portraita

kentriki mpara

Ευαγγελία Τυχάλα
.

του Γιώργου Κολοβού
Εγώ είμαι απ’ τ’ς Τυχαλαίοι. Πατέρας μου ήταν ο Γιώργος Τυχάλας και  μάνα μου η Μαρία που ήταν απ τ’ς Μπελαίοι. Ο πατέρας μου δεν γνώρισε καθόλου τον πατέρα του και μάνα τ’ η Χρυσούλα ήταν απ τ’ς Γιδαραίοι. Ήταν αδελφή του Νικόλα του Νικολάου και έζησε πολλά χρόνια.

Γεννήθηκα το 1923 στη Σερβία, στη Μπογντάντσα, εδώ κοντά στα σύνορα. Τότε ήταν Μάρτης με το παλιό και με βάφτισαν την ημέρα του Ευαγγελισμού. Χειμαδιά έκαναμε όλο εδώ στη Δοιράνη, κοντά στα σύνορα. Στη Μπογντάντσα τυχαίως ένα χ΄μώνα γεννήθηκα. Εμείς έβγαιναμε στη Μπάρα. Πενήντα οικογένειες έβγαιναμε απάν. Εμείς οι Τυχαλαίοι, οι Μπαρτζαίοι,  οι Φαρμακαίοι, οι Γαλαταίοι, οι Μπλαραίοι, ....πάρα πολλοί είμασταν. Στη Μπάρα έβγαιναμε μέχρι το 1940-41 και τελευταία πήγαμε στ’ Αλτσιάκι. 


Οι γονείς Γιώργος και Μαρία Τυχάλα


Η ΣΤΡΑΤΑ – ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΙΡΑΝΗ ΣΤΗ ΜΠΑΡΑ

Όταν ξεκινούσαμε απ’ τη Δοιράνη, οι μεγάλοι έκαναν τα καραβάνια και ξεκινούσαμε σ’απάν-σ’απάν. Τα μικρά τα ΄βαζε μια γιαγιά, μας έπαιρνε, … έλεγαν πού θα πάτε ; ...σιά μπροστά, …έτσι το ΄λεγαμαν. Οι γ’ναίκες μάζευαν τα παρτσάλια και δεν άφηναν τίποτα πίσω. Καζάνια, μπακίρια, βελέντζες, τέντες, …όλο το νοικοκυριό, ικιό που ήταν. Τα φόρτωναν στ’ άλογα και ξεκινούσαμε. Πρώτα πήγαιναν τ’ αλαφρώματα.  Απ’ τη Δοιράνη μέχρι να βγούμε στο βουνό, έκαναμε πολλά κονάκια. Πρώτο κονάκι στη Μπογντάντσα. Ξεφόρτωναμε τα πράγματα, τα σαμάρια μας, τα έβαζαμε όλα κατά κει αράδα-αράδα, μαζώνομαστε μέσα και κουρνιάζαμε. Δεύτερο κονάκι από παν απ’ το Γεύγελη, τρίτο κοντά στη Χασαντσέσμα κι από κει στη Μανατσιούκα κι ύστερα πάγαιναμαν απάν στα καλύβια.

Στα καραβάνια είχαμε και τρία ξύλα, δυό φούρκες και το τιμπλί.  Τις καρφώναμε, έβαζαμε το τιμπλί απαν και έριχναμε την τέντα. ‘Εκαναμε την τσιατούρα και τρυπώναμε από κατ’ άμα έπιανε βροχή. Τσιατούρα στη στράτα κάναμε μόνο όταν έβρεχε, αλλιώς έξω στο προσκέφαλο, με φτέρες γιομάτο. Η τέντα ήταν από κατσικόμαλλο. Εμείς την κάναμε… λανάριζαν με τα λανάρια το τραγόμαλλο, … το χτύπαγαν με τα σκοινιά κι ύστερα κιό το’βαζαν έτσι εδώ πέρα, δρούγα το’λεγαν και το ύφαιναν. Έξι, επτά φύλλα, …να είναι μεγάλο. Τις έβαφαμε μαύρες εμείς, οι Ρουμανόβλαχοι τις έβαφαν γκρίζες τις τσιατούρες, .. εμείς μαύρες. Και τα χαράργια ήταν με ρίγες, …τα υφαίναμε …γι αυτό πονάνε τα χεράκια μου, πώς τα υφαίναμε !! Για να βάφουμε έπαιρναμε χόρτα, κίτρινα με γαλατσίδα, πράσινα με τα φύλλα απ’ τα πιπέρια.

Στο δρόμο είχαμε και κρέας από γ’ρούνια, το δεματίζαμε και τ’ αλατίζαμε. Πρόβατο όμως δεν έτρωγαμε, …άμα ψόφαγε κανένα κιό έτρωγαμε. Τα πρόβατα τα πάγαιναν οι άντρες και οι γ’ναίκες τα καράβανια κι ο Κεχαγιάς με τ’ άλογα. Τ’ άλογα τα τραβούσε μάνα, ..κόρη ..κι άλλος τα τήραγε. Κι άμα έβγαινε και κανένα αμάξι (φτηνομπίλια τα ΄λεγαμαν εκει) πρόγκαγαν τ’ άλογα και γένονταν κομμάτια, …και μετά τα φόρτωναν και τα ξανάβαζαν πάλι και πάαιναν. Στη στράτα συναντιόμασταν και με άλλους Σαρακατσάνους που πήγαιναν σ΄άλλο βουνό. 


Τυχαλαίοι - Παλιά Σερβία – Δεκαετια 1920


ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΞΙΑΝΞΙΟ

Στο βουνό δεν πήγαιναμε κατ’ ευθείαν στα καλύβια. Με το πρώτο, πήγαιναμε πιό κατ’ απ’ τα καλύβια, …ξανξιό το’λεγαμε. Στο ξιανξιό κάθομασταν περίπου είκοσι μέρες. Πουλούσαμε το γάλα στο μπατζιό και μετά ανέβαιναμε στα καλύβια.   Έστηναμε τα τσιατούρια μας,  έκοβαμε κλαδιά, έκαναμε φριτζιάτο και εκεί άρμεγαμε τα πρόβατα κι έκαναμε τυρί. Αποκόβαμε και τ’ αρνιά, όσα δεν πούληγαμε τότε. Δεν μπορούσαμε εμείς να τα πουλήσουμε στη Σερβία εύκολα τ’ αρνιά. Δεν έτρωγαν οι Σέρβοι κρέας και δεν έπαιρναν καθόλου. Όλο εδώ στη Ελλάδα τα δώναμε.

 Για να κάνουμε τη στρούγκα έκοβαμε τα ξύλα, μπόλικα ξύλα από οξυές, τά’κοβαμε, και τά’μπηγαμε τα παλούκια. Ήθελαν γράμματα; …δεν ήθελαν.  Τσόλια δεν είχαμε, ό,τι κλαριά βρίσκαμε εκεί, ...έκοβαμε και τα βάζαμε. Έφτιαχναμε τη στρούγκα, και έδεναμε κι ένα κόκκινο σκοινί εκεί. Το κόκκινο το σκοινί το έβαφαμε τη Μεγάλη Πέμπτη που έβαφαμε τα αυγά και το δέναμε στη στρούγκα.

Στο ξιανξιό τα πρόβατα τα είχαμε χωριστά τα στέρφα, χωριστά τα γαλάρια. Είχε τα δικά του κοπάδια ο κόσμος, άλλος είχε πεντακόσια, άλλος διακόσια, άλλος εκατό. Ο πιό φτωχός είχε πενήντα πρόβατα. Και γίδια είχαμαν, αλλά το γιδόγαλο δεν το’βαζαν μέσα στο άλλο το γάλα. Όταν έκαναμε εμείς δικό μας τυρί το’βαζαμε. Αλλά όταν το’δοναμε στο μπατζιό δεν το’βαζαν το γιδόγαλο μέσα. Το τυρί που μας περίσευε στο ξανξιό το πουλούσαμε. Έρχονταν και κόσμος φτωχός να πάρει τυρί, έλεγε ένα κιλό κι εμείς του δίναμε ακόμα ένα. Ύστερα το Χινόπωρο ξανά έκαναμε τυρί και το’βαζαμε στα τουλούμια, στα τομάρια. Εκτός από τυρί έκαναμε και κασέρι και κεφαλοτύρι. Αχ! με τα χεράκια μ’ το’κανα, … ας είχα ένα κομματάκι τώρα! Το κασέρι, τόπ’ζαμε το τυρί, το’βαναμε στη ζιάστα απο πάνω, το στράγγ’ζαμε, έσφιγγαμε την σταντήλα, …το κρατούσαμε, …έφευγε το τυρόγαλο, …τάφ΄ναμε, …ξύνιζε, ..δίχως να ξυνίσει δεν γένονταν κασέρι, κι ύστερα το’κοβαμε φέτες-φέτες, έβαζαμε το καλάθι μέσα στα καζάνια που έβραζε το νερό και έβαζαμε μέσα το κασέρι που ήταν φέτες και το γυρνούσαμε,…από δω,.. από κει. Και ύστερα το ζύμωνα με τα χέρια και είχαμε τις φόρμες και τά’βαζαν μέσα εκεί και το χτυπούσαν να μη φουσκώσει.


Παλιά Σερβία – Τυχάλα Κώστινα (δεξιά)


ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΣΤΗ ΜΠΑΡΑ

Όταν ανέβαιναμε απάν, βρίσκαμε τα περσινά τα καλύβια και όσα δεν ήταν καλά τα διορθώναμε. Πιό πολύ οι γυναίκες, οι άντρες, …τους είχαμε λίγο για καμάρι. Εκεί ξεφόρτωναμε, …σκούπ’ζαμε τα παλιοκάλυβα, …..έστρωναμαν, ….έκοβαμαν πράσινα κλαράκια, μπάτσες τά’λεγαμε, …..είχαν υγρασία τα καλύβια. Έστρωναμε κατ’ , μια ψάθα από παν’ , ένα στρωματάκι και μιά χαρά είμασταν. Ήταν ένα μέρος εκεί όλο καλύβια  ….πενήντα-εξήντα καλύβια. Κάθε ένας το καλύβι του. Ένας με τον άλλον, …συγγενήδες σια δω, … συγγενήδες  σια κει. Τα καλύβια τά’φτιαχναν αναλόγως την οικογένεια και αναλόγως τις γ’ναίκες που κ’βάλαγαν, …φόρτωναν τα ξύλα και τά’φτιαχναν. Έτσι ήταν τα καλύβια. Στη Μπάρα είχαμε και δυό σπίτια με πέτρα, από κείνα τα χρόνια, …. τα είχαν κάνει  Έλληνες πριν κοπούν τα σύνορα και μετά κάθονταν ο Μπάρτζος ο Χρήστος στο ένα και ο Μπάρτζος ο Στέργιος στο άλλο. Μονοκόματα, χωρίς κάμαρες και δωμάτια.

Όταν ήμαν μικρό παιδί έπαιζα κουτσό, πετραδάκια, φουρνάκια έκαναμε, αργαλειοί έκαναμε με πέτρες, υφαίναμε. Από δουλειές έγνεθαμε, …από μικρούτσικα έγνεθαμε,  αυτή ηταν η δουλειά μας, … τα ρούχα, τα σκεπάσματα,  τα ρούχα που φόραγαν ήταν όλα απ’ το χέρι. Τα αγόρια από πέντε έξι χρονών στα πρόβατα, ..εκεί στο κρύο.

Τότε είχε και παντρολοήματα με προξενειά, …είχε προξενητάδες, … θα το δώσεις το κορίτσι ; ..και το κορίτσι ούτε που το ρώταγαν. Με τους Σέρβους δεν είχαμε καμμία σχέση. Ένας μονο αυτός, Τσακνή τον έλεγαν κι αγάπησε μια κοπέλα Σερβίδα. Πήγαν την πήραν τη νύφη, αλλά δεν την ήθελαν οι γονήδες. Την έβγαλαν τραγούδι ύστερα.


ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Στην Ελλάδα ήρθαμε το 1941 και πήγαμε στα Βυρώνεια Σερρών. Τότε τα χωριά ηταν φτωχά, …αντάρτες ήταν, .. άστα.  Τότε σκοτώθηκε ο Μήτρος ο Τυχάλας, πρώτος ξάδελφος μ’. Είμασταν στα Βυρώνεια, …απ τα Βυρώνεια μας σήκωσαν, …ήρθαμε στο Μεγαλοχώρι, …ήρθαν οι αντάρτες, …πήραν τα πρόβατα, …σκότωσαν κι αυτόν. Στον πόλεμο περίπου το 1942-43, όταν η περιοχή ήταν Βουλγαροκρατούμενη, οι Βούλγαροι μας πήραν απ’ τη Βυρώνεια και μας έβγαλαν στο Πιρίν για δύο καλοκαίρια. ΄Ηθελαν να πάρουν το γάλα και το μαλλί. Δυό μάντρες ήταν από πενήντα οικογένειες Σαρακατσάνοι και από δω και απ’ τη Βουλγαρία. Όταν είμασταν απάν, ήλθε ένας στον Βασίλη τον Μπαλάσκα και του λέει τάδε του μηνός θανάρθουν οι Βούλγαροι να σας πάρουν τα πρόβατα και θα κλείσουν οι γραμμές. Τότε εμείς μάσε τυριά, μάσε φαγητά, μάσε το ένα, μάσε τα άλλο, άφ’σαμε και τα μισά πράγματα εκεί και τα κατεβάσαμε σ ένα κλειστό μέρος. Πήγαμε σ ένα χωριό, …από δω ήταν οι παοτζήδες, …από κει ήταν οι αντάρτες και εμείς είμασταν στη μέση.  Έριχναν ο ένας στον άλλον και εμείς ανάμεσα συνεχίσαμε με το καραβάνι και μετά περάσαμε πίσω στην Ελλάδα.

Το 1950 παντρεύτηκα και πήρα άντρα τον Γιώργο Βασιλείου. Αγαπήθ΄καμαν, όχι με προξενιό. Παλιά ξεχείμαζαν κι αυτοί στη Δοιράνη και πάγαιναμε σε γάμους και ιδωθήκαμε. Εγώ ήμαν στη Λειβαδιά κι ο άντρας μου ζούσε στο Μεγαλοχώρι. Ο γάμος έγινε στο Μεγαλοχώρι. Τότε υπήρχαν σπίτια ντόπια άδεια και κάθονταν στα σπίτια. Όταν τους πήραν τα πρόβατα, πήγαιναν τσιομπαναραίοι και φύλαγαν ξένα πρότα για να πάρουν λίγο αλεύρι να φαν ψωμί. Εκεί ζούσαμε με τους θείους.

Ο πεθερός μου, …αυτοί ήταν στα βουνά στα Περιστέρια πάνω απ’ το Μοναστήρι. Ένα καλοκαίρι, …κατέφ’καν κατ’ με πεντακόσια πρόβατα και είχαν τσιομπάνο έναν Γκλάβα, Σαρακατσιάνος κι αυτός. Ξαφνικά άφησε τα πρόβατα κι έφυγε κι έμειναν τα πρόβατα με δυό Τούρκους τσιομπαναραίους. Τότε ο τσιομπάνος πάεινε απ’ τον Αη Δημήτρη ως τον Αη Γιώργη. Την Άνοιξη ο πεθερός μου κούρευαν τα πράβατα. Πάει λοιπόν ο Γκλάβας και του λέει θα μου δώσεις τα λεφτά, πόσες μέρες ήμαν στα πρόβατα. Τι λεφτά χαλεύεις να πάρεις, … του λέει, ..άφησες τα πρόβατα κι έφυγες, τά’φαγαν οι λύκοι ώσπου να τα κατεβάσουν κατ’ οι Τούρκοι. Λεφτά θες κι από πάνω ; Κρατούσε όπλο ο Γκλάβας και μιά νύφη του λέει του πεθερού μ’ ; φύγε αφέντη θα σε σκοτώσει ο Βαγγελάκος. Μπαμ αυτός, τον σκότωσε. Έτσι σκοτώθηκε ο πεθερός μου. Η πεθερά μου ήταν απ τ΄ς Κραβαριταίοι και είχε κι άλλα παιδιά, …μαύρη ζωή πέρασε κι η πεθερά μου. Τότε ζούσαν στο Ούντοβο.

Στο χωριό στο Μεγαλοχώρι δεν κάναμε τίποτα, με μια συνυφάδα καθόμασταν και λέγαμε τι θα κάνουμε, που θα πάμε. Τίποτα. Τσομπαναραίοι οι άντρες μας, πλάλαγαν στα ξένα και τάιζαν ολόκληρη οικογένεια με τέσσερα πέντα παιδιά.


1951 - ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ


Το 1951 εικοσιδύο οικογένειες Σαρακατσαναίοι έκαναμε τα χαρτιά μας και ήλθε η μέρα να πάμε στη Βραζιλία. Πήγαμε στη Βραζιλία, έγινα και Βραζιλιάνα (γέλια). Απ’ τα Βυρώνεια πήγαμε με το τραίνο στην Αθήνα. Πήραμε κάμποσα παρτσάλια και τά’βαλαμε στα μπαούλα μέσα. Όλη η οικογένεια, μικρά παιδιά και παππούδες, εγώ ήμαν είκοσι οκτώ χρονών τότε. Μας πήγαν στο ξενοδοχείο και έκατσαμε δέκα πέντε μέρες. Λέγαμε, πώς θα πάμε στο πλοίο; θα μας ρίξει κάτω, θα πάσουμε! Ανεβήκαμε λοιπόν σ’ ένα παλιόπλοιο Ιταλικό και πήγαμε στην Ιταλία. Ούλοι, άλλος έκανε εμετό, άλλος σια΄κει, δεν μπορούσαμε να συνέλθουμε. Στην Ιταλία έκατσαμε κι εκεί δέκα πέντε μέρες, μας έδωναν μακαρόνια έτρωγαμε κι ένα μπουκαλάκι κρασί. Ύστερα φόρτωσαμε και πήγαμε στην Ισπανία και μετά στην Πορτογαλία. Σταματήσαμε εκεί και κατέβηκαν οι άντρες. Μετά πήγαμε στο Ντακάρ που ήταν αποικία της Γαλλίας. Εκεί να ιδείς πείνα και γύμνια,  τους έβλεπαμε από πάνω απ’ το πλοίο. Μας λεν μάστε τα ρούχα σας και κλειστείτε μέσα στα δωμάτια σας, γιατί θ’ ανεβούνε οι μαύροι απάνω κι ό,τι βρουν θα πάρουν. Και πράγματι έτσι έγινε. Χάλευαν ψωμί να φαν ο κόσμος, πολύ τυράννια. Μείναμε ένα βράδυ και μετά ξεκινήσαμε για τη Βραζιλία. Μας λεν, τώρα θα περάσουμε τον ωκεανό, θα βάλετε ούλοι τα σαμαράκια αυτά τα σωσίβια. Εμείς απ τα β’να μαθημένοι, λέγαμε δεν τα βάζουμε. Την είδαμε τη μοίρα μας εδώ μεσ’ τη μέση τη θάλασσα, …δε βαριέσαι. Τελικά δεν τά’βαλαμε. Σαράντα μέρες θάλασσα, φουρτούνες κι όλο βάσανα.

Τότε πέθανε κι ενας Μπαλάσκας. Είχε κήλη και είχε μία τρυκιμία, ένα κακό κι έκατσαν κι έφαγαν με τον πατέρα μου και κατά η ώρα μία πέθανε. Ανέβηκε ο πατέρας μου απάν και λέει στα παιδιά του, ο πατέρας σας τελείωσε. Μαζεύτηκαν απάνω στο πλοίο και οι αξιωματικοί τους ρώτησαν ; τι θέλετε, θέλετε να τον ρίξετε στη θάλασσα η δε θέλετε . Και λεν, εμείς τον πατέρα μας δεν τον ρίχνουμε στη θάλασσα, θα πληρώσουμε είμαστε τόσα αδέλφια και θα τον πάμε στη στεριά. Κι όπως έκαναν και τον έθαψαν σ ένα νησάκι που ήταν όλο ορθόδοξοι..

Φτάνοντας στη Βραζιλία πέρασαμε ένα παραόμορφο βουνό και είχαν αυτό που ανέβαιναν με τον κουβά (το τελεφερίκ). Φτάσαμε λοιπόν και μας πήγαν στα δωμάτια και  μας έδωναν και έτρωγαμε. Με νοήματα  σενιόρ, σενιορίτα, κόμο βάι, αν μέναμε θα μάθαιναμε τη γλώσσα. Ρούχα είχαμε ευρωπαικά, άσε που μας έδωσαν κι αυτοί. Στη Βραζιλία έκατσαμε έναν χρόνο. Ο δικός μ’ ο άντρας δούλευε σε πλοίο. Στο νησί του λουλουδιού που είμασταν εμείς, έφτιαναν κάθε λίγο πανηγύρι, ..γλεντια , χοροι. Πάαιναμε εμείς και κυτάζαμε. Μετά από έναν χρόνο πήραμε απόφαση να φύγουμε. Είχαμε κορίτσια, …πού θα τα παντρέψουμε αυτά. Σ’κώθ’καν οι μισοί έφυγαν πιό μπροστά και μετά ο ένας κοντά τον άλλον. Δεν έμεινε κανένας εκεί.


ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ 


Το σπίτι που πηραν το 1961 σαν προσφυγες και κατοικουν έως σημερα

Απ’ τη Βραζιλία πήγαμε στο Καστρί, ..απάν στο Μοναστήρι, …μιά χαρά και δυό τρομάρες, …είχε κάτι παλιόσπιτα εκεί. Μας έπιασε η θειά η Πανάγιω απ’ το Γόνιμο,  …ρε παιδιά τι ήρθηταν εδώ, .. τι να κάνουμε εδώ μας ήφηραν. Αλλά οι πιό μεγάλοι αποφάσιζαν, ..δεν είχαμε μυαλό. Είχαμε λίγα κατσίκια και κάτι προβατάκια για να ζήσουμε. Αλλά παν όλα, …άχρηστα ήταν όλα. Στο Καστρί έκατσαμαν δυό-τρία χρόνια. Μετά το 1961 ήλθαμε εδώ στην Ευκαρπία. Το σπίτι μας το έδωσαν επειδή είμασταν πρόσφυγες. Εδώ ζω από τότε και έχω στη ζωή τρία παιδιά, δυό αγόρια κι ένα κορίτσι. Την πρώτη τη λεν Ευστρατία τη βάφτισα στο Καστρί και την έταξα στον Αη Ταξιάρχη, και μετά τον Δημήτρη και τον Βασίλη.



Στο τέλος της αφήγησης, ήταν συγκινητική η στιγμή που η Βάγια αρχίζοντας να τραγουδά, προσπάθησε να ανασύρει από τη μνήμη της κας Ευαγγελίας στίχους και εκείνη με δυσκολία λόγω της ηλικίας της, θυμόταν και σιγοτραγουδούσε παλιακά Σαρακατσάνικα τραγούδια.






Ευχαριστώ τον Γιώργο και τη Δήμητρα Νικολάου για την προτροπή τους να γίνει η συνέντευξη αυτή, καθώς και τη Βάγια και τον Χρήστο Γίδαρο για τη συμμετοχή τους. - Γ. Κολοβός