portraita

kentriki mpara

« ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ »
Μία  διαφορετική προσέγγιση της ετυμολογίας της λέξης !

  
του Γιάννη Πιστόλα
Μελετώντας κάποιο άρθρο, σχετικά με την Ελληνική σημαία, την προέλευση και τους συμβολισμούς του σταυρού, των γραμμών  και των χρωμάτων από τα οποία αποτελείται αυτή, μέσω παραπομπών και συνδέσμων, μεταφέρθηκα στο παρακάτω άρθρο, το οποίο αφενός με παραξένεψε, αφετέρου με προβλημάτισε με τις ετυμολογικές ερμηνείες, όπως τις  αναφέρει και αναλύει. Επειδή δεν είμαι ούτε ειδήμων, ακόμη δε ούτε και σχετικός με αυτά, το αντέγραψα και το δημοσιεύω για μελέτη και για ερμηνεία, όσο είναι τούτο εφικτό, από όποιον μπορεί και έχει τις γνώσεις και τη δυνατότητα αυτή !
● ● 

"Οι Ελληνικές σημαίες και η ιστορία τους". Ένα αρχαίο σύμβολο των Σαρακατσάνων. Το δεύτερο μέρος, που αποτελεί το δεύτερο συνθετικό της λέξεως Σαρακατσάνοι, είναι η ρίζα -ΚΑΣ (-ΚΑΤΣ). Η ρίζα -ΚΑΣ εμπεριέχει δύο πανάρχαιες ένοιες με συμβολικό χαρακτήρα. Στούς Σαρακατσάνους, η ρίζα -ΚΑΣ εμπεριέχεται στή λέξη «κατσούλα», που σημαίνει το καλύβι, ή το επάνω κωνικό μέρος του παραδοσιακού τους καλυβιού, ακόμη δε και τα ξύλα που αποτελούν το οπλισμό της Κατσούλας, τα λένε «κατσουλόξυλα». Τα κατσουλόξυλα σχηματίζουν έναν κώνο και ενώνονται στην κορυφή σε μια στεφάνη που εμπεριέχει έναν σταυρό.

Η ρίζα -ΚΑΣ διασώζεται ως σήμερα στο ρήμα «κατσιάζω» δηλαδή ζαρώνω, σουφρώνω, όπως τα κατσουλόξυλα σουφρώνουν προς την κορυφή της καλύβας σχηματίζοντας κώνο.

Οί Σαρακατσάνοι, όταν έλεγαν «κατσούλα» ενοούσαν όλο το καλύβι, το ορθό καλύβι. Κατσούλα επίσης λένε και  την κωνική κουκούλα της κάπας. Η λέξη κατσούλα προέρχεται απο τη λέξη «κασούλα», όπως αναγράφεται στις Προκοπίου Ιστορίαι (4, 26). Η λέξη «ΚΑΣούλα» εμπεριέχει τη  ρίζα –ΚΑΣ, η οποία με παραφθορά προφέρεται ΚΑΤΣ. Η ετυμολογική της σημασία είναι ότι εμπεριέχει την ένοια του ενώνω, του συγκεντρώνω, ταυτίζω, αδελφώνω, όπως όλα τα κατσουλόξυλα στην κορυφή της κατσούλας – καλύβας, στο σταυρό. 
  


Στον Όμηρο, η ένοια του «κασις» αναφέρεται ως ένωση, αδέλφωμα, (ΙΛΙΑΔΑ Ζ430, Ο545, ΟΔΥΣΕΙΑ Δ155), κατά συνέπεια αποκαλούνται έτσι και τα αδέλφια, εξ` ού και  η Ομηρική λέξη «κασίγνητοι» (ΙΛΙΑΔΑ Δ155, Ε359). Οι Σαρακατσαναίοι διασώζουν αυτή την πανάρχαια έννοια με την λέξη «κάτσα» = η ένωση τών ποδιών, το οκλαδόν (σταυροπόδι), η ένωση δύο ατόμων, δηλ. η αδελφο-ποίηση στα σταυραδέλφια.Τ ο νήμα που προέρχεται από την ένωση δύο νημάτων στριμένων ή περισσότερων, το αποκαλούν «κατσελωτό»(κατσέλι).

Η ρίζα -ΚΑΣ έχει προέλθει απο τη μητρική της ρίζα –ΚΑ μια πανάρχαια Ελληνοπελασγική ρίζα, που τη  συναντούμε στις αρχαιότερες Ελληνικές γραφές, στη Γραμμική Α` και Γραμμική Β` (Περιοδικό ΔΑΥΛΟΣ, τεύχος 126, Ιούνιος 1992, σελ. 5,6,7,8) της Μινωικής και προμινωικής περιόδου.

Από τη ρίζα -ΚΑ προήλθε η ρίζα -ΚΑΤΣ, κι  από αυτή προήλθε η λέξη «κατσούλα». Στους Σαρακατσάνους βρίσκουμε τον κύκλο με  το σταυρό σε κίνηση, όπως ο τροχός στον χορό «ΚΑΤΣΑ» ή «ΣΤΑΥΡΩΤΟ», όπως αλλιώς λέγεται. Μία μορφή του χορού αυτού χορεύεται από τέσσερεις χορευτές, που σχηματίζουν σταυρό, κρατώντας τις άκρες δύο μαντηλιών σταυρωμένα μεταξύ τους, σχηματίζοντας σταυρό. Όταν χορεύουν, οι σταυροί των μαντηλιών και οι χορευτές διαγράφουν κύκλο.

Ο Σταυρωτός χορός των Σαρακατσαναίων μας παραπέμπει στο στίχο του Ορφικού Ύμνου προς τιμήν του Ηλίου: “τετραβάμοσι ποσί χορεύουν”, (Νίκου Πρεάδη: Ο Ορφέας και οι Ορφικοί, σελ. 48, Αθηνα 1994). 



Με σταυρό στην αρχαιότητα συμβολίζουν το Θεό  Ήλιο–Δία και  πιθανότατα ο χορός αυτός να ήταν προς τιμήν του Θεού  Ήλιου–Δία. Η ταύτιση του σταυρού και  του Ήλιου μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί εάν επισκεφθεί κάποιος τα μουσεία στην Κρήτη, όπου θα βρεί πλήθος απεικονίσεων σταυρών και ήλιων σε λατρευτικά αντικείμενα. Στις πρωτοελληνικές διαλέκτους ο σταυρός λεγόταν –ΚΑΡΟΣ, από τη ρίζα -ΚΑ, και αυτή η λέξη διασώζεται σήμερα σε όλη την Ευρώπη ΚΑΡΟΣ = Κ`ΡΟΣ = CROSS, αλλά και στη λέξη «καρώ», που σημαίνει τετράγωνο ή ρόμβος. Στη ρίζα -ΚΑΣ λοιπόν βρίσκουμε την ένοια του σταυρού, δηλαδή την ένωση “κάσις” ενός συμβόλου που είχαν οι Σαρακατσάνοι πριν τον Χριστιανισμό. Το σταυρό στους Σαρακατσάνους τον βρίσκουμε όχι μόνο στην κατσούλα του καλυβιού, στο εσωτερικό, μα και  στο εξωτερικό της καλύβας, όπου έβαζαν εμφανώς σταυρό. Σταυρό έχει και το πανάρχαιο λάβαρό τους, ο φλάμπουρας. Σταυρό έχουν και στο χορό ΣΤΑΥΡΩΤΟ ή ΚΑΤΣΑ. Οι γυναίκες, αλλά και οι άνδρες παλαιότερα έφεραν σταυρό –τατουάζ- στο μέτωπο και στα μπράτσα. Η εξοικείωσή τους με το σταυρό τους έκανε και καλούς Χριστιανούς. Οι Σαρακατσάνοι υπήρξαν “σταυρο-φορούντες” από την αρχαιότητα και διέδωσαν το σταυρό σ` όλη την Ευρώπη.

Προσφάτως δε ανακαλύφθηκε λείψανο ανθρώπου στις Αλπεις, καλά διατηρημένο στους πάγους, στο οποίο οι επιστήμονες δίνουν ηλικία 4.000 ετών. Το σώμα αυτό είναι καλά διατηρημένο και στο δέρμα του διακρίνονται τατουάζ  με σταυρούς!

Συνοπτικά στη ρίζα -ΚΑΤΣ έχουμε την αρχαία έννοια του σταυρού και της κατσούλας (καλυβιού), του ορθού κονακιού των Σαρακατσάνων. -ΣΑΡ λοιπόν ο ορεσίβιος βοσκός κτηνοτρόφος. -ΚΑΣ η καλύβα – κατσούλα που φέρει το σταυρό. Με τον συνδιασμό αυτών των δύο αρχαίων ριζών-εννοιών έχουμε την προέλευση της λέξης ΣΑΡ(α)ΚΑΤΣ(άνοι), που σημαίνει οι ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι, βοσκοί, που ζούν στις Κατσούλες, που έχουν το σταυρό, ή οι σταυροφορούντες ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι που ζούν στις κατσούλες. Κρά- ->κράσιν = ένωσις -> ΚΡ’Σ -> CROSS *