις υποσημειώσεις μια σωστότερη εκδοχή). Το να «ψάλλω» πιθανόν προστέθηκε από κάποιον επηρεασμένο από τα «σχολειά»που λειτουργούσαν τα καλοκαίρια στα τσελιγκάτα από δασκάλους που ήθελαν ένα πρόσθετο πόρο ή από τελειόφοιτους μαθητές. Γι’ αυτό και ο Αλέξης Πολίτης στην εργασία του για το κλέφτικο τραγούδι το θεωρεί δικαιολογημένα σαν ξεπεσμό του δημοτικού τραγουδιού.

Ολόκληρο το τραγούδι όπως καταγράφηκε από γερόντους του Κορδελιού έχει ως εξής:

«Να ‘μουν πουλί να πέταγα τ’ αψήλου τον αγέρα
ν’ αγνάντευα τα Γιάννινα την έρμη Σαλονίκη
να ήγλεπα τους Έλληνους  στον πόλεμο πως πάνε
Μπροστά πααίν’ το βζωνικό, π’σο πίσω ν’οι φαντάροι
Στη μέσ’ πααίν’ ο μέραρχος με το σπαθί στο χέρι
Και τους φαντάρους διέταζε και το στρατό του λέει
πιδιά μου μη κιοτεύετε και μη πολυφοβάστε
Ναυριό θα πολεμήσουμε με τους Σκυλοβουλγάρους
θα πάρουμε τον Λαχανά Κιλκίτς και Δοїράνη
θα κλάψουν μάνες για πιδιά γυναίκες για τους άντρες
θα κλάψει και η βασίλισσα το Γιώργη Βασιλέα 





  Μέσα σε δέκα στίχους ο Σαρακατσάνος του εικοστού πλέον αιώνα πάντα απλός και ολιγογράμματος, μπόρεσε και έδωσε όλη την εικόνα του Ελληνοτουρκικού και Ελληνοβουλγαρικού πολέμου του ‘12 και ’13.

Η εικόνα που ξεκίνησε είναι γνωστή:

«Να ‘μουν πουλί να πέταγα τ’ αψήλου τον αγέρα
ν’ αγνάντευα τη Ρούμελη το έρμο Μισολόγγι»

Είναι το παλαιότερο τραγούδι απ΄’ όπου άντλησε την εισαγωγή. Στα κλέφτικα τραγούδια ο καπετάνιος «διατάζει» τους στρατιώτες του. Και πρέπει πάντα να παραμένει στη μάχη έχοντας γυμνό το σπαθί του. Αγνοείται ο επιτελικός που σχεδιάζει τις επιχειρήσεις στο χάρτη και δεν είναι μέσα στην αντάρα της μάχης.

  Το άλλο τραγούδι της συλλογής του Τζάτζιου που θα αναφέρω αφορά τον καπετάν Γαρέφη. Ο ηρωικός θάνατος του στα Σαρακατσαναίικα κονάκια του Γιαννακούλα και του Καραφυλλιά χαράχθηκε στη μνήμη των Σαρακατσαναίων. Από τον Αθανάσιο Δημητρίου γράφτηκε σχεδόν αμέσως ένα ποίημα 48 στίχων, δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό και με εκνευριστική ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία:

«Βαριά στενάζουν τα βουνά, ο ήλιος σκοτεινιάζει
Το δόλιο το Μορίχοβο και πάλι ανταριάζει
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά, πέφτουν τουφέκια ανάρια
Κάνει ο Γαρέφης πόλεμο με εξήντα παλληκάρια…»

Και συνεχίζει απτόητος παρακάτω:
«Χρυσώνει ο ήλιος της αυγής το πράσινο λημέρι
μοιρολογάει στα κλαριά το πρωινό αγέρι
Σκορπάνε γύρω ευωδιές λουλούδια μυρωμένα
Τα παλληκάρια αμίλητα στέκουνε δακρυσμένα…» κ.λ.π.

  Ο Τζάτζιος το καταγράφει σα γνήσιο δημοτικό(!). Φυσικά στη συλλογή του είναι περικομμένο και μόνο στους τελευταίους στίχους έχει αλλαγές. Δεν έχει ξεφύγει όμως από το βερμπαλισμό και την ομοιοκαταληξία.

Από γερόντους του Κορδελιού κατέγραψα το εξής:

«Βαρεία αναστενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτιδιάζει
Το δόλιο το Μορίχοβο στέκετ’ ανταριασμένο
Λαμποκοπούν λαμπρά σπαθιά πέφτουν βαριά ντουφέκια
Κώστα Γαρέφης πολεμά μ’ εξήντα παλληκάρια
Που είσαι βρε Λούκα Βούλγαρε κι εσύ Τάσο Βοїβόδα
Τι έχω δύο χρον ’ Βούλγαρ ’ οπ’ σας ζητώ




Μόλις το τραγούδι πέρασε από το χωνευτήρι της παράδοσης και δουλεύθηκε με το χρόνο, κάθε ψεύτικο και περιττό στολίδι έφυγε. Κάτι παρόμοιο αναφέρει και ο Νικόλαος Πολίτης: Το προαναφερόμενο δημοτικό τραγούδι για το Μεσολόγγι προέκυψε από ένα ποίημα που συνέθεσε ο Μεσολογγίτης Στασινός Μικρούλης. Ήταν προς τιμή του αδελφού του που σκοτώθηκε στη πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Ούτε λίγο ούτε πολύ ξεπερνούσε τους εκατό στίχους.

  Στον Μακεδονικό αγώνα οι Σαρακατσάνοι αποτελούσαν το σώμα μεταφορών και εφοδίων των ελληνικών σωμάτων. Στις αναμνήσεις του Μαζαράκη Αινιάνος αλλά και άλλων πολλών Μακεδονομάχων φαίνεται πόσο ασφαλής αισθανόταν στα Σαρακατσαναίικα κονάκια οι αποσταμένοι αγωνιστές.

  Δεν μπορούσαν να μην τραγουδήσουν και την ηρωικότερη μορφή του αγώνα Παύλο Μελά:

«Τρία πουλάκια κάθονταν σε μια ψηλή ραχούλα
τόνα τηράει τη Λειβαδιά, τ’ άλλο την Καταθήκη
Το τρίτο το μικρότερο μοιρολογάει και λέει:
Τι χάλευες Παύλο Μελά εδώ στη Μακεδονία
Ήρθα να δω τους φίλους μου και τους παλιούς μπρατίμους
Οι φίλοι μ’ γίνανε οχτροί μπρατίμοι μου ήταν ξένοι

  Τα τρία πουλάκια που μοιρολογούν και η προδοσία των φίλων είναι γνώρισμα πολλών κλέφτικων τραγουδιών. Δεν μπόρεσα να εξακριβώσω την τοποθεσία Καταθήκη.
  Ένα άλλο τραγούδι αναφέρεται σε ένα πιο σύγχρονο όπλο, το πυροβολικό.

«Για ιδές το πυροβολικό πως πάει αράδα-αράδα
Μπροστά πααίν’ ο Λοχαγός και πίσω ο πιλοχίας
Διατάζ’ ο πυροβολητής για στήστε τα κανόνια
γιατί οι οχτροί μας πλάκωσαν θέλουν να μας χαλάσουν

  Οι Σαρακατσάνοι στα τσελιγκάτα ήταν με το τουφέκι στο χέρι. Η ληστεία ανθούσε και η αυτοάμυνα ήταν αναγκαία στις ερημιές που κατοικούσαν. Αγνοούσαν όμως τον τακτικό πολεμικό στρατό. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ο πυροβολητής είναι ένας απλός φαντάρος. Σίγουρα για να προκαλεί την εκπυρσοκρότηση είναι ο σπουδαιότερος και διατάζει ακόμα και λοχαγούς.




Και από τους πολέμους και ανακατατάξεις στα Βαλκάνια περνάμε στη καθημερινή ζωή.

  Όποιος μελετήσει τους Σαρακατσάνους, ένα από τα πρώτα που θα επισημάνει γι΄ αυτούς είναι η αυστηρή ενδογαμία τους. Δεν δεχόταν ποτέ την επιμειξία τους με άλλα ελληνικά φύλα, πολύ δε περισσότερο με αλλοεθνείς. Είναι εντυπωσιακό άλλωστε το στοιχείο που αναφέρει ο Δημήτρης Γαρούφας για την τελευταία απογράφη των Σαρακατσάνων της Βουλγαρίας(1990): Σαράντα πέντε χρόνια μετά την αστικοποίηση τους η επιμειξία τους φθάνει μόλις το 15%  του συνόλου.

  Όμως για να είναι κάτι κανόνας πρέπει να έχει και την εξαίρεση του.

Γύρω στα 1910 ένας κεχαγιάς Χρήστος Τυχάλας, γνωστός με το προσωνύμιο Σίβελλος, ξεχείμιαζε στη περιοχή του Κράλιεβου της Σερβίας, Η κόρη του τσελιγκοπούλα Πανάιω τόλμησε το αδιανόητο: «κλέφτηκε» με ένα Σέρβο χωρικό. Μετά από λίγους μήνες, όταν θέλησε να επιστρέψει στο πατρικό κονάκι, ο δρόμος ήταν κλειστός. Ο άγραφος νόμος ήταν αυστηρός και δε γύριζε κανείς να την κοιτάξει. Ο πατέρας την είχε θρηνήσει και κλάψει σαν πεθαμένη. Μόνο η νύφη της μίλησε και εκείνη για να την αποπέμψει με πολύ σκληρά λόγια. Έτσι η Πανάιω επέστρεψε πίσω και έκτοτε κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν και ούτε την ξανάδαν ποτέ.

«Διαβάτη από το Κράλιεβο και από τη Σαμοήλα
μην είδατε τον Σίβελλο τον δόλιο Γκαζντορήστο
πως κλαίει πως μοιρολογάει, πως χύνει μαύρο δάκρυ.
Η Παναїούλα τ’ έφυγε και γένηκε Βουλγάρα
Έξη μήνες στην παντρειά και νάτην πίσω ήρθε
Η νύφη δεν την ήθελε…»




Μία ομάδα Σαρακατσαναίων είχε καταφύγει περίπου το 1870 το αργότερο στην ελεύθερη τότε Σερβία, αφήνοντας τους τουρκοκρατημένους Κισλάδες της Κασσάνδρας. Μεταξύ αυτών ήταν Κωτσαίοι, Γαλαταίοι, Ζεκαίοι, μερικοί Τυχαλαίοι και άλλοι.

Το βουνό που ξεκαλοκαιριάζαν λεγόταν στα Σέρβικα Σούβα Πλάνινα δηλαδή ξερό βουνό. Οι  Σαρακατσάνοι το εξελλήνισαν και το ονόμασαν Ξεροβούνι. Το ίδιο κάνανε και σ’ άλλα τοπωνύμια, το Λέσκοβατς για παράδειγμα το έλεγαν Λιασκόβι.

  Ο Άι Δημήτρης είναι το χρονικό όριο ότι πρέπει ν’ αφήσουν το βουνά και να κατέβουν να ξεχειμάσουν. Μερικές φορές όμως τύχαινε λίγο ν’ αργήσουν, λίγο να πρωιμίσει ο χειμώνας και η κακοκαιρία τους έπιανε στο δρόμο.
  Δεν έχω εξακριβώσει την ακριβή χρονολογία αλλά μεταξύ των ετών 1900 και 1905 το χιόνι στο Ξεροβούνι έπεσε νωρίς και πυκνό στις παρυφές του. Ήταν αρχές Νοέμβρη. O Κώτσος ο Γιώργος άνδρας ώριμος τότε συνοδευόμενος από τον νεαρό ανιψιό του Βαγγέλη κατέβαζαν ένα κοπάδι και έπεσαν πάνω σε χιονοθύελλα. Ο δυνατός αέρας παρέσυρε πρόβατα και τσομπαναραίους έξω από το μονοπάτι. Τους έριξε μέσα σε μια λάκκα. Το χιόνι άρχισε να καλύπτει τα πάντα.

  Ο Κουτσογιώργος  μπόρεσε και έφθασε στο διπλανό χωριό και γύρισε συνοδευόμενος από χωρικούς για να βρει το κοπάδι του και τον ανιψιό.

Καθώς προχωρούσαν με χιονοπάππουτσα έπεσαν σε κενό και βρέθηκαν ανάμεσα στα πρόβατα. Με τα χνώτα τους είχαν σχηματίσει μια υπόγεια σπηλιά όπου η θερμοκρασία ήταν καλή. Ο Βαγγέλης ο Κώτσος όμως ήταν ήδη ξυλιασμένος και αναίσθητος από το κρύο που είχε αρπάξει.

Οι φιλόξενοι χωρικοί τον πήραν και με τα γιατροσόφια τους συνήλθε ευτυχώς χωρίς επακόλουθα. Τον έβαζαν σε κρύο νερό και ζεστό εναλλάξ και τον τύλιξαν σε τομάρια ζώων.
  Η περιπέτεια ήταν μεγάλη αλλά οι σκληροτράχηλοι νομάδες πρόγονοι μας φαίνεται ότι αυτά τα θεωρούσαν κάτι απλό και φυσικό.

Έτσι μια που η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος δεν δίστασαν να την τραγουδήσουν δίνοντας μάλιστα και σκωπτικό χαρακτήρα:

«Το κρίμα να΄χεις βρε λαλά και συ βρε Κουτσογιώργο
Που πάησες και με σκλάβωσες στο μαύρο ΄ξηροβούνι
Ούλο τριύρω μάρμαρο στη μέση μονοπάτι
Μαύλα Βαγγέλη μ’ συ μπροστά να ρούξουν τα μαγκούφια
Μαυλάω χουιάζω, βρε λαλά, δεν έρχονται τα έρμα»




  Το 1948 το καθεστώς του Τίτο στην Ομόσπονδη Δημοκρατία των Σκοπίων και μόνο σ’ αυτή, εφάρμοσε το καθεστώς των Κολχόζ.

Σε μια πρώτη φάση δήμευσε τα πρόβατα όλων όσων περνούσαν τα τετρακόσια. Οι Σαρακατσάνοι είχαν πατριαρχικές φαμίλιες και τα κοπάδια δηλώνονταν στο όνομα του πατέρα. Ή και πολλές φορές στο όνομα του κεχαγιά. Δεν υπήρχε κοπάδι κάτω από τετρακόσια πρόβατα και κατασχέθηκαν σχεδόν όλα. Αλλά και λίγοι που απέμειναν τα χάσαν και αυτοί μετά από ένα χρόνο. Το μέτρο ίσχυσε ανεξαρτήτως αριθμού προβάτων. Περίπου τριάντα εννιά χιλιάδες πρόβατα κατασχέθηκαν και επτακόσια άλογα.

  Για τους Σαρακατσάνους η ζωή χωρίς τα πρόβατα τους ήταν αφόρητη. Για πρώτη φορά έπρεπε να ασκήσουν άλλο επάγγελμα εκτός του κτηνοτρόφου ή να είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν με ωράριο σαν ξένοι φύλακες κοπαδιών.

  Οι αδελφοί Γιάννος και Μήτρος Μαριούλας μοιρολόγησαν αυτή την αρπαγή των προβάτων. Παρ’ όλο που αυτό το τραγούδι γράφτηκε πρόσφατα είναι άρτιο και δουλεμένο. Ο καημός και το ντέρτι γι’ αυτή την εύσχημη ληστεία ήταν ο καταλύτης, για να ωριμάσει πρώιμα. Είναι τραγούδι της τάβλας.

«Εσείς βουνά ψηλά βουνά της Μπάρας και τ’ Αλτσιάκι
φέτος μη λουλουδίσετε χορτάρι μη φυτρώστε
κι εσείς βρύσες κρυόβρυσες ούλες να ξηραθείται
για το κακό που γένηκε με τους Σαρακατσάνους.
Τα πρόβατα τα πήρανε, τα όμορφα μπινέκια
Ρημάξανε τα μαντριά και τα σκυλιά ουρλιάζουν
Κι αυτούς τους ξενιτέψανε στη έρημη τη Κότσιαν’

  Το τραγούδι αναφέρεται και στον εκτοπισμό που έγινε σε μερικές οικογένειες Σαρακατσάνων στα βόρεια του σημερινού κρατιδίου για να είναι μακριά από τα σύνορα.




  Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας έζησαν ανάλογες και χειρότερες καταστάσεις. Όταν έγινε η δήμευση των κοπαδιών και η απορρόφηση τους από το Κολχόζ μπάρμπα Γιώργος Μπατάκος από το Σλίβεν της Βουλγαρίας έγραψε μερικά τραγούδια που ξεχωρίζουν για τη δύναμη του στίχου τους  και τις εικόνες τους:

«Σα το κακό που πάθανε οι Βουλγαρ’νοι οι βλάχοι
Τους παίρνουνε τα πρόβατα πρατίνες με τα αρνιά τους
Παίρνουν και στερφοκόπαδα μ’ ούλα τους τα κουδούνια
Κι απ’ τα Βλάχ’κα κλάματα τα γ’ναικία μοιργιολόγια
Ούλα τα πρότα βέλαζαν και τα σκυλιά ουρλιώνταν
Και μία βλαχούλα έμορφη πικρές κατάρες λέει:
Ώρα καλή πρατάκια μου να φάτε τα κολχόζια
Φαρμάκ’ να γεν’ το γάλα σας, φαρμάκ’, και το κριάσι
και τα μαλλιά σας τα χρυσά οχιά με δύο κεφάλια

Ο χαρακτηρισμός βλάχοι επέχει βέβαια τη θέση του προβατοτρόφου.

Και άλλο ένα:

«Διαβαίνω από τον Κόζακα και απ΄ το Καρακιτούκι
Να ιδώ τα βλάχικα μπατζά, να ιδώ τις βλαχοπούλες
Γλέπω τα όμορφα βουνά που τα ΄ ναι ρημαγμένα
Νουδέ αργιλέδες άλογα νουδέ κουπές στα πλάια
Νουδέ βελάζουν πρόβατα νουδέ βροντάν κουδούνια
Και τα καλύβια έρημα, στρούγγες χορταριασμένες
Με πήραν τα παράπονα λέω και μοιρολόγια
Κυργιέ μου τι να γένηκαν  οι Σαρακατσαναίοι
Αυτά τα λάια πρόβατα τα πήραν τα κολχόζια




Το πείραμα των Κολχόζ στην Ομόσπονδη Δημοκρατία των Σκοπίων άντεξε ως τις αρχές του 1950. Μετά δημιουργήθηκαν πάλι κοπάδια.

Το 1955 μερικές οικογένειες που είχαν αποκλεισθεί στη περιοχή των Σκοπίων διενεργούσαν λαθρεμπόριο προβάτων με Σαρακατσάνους του Ελλαδικού χώρου στη περιοχή της Γευγελής. Έγιναν όμως αντιληπτοί και συνελλήφθησαν περισσότερα από είκοσι άτομα. Τέσσερις με επικεφαλή τον περίφημο κεχαγιά Φαρμάκη Γιάννη γνωστό ως Φαρμακογιάννη μπόρεσαν και διέφυγαν στην Ελλάδα.

Τα γεγονότα αυτά συγκίνησαν τον Νικόλαο Τζελέπη που έγραψε ένα τραγούδι για τα γεγονότα. Δεν μπορούσε όμως να το μελοποιήσει, να βρει τον ήχο του όπως έλεγαν. Αυτό το έκανε ο Κωνσταντίνος Κώτσος.

«Κλαίνε της Μπάρας τα μπατζιά ν’ ούλους τους κιχαγιάδες
Κλαίνε τον Γιάννη κεχαΪά, τον Γιάννη το Φαρμάκη.
Κι ο Γιάννος που ήταν έξυπνος κι αρχοντομαθημένος
Παίρνει τα τρία τα παιδιά τα τρία παλληκάρια.
Παίρνει τον Νίκο ανιψιό τον ξάδελφο Βαγγέλη
Παίρνει και τον συμπέθερο τον Μπάρκα τον Δημήτρη
Τη νύχτα μέρα έκανε τα σύνορα πατάει
Στη Σαλονίκ’ ξημέρωσε στο προξενείο πήγε
Με τα χαρτιά στα χέρια.
Καλή μερά σου πρόξενα, καλώς τον κυρ Φαρμάκη.
Φαρμάκη μ’ πόθεν έρχεσαι που πέρασες τη νύχτα.
Τη νύχτα πέρασα γραμμή στα σύνορα περνάω
στη Σαλονίκ’ πάτησα





Το αξιοσημείωτο είναι ότι στο τραγούδι η ανώτερη αρχή που δέχεται τους φυγάδες στην Θεσσαλονίκη είναι το προξενείο! Στα Σκόπια η ανώτερη Ελληνική αρχή είναι και πάλι το προξενείο. Το θεώρησαν εύλογο λοιπόν ότι και επί Ελληνικού εδάφους η ανώτερη Ελληνική αρχή με την οποία είχαν επαφή είναι και πάλι προξενείο! Είναι ενδεικτική αυτή η αντίληψη ότι οι Σαρακατσαναίοι δεν ενδιαφέρονταν για τις κοινωνικές δομές και την κρατική μηχανή. Προσπαθούσαν να ζήσουν όσο το δυνατόν αυτόνομα και χωρίς εξάρτηση.

  Είναι νομίζω περιττό να αναφέρω ότι αυτό το τραγούδι είναι άκομψο και άτεχνο. Ο λόγος είναι απλός: Οι Σαρακατσάνοι εγκατέλειψαν και την ημινομαδική ζωή που είχαν όταν το έγραψαν, αστικοποιήθηκαν πλήρως και έπαψαν πλέον να δημιουργούν δημοτικά τραγούδια.
  O καθηγητής Αδαμαντίου λέει ο Νικόλαος Πολίτης άκουσε κάποτε στην Τήνο δημοτικά τραγούδια άτεχνα και το παρατήρησε. Δεν πειράζει, του είπαν, θα τα διορθώσουν τα κορίτσια την άλλη χρονιά. Γι’ αυτό το τραγούδι όμως δεν υπάρχει άλλη χρονιά.

  Για τον γράφοντα απ΄ όλα τα νεότερα δημοτικά τραγούδια, αυτό ασκεί την μεγαλύτερη έλξη.
  Είναι σαν κάτι μισοτελειωμένα σπίτια που χρόνια τα βλέπει κανείς στάσιμα και χορταριασμένα. Και είναι της μοίρας του να μην τελειοποιηθεί ποτέ. Γιατί όποιος καταπιαστεί τώρα να το φτιάξει, θα το κάνει ψεύτικο και κάλπικο. Θα στέκεται έτσι, ημιτελές και άχαρο στο διηνεκές. Για να δείχνει και το σταμάτημα ενός τρόπου ζωής που κράτησε τόσα χρόνια.

  Θα μας θυμίζει πως τα γρέκια χορταριάσαν, τα κοπάδια μας πουλήθηκαν, τα βουνά μας αγριέψαν και μεις, στους γεροντότερους φαίνεται σαν ψέμα, βρεθήκαμε κάπου μόνοι εγκατεστημένοι.