portraita

kentriki mpara






π’λακίδα, η χρονιάρα κότα [26, 43].
π’λάλ’μα, του γρήγορο τρέξιμο [12α, 131].
π’λαλ’τό, του γρήγορο τρέξιμο [12β, 162].
π’λαλ’τούρα γρήγορο τρέξιμο [12β, 162].
π’λαλή, η γρήγορο περπάτημα, τρεχάλα: του πουλύ-πουλύ να πάου νια πλαλή στου Καρπινήσι κι να γυρίσου [20, 224].
π’λαλού τρέχω, τρέχω ρήγορα [12α, 131], περιπλανιέμαι.
π’λαρ’κά, τα πουλάρια.
π’λαρίνα, η θηλυκό πουλάρι.
π’λίου πουλάω.
π’σουκιέρ’κου, του ζώο που έχει τα κέρατά του γυρισμένα προς τα πίσω.
π’στάρι, του, βλ. π’στιά.
π’στιά, η εξάρτημα του σαμαριού (μάλλινη ή δερμάτινη λουρίδα) που το κρατάει σταθερό στη θέση του [12α, 135].
π’τιά, η τυρομαγιά φυσική [26, 111].
π’τιουλόους, ου μικρό δοχείο όπου βάνουμε τις πυτιές [26, 111].
π’χός, ου σκόνη [27, 423].
πααίνου πηγαίνω.
παγάδα, η παγετώδης ψύχρα του βουνού με ηρεμία καιρού [25β, 168].
παγαδούτσ’κα (επίρρ.) (πιθ.) με «κρύ­α» καρδιά, με λόγια που δείχνουν ψυχρότητα, με λόγια που δε δείχνουν ικανοποίηση: κι η μάνα του σιγά και παγαδούτσικα μουρμούρισε:«καλός ήταν η αρφανός, ανά (αλλά) τι πήρι» [22, 138].
παγάνα, η ψάξιμο, ανίχνευση.
παγανά, τα καλικάντζαροι [26, 169].
παγανιά, η ένοπλο απόσπασμα που ψάχνει για κλέφτες ή για ληστές: για τρούχα του σπαθάκι σου κι πάρι μ’ του κιφάλι, να μην του πάρει ν-η παγανιά κι οι παλιουαρβανίτις [18, 201].
παγανός, ου καλικάντζαρος [23α, τ. 3, 12].
πάγια, τα πάγοι.
παγουκρουσταλλιασμένους, -η, -ου καταπαγωμένος, αυτός που είναι γεμάτος πάγους που θα κάνουν πολύ καιρό για να λιώσουν: πείσμουσα την έδειρα σταϊ βουνά την έστειλα, σταϊ βουνά τα χιουνισμένα, τα παγουκρουσταλλιασμένα [3α, 191].
πάει πηγαιμός: να το ’χου ν-ου μαύρους γύρισμα στου πάει κι στου έλα [3α, 48].
παζαρεύου, βλ. παζαριάζου.
παζαριάζου διαπραγματεύομαι την τιμή ενός εμπορεύματος ή τους όρους μιας συμφωνίας: ν-αφέντη μου, μη μι πουλάς κι μη μι παζαριάζεις [7α, 51].
παζαριώτις, οι άνθρωποι που πάνε στο παζάρι ή γυρίζουν απ’ αυτό [3α,192].
πάημα, του πηγαιμός: για τρεις μιρούλις πάημα, του πήρι για νια νύχτα κι πάει κι τουν ήφιρι πιζοί, καβαλαραίοι [21β, 165].
πάθια, τα παθήματα, βάσανα, αρρώστιες: μι γιέρασαν τα βάσανα της φυλακής τα πάθια.
παθός μαθός αυτός που μαθαίνει, διδάσκεται από το πάθημά του [12β, 158].
παΐδια, τα πλευρά του σώματος.
παΐδις, οι πλαϊνές σανίδες από το σαμάρι.
παίνια, η έπαινος, έπαινος στον εαυτό μου [12β, 159].
παίρου αίμα σε άρρωστο ζώο με το σουγιά τρυπάω τη φλέβα πάνω στο κεφάλι κι ανάμεσα από τα μάτια. Η αφαίμαξη αυτή πολλές φορές γιατρεύει το ζώο [17, 310].
παίρου παίρνω: χέρια μη πάρουν, τόπους δε ρ’μάζει.
παίρου στα πουδάρια, βλ. βάνου στα πουδάρια [ 3α, 31].
παίρου τραγούδι 1. αρχίζω τραγούδι [13, 111]: για πάρτι τώρα κι ιένα τραγούδι. 2. επαναλαμβάνω τους ίδιους στίχους από το τραγούδι: πάρ’τι του τώρα κι ’σεις γ’ναίκις.
παλ’κάρια, τα 1. εξαρτήματα του αργαλειού, ξύλινα ραβδιά για να στερεώνουν το χτένι. 2. [1, 119], βλ. μπ’χτάρια.
πάλα, η ξιφίδιο [27, 419].
παλαβάδα, η παλαβομάρα.
παλαβόχαζους, -η, -ου αυτός που κάνει παλαβομάρες και τον θεωρούμε χαζό [22, 154].
παλαβώνου τρελαίνω, τρελαίνομαι.
παλαίστρα, η (μτφ.) δουλειά που γίνεται με άγχος, που φέρνει ακαταστασία, φασαρία, ταραχή, που γίνεται με μάλωμα: σήμιρα είχα ούλη τ’ μέρα παλαίστρα μι τα στέρφα.
παλαμαριά, η χειρολαβή [25β, 169].
παλαμάρια, τα, βλ. ίγγλα.
παλαμίζου αλείφω με την παλάμη μου το δάπεδο από το κονάκι ή τις εσωτερικές πλευρές του με λάσπη από χώμα και αλογοκοπριά.παλαμίζου του βούτυρου το βάζω στις παλάμες μου και το στίβω για να φύγουν τα υγρά [22, 151].
παλαμουδέρου με πονούν οι πατούσες από το πολύ περπάτημα [12α, 125], τρικλίζω, βαδίζω με αστάθεια [26, 123]. –ουμι κουράζομαι υπερβολικά. παλαμουδέρουν τ’ άλουγα είναι απετάλωτα [27, 419].
παλιακός, -ή, -ό παλιός, αυτός που έρχεται από το παρελθόν.
παλιου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δίνει στο β’ συνθετικό την έννοια του παλιού, του άχρηστου ή του φαύλου: παλιουζύγουρου, παλιότσιουλου, παλιουστιρφάρ’ς, παλιουκαψάλα, κ.ά.
παλιουκιρίσια (επίρρ.) του παλιού και­ρού.
παλιουκιρίσιους, -α, -ου αυτός που έχει «παλιά» μυαλά, αυτός που έχει αναχρονιστικές αντιλήψεις.
παλιουκόπρι, του μέρος που έχει παχύ χορτάρι, επειδή το έχουν τα πρόβατα μαντρί τους για αρκετό διάστημα.
πάλιουρας, ου θάμνος με αγκάθια: δεν τουν κουλλάει ν-ούηδι πάλιουρας.
παλιουρίσιους,-α, -ου προέρχεται απ’ το παλιούρι.
παλιουρκόπι, του ξύλο πάνω στο οποίο ενσφηνώνεται το κλαδευτήρι [12α, 125].
παλιουρούτι, του  παλιό ρούχο, κουρελιασμένο ρούχο.
παλιουχουρίσιους, -α, -ου κάτοικος ορεινού χωριού, βουνίσιος χωριάτης.
παλουκιέρα, η  γίδα που έχει τα κέρατα όρθια σαν παλούκια.
παν’γύρι, του γιορτή για να τιμήσουμε τους αγίους και συνοδεύεται από γλέντια [26, 331].
πάνα, η λίπος που σκεπάζει τα εντόσθια του ζώου κάτω από το διάφραγμα και έχει σχήμα μικρού μαντιλιού.
πανάδα, η 1. καταρράκτης των ματιών [27, 419]. 2. -ις μπαλώματα που βγάνουν οι έγκυες στο πρόσωπό τους.
πανάντι, του ξύλινος κύλινδρος που στηρίζει τα νήματα του στημονιού [4, έτος 4ο, 17].
παναούλα, η κοντή κεντητή ποδιά (πολύ όμορφη ποδιά) [25β, 170].
πανάρια, τα χοντρά εξώφυλλα από τετράδιο.
πανάφτ’κα, τα πρόβατα που έχουν πάνω από τα αφτιά τους επιμήκεις προεξοχές [23α, τ.3, 38].
πανουβράκι, του, βλ. μπουραζάνα.
πανουγόμι, του πρόσθετο και συνήθως νεκρό βάρος που βάνουμε στο φόρτωμα και γεμίζει το κενό που υπάρχει ανάμεσα στις δυο μεριές του [12α, 126]: πέντι απού ’δω, πέντι απού ’κει κι είκουσι πανουγόμι [3α, 117].
πανουπόδι, του φιγούρα (ένα ψαλιδάκι προς τα πίσω) στο χορό στα τρία.
πανουσάμαρα (επίρρ.) επάνω στο σαμάρι και ανάμεσα από τις δυο μεριές.
παντ’χαίνου 1. προσδοκώ, ελπίζω 2. περιμένω κάποιον από κάπου: ποια μάνα ν-έχει δυο πιδιά στουν πόλιμου σταλμένα, πες της να μην τα καρτιρεί, να μην τα παντυχαίνει [21β, 74].
παντάκαλους, -η, -ου πολύ καλός.
παντάξινους, -η, -ου τελείως άγνωστος: κι ήρθαν ξένοι παντάξινοι, μάνα μ’, κι μας την πήραν.
πανταχούσα, η εγκύκλιος διαταγή που αφορά πολλούς τους οποίους και υποχρεώνει να την εφαρμόσουν [12β, 159].
πάντις, οι είδος στρωσιδιού που το βάνουμε γύρω-γύρω στο κονάκι για να «κόβει» το κρύο, αλλά και να ομορφαίνει το κονάκι.
πάντοια, η ανήθικη, κάθε μια της σειράς, ανυπόληπτη [25α, 203].
παντρόξ’λα, τα ξύλα από αρσενικό δέντρο και ξύλα από θηλυκό που τα βάνουμε μαζί στη φωτιά (τα ζευγαρώνουμε).
πανώγραμμα, του σύσταση στο γράμμα.
παπαδίτσα, η χαμομήλι.
παπαδουπούλα, η παπαδοκόρη.
παπαρδέλας, ου φλύαρος, πολυλογάς, φαφλατάς [25β, 171].
παπαρδέλις, οι ποπκόρν.
πάππα, του ψωμί (για τα μικρά παιδιά) [26, 317].
παππάρα, η ψωμί τριμμένο σε ζεστό νερό με τυρί και βούτυρο.
παππούλ’ς, ου παππούς. του κηρί τ’ παππούλ’ς βρισιά του άντρα προς τη γυναίκα του.
πάππους, ου παππούς.
πάρα (επίρρ.) πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δίνει στο δεύτερο δυνθετικό την έννοια του πολύ: παράμουρφους (πολύ όμορφος), παραγιέρουντας (πολύ γέροντας), παρανιά, παράψηλα, παραμικρός, παραπλουμισμένους, παραπινιμένους, παραγιουμάτους, παράλυπα.
παραβάνου κάνω κάτι με περισσό ζήλο, βάνω περισσότερη προσπάθεια: κι τα σκυλιά παράβανις κι τα λαγουνικά σου [3α, 181].
παραβγαίνου συναγωνίζομαι, αναμετρούμαι.
παραβουλιάζου βόσκω το κοπάδι σε απαγορευμένο τόπο, προσέχω να μη βοσκήσουν στον απαγορευμένο τόπο και βόσκω το χορτάρι που είναι γύρω-γύρω απ’ αυτόν.
παραγγέλλου στέλνω μήνυμα: παρήγγειλα μι τα πουλιά κι μι τα χιλιδόνια.
παραγκουμιάζου βγάζω παρατσούκλια.
παραγκώμι, του το παρατσούκλι.
παραγούνι, του, βλ. βάτρα.
παραδέ προπαντός.
παραδέρου ταλαιπωρούμαι, βασανίζομα, περιπλανιέμαιι: ν-ούλουν τουν κόσμου γκιζιρού, κόρη μ’, του ντέρτι σου τραβού, γιε μ’, κι ούλα τα παραδέρου, τον καημό σ’ δεν υπουφέρου.
παραδιαλέου επιλέγω με αυστηρά κριτήρια, είμαι εκλεκτικός στις επιλογές μου: παραδιάλιγι κι αυτήν κι σαραντάρ΄σι ανύπαντρη.
παραδίνου βρίζω, βρίζω τα θεία: τι παραδίν’ς, ουρέ παλιόπιδου;
παραδίπλα ακριβώς δίπλα [25α, 150].
παράδις, οι χρήματα: μ’κρή είναι και η λίρα, αλλά κάνει πολλούς παράδις [3β, 28].
παραδουσάκ’λα, η σακούλα για τα χρήματα, πορτοφόλι.
παραδώθι πιο κοντά.
παρακάλ’βα, η, βλ. κοιλάρα.
παρακάλια, τα παρακαλετά.
παρακαλιώμι παρακαλώ, ικετεύω: θέλου να βρου κειον π’ αϊγαπού στη βρύση να γιουμίζει. Καθώς σα παρακαλιώμουνα, έτσι πήγα και την ήβρα [21 β, 21].
παρακατιανός, -ή, -ό κατώτερος.
παρακατούλια (επίρρ.) λίγο παρακάτω.
παρακείθι πιο πέρα από εκεί που είσαι [25β, 172].
παράκιρα (επίρρ.) παράκαιρα, σε ακατάλληλο χρόνο, νωρίτερα από την ώρα που έπρεπε: γιέρασα παράκιρα.
παρακιχαϊάς, ου βοηθός του κεχαγιά [21α, τ. 162]
παρακουντά (επίρρ.) 1. παραπίσω, πίσω από κάποιον άλλον. 2. μετά από λίγο, έπειτα, ύστερα: ήρθι παρακουντά κι ου Γιαννέλ’ς.
παρακούου ακούω εσφαλμένα.
παράκυπρους, ου μικρό κυπρί μέσα στο κοίλωμα από το μεγάλο κυπρί [26, 120].
παραλλάμματα, τα (πιθ.) (μτφ.) «ανθρωπάκια», προβληματικοί, χαμένοι, τιποτένιοι: Θιός έκαμι κόσμου, έκαμι κι παραλλάμματα [4, έτος 23ο, 48].
παραμάνα, η τροφός, νταντά: κι έπιασι ξιένις αδιρφές κι ξένις παραμάνις για να του πλένουν τα σκουτιά, τα έρημα τα ρούχα.
παραμάντρι, του βοηθητικό μαντρί δίπλα στο κυρίως μαντρί [12β, 159].
παραμία, η παροιμία.
παράμιρα (επίρρ.) απόκεντρα, απόμερα.
παραμιράου τραβιέμαι στην μπάντα, κάνω τόπο.
παραμπάτζια, τα το καλοκαίρι, που τα κοπάδια απομακρύνονται για βοσκή πολύ από το χώρο της στάνης, για να εξυπηρετήσουμε τις ανάγκες μας (π.χ. να συγκεντρώνουμε το γάλα), φκιάχνουμε κάποιες μικροεγκαταστάσεις (παραμπάτζια) σε ένα μέρος πιο μακριά από τη στάνη.
παραμπουρού, δεν παραμπουρού είμαι λίγο αδιάθετος: σήμιρα είμι καλά, χτες δεν παραμπόρ’γα.
παραμπρουστά (επίρρ.) λίγο πιο μπροστά.
παραξουφάν’κι μου φάνηκε παράξενο: μ’ παραξουφάν’κι που ’παν ότι δε θα βγούμι στα β΄νά φέτου.
παράουρα 1. πριν της ώρας, γρήγορα. 2. πολύ πρωί. 3. πολύ αργά, μετά τα μεσάνυχτα, σε ώρα προχωρημένης νύχτας.
παραουρίζου ξεπερνάω τα χρονικά όρια που έχω στη διάθεσή μου και αργοπορώ, νυχτώνω: σ’κουθείτι γλήγουρα, παραώρ’σαμαν.
παραπαίρου αποπαίρνω, μαλώνω: μη μι μαλώνεις, μάνα μου, κι μη μι παραπαίρεις [3α, 146].
παραπανούλια (επίρρ.) λίγο παραπάνω.
παραπέφτουν τα χαρτιά χάνονται: μι δίκασαν στη φυλακή να κάτσου τριάντα μέρις κι παραπέσαν τα χαρτιά κι έκατσα τριάντα χρόνια.
παραπιρούλια  λίγο πιο πέρα.
παραπίσου πιο πίσω.
παραπόλη, η σαν πόλη (μτφ. αγορά πολλών πραγμάτων): άνοιξα την παραπόλη κι έβγαλα χρυσό ζουνάρι [15α, 264].
παραπόρτι, του, βλ. παραπουρτούλα.
παραπουρτούλα, ημια μικρή πόρτα δίπλα στην κύρια είσοδο ή μικρή πόρτα σε άλλο μέρος του σπιτιού: πίσου απού την πόρτα σου κι απ’ την παραπουρτούλα έστησα κρασουπουλιό, κρασί, ρακί να π’λήσου [15α, 149].
παραπρουψές (επίρρ.) τρία βράδια νωρίτερα.
παραραδιάζου παίρνω τη σειρά κάποιου άλλου.
παρασάνταλου, του 1. ο άνθρωπος με παραμορφώσεις στο σώμα του, δύσμορφος, αφύσικος [27, 420]: άνθρουπου του λες αυτόν; Αυτός είνι παρασάνταλου. 2. χαμένος, τιποτένιος [12α, 126]..
παρασήμαδα, τα ξένα πρόβατα στα οποία φκιάχνω δικό μου σημάδι (ψεύτικο) για να τα οικειοποιηθώ [17, 169].
παρασκαλίζου παθαίνω διάστρεμμα.
παρασόλ’σμα η ενέργεια του παρασουλίζου.
παρασουλίζου 1. ξεπερνάω τα ηθικά ορια και εκτίθεμαι [25β, 174]. 2. βγαίνω έξω από τα «νερά» μου, ταλαιπωρούμαι, μπερδεύομαι: νια βδουμάδα γάμους, παρασώλ΄σαμαν απ’ του πιουτί κι απ’ του ξινύχτι.
παρασουμιασμένους, -η, -ου 1. παραμορφωμένος. 2. υπέρβαρος, πολύ παχύς [25β, 174].
παραστιά, η [22, 166], βλ. βάτρα.
παραταριά (επίρρ.) σβάρνα, παγάνα: ου ντραγάτ’ς πήρι παραταριά τα κουνάκια κι σι κάθι κουνάκι έτρουγι κι νια λίμπα ξ’νόγαλου.
παραταχιά (επίρρ.) μεθαύριο.
παρατουρού παίρνω τους δρόμους και φεύγω σαν τρελός, τρελαίνομαι, χάμω το δρόμο μου, αλλού θέλω να πάω και αλλού βρίσκομαι [12β, 159].
παρατσουκλιάζου βγάζω παρατσούκλια.
παρατσουλίζου, βλ. παρασουλίζου [20, 340].
παρδαλαίνου  γίνομαι παρδαλός, ποικολόχρωμος.
παρδαλή, η (μτφ.) πόρνη.
παρδαλός, -ή, -ό ποικιλόχρωμος: τουν χαίριτι παρδαλό κ’τάβι.
παρδαλουκόκκινη, -ου γίδα με κόκκινα και άσπρα μαλλιά κατά τόπους ακανόνιστου σχήματος. Αρσενικό γίδι με κόκκινα και άσπρα μαλλιά κατά τόπους ακανόνιστου σχήματος [23α, τ. 4ο, 25].
παρέδου (επίρρ.) πιο εδώ από εκεί που είσαι.
παρέκει πέρα σι κείνου τουϊ βουνό κι στ’ άλλου του παρέκει [24, 41],βλ. παρέκεια.
παρέκεια (επίρρ.) παραπέρα.
παρηγουριά, η πίτα που φτιάχνουμε στα κονάκια μετά από κηδεία [26, 325].
παρθινεύου, τι σι παρθινεύει τι σε νοιάζει [27, 420].
πάρθινου κουράσι παρθένα κόρη.
παριδούλια (επίρρ.) λίγο πιο εδώ.
παρμάρα, η αρρώστια στα πρόβατα (μελιταίος πυρετός, κουτσαμάρα) [17, 335].
παρμένα πρότα, τα πρόβατα που έχουν επιδημική αγαλαξία.
παρόξου (επίρρ.) παραέξω.
πάρπαλου, του χιλιοτρυπημένο.
παρπαρία, η ατυχία, αναποδιά: ουρέ, τι παρπαρία ήταν αύτήν σήμιρα, μ’ τσακίσ’καν τρεις πρατίνις!
πάρσ’μου, του λαβείν, έσοδα της στάνης.     
παρσίδια, τα εισοδήματα. [17, 161].
πασαένας, ου οποιοσδήποτε, τυχαίος [25β, 175].
πασκίζου προσπαθώ,αγωνίζομαι.
πασπάλι, του μικρή ποσότητα υλικού που μόλις φτάνει να καλύψει μια επιφάνεια ελαφρά.
πασπαλίζου ρίχνω πασπάλι, (βλ. λ.).
πασπαλώνου, βλ. πασπαλίζω.
πασπατίζου [12α, 126], βλ. πασπαλίζου.
πασταλάκια, τα φασουλάκια [13, 24].
παστάλις, οι φασουλάκια [20, 241].
πάστρα, η καθαριότητα.
παστραβέλα ολωσδιόλου, τελειωμένα.
παστρικές γκβέντις (μτφ.) ξεκαθαρισμένες, ντόμπρες.
παστρικό λ’βάδι λιβάδι που δε βοσκήθηκε.
παστρικός, -ή, -ό καθαρός.
πάτ’σι ου λύκους, πάτησε ο λύκος. Οι Σαρακατσιαναίοι λένε ότι, όταν ο λύκος πατάει το ζώο, αυτό δεν έχει ζωή.
παταγουδιασμένους, -η, -ου πολύ κρύος, παγωμένος.
πατάκις, οι πατάτες.
πατακώνου βουλιάζω,πατώνω.
παταλιά (επίρρ.), βλ. παραταριά.
πατάου 1. κυριεύω [3α, 41]. 2. δεν κρατάω το λόγο μου.
πατατούκα, η μάλλινο αγέννωτο σακάκι στην αντρική φορεσιά [20, 246].
πατέλλους, ου 1. κοπάδι με αδύνατα ζώα, με άχρηστα. 2. μικρό χώρισμα (μαντράκι) μέσα στη στρούγκα ή απόξω απ’ αυτήν για να βάνουμε κάποια ζώα ξεχωριστά [20, 25].
πατήθρις, οι δυο μακριές ξύλινες πλάκες (πετάλια) στις οποίες πατούν οι υφάντρες, σταυρώνεται το διασίδι και γίνεται η ύφανση.
πατιλά, τα αδύνατα [20, 25].
πατιρίτσα, η είδος από ραβδί [26, 105].
πάτουμα, του η ενέργεια του πατώνου.
πατούνα, η 1. είδος πλεχτής κάλτσας που καλύπτει το πέλμα, τον καρπό και τα δάχτυλα του ποδιού. 2. σκύλα με άσπρο σώμα και μαύρες πατούσες ή και το αντίθετο [27, 353].
πάτους, ου πιο χαμηλό σημείο, πυθμένας: στουν πάτου βόσκουν πρόβατα κι στην κουρ’φή ζυγούρια [3α, 24].
πάτρα, η πατρίδα: πες μου ποια είν’ η πάτρα σου κι ποια πατρίδα έχεις.
πατσιά, η πατημασιά, ίχνος από το πέλμα του ποδιού.
πατσιάβαλα, το ’κανα πατσιάβαλα, το ’λιωσα, το διέλυσα με την πατούσα του ποδιού μου.
πατσιαλό, του στραβοπόδαρο ζώο.
πατσιαμούρα, η πανί για καθάρισμα.
πατώνου στρώνω με θάμνους το δάπεδο του μαντριού και τους πατάω [12α, 128].
παφίλια, τα τενεκέδες.
πάφλας, ου τενεκές, λαμαρίνα, τενεκές στον οποίο βάνουμε το γάλα [26, 59].
παχνιάζουμι παχνίζομαι, πέφτει επάνω μου πάχνη: βουνά μ, να μη χιουνίσιτι, κάμποι μην παχνιαστείτι [3α, 44].
παχνιστής, ου μήνας που ρίχνει πάχνη, πιθανόν και ο μήνας Δεκέμβριος: πανάθιμά σι Παχνιστή, Σαρακατσιάνα μου, Γινάρη κι Φλιβάρη κι συ βρε Μάρτη παχνιστή [7α, 53].
πεισμώνου 1. πεισματώνω 2. θυμώνω.
πέλα, η πελεκούδι, κομμάτι από σχισμένο ξύλο [26, 164].
πέρα-δώθι (μτφ.) μικροπράγματα, τα μικροψώνια: πήγα στου παζάρι κι πήρα κάτι πέρα-δώθι.
πέρδικα, η διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [26, 440]. σκουρπάου σαν τα π’λιά τ΄ς πέρδικας πηγαίνω προς όλες τις κατευθύνσεις, διασκορπίζομαι, χάνομαι.
πέρι (πρόθ.) παρά: πιο βολικό μου φαίνιτι τη θάλασσα ν’ αδειάσου να την πιτάξου στη στεργιά πέρι να σι ξιχάσου [16, 75].
πέτακας, ου 1. βαθύς κι απότομος γκρεμός [17, 335]. 2. γκρεμός που πετάμε τα σκουπίδια και τα ψοφίμια [25β, 178].
πέταυρα, τα λεπτές και μακριές σανίδες [26, 241].
πέτουμι πετώ.
πέτρα, τα πλαστά φύλλα για πίτες [26, 329].
πέτσα απού κριμμύδι (μτφ.) λεπτός και εύθραυστος άνθρωπος, ευαίσθητος,
Πέφτη, η Πέμπτη.
πήρι η ώρα πέρασε η ώρα: άιντι, άιντι, Ευδουκούλα μου, καθώς σι πήρι η ώρα.
πιάκους, ου 1. βλ. γάντσοι. 2. βελονοθήκη [17, 335]
πιάνει ου λύκους λαβώνει.
πιάνιτι ου γάμους αρχίζει ο γάμος.
πιάνου κουρίτσι διακορεύω.
πιάνου προυζύμια αρχίζω τα δρώμενα για να φκιάσω τα ψωμιά του γάμου [26, 318].
πιάνου του νιρό ελέγχω την πορεία που θα ακολουθήσει το νερό [13, 22].
πιάνουμι 1. τσακώνομαι, μαλώνω. 2. (μτφ.) δίνω σημασία: μην πιάνιστι απ’ αυτά τα πράματα.
πιανούμινου πιδάκι παιδί που μπορεί να αυτοεξυπηρετείται, παιδί σχολικής ηλικίας: και θυμώμαι από τώρα κοντά, που ’μαν πιανούμενο παιδά­κι και πάαινα κι ’γώ κανιά βολά…[20, 43].
 πιάσμα έχει η πλάτη στο «ξέτασμα» της πλάτης σημαίνει ότι ο νοικοκύρης είναι καλά πιασμένος, δηλ. πηγαίνουν καλά τα οικονομικά του, είναι σε καλή οικονομική κατάσταση.
πιάσμα, του, βλ. βαστάκι.
πίγγουση, η δυσφορία, άγχος, στενοχώρια: ιέχου νια πίγκουση σήμιρα.
πιγνίδια, τα (πιθ.) παρέα από μουσικούς, ζυγιά: να στείλου νά ’ρθουν τα βιουλιά, να ’ρθουν κι τα πιγνίδια [21β, 277].
πιγνιδιάρα, η γυναίκα που της αρέσουν τα ερωτικά παιχνίδια: γιατί ’νι τ’ άλουγου μ’ ουκνό κι η κόρη πιγνιδιάρα [3α, 196].
πιδεύουμι ταλαιπωρούμαι, κουράζομαι.
πιδί, του αγόρι [26, 4]: ου μπαρμπα- Μπούτους έχει πέντι κουπέλις κι τρία πιδιά.
πιδιακίσιους, -α, -ου παιδικός.
πιδιμάρα, η ταλαιπωρία, μεγάλη κούραση.
πιδιμός, ου, βλ. πιδιμάρα.
πιδουκλάρι, του μια μικρή τριχιά (λυτάρι) με την οποία πιδουκλώνουμε τα ζώα.
πιδουκλώνου δένω με μια μικρή τριχιά (λυτάρι) τα μπροστινά πόδια από τα ζώα για να μη φεύγουν μακριά και κυρίως τη νύχτα.
πιδουκόμηση, η κούραση για την ανατροφή του παιδιού, παιδοτροφία [25β, 169].
πιδουκουπάου γεννάω πολλά παιδιά, κουράστηκα να γεννάω παιδιά [17, 335].
πιδουλόγα, η νήμα, σύρμα ή άλλο υλικό που, όταν το μαζεύω γύρω από τα δάχτυλά μου (ενωμένα τα τέσσερα πλην του αντίχειρα), παίρνει το σχήμα της μπούκλας [19, 155].
πιδούρια, τα μικρά παιδιά [26, 134].
πιει το ποτό, το να πίνει κάποιος: δεν ήρθαμαν για φάει για πιει, Ρουιδούλα, Ρουιδούλα.
πιζεύου κατεβαίνω από το άλογο.
πιζουγιλάου παίζω και γελώ: πιζουγιλώντα ανέβινι, κλαίουντα κατιβαίνει [21β, 16].
πιζούλι, του τοιχάκι έξω από το κονάκι ή ημικυκλικό κατασκεύασμα μέσα στην καλύβα για να κάθεται κάποιος.
πιζούρα, η πεζοί, αυτοί που ταξιδεύουν με τα πόδια: να ιδείτι ασκιέρι πόρχιτι πιζούρα κι καβάλα [10α, 98].
πίκα, η 1. μνησικακία. 2. πείσμα.
πικρουγιουματίζου γευματίζω χωρίς διάθεση, με στενοχώρια, με προβληματισμούς: κι ότι έκατσα να φάου, να πιου, να πικρουγιουματίσου, γλέπου του χάρου να ’ρχιτι στου φάρου καβαλάρης [15α, 111].
πικρουκαταρούσα, η αυτή που δίνει πολύ βαριές κατάρες: ιγώ πασιά δε σκιάζουμι, πασιά δεν προυσκυνάου, μόν’ σκιάχτηκα τη μάνα μου, την πικρουκαταρούσα [15α, 75].
πικρουκυματούσα, η θάλασσα που τα κύματά της φέρνουν συμφορές στους ναυτικούς: θάλασσα, πικρουθάλασσα κι πικρουκυματούσα, θάλασσα πού είνι τα αδέρφια μας, πού είνι τα πιδιά μας; [15α, 135].
πικρούλα, η (μτφ.) δυστυχισμένη, άτυχη: τι ’ταν αυτό πό ’παθι η πικρούλα!
πικρόχουρτα, τα χόρτα με πικρή γεύση.
πιλαγώνου πλημμυρίζω: του αίμα μου πιλάγουσι σα σιγαλό πουτάμι.
πιλέκι, του τσεκούρι [25α, 56].
πιλικάνους, ου πελεκητής, αυτός που πελεκάει ξύλα για ξυλογλυπτική, αυτοδίδακτος ξυλογλύπτης: πανάθιμα του μάστουρα, τουν πρώτου πιλικάνου [10α, 120].
πιλικούδια, τα αποκόμματα από ξύλο λεπτά και μακριά.
πιλιντζίκια, τα 1. βραχιόλια [17, 336]. 2. λάστιχα που πλέκουμε για την άκρη του μανικιού της φανέλας [20, 40].
πινάκι, του, βλ. πινακίδια.
πινακίδα, η, βλ. πινακίδια.
πινακίδια, τα μικροί ξύλινοι πίνακες για γραφή: ν-απού μικρός στα γράμματα, μωρέ παπα-Γιώργη μου, μικρός στα πινακίδια [3α, 43].
πινακουτή, η χοντρή σανίδα με κοιλώματα στην οποία τοποθετούμε το ζυμωμένο ψωμί [26, 319].
πίνου τσ’γάρα καπνίζω τσιγάρα.
πίνους, ου νερό λερωμένο από τη σαριά (βρομιά) των προβάτων [26, 97].
πινταΐτ’κους, -η, -ου πεντάχρονος: φό­ντα ’μουν παλληκάρι δώδικα χρουνών κι ου φάρους μου πουλάρι πινταΐτικου [7α, 39].
πιντακιέφαλη κ’λούρα διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [15β, 310].
πιντάνευρου το φυτό πλάνταγο το λογχοειδές με πλατιά και μαλακά φύλλα και φυτρώνει κοντά στα βράχια. Το χρησιμοποιούμε για να επουλώνουμε τις πληγές [2].
πιντιρούγα, η ασθένεια στην κοιλιακή χώρα [27, 421].
πιντόβουλα, τα παιδικό παιχνίδι που το παίζουμε με πέντε βόλους.
πιότιρους, -η, -ου περισσότερος.
πιπιδιάζου  διψάω πολύ, στεγνώνει η γλώσσα μου.
πιπιρώνου ρίχνω πιπέρι στο φαγητό.
πιράου 1. περνάω. 2. διάγω: κι ας πάν’ να ιδούν τα μάτια μου πώς τα πιράει η αϊγάπη μου [3α, 147].
πιραστάρι, του ένα από τα αντιά του αργαλειού, που είναι πάνω στις φούρκες του [22, 111].
πιράτ’ς, ου 1. διαβάτης 2. πορθμέας, βαρκάρης [25β, 177]: διαβάτις μου, πιράτις μου, χρυσοί μου βαρκαδόροι, μα κι είιδαταν την κόρη μου που ’νι μακριά στα ξιένα;
πιραταριά, η πέρασμα συνήθως σε ποτάμι.
πιρατιανά, τα χρήματα που πληρώνω για διόδια: κι στου καλό μας γύρισμα, στου γύρισμα της νύφης στοιχειό μας ικαρτέρισι στου τρέμινου γιουφύρι, χαλεύει τα πιρατιανά για να πιράσει η νύφη [3α, 155].
πιρατιανός, -ή, -ό μακρινός: ρουτάτι, μουρέ Νίκου μ’, τους πιρατιανούς κι τους Καρπινησιώτις [4, έτος 16ο, 20].
πιργιλάου εμπαίζω, περιγελώ, κοροϊδεύω [12α, 131].
πιρδικάβγα, τα αβγά της πέρδικας.
πιρδικάκι, του λουλούδι.
πιρδικουκάλλισια, η άσπρη προβατίνα με μαύρα στίγματα στο πρόσωπό της.
πιρίγνουρους, -η, -ου απορημένος, σαστισμένος: τα σουκάκια δε γνουρίζου κι πιρίγνουρους γυρίζου [10α, 110].
πιρίμουρφους, -η, -ου πολύ όμορφος: σπαθάκι μου πιρίμουρφου κι καλουγυαλισμένου, του ποιος θα σι χαίριτι κι θα σι καμαρώνει [15α, 93];
πιρίπια, τα περιποιήσεις
πιριπλέκου (μτφ.) αγκαλιάζω: να πιριπλέξουμι, Μάρου μ’, τα δυο πάνου στην κριβατίνα.
πιριτεύουμι  αυτοεξυπηρετούμαι.
πιρόνι, του, διχάλα [26, 234].
πιρούλι, του πιρούνι.
πιρουνιάζει του κρύου είναι πολύ δυνατό και περνάει μέσα μου όπως το καρφί.
πιρπατ’σιά, η περπατησιά.
πιρπατάρα στρούγκα στρούγκα που δε φκιάχνεται σε μόνιμη θέση αλλά σε διαφορετικές θέσεις, επειδή τα κοπάδια μετακινούνται για να βρουν φρέσκες βοσκές [26, 76].
πιρπατημός, ου περπάτημα, περιπλάνηση: εχ! μωρέ! τα Καστανιώτικαϊ βουνά πιρπατημούς δεν έχουν [7α, 39]
πισ’μόημιρα, τα επίσημες μέρες, μεγάλες γιορτές.
πισ’νέλα, η τελευταία πρόβατα του κοπαδιού ή τελευταίοι άνθρωποι στο καραβάνι.
πισμανεύου μετανιώνω: κι οι βλάχοι πισμανέψανι, την τσιούπρα δεν τη δίνουν [24, 44].
πίσου μπρουστά περίπου, εκεί γύρω: πίσου μπρουστά τ’ Αϊ-Δημήτρη οι Σαρακατσιαναίοι. φεύγουν για τα χειμαδιά.
πισουκάπ’λα (επίρρ.) πίσω στα καπούλια, (βλ. λ.).
πισουκιέρα, -κου γίδα που έχει τα κέρατα γυρισμένα προς τα πίσω. [26, 33]. Αρσενικό γίδι που έχει τα κέρατα γυρισμένα προς τα πίσω.
πισουκλείδ’κου, του σημάδι στα πρόβατα (κόβουμε μικρό κομμάτι από το αφτί στο πίσω μέρος του σε σχήμα γωνίας) [26, 34].
πισουκλείδα, η, βλ. πισουκλείδ’κου.
πισουκλειδιά, η σημάδι στα πρόβατα (κόβουμε την άκρη του αφτιού στο πίσω μέρος σε μισιστρόγγυλο σχήμα) [26, 34]
πισουξιουράφτ’κου, του σημάδι στα πρόβατα (κόβουμε πλαγιαστά το πίσω μέρος από το αφτί) [26, 34].
πισουστρούγκι, τουτο πίσω άνοιγμα της στρούγκας, είσοδος από την οποία μπαίνουν τα πρόβατα [26, 80].
πισπιλόπ’τα, η είδος πίτας.
πισπιρίτσα, η τελετή, δρώμενα στα Καλογιάννια.
πίσσα, η (μτφ.) βαθύ σκοτάδι.
πίστη, η εμπιστοσύνη.
πιστρέφι, του ξυλοδαρμός.
πίστρουμα, του στρίφωμα.
πιστρόφια, τα επιστροφή του νιόπαντρου ζευγαριού στο κονάκι του πατέρα της νύφης λίγες μέρες μετά το γάμο [26, 342].
πιστρώνου 1. διπλώνω, γυρίζω, κονταίνω, φκιάχνω ρεβέρ στο παντελόνι, στριφώνω 2. -ουμι (μτφ.) όταν κάθομαι καταγής, μαζεύω (διπλώνω) τα πόδια μου και καλύπτω με το φουστάνι μου ευαίσθητα σημεία του σώματός μου, κάθομαι σεμνά: δεν αντρέπιστι κουπέλις πώς κάθιστι έτσι; Για πιστρουθέίτι λίγου; Καλύπτομαι, τυλίγομαι καλά-καλά: πιστρώθ΄κα μι ’ν κάπα κι ξημέρουσα.
πιταχτή, η είδος πίτας.
πιτούμινα, τα πτηνά, πουλιά.
πιτούμινους, -η, -ου (μτφ.) αυτός που είναι πολύ γρήγορος, που είναι σα να πετάει:είμ’ αγλήγουρη κι πιτούμινη [18, 148].
πιτρίτ’ς, ου πετρίτης, είδος γερακιού των βράχων: να γιένουμουν χρυσός αϊτός κι αγλήγουρους πιτρίτης.
πιτρόλαδου, του πετρέλαιο.
πιτρόπ’τα, η πίτα με φύλλα.
πιτρουβουλάου λιθοβολώ.
πιτρουβούνι, του βραχώδες και γυμνό βουνό [3α, 25).
πιτρουγέφυρα, τα πέτρινα γεφύρια: ν-ου κόσμους φκιάνουν ικκλησιές, φκιάνουν κι μαναστήρια. Φκιάνουν κι πιτρουγέφυρα για να πιρνάει ου κόσμους [15α, 105] .
πιτρουπέρδικα, η πέρδικα που ζει στα βραχώδη μέρη.
πιτρουτά, τα βραχώδη μέρη: ν-αυτού στα πλάια που κοιμάσι κι στα πιτρουτά [3α, 155].
πιτρώνει η αρρώστια (μτφ.) με καταβάλλει, με ταλαιπωρεί για πολύ καιρό: μι πέτρουσι νια γρίπη του χ’μώνα!
πιτσέτα, η, βλ. τραχ’λιά.
πιτσουκόβου κατακομματιάζω, κατασφάζω.
πιτσώνου 1. χτυπώ στο πρόσωπο κάποιον με την παλάμη. 2. επιδιορθώνω τα υποδήματα κολλώντας στο τρύπιο μέρος ένα πετσί, ένα κομμάτι δέρμα [12α, 130].
πιτχαίνου επιτυγχάνω [27, 394].
πιχνίσματα, τα (πιθ.) παιχνίδια, γρίφοι, σπαζοκεφαλιές: τραγούδια κι πιχνίσματα ν-ιγώ ’χου στου διφτέρι κι του διφτέρι μ’ στουν ουντά κι ποιος να μου το φέρει [15α, 41].
πλάδα, η τηγάνι.
πλάια, τα πλάγια, πλαγιές. πήρι τα πλάια (μτφ.)χάζεψε.
πλαϊάζου κοιμάμαι.
πλαϊανός, -ή, -ό ο διπλανός.
Πλαϊαστός
πλάκα σύνολο από τα έξοδα της στάνης: κι αρχίναγαν μι του βιο κι έκαναν τα πράματα «πλάκα», δηλ. μάζωναν κι έγραφαν το σύνολο τα πράματα που είχαν υποχρέωση να πληρώσουν τοπιάτικο, ρόγα, τζερεμέδες κι άλλες υποχρεώσεις [20, 80].
πλάκα, η επίπεδη πέτρα.
πλακανήθρα, η μεγάλη επίπεδη πέτρα που τη βρίσκουμε συνήθως στα ρέματα.
πλακιά, τα πλάκες αργυρές ή μεταλλικές που ενώνουν τις αλυσίδες που φορούν οι γυναίκες στο λαιμό τους ή στο στήθος τους: ν-ιψές την είιδα στου χουρό, χρυσά πλακιά φουρούσι [24, 29].
πλάκιασι του ζ’γούρι αδυνάτισε πολύ.
πλακιρές, οι ίσιες, επίπεδες, λείες πέτρες [26, 279].
πλάκουμα, του συνουσία [27, 422].
πλακώνου 1. καλύπτω, σκεπάζω. 2. συνουσιάζομαι.
πλανεύου 1. παραπλανώ, απατώ. 2. –ουμι παραπλανιέμαι.
πλάνους, ου αυτός που παραπλανεί, ξεγελάει, δημιουργεί ψεύτικες προσδοκίες ή ψευδαισθήσεις: ν-ου ύπνους είνι θάνατους κι του κρασί είνι πλάνους [7α, 32].
πλαντάζου σκάω από το κλάμα, σκάω από το κακό μου, στενοχωριέμαι πολύ.
π’λάρα, η  θηλυκό πουλάρι.
π’λάρι, του νεογέννητο άλογο.
πλάση, η σύμπαν: φόντας ιστήθ’κι ν-ου ουρανός κι θιμιλιώθ ’κι η πλάση, τότι κι ’γω σ’αϊγάπησα [21β, 321].
πλάστ’ς, ου ξύλινη ράβδος για να πλάθουμε τα φύλλα από τις πίτες.
πλαστάρι, του έτοιμο πλασμένο για ψήσιμο ψωμί [26, 318].
πλαστήρι, του ξύλινο στρογγυλό σανίδι στο οποίο πλάθουμε τα φύλλα για τις πίτες [26, 305].
πλάστρ’ς, ου, [26, 350], βλ. πλάστ’ς.
πλαταριά, η μεγάλη πλάτη, (βλ. λ.) [16, 62].
πλάτη, η 1. ωμοπλάτη. 2. σπάλα από ζώα. 3. βλ. λιάσα.
πλάτουμα, του πλατύς και ανοιχτός χώρος.
πλατουμαντίλις, οι υδροχαρές φυτό.
πλατουνόρα, η προβατίνα με πλατιά ουρά.
πλατσ’κουτή, η μύτη που είναι πλατιά, πεπιεσμένη προς τα μέσα [12α, 132].
πλατσιανάου πλατσουρίζω, παίζω με τα νερά, τσαλαβουτάω.
πλατσκουμύτ’ς, ου αυτός που έχει πλατιά και πατημένη μύτη.
πλατώνια, τα πλατυκέρατα ελάφια: κι ακούου τ’ αρκούδια πάλευαν, πλατώνια να ρικάζουν [21β, 172].
πλατώνου, η γεροδεμένη κι άξια γυναίκα: έξι μήνις πέντι αδράχτια πότι τα ’ γνισα η πλατώνου [3α, 189].
πλέξουν, να πλέξουν τα καράβια να πλεύσουν: να κρουσταλλιάσει ν-η θάλασσα, μην πλέξουν τα καράβια, να μην πιράσει ν-η κλιφτουριά, μην πάει στουν Πειραία [21β, 141].
πλέου πλέκω.
πλέρα, η πληρωμή.
πλευριτώνου κρυώνω πολύ, αρρωσταίνω από πλευρίτη.
πλήχουρας, ου σκόνη [17, 336].
πλιμόνι, του πνευμόνι.
πλιμουνάς, ου αρρώστια στο πνευμόνι των προβάτων.
πλιμουνόχουρτου, του χόρτο που μοιάζει με φασουλιά. Το χόρτο αυτό το χρησιμοποιούμε μάλλον για θεραπεύουμε ασθένειες στο πνευμόνι των ζώων ή των ανθρώπων [15β, 243].
πλιξάνα, η 1. πλεξούδα των γυναικείων μαλλιών [25α, 153]. 2. βλ. ζύγρα.
πλιξίδια, τα πλεξούδες: φέρνει τους νιους απ’ τα μαλλιά, τις νιες απ’ τα πλιξίδια.
πλιξούδις, οι πλεξούδες, κοτσίδες.
πλιότιρους, -η, -ου περισσότερος.
πλόσκα, η, βλ. φλασκί.
πλουμισμένους, -η, -ου στολισμένος.
πλουμπί, του στολίδι [3α, 145].
πλούντρα, η ασθένεια (μάλλον αλλεργία) που προσβάλλει κάποιον που κοιμάται σε μέρος που έχει κοπριά [27, 422].
πλουταίνου γίνομαι πλούσιος [16, 151].
πλουχειριάζου ρίχνω αλεύρι στο γινωμένο ζυμάρι, το ζαναζυμώνω και του δίνω το σχήμα του ψωμιού που θέλω να φτιάξω.
πλόχειρου, του όσο χωράει η χούφτα ενός χεριού [25β, 181]: φέρι μ’, ιένα πλόχειρου αλάτι.
πλύμα, του πλύσιμο.
πλύματα, τα νερό με το οποίο πλένουμε το σκαφίδι μετά το ζύμωμα και περιέχει ένζυμα από το προζύμι. Το χρησιμοποιούμε για καλλυντικό (νίβονται οι γυναίκες στο πρόσωπο).
πλυστρουσκάφ’δου, του σκάφη που πλένουμε [26, 305].
πνιγούρα, η μέρος πολύ δασωμένο που δύσκολα μπορεί κάποιος να το διασχίσει.
ποιήνους  ποιος.
πόλκα, η είδος χτενίσματος.
πόνα, η (πιθ.) που προκαλεί πόνο: τι κλαίς κουκουτάκου; μι τσίμπσι η πόνα.
πόνηρους, -η, -ου πονηρός [16, 58].
πόντικας, ου ποντικός [7α, 58].
πόντλα, πήρι τα πόντλα εξαφανίστηκε, πήρε τα μάτια του, χάθηκε και κανένας δεν ξέρει πού πήγε.
πόριμα, του διαβίωση.
πόρους, ου 1. κατεύθυνση, πορεία [25β, 181]. 2. εύκολο πέρασμα σε ποτάμι [22, 26]. τι πόρου πήρι πού πήγε, πού χάθηκε, τι δρόμο πήρε.
πόσι, του κεντημένη μεταξωτή σκούφια, που φοράνε άντρες και γυναίκες, και καλύπτει συνήθως την κορυφή και το πίσω μέρος από το κεφάλι: κόρη νιραντζουμάγουλη κι γαργαρουλαιμούσα, χαμήλουσι του πόσι σου για να κρυφτούν τα μάτια [15α, 277].
πόστα, η  σειρά: είχαμαν τα ζαλίκια πόστις.
πόταμους, ου ποταμός.
πότις  πότε.
πουδαράκι, του διακοσμητικό θέμα στην τέχνη [15β, 311].
πουδαράτους, -η, -ου αυτός που προχωράει με τα πόδια.
πουδάρι, του 1. πόδι. 2. μονάδα μέτρησης μήκους [17, 174] 3. το μάζεμα του φίνου μαλλιού γύρω από τη γροθιά για να πάρει το σχήμα κουβαριού και να το βάλλουμε στη ρόκα για να το γνέσουμε [25β, 181].
πουδαριάζουμι μου πιάνονται τα πόδια μου και δεν μπορώ να περπατήσω [12α, 132].
πουδαρίσιου, του άλογο που έχει άσπρα σημάδια στα πόδια.
πουδένου 1. φοράω παπούτσια σε κάποιον ή του τα εξασφαλίζω. 2. –ουμι βάζω τα παπούτσια μου [25β, 181]: χρυσά παπούτσια ν-ήφιρα, νύφη μ’, να σι πουδέσου [21β, 298].
πουδιά, η 1. ποδιά. 2. τραχηλιά [17, 195].
πουδότ’ς, ου οδηγός [27, 422].
πουδουβουλή, η 1. κρότος που προέρχεται από το βάδισμα πολλών ανθρώπων ή ζώων. 2. (μτφ.) ντόρος, συγκλονιστικό νέο: ν-αϊκούστι νια πουδουβουλή κι ιέναν μιγάλου λόγου. Του Βασιλάκη βάρισαν, αυτόν τουν καπιτάνου [15α, 97].
πούθι, βλ. απούθι.
πουκάμ’σου, του κομμάτι της σαρακατσιάνικης φορεσιάς.
πουλ’ματάρ’κα, τα προϊόντα (μαξούλια) που πουλάνε οι Σαρακα­τσιαναί­οι στα παζάρια [19, 166].
πουλ’σιά, η πούλημα.
πούλιες,οι διακοσμητικά μεταλλικά κυ κλικά ελάσματα.
πουλίτ’ς, ου άνθρωπος από πόλη [20. 72].
Πουλίτις, οι οι Σαρακατσιαναίοι που ξεχειμάζουν στη Θράκη και στα μέρη κοντά στην Πόλη.
πουλίτσα, η μικρό ξύλινο κρεβατάκι κολλημένο στο εσωτερικό του κονακιού για το εικόνισμα ή μικρό ντουλαπάκι μέσα σε τοίχο [12α, 133].
πουλκόμι, του χορτάρι που σέρνεται και απλώνεται πάνω στη γη [25β, 182].
πουλυαγαπημένους, -η, -ου πάρα πολύ αγαπημένος: πάου να βρου, μωρέ μ’ ν-αϊτέ μ’, πάου να βρου τους φίλους μου, τους πουλυαγαπημένους.
πουλ-ώρα πριν από λίγο.
πουλυξιτάζου εξετάζω με κάθε λεπτομέρεια.
πουλυχρουνίζου εύχομαι χρόνια πολ­λά: κι σένα, φλαμπουριάρη μου, θέλ’ να σι τραγουδήσουμι, να σι πολυχρουνήσουμι [3α, 140].
πουμπώνου 1. μπουκώνω, παθαίνω ασφυξία [26, 283]. 2 -ουμι. παθαίνω ασφυξία.
πουνάει η καρδιά πονάει η κοιλιά, έχω στομαχόπονο [22, 102].
πουντ’λιάρ’ς, -α, -κου πεισματάρης.
πούντα, η δυνατό κρυολόγημα.
πουντιάζου κρυολογώ σοβαρά.
πουντίλιου, του πείσμα: το ’βαλι πουντίλιου κι πήγι κι ν’ έκλιψι ’ ν κουπέλα.
πούρα, τα μεγάλα τετράγωνα λιθάρια τα οποία στηρίζουν τις κρεβαταριές [26, 301].
πουρδουκάλια, τα πορτοκάλια: μπακάλη έλεγαμε εκειόν πώφερνε φαγώσιμα, σύκα, μήλα, πορτοκάλια (πορδοκάλια τάλεγαμε) [20, 40].
πουρδουκλάνου (μτφ.) αδιαφορώ: ιμάς μας έζουσαν τα φίδια κι αυτοίν πουρδουκλάνουν.
πουρεύου 1. ζω, διάγω, τα βγάζω πέρα: του πώς πουρεύεις, αδιρφέ, ν-ικεί μακριά στα ξένα; [21β, 330]. 2. -ουμιβιώνω τη ζωή μου, συντηρούμαι [25α, 156].
πουριά, η, βλ. αμπουριά.
πουρναρόλογγους, ου λόγγος με πουρνάρια.
πουρναρόξ’λου, του ξύλο από πουρνάρι.
πουρναρόρριζα, η ρίζα από πουρνάρι.
πουρνάρουμα, του το στρώσιμο του μαντριού με πουρνάρια.
πουρνό, του πρωινό.
πούσι, του ομιχλώδης ατμόσφαιρα.
πούσια, τα κλαδιά από πεύκο [26, 57].
πουσούλα, η πρόχειρο σημείωμα στο οποίο είναι γραμμένη μια παραγγελία για ενέργεια ή ειδοποίηση [12β, 164].
πουστάβι, του γνεσμένο μαλλί με το οποίο φκιάνουμε μια στημονιά [27, 370].
πουστάκι, του γυναικείο ρούχο σα μπλούζα.
πουστακιά, η τομάρι από το ζώο μαζί με το τρίχωμά του που το έχουμε για στρωσίδι..
πουστιάζου  φτειάχνω πόστα (βλ. λέξη)
πουταμιά, η περιοχή γύρω από το ποτάμι: κι αγνάντιψι την πουταμιά κατά την κρύα βρύση, να δεις κιφάλια κλέφτικα, κουρμιά δίχους κιφάλια [27, 314].
πούτανους, ου απελευθερωμένη ή ανήθικη γυναίκα.
πουτές (επίρρ.) ποτέ: πουτές μου δεν ιμάλουσα μι Τούρκους, μι Ρουμαίους [3α, 88].
πουτηριά, η γουλιά από ποτό που υπάρχει σε ποτήρι.
πουτιστής, ου μέρος ποταμού ή πηγής στο οποίο ποτίζονται τα ζώα [12α, 133].
πουτσαράς, -ίνα 1. (μτφ.) δυνατός, γενναίος άντρας, άξια, δυνατή γυναίκα [27, 423]. 2. δυνατός στο σώμα αλλά κάνει κακή χρήση της δύναμής του, δηλ. στην ουσία αδύνατος: και κανιά βολά, άμα τόλεγε (η μάνα μου) και κανιά κουβέντα από την αγανάχτήσή της, δεν το είχε και σε τίποτα ου πουτσαράς, να την καταχεριάσει κιόλας [20, 43].
πουτσούλας, ου (μτφ.), βλ. πουτσα­ράς:πυρώσ’, πυρώσ’, πουτσούλα μου, κι τήρα γυρουβουλιά σου.
πράματα, τα 1. ζώα. 2. αλογομούλαρα [26, 24].
πραματιφτόιπουλου, του μικρός πλα­νόδιος έμπορος: μικρό πραματιφτόιπουλου, ντουλμπιράκι μ’ όμουρφου, ίξέβγινι ν-απ’ την πόλη [3α, 26].
πραμαχουγιός, -πούλα αρχοντόπουλο, -ούλα: ποιος είιδι κόρην έμουρφη στη σκάλα ν’ ανιβαίνει. Ανέβινι, κατέβινι κι για νιρό πααίνει κι βρίσκει τουν πραμαχουγιό πουτίζει τ’ άλουγό του [4, έτος 15ο, 5].
πρασ’λήθρις, οι άγρια λαχανικά.
πρασόμαλλη, -ου προβατίνα με μακρύ, ίσιο και πολύ μαλλί. Αρσενικό πρόβατο με μακρύ, ίσιο και πολύ μαλλί.
πρατά τ’ς πρόβατά της: η Βασίλινα, αφού χήριψι, πήρι τα πρατά τ’ς κι πήγι στ’ αδέρφια τ’ς.
πρατάκια, τα υποκοριστικό του πρόβατα.
πρατάρ’κα γίδια γίδια που βόσκουν μαζί με πρόβατα [23α, τ.4ο , 18].
πρατάρ’κου τραΐ γκεσέμι (βλ. λ.) τραΐ που οδηγεί τα πρόβατα [26, 118].
πρατάρ’ς, ου προβατάρης, αυτός που έχει πρόβατα.
πρατίλα, η μυρωδιά από πρόβατα, προβατίλα.
πρατίνα, η προβατίνα: η κουπέλα κι η πρατίνα σι πααίνουν στουν ουχτρό σ’ [4, έτος 24ο , 56].
πρατόγαλου, του πρόβειο γάλα [20, 339]
πρατόγρικου, του γρέκι (βλ. λ.) για πρόβατα.
πρατόκλιτσα, η κλίτσα που παίρνουμε κοντά στα πρόβατα [20, 339].
πρατόστρουγκα, η στρούγκα για τα πρόβατα τα γαλάρια, (βλ. λ.) [26, 77].
πρατότουπους, ου τόπος κατάλληλος για να βόσκουν πρόβατα [20, 338].
πρατουδ’λειά, η επαγγελματική ένασχόληση με τα πρόβατα [20, 47].
πρατουκούδ’να, τα κουδούνια για τα πρόβατα [26, 126].
πρατουκουπή, η προβατοκόπαδο [20, 338].
πρατουλίβαδου, του λιβάδι για πρόβατα [26, 62].
πρατούρι, του (πιθ.) κοπάδι από πρόβατα, μικρό κοπάδι από πρόβατα [20, 338].
πρατουστιέφανου, του στεφάνι για τα κουδούνια από τα πρόβατα [26, 136].
πρατουτόμαρου, του τομάρι από πρόβατο [20, 338].
πρατουχλίψη, η στενοχώρια, έγνοια για το κοπάδι και κυρίως το χειμώνα ,που οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες για τα κοπάδια.
πρατουψάλ’δου, του ψαλίδι με του οποίο κουρεύουμε τα πρόβατα [20, 338]
πρατόχουρτα, τα χορτάρια που τα τρώνε τα πρόβατα.
πράττου τραγματοποιώ, κάνω.
πρέκνα, η φακίδα.
πρέπει ταιριάζει, αζίζει, αρμόζει: βάνει τους κόβουν τα μαλλιά, για να τους πρέπει η φουρισιά [21β, 84].
πρέπιους, -α, -ου καθώς πρέπει, ξεχωριστός [25β, 182]: πρέπιους άντρας ου μπαρμπα-Κουστούλας.
πρέπιου, του  πρέπον.
πρέπους, του πρέπον, έθιμο.
πρέσκλα, η, βλ. λιάσα.
πριβέντα, η κουλούρα ως δώρο του καλεσμένου στο γάμο.
πριουνουτό, του διακοσμητικό θέμα στην τέχνη.
πριπούμινους, -η, -ου πρέπων [16, 138].
πριτζιπάτα, τα (μτφ.) τσελιγκάτα [20, 79]. Χρησιμοποιούμε τη λέξη αυτή για δείξουμε ότι το τσελιγκάτο πηγαίνει κληρονομικά από τον πατέρα στο γιο.
πριτσαλιώντι τα γίδια ζευγαρώνουν [26, 103].
πριτσιάλους, ου 1. ζευγάρωμα του τράγου με τη γίδα. 2. χρόνος του ζευγαρώματος.
πριτσιανάν τα κλαριά τριζοβολούν.
προβατόκλιτσα, η κλίτσα που παίρνει ο τσομπάνος κοντά στα πρόβατα [26, 376].
προβατουκόπαδου, του κοπάδι με πρόβατα.
πρόβειους, -α, -ου αυτός που προέρχεται από το πρόβατο: του πρόβειου γάλα είνι πιο παχύ απ’ του γίδ’νου.
προικιάρ’κα, τα αυτά που έχουν σχέση με την προίκα [26, 34]: είχα κι κάνα ’κουσιαριά πρατίνις προικιάρ’κις.
πρόσγαλου, του γάλα που πέφτει στη μαγιά (βλ. λ.) και την εμπλουτίζει σε βούτυρο.
προσγιλάου χαμογελάω σε κάποιον.
πρόσκουλη, η μια μη πλεκτή δαντέλα για το στόλισμα των υφαντών, μπορντούρα [25β, 183].
πρότα, τα πρόβατα.
πρότου, του πρόβατο.
προυβάλλου εμφανίζομαι, παρουσιάζομια: πουλάκι μ’, πούθι πρόβαλις και πούθι να πααίνεις; [21β, 162].
προυβέντα, η (βλ. πριβέντα).
προυβουδίζου ξεπροβοδίζω.
προυγκάου 1. εκφοβίζω. 2. ξαφνιάζομαι και τρέπομαι σε φυγή.
προυγόνι, του παιδί του ή της συζύγου από προηγούμενο γάμο.
προυγουνέοι, οι πρόγονοι [27, 423].
προυζύμια, τα έθιμο του γάμου. Την Πέμπτη το βράδυ ή την Παρασκευή το μεσημέρι αναπιάνουμε τα προζύμια για να φτιάσουμε την κουλούρα του γαμπρού και τα ψωμιά του γάμου. Στα προζύμια χρειάζονται δύο αγόρια κι ένα κορίτσι που να έχουν μάνα και πατέρα. Αυτά κάνουν την αρχή. Ρίχνουν το προζύμι στο σκαφίδι, κοσκινίζουν το αλεύρι. Αλευρώνουν την πεθερά, τον πεθερό και τους άλλους γερόντους και γριές. Αυτοί που παραβρίσκονται ρίχνουν μέσα στο κόσκινο κεράσματα.
προυζυμουλόους, ου μικρό δοχείο στο οποίοι βάνουμε το προζύμι [26, 318].
προυϊμίζου γίνομαι πρώιμος.
προυκάνου προλαβαίνω [3α, 48].
προυκόβου προκόπτω, προοδεύω.
προυξιν’τής, ου προξενητής.
προυόβουλους, ου ατσάλινο μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο ανάβω φωτιά [26, 107].
προυπάου προλαβαίνω: φεύγουν τα λάια πρόβατα, μαρή Μαριγώ, γιε μ’, στα χειμαδιά να πάνι, νύχτουσι κι δεν προυπάνι [7α, 56].
προύσα, η αναμμένα κάρβουνα [26, 317].
προυσάλευρου, του (πιθ.) λίγο αλεύρι για συμπλήρωμα: στου γύφτου για προυσάλευρου, στη γειτουνιά για αλεύρι.
προυσάναμμα, του μικρή ποσότητα ύλης (κυρίως ξύλα) που τη χρησιμοποιούμε για να μεταδώσουμε τη φωτιά [26, 289].
προυσβαβά, η προσγιαγιά.
προυσγάλ’σι ου κιρός καλυτέρευσε ή καλυτέρευσε πρόσκαιρα ή καταλάγιασε αρκετά: προυσγάλ’σι λίγου, σύρτι κι μάστι τα γίδια.
προυσγιλάου χαμογελώ.
προυσδιαβαίνου προσπερνώ.
προυσηλιακό, του προσήλιο.
προυσθ’λιάζου βυζοπιάνω, οδηγώ το νεογέννητο στη θηλή από το μαστάρι για να βυζάξει [26, 70].
προυσκ’νάει η νύφη 1. σκύβει το κεφάλι και έχει τα μάτια όλο χαμηλά από ντροπή ή σεβασμό [20, 192]. 2. νυστάζει: απόστασι η νύφη σήμιρα κι τώρα προυσκ’νάει.
προυσκαλάου προσκαλώ [26, 424]
προυσκιέφαλου, του μαξιλάρι.
προυσκιφαλάρια, τα προσκέφαλα: μάνα κι γιος κοιμότανι σ’ ιένα προυσκιφαλάρι, μάνα κρατούσι του κιρί κι ου γιος ψυχουμαχάει [24, 40].
προυσκλαίουμι κλαίγομαι σε κάποιον, παραπονιέμαι, τον παρακαλώ: πα­αίνει στη νυφούλα τ’ κι προυσκλαίουντας [15α, 159].
προυσκουλλιώμι έρχομαι απρόσκλητος σε συντροφιά
προυσλιάζουμι απολαμβάνω τον ήλιο στο προσήλιο.
προυσουπάδις, οι μάσκες από τομάρι αρνιού που βάνουν οι γέροι τις Απόκριες [25α, 197].
προυσπαθάου προσπαθώ [27, 424].
προυσταγή, η διαταγή, εντολή.
προυσφάι, του κάθε τι που το τρώμε πρόχειρα με ψωμί: να φέρει ν-η Ρίνα του ψουμί κι η Χάιδου του προυσφάι [21β, 189].
προυσφέρου παρομοιάζω, μοιάζω: σ’ είιδα ιγώ στου παζάρι κι σι προυσίφιρα στουν πατέρα σ’.
προυτόινη, η πρωτάρα, προβατίνα που γεννάει για πρώτη φορά.
προυφίλια, τα κεντήματα στο σεγκούνι.
προυχάλα, η ελαφρό ψιχάλισμα.
προυχτέ (τα) προχτές: τα προυχτέ είν’ άλλου. Πες πως δε θα ματακλέψεις κι θα τραγ’δήσου [16, 56].
πρυόβουλους, ου [12α, 134], βλ. προυόβουλους.
πρυουβουλού προσπαθώ να ανάψω φωτιά με τον πρυόβολο, [26, 107].
πρώιμα αρνιά αυτά που γεννιούνται στην αρχή του γέννου.
πρωιμουτύρια, τα πρώιμα τυριά [26, 72].
πρωτουμπάρμπας, ου αδερφός του πατέρα μας ή της μάνας μας [21β, 303].
πρωτουξάδιρφα, τα  πρώτα ξαδέρφια.
πρωτουπαλλήκαρους, ουπιο γενναίος, τολμηρός και δραστήριος νέος. Στους κλέφτες υπαρχηγός.
πρώτους, ου καπετάνιος στους κλέφτες: - πιδιά μ’, ποιος είνι ν-ου πρώτους σας, θέλου να τουν γνουρίσου [15α, 97].
πρωτουτσέλιγγας, ου πιο πλούσιος, αυτός που έχει το πιο πολύ βιο, την πιο μεγάλη στάνη [26, 9].
πσουκάτ’ προς τα κάτω: κάνι πσουκάτ’.
πσουπάν’ προς τα επάνω.
πσουπέρα προς τα πέρα.
πστόβλιακας, ου αυτός που κάθεται παράμερα, μοναχικός [27, 422].
πσώκουλα (επίρρ.) πίσω πίσω.
π’τόλαχανα, τα  χόρτα για πίτα.
πτιόγαλου, του [25β, 184], βλ. πτόγαλου.
πτόγαλου, του πηγμένο για τυρί γάλα που βρίσκεται σε κάποιο στάδιο της πήξης του ή έχει πήξει, αλλά δεν το βάλαμε στην τσαντίλα για να στραγγίσει.
πτουγαλόπ’τα, η πίτα που γίνεται με πτόγαλου, (βλ. λ.).
πυξαρένιους, -α, -ου αυτός που γίνεται από πυξάρι (ανθεκτικό ξύλο) [21β, 16].
πυξάρι, του θάμνος με ανθεκτικό ξύλο κατάλληλο για ξυλογλυπτική.
πύρα, η θερμότητα από τη φωτιά.
πυρόβουλα, τα πυροβόλα: τρία βαριά πυρόβουλα, τρία βαριά κανόνια, το ’να χτυπάει τουν Αη-Λιά κι τ’ άλλου τη Μουργκάνα [3α, 35].
πυρουκουλιάζου πυρώνω τα πισινά μου.
πυρουμάδα, η φέτα από ψωμί που τη ζεσταίνουμε στη φωτιά και σιγά σιγά ροδοκοκκινίζει [17, 183].
πυρουμάχους, ου όρθια πέτρα και «παλαμισμένη» με πολύ χώμα που τη βάνουνε στο επάνω μέρος της βάτρας, για να συγκρατεί τα κάρβουνα και να στηρίζει τα ξύλα που καίμε στη φωτιά [12α, 135].
πυρουστιά, η μεταλλικός τρίποδας για να ακουμπάνε τα σκεύη, όταν τα βάζουμε στη φωτιά, για να μαγειρέψουμε [26, 258].
πυρώνου 1. ζεσταίνω στη φωτιά: κόψτι κάνα δυο φέτις ψουμί για να τ’ς πυρώσουμι. 2. -ουμι ζεσταίνομαι στη φωτιά: πυρώσ’, γιατί είσι βριμένους.







ρ’ζά, τα πρόποδες από βουνό.
ρ’ζάρι, του το φυτό ρουβία η αιμοβαφής. Με τη χρωστική ουσία από τη ρίζα του βάφουμε τα μάλλινα γαλάζια [2].
ράβδα, η μεγάλη βέργα 2-3 μ. περίπου.
ραβδίζου με τη ράβδα τινάζω τους καρπούς από τα δέντρα, όταν ωριμάζουν.
ράγα, η θηλή από το μαστό.
Ραγάζι
ραγουβύζι, του το θήλαστρο (μπιμπερό) του μωρού [25β, 185].
ραδιό, του κομμάτι βράχου που κόβεται από τις κορφές των βουνών.
ρακί, του τσίπουρο.
ρακουβάριλου, του  βαρέλι για ρακί.
ρακουπότ’ρου, του ποτήρι για τσίπουρο.
ρακουπώλ’ς, ου αυτός που πουλάει τσίπουρο [24, 43].
ραμαζάνα, η νταμιτζάνα.
ράφτ’σσα, η ράφτισσα, μοδίστρα [27, 424].
ραφτόιπουλου, του μαθητευόμενος ή νεαρός ράφτης: κι ιένα μικρό ραφτόιπουλου ράβει κι τραγουδάει.
ράφτου ράβω [27, 424].
ράχη, η 1. βουνοκορφή: θα γείρει ράχις κι ιβουνά. 2. λόφος.
ραχιά, η πλάτη από το άλογο [27, 354].
ρέβου αδυνατίζω, χάνω πολύ από το βάρος μου.
ρέγουμι ορέγομαι, επιθυμώ [17, 336].
ρείκι, του το φυτό ερείκη: στα ρείκια βγαίνει ιένα νιρό, του λέν’ ασημουνιέρι.
ρέμα, του 1. χείμαρρος. 2. πλυσταριό.
ρέμπιλους, -η, -ου ακατάστατος.
ρέντζικλους, -η, -ου ρέντζελος, κουρελιασμένος [27, 424].
ρέτσια, τα ελάτινα κουκουνάρια.
ρήγας, ου βασιλιάς.
ρήγλα, η τελείως γεμάτο δοχείο υγρών [25β, 186].
ρηγλώνου γεμίζω τελείως το καρδάρι [25β, 186].
ρηγόιπουλου, του βασιλόπουλο: κι αν στουν ’πι του ρηγόιπουλου, του ρήγα τ’ αρχουντόιπουλου [3α, 147].
ρηκάζου [25 β, 186], βλ. ρικάζου.
ρηκατό, του η ενέργεια του ρηκάζου.
ρηκουμανάου σφαδάζω από τον πόνο ή από το πολύ δίκιο [25β, 187].
ρήμα, η ρίξιμο, δηλ. διαίρεση που κάνουμε ανάμεσα στα έξοδα και στον αριθμό των προβάτων για να δούμε πόσα χρήματα αναλογούν στο κάθε πρόβατο, μοιρασιά.
ρημαδιακό, του έρημο, ρημάδι, ρημαγμένο [16, 157].
ρημουλιθουπάτι, του ερημικό βουνίσιο μονοπάτι γεμάτο πέτρες ή κάτι σα βουνίσιο γκαλντερίμι: πάτα του, Μίχου μ’, πάτα του του ’ρημουλιθουπάτι, ακόμα ιτούτη τη βουλά κι άλλη βουλά δεν έχει [15α, 76].
ρημουσέλι (επίρρ.) ερημιά, τελείως έρημο μέρος: βήκα απάν’ στα πλάια κι αγριεύκα. Ρημουσέλι, ούηδι π’λάκι δεν ακούς.
ρητσινουκέρι, του ύφασμα εμποτισμένο σε λιωμένο ρετσίνι και τυλιγμένο σε σχήμα κεριού.
ριβά (επίρρ.) πλαγιαστά, όχι ίσια κατά το περπάτημα.
ριβάνι, του ρυθμικό και ανάλαφρο βάδισμα του αλόγου που γίνεται με πλαγιοτροχασμό [20, 357].
ριβανλίτ’κου, του το άλογο που περπατάει ριβάνι, (βλ. λ.).
ριβένι, του μικρό ύψωμα, λοφίσκος.
ριβός, -ή, ό στραβός, κυρτός, καμπούρης [12β, 166].
ριγάλου, του φιλοδώρημα [17, 336].
ριγανέλα, η είδος από τριχιά: σαρμανίτσα μι φλουέρα κι φασκιά απού ριγανέλα [3α, 202].
ριέμι, του όμηρος (για λύτρα).
ριέμια, τα [20, 357], βλ. φυλαχτήδις.
ριζάκια, τα (μτφ.) τροφοδοσίες κλεφτών ή ληστών: σου κόψαν τα ριζάκια σου, σου κλείσαν τα ντιρβένια, πήραν τουν Καϊμακάμη σου ν-απού την Κατιρίνη [21β, 83].
ριζιμιά λιθάρια ριζωμένα, αυτά που δεν κουνιούνται από τη θέση τους [17, 336].
ρίζουμα, του, βλ. ρ’ζά.
ρικάζου βγάζω δυνατή και παρατεταμένη φωνή συνήθως από πόνο (για ζώα κυρίως και περισσότερο για γίδια) [12α, 136]: κι ακούου τ’ αρκούδια πάλιβαν, πλατώνια να ρικάζουν [21β, 172].
ρικάμια, τα έτσι λένε τα μικρά Σαρακατσιανόπουλα τα μαθήματα αριθμητικής (πράξεις κ.τ.λ.), που κάνουν με το δάσκαλο στο δασκαλοκάλυβο [1, 98].
ριματικά, τα ρευματισμοί.
ριμέντια, τα ξόρκια.
ριμπέτας, ου ρεμπέτης, τεμπέλης, αχαΐρευτος.
ριντζουκούλια, τα παλιόρουχα, ρούχα ευτελούς αξίας.
ριντζουπάνια, τα παλιόπανα.
ρίξουν του βιο να χωρίσουν τα κοπάδια: πώς θα τα « ρίξουν», δηλ. πού κι από πόσα θα τοποθετήσουν, πού τα γαλάρια, πού τα στέρφα, πού τα ζυγούρια [20, 12].
ριούλια, τα γούστα: τ’ κάν’ς ούλα τα ριούλια τ’ Κουστάκη κι γι’ αυτό δε σ’ ακούει.
ριτζιά, η δέηση.
ριτσέλι, του γλύκισμα από σακχαρόπηχτα οπωρικά [15α, 76].
ριτσικότσιαλα, τα κουκουνάρια από έλατα ή πεύκα.
ριτσιλίτσα, η έντιμη γυναίκα [27, 394].
ριτσιναριά, η πρακτικό θεραπευτικό μέσο (πανί εμποτισμένο με ρετσίνι, έμπλαστρο).
ριχτουλόους, ου γητευτής [25β, 187].
ρνάρι, του [13, 53] λίμα για να τροχάμε.
ρόγα, η μισθός τσομπάνου: νω μου, κυρά μ’, τη ρόγα μου, νω μου τη δούλιψή μου [26, 9].
ρόζους, ου σημείο του κορμού του δέντρου από το οποίο ξεκινάει ένα κλαδί του με αποτέλεσμα στο σημείο εκείνο να διογκώνεται [12β, 167].
ρόιδινους, -η, -ου ροδομάγουλος: κι ιένα κουρίτσι ρόιδινου ράβει κι τραγουδάει [21β, 293].
ρόιδου, η μουλάρι εν μέρει μαύρο, εν μερει κόκκινο [27, 353].
ρόιδου, του ρόδι: μι τ’ άνθη, μι του ρόιδου, μι του μαργαριτάρι.
ροϊδουκουκκινάδα, η ροδοκόκκινο χρώμα στο πρόσωπο.
ροϊδουκουκκινάτη, η κοπέλα ροδοκόκκινη.
ροϊδουνιά, η ροδομάγουλη, όμορφη.
ροϊδόφλουδα, η  φλούδα ροδιού.
ρόιμα, του εκπλήρωση τάματος.
ρόκα του πουδάρι (μτφ.) έσπασε το πόδι και είναι στο νάρθηκα.
ρόκα, η 1. ξύλινο εξάρτημα με δυο έλικες ή χωρίς έλικες με το οποίο γνέθουν οι γυναίκες. 2. καρπός από καλαμπόκι.
ρόκουλου, του είδος από έλατο [15β, 242].
ρόμπουλου, του είδος από πεύκο [26, 355].
ρουβόλι, του πιστόλι: μ’ έμαθαν μι του ρουβόλι κι φουβούντι οι βλάχοι όλοι [4, έτος 9ο, 31].
ρουβουλάου 1. κατηφορίζω ή κατηφορίζω γρήγορα από μια πλαγιά, κατεβαίνω από το βουνό με ορμή [27, 425]: πώς ρουβουλάν’ απ’ τ’ Άγραφα κουρίτσια κι νυφάδις. 2. οδηγώ τα ζώα προς μια κατεύθυνση [12α, 137], περιπλανιέμια με τα πρόβατα από τόπο σε τόπο, για να τα βοσκήσω [25β, 187.
ρούγα, η είσοδος σε κονάκι ή σε μαντρί, άνοιγμα καλύβας, είσοδος: πανάθιμα που φύτιψι του κλήμα στην αυλή σου κι σκιέπασι την πόρτα σου, τη ρούγα τ’ αργαλειού σου [21β, 245].
ρουγκαϊζουμι ρεύομαι.
ρουγκαλιάζουμι ξεσχίζομαι περνώντας μέσα από θάμνους, τρυπιέμαι από αγκάθια.
ρουγκάτσ’κου, του ζώο που ο ευνουχισμός του πετυχαίνει κατά το ήμισυ.
ρουέβου τάζω κάτι και το προσφέρω, το μοιράζω στον κόσμο.
ρουή, η λαδερό [25β, 189].
ρουιάζουμι πηγαίνω μισθωτός τσομπάνος: παραμικρός ν-ουρφάνιψα ’που μάνα, ’που πατέρα κι πήγα κι ρουϊάστηκα σι νια κυρά Βουργάρα.
ρουϊάρκα, τα αυτά που ρουν, βλ. ρούου.
ρουιδάμι, του τρυφεροί βλαστοί από πουρνάρι [26, 68].
ρουιδίζου παίρνω σιγά-σιγά το κόκκινο χρώμα.
ρουιδούλα, η ροδομάγουλη, όμορφη: δεν ήρθαμαν για φάει για πιει, ρουΐδούλα, μουρή ρουιδούλα [3α, 149].
ρουϊδουνιά, η ροδομάγουλη: βρίσκου νια κόρη ρουϊδουνιά, ξανθιά κι μαυρουμάτα [3, 92].
ρουκίσιου, του καλαμποκάλευρο [26, 313].
ρουκουλιό, του ακαταστασία.
ρουκώνουμι  μπαίνω, χώνομαι.
ρουμαίικου, του ελληνικό κράτος.
Ρουμαίοι, οι Έλληνες: πουτές μου δεν ιμάλουσα μι Τούρκους, μι Ρουμαίους [3α, 88].
Ρουμιουϊπούλα, η Ελληνοπούλα.
ρούμπαλου, του 1. κουκουνάρι από έλατο 2. (μτφ.)εμπόδιο, πρόβλημα: τώρα του ’ρθι του ρούμπαλου κι δεν ξέρει τι να κάμει.
ρουμπέτα, η 1. μουσικό όργανο. 2. –ις κουβέντες, κοτσομπολιό [27, 425].
ρουμπέτας, ου πολυλογάς, κουτσομπόλης.
ρουντίνα, η ήμερος τόπος στα ριζώματα.
ρούντου, του πρόβατο που έχει κοντό, λεπτό και απαλό τρίχωμα [27, 348].
ρούου κάνω τα πρόβατα να ρέουν στον κατήφορο, στη σειρά, τα βάζω στη σειρά: ρούσ’ τα να τα μιτρήσουμι.
ρούπουσι η φτσιέλα έκλεισαν οι σχισμές της.
ρουπώνου παραχορταίνω [12α, 138], χορταίνω με ρύπους και βρομιές [25β, 189].
ρούσ’μου, του η ενέργεια του ρούου.
ρούσα, η φοράδα με μελαχρινοκόκκινο χρώμα.
ρούσα, τα μαύρα (λάια) πρόβατα με κοκκινωπά μαλλιά στην επιφάνεια [23α, τ. 3, 36].
ρουσάτη, η γυναίκα με ξανθοκόκκινα μαλλιά αλλά και περήφανη [25α, 141].
ρούσινος, -η, -ο ρωσικός: ν-έχου καράβι ρούσινου, κατάρτι πυξαρένιου [21β, 16].
ρουσουγένιους, ου ξανθογένης.
ρούσους, -α, -ου 1. ξανθός [17, 336]. 2. ξανθοκόκκινος [25β, 189].
ρουσφαΐζου τρώγω με βουλιμία, κατατρώγω [25β, 189].
ρούχινα προικιά (πιθ.) όχι μάλλινα αλλά αγοραστά κι από άλλη πρώτη ύλη.
ρουχνάου ροχαλίζω.
ρύμα, η ασθένεια στα μάτια (τα μάτια γίνονται κόκκινα και δύσκολα ανοίγουν) [27, 425].





  
σ’κουμαΐδα, η γλυκό με σύκα [27, 376], μάζα από σύκα.
σ’κουμάρα, η (μτφ.) εγωισμός, υπέρμετρος εγωισμός: Πουλλή σ’κουμά­ρα έχει αυτός ου κόσμους!
σ’λιάφι, βλ. σ’λιάχι.
σ’λιάχι, του δερμάτινη ζώνη με πτυχές που τη χρησιμοποιούμε για θήκη κυρίως όπλων [26, 109].
σ’λούπια, τα σουλούπια, χαρακτηριστικά του προσώπου.
σ’μάδα, η λιθάρι επίπεδο μια-δυο παλάμες που το χρησιμοποιούμε στο παιχνίδι τα «φίτσια» [12β, 169].
σ’μαδεύου κάνω σημάδι στο πρόβατο, για να το γνωρίζω.
σ’μαδεύου φτιάχνω σημάδι, σημείο γνώρου στο αφτί από τα πρόβατα.
σ’μάδι, του 1. σημάδι, σημείο γνώρου στο αφτί από τα πρόβατα. [26, 33]. 2. κάτι που σου ανήκει. π.χ. αντικείμενο, ρούχο, μαλλιά: όμως για να σου κάνουν μάγια πρέπει να σου πάρουν σημάδι [4, έτος 12ο, 26]. 3. οιωνός: τουν έκαψαν τα σ’μάδια 4. -ια δαχτυλίδια στους αρραβώνες: αφού ταίριαξι η δ’λειά, άλλαξαν κι τα σημάδια, αρριβώνιασαν κι όρ’σαν πότε να γίνει ο γάμος [7β, 141].
σ’μαδιακός, -ή, ό εξαιρετικός, σπάνιος.
σ’μαδιμένα, τα 1. προβατίνες που έχουν κατεβάσει μαστάρι, δηλ. είναι στον τελευταίο μήνα της κύησης [17, 151]. 2. πρόβατα που έχουν στο αφτί τους το «σημάδι» του καθενός.
σ’μάδιψι η πρατίνα είναι στον τελευταίο μήνα της κύησής της και έχει κατεβάσει μαστάρι.
σ’μώνου πλησιάζω, ζυγώνω.
σ’ναφ’κά δικαστήρια δικαστήρια της στάνης [5, 31] .
σ’ναφ’λής, ου αυτός με τον οποίο ανήκουμε στο ίδιο σινάφι.
σ’νάφι, του συντεχνία, σύνολο από άτομα που ασχολούνται με το ίδιο επάγγελμα ή έχουν την ίδια καταγωγή και προέλευση.
σ’νί, του μεγάλο ταψί.
σ’νόρτα, τα σύνορα, όρια.
σ’πσί, του μικρή πίπα.
σ’χαριάζουμι υποδέχομαι κάποιον με χαρά, χαίρομαι μαζί με κάποιον άλλον: τι τουν σ’χαριάζισι κι δεν τ’ δίν’ς ιένα διάουλου.
σ’χαριάτις, οι μικρή ομάδα (μονός αριθμός) από καβαλάρηδες που φτάνει τρέχοντας πρώτη στα κονάκια και αναγγέλλει το χαρούμενο γεγονός του γάμου, προπομπή από το ψίκι (συμπεθεριακό) [17, 282].
σ’χαρίκια, τα συγχαρητήρια, συγχαρητήριο φιλοδώρημα σε εκείνον που πρώτος αναγγέλλει ευχάριστη είδηση.
σ’χουράου συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών.
σ’χουριμός, ου συγχώρεση.
σ’χώριση, η αποκριάτικο έθιμο. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς οι νεότεροι παίρνουν συγχώρεση για ό,τι έχουν κάνει από τους γεροντότερους [5, 38].
Σάββα, του Σάββατο.
σαββατιαστεί (να) να έρθει το Σάββατο και να περάσει:όποιος και νάναι, το μάτι δεν πρέπει να σαββατιαστεί, γιατί τότε ο ματιασμένος δύσκολα ξεματιάζεται [4, έτος 12ο, 25].
σαγάνι, του μαγειρικό σκεύος (σαν βαθύ πιάτο).
σαϊάζου βάνω μάλλινα χοντρά υφάσματα (τσιόλια)πάνω από το σαμάρι του ζώου για να προστατέψω το ζώο αλλά και το σαμάρι από τις κακές καιρικές συνθήκες.
σαϊάκι, του χοντρό ύφασμα με το οποίο φτκιάνουμε πατατούκες κυρίως.
σαϊάς, ου σκεπή από μαντρί.
σάιασμα, του χοντρό μάλλινο ύφασμα για σκέπασμα του σαμαριού των ζώων [26, 58].
σαίια, τα [12α, 136], βλ. σέια.
σάικους, -η, -ου στερεός, σταθερός, γερός: του κουνάκι γίν’κι σάικου.
σαϊμπής, ου υπεύθυνος για την όλη τάξη του γάμου και αυτός συνήθως είναι ο πατέρας του γαμπρού.
σαΐτα, η 1. εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο διαπερνώ το υφάδι στο στημόνι. 2. είδος φιδιού που έχει την ιδιότητα να εκτινάσσεται.
σαϊτάν’ς, ου, βλ. σιαϊτάν’ς.
σαϊτιά, η το ρίξιμο (εκτόξευση) της σαϊτας.
σαϊτόγνιμα, του νήμα που έχει η σαΐτα.
σαϊτόξ’λου, του εξάρτημα από τη σαΐτα στο οποίο τυλίγεται το υφάδι.
σαϊτουπαίξ’μου, του το παίξιμο (ρίξιμο) της σαΐτας.
σαϊτούρα, η είδος φιδιού που έχει την ιδιότητα να εκτινάσσεται [17, 337].
σακ’λίσια διαούρτη το γιαούρτι αφού το πήξουμε το βάζουμε μετά σε μια σακούλα για να στραγγίσει [ 19, 70].
σακαές, οι γίδια [20, 123].
σακαΐ, του αρρώστια στα άλογα (αδενίτιδα) [27, 357].
σακαϊάρκα, τα άλογα που πάσχουν α­πό σακαΐ, (βλ. λ.).
σακάλιβρου, του αλευροσάκι.
σακαρέλα, η μικρή στενόμακρη μάλλινη σακούλα [22, 48]. Κάποιοι βάνουν μέσα τα κουταλουπίρουνα και γι‘ αυτό τη λένε και χ’λιαρουλόου.
σακατ’λίκι, του αναπηρία.
σακάτ’ς, ου ανάπηρος.
σακατεύου 1. τραυματίζω, αχρηστεύω. 2. -ουμι αχρηστεύομαι, γίνομαι ανάπηρος.
σακατλαμάς, ου σακάτης.
σακένιους τρουβάς τροβάς δεύτερης ποιότητας.
σακιάζου γεμίζω το σακί με διάφορα πράγματα ή διάφορα υλικά.
σάκιασμα, του ενέργεια του σακιάζου.
σακιόσκ’να, τα σκοινιά με τα οποία δένουμε τα σακιά.
σάκκους, ου σακάκι [25β, 190].
σακουθρόφι, του είδος από φυτό.
σακούλα, η πορτοφόλι [25β, 191].
σακουράφα, η μεγάλη και χοντρή βέργα-βελόνα για να ράβουμε χοντρά υφάσματα.
σαλαγάου με φωνές και σφυρίγματα κατευθύνω το κοπάδι [26, 53].
Σαλαγάω, υπολογίζω
σαλαγιόμι κάνω σάλαγο, θόρυβο, φασαρία.
σάλαγους, ου 1. βοή από τη ροή του ποταμού. 2. θόρυβος (γλυκός ήχος) που κάνει το κοπάδι καθώς μετακινείται στη βοσκή [25β, 191].
σαλάημα, του η ενέργεια του σαλαγάου [26, 26].
σαλαητά, τα φωνές και σφυρίγματα με τα οποία κατευθύνω το κοπάδι.
σαλαΐζου ανακατώνω τα πρόβατα και κάνω φασαρία [25β, 191].
σαλάκι, του ψαροκόκκαλο με το οποίο χτυπάμε τα φιδιασμένα ζώα.
σαλάμ’κους, -η, -ου αξιόπιστος, φερέγγυος, σωστός.
σαλαμέντρα, η σαλαμάντρα, είδος κερκοφόρου σαύρας.
σαλαμπριά, η κατεβασμένο ποτάμι: του πουτάμι είνι σαλαμπριά κι δεν πιράει μι τίπουτα.
σαλαώρας, ου πολυλογάς.
σαλέπι, του το φυτό όρχις ο τετρακέντητος και το θερμαντικό ποτό που βγαίνει από τις ρίζες του [2].
σαλιάρα, η κομμάτι της γυναικείας φορεσιάς (λεπτό καλό ύφασμα με πιέτες και δαντέλες και χωρίς πλάτη) που το βάζουμε γύρω από το λαιμό [22, 182].
σαλιούρα, η ποδιά [ 19, 62].
σάλλουμα, του άχυρα ή κλαδιά με τα οποία σκεπάζουμε τον ξύλινο σκελετό από το κονάκι ή από το μαντρί [26, 64].
σαλλώνου σκεπάζω το κονάκι με σάλλωμα, (βλ. λ.).
σάλμα, του άχυρο [27, 365].
σαλουγκβιντιάζου χαζοκουβεντιάζω.
σαλός, -ή, -ό «φευγάτος» [27, 426], τρελός.
σαλταμπήδα, η γυναίκα που έχει ξεπεράσει τους ηθικούς φραγμούς.
σαλταμπήδας, ου ανήθικος άντρας [25β, 192].
σαμαράκι, του προστατευτικό τρίχωμα που αφήνουμε στη ράχη από τα μικρά ζώα, όταν τα κουρεύουμε, κάπα.
σαμαρουκρέβατου, του θέση (κρεβάτι) για το σαμάρι [26, 303].
σαμαρουσκούτι, του χοντρό μάλλινο ύφασμα που μπαίνει στο εσωτερικό του σαμαριού.
σαμαρουτριχιά, η τριχιά για το σαμάρι [26, 304].
σαμαρώνου βάνω το σαμάρι πάνω στο κορμί του ζώου,
σάματι (σύνδ.) σάμπως, σαν να [16, 83].
σάματις, βλ. σάματι.
σαμουρέλ’ς, ου φτωχός, παρακατιανός.
σαμσιούλι, του πίπα.
σαούρα, η σαβούρα.
σαπιάρ’κα, τα πρόβατα που σαπίζουν τα νύχια τους και πέφτουν.
σαπιουκοιλιά, η υποτιμητική λέξη για τον ανίκανο, τον άχρηστο άνθρωπο, εκείνον που έχει διογκωμένη κοιλιά και που του είναι άχρηστη [12β, 168].
σαπίτ’ς, ου είδος βουνίσιου φιδιού [15α, 97].
σάρα κακιά να γκρεμιστείς, να χαθείς, να πας στον αγύριστο (κατάρα): σάρα να γιένει τ’ άλουγου κι αντάρα του ντουφέκι [21β, 248].
σάρα, η απότομη πλαγιά γεμάτη πέτρες και χαλίκια και χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση, γκρεμός.
σαραδιά, η ασθένεια των αλόγων, μίξα [27, 357].
σαράκι, του 1. σκουλήκι του ξύλου, σκόρος. 2. (μτφ.)στενοχώρια.
σαρακιάζει του ξύλου γεμίζει από σκόρο.
σαρακουστεύου νηστεύω τη σαρακοστή.
σαρανταπλη(γ)ιασμένους, -η, -ου κα­­τα­πληγωμένος, με πληγές σε όλο του το σώμα: κι ένας γρίβας, παλιόγριβας, σαρανταπλη(γ)ια­σμέ­νους, σαν έκαμι χλιμίτρισι τριών χρουνών πουλάρι [18,197].
σαρατζιά, η αγιάτρευτη πληγή.
σαριά, η λέρα που μαζεύεται στα μαλλιά από τα πρόβατα.
σαριασμένα μαλλιά μαλλιά με σαριά, (βλ. λ.).
σαρκιρά ζώγα ζώα μεγάλης σωματικής αντοχής, ζώα με σκληρή, ανθεκτική στις κακουχίες σάρκα [12β, 169].
σαρκουτρύπι, του χορτάρι σαν αγκάθι που τρυπάει το δέρμα. Πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το τρυπουσάκι.
σαρκώνου 1.ικανοποιούμαι ψυχικά: δε μι σαρκώνει ιδώ στουν κάμπου, θέλου να βγου στα β’νά. 2. επηρεάζω: μι σάρκουσι του κρύου.
σαρμανίτσα, η ξύλινο μικρό κρεβατάκι που είναι κούνια για το μωρό [26, 298].
σάρουμα, του 1. η ενέργεια του σαρώνου. 2 το φυτό ανθυλλίς η ερμάνειος. Με τα κλαδιά του φτιάχνουμε σκούπες [2].
σαρπούνι, του ευωδιαστό χορτάρι. Έχει χρώμα γκρι και άσπρα λουλούδια. Το βράζουμε και το χρησιμοποιούμε για να θεραπεύουμε τις αμοιβάδες [15β, 238].
σαρώνου σκουπίζω το κονάκι ή την αυλή, καθαρίζω: σάρουσι, χήρα μ’, σάρουσι, στην πόρτα να πιράσου, να ιδού τη δυχατέρα σου, να την αρριβουνιάσου [3α, 107].
σαφράνι, του (μτφ.) άνθρωπος με ωχρό πρόσωπο.
σάψιαλου, του, βλ. κούσιαλου.
σβάου σβήνω [26, 48].
σβαρνάου κουπέλα (μτφ.) κλέβω, απαγάγω [19, τόμος 1ος, 286].
σβέρκια, τα σβέρκος.
σβηντζούρι κάποιος ή κάτι που περνάει αστραπιαία από μπροστά σου: σβηντζούρι ου Κουτσιαρέλ’ς να πάει να μάσει τουν αργγιλέ.
σβόιρας, ου αυτός που παίρνει στροφές το μυαλό του, έξυπνος, πολυμήχανος [25β, 194].
σβώλους, ου σφαιρικό κομμάτι τυριού μέσα στο τομάρι που δεν έγινε πολτός [12α, 140].
σγαντσουμάλλ’ς, ου αυτός που τα μαλλιά του είναι όρθια σαν τα αγκάθια του σκαντσόχοιρου.
σγαρλάου βλ. σγαρλεύου.
σγαρλεύου ανακατώνω, ψάχνω.
σγουλώνου 1. στριμώχνω. 2. στριμώχνομαι σε μια γωνιά, σφηνώνομαι.
σέβαση, η σεβασμός.
σέγκια, τα παιδικό παιχνίδι.
σέια, τα οικοσκευή, όλα τα πράγματα του νοικοκυριού [17, 140].
σέινα, τα άσπρα μαλλιά με μαύρες τρίχες [4, τ. 4ο, 16].
σειόμι κουνιέμαι, κινούμαι.
σειρά, η 1. γενιά, σόι: πάρι νύφη απού σειρά κι σκύλα απού κουπάδι. 2. τάξη, τρόπος ζωής: ικειά τα χρόνια είχαμαν κι ’μείς καλή σειρά στου βιο μας.
σειραλήδις, οι Σαρακατσιαναίοι που έχουν καλά τη σειρά τους, δηλ. έχουν πολύ βιο και κατά συνέπεια βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση και έχουν καλό όνομα.
σειργιά, η, βλ. σειρά.
σειρήτια, τα γερά, ίσια, όμορφα και μακριά ξύλα που τα χρησιμοποιούμε στα αδίπλα καλύβια [25β, 195].
σέλα, η προσαρμοσμένο κάθισμα για τον αναβάτη στη ράχη του αλόγου.
σέρπιτα, τα ερπετά.
σέρσιλου, του μυριάδες, πλήθος πολύ.
σημείου γεγονός που προκαλεί θαυμασμό ή φόβο: ουρέ, τι σημείου ήταν αυτό απόψι ! Μας πήρι τ’ς στρέχις απ’ τα μαντριά !
σημειουμένους, -η, -ουάνθρωπος που έχει κάποιο σωματικό ελάττωμα.
σηρά, η [25β, 195], βλ. σειρά.
σια δίπλα ίσια δίπλα [27, 427].
σιαδώθι ίσια δώθε.
σιάζου 1. τακτοποιώ, διευθετώ. 2 -ουμιπλένομαι, κάνω την τουαλέτα μου, περιποιούμαι.
σιάζου τα ζουντανά ταχτοποιώ, φροντίζω.
σιαΐνι, του είδος από αετό: πώς καταριότι τουν αϊτό κι του σιαΐνι αντάμα.
σιαϊτάν’ς, ου ο καταχθόνιος, ο σατανικός άνθρωπος.
σιαϊτάν’σσα, η το θηλυκό του σιαϊτάν’ς, (βλ. λ.) [27, 426].
σιακάτ’ προς τα κάτω.
σιακείθι ίσια εκείθε, προς τα εκεί [25α, 152].
σιαλβάρι, του πελεκημένο ξυλάκι με δυο εγκοπές στις άκρες του για να το δένουμε, και το βάνουμε στο στόμα του κατσικιού για να μην μπορεί να βυζαίνει, είδος χαλινού [26, 68].
σιαμπρουστά  1.προς τα μπροστά. Πορεία προς τα μπροστά. Οι γριές, οι γέροντες και τα παιδιά φεύγουν κάθε πρωί 2-3 ώρες γρηγορότερα από το καραβάνι, για να εξοικονομήσουν χρόνο και να πλησιάσουν τον τόπο που θα μείνουν για να περάσουν το βράδυ. Τη διαδικασία αυτή τη λέμε «σιαμπρουστά» [12α, 141]. 2. μελλοντικά.
σιαπάν’ προς τα πάνω.
σιαπανίσιους, -α, -ου, βλ. παλιουχου­­­­ρίσιους.
σιαπέρα προς τα πέρα.
σιάπη, η αφθώδης πυρετός.
σιαπλαή, η πιάτο [27, 426].
σιαπού προς τα πού: σιαπού να ψένουν λάια αρνιά, σιαπού παχιά κριάρια, σιαπού να κάνουν, Δήμου μ’, τη Λαμπρή [21β, 111].
σιαράφι, του αργυραμοιβείο: στου παζάρι είν’ του μιτάξι, στου σιαράφι είν’ του φλουρί.
σιάση, η διευθέτηση, συμφωνία, ειρήνευση.
σιαφά του βιλαέτι δε με νοιάζει για τιποτα, εννιά έχει ο μήνας.
σιάχους, ου προστατευτικό στέγαστρο για τη βροχή, εσοχή [26, 67], σκεπή από το μαντρί [17, 337].
σιβδαλής, ου αυτός που έχει σιβδά, (βλ. λ.) [27, 426].
σιβδαλίζουμι έχω καημό, ερωτικό πάθος [3α, 94].
σιβδαλίτ’σσα, η θηλυκό του σιβδαλής.
σιβδάς, ου 1. καημός, ερωτικός πόθος 2. μεράκι: αυτό του πιδί τα ’χει σιβδά τα πρότα.
σίβους, -α, -ου αυτός που το χρώμα του είναι μεταξύ γκρι και μπεζ.
σιγάκια, τα, βλ. βασκαντηρούλις.
σίγαλα (επίρρ.) 1. αθόρυβα, χαμηλόφωνα 2. αργά: γιατρός δεν ήταν να με ιδεί, να δέσει την πληγή μου. Μαυρουφουράνι σίγαλα, μη μάθει ν- η συντρουφιά μου [15α, 48].
σιγαλός, -ή, -ό σιγανός.
σιγκούνι, του μάλλινος επενδύτης [17, 337].
σιγουρεύου 1. ασφαλίζω κάτι. 2. κάθομαι ήσυχα.
σιγουρημένους, -η, -ουασφαλής: στην καλύβα ν-ου καημένους κάθουμουν σιγουρημένους, φύλαγα τα κιρασάκια μην τα φάν’ τα κουριτσάκια [3α, 196].
σιδηρόσκαλα, η αναβολέας στον οποίο πατάει ο καβαλάρης για να ανεβεί στη σέλα [17, 146].
σιδηρουχόρτι, του ρούτα η βαρύοσμη, είδος χόρτου που το αφέψημα από τα φύλλα του το χρησιμοποιούμε ως παρασιτοκτόνο των εντέρων [2].
σιδηρόψαρου, του άσπρο άλογο με λίγες μαύρες τρίχες [17, 171].
σιδιρώνου, βλ. 1.αρματώνου. 2. ξυλοκοπώ.
σικλέτι, του στενοχώρια.
σικλιτίζουμι είμαι λυπημένος, στενοχωρημένος [27, 426].
σιλιασμός, ου επιληψία.
σιλώνου βάνω τη σέλα στο άλογο.
σιόπ’ς, ου αυτός που κάνει του κεφαλιού του.
σιουγκάρα, η, βλ. δυγόνα.
σιουγκάρι, του 1. βυζανιάρικο αρνί [26, 25]. 2. μικρότερο παιδί μιας οικογένειας. 3. δυγόνι, (βλ. λ.).
σιουγκράου αγγίζω κάποιον με νόημα, τον ειδοποιώ αγγίζοντάς τον [12β, 171].
σιουγκρίζου, βλ. σιουγκράου.
σιούκας, ου αυτός που δεν παίρνει από λόγο, «χοντροκέφαλος».
Σιουμάδις
σιουράου 1.σφυρίζω [7α, 33]. 2.(μτφ.) υπολογίζω, δίνω αξία: ποιος τ’ς σιουράει αυνούς.
σιουρβέτι, του άσπρο σαρίκι [27, 427].
σιουρίστρα, η σφυρίχτρα.
σιουρτό, του σφύριγμα: μι τη φλουιέρα το ’λιγι, μι του σιουρτό τού λέει [3α, 221].
σιούτα, -ου γίδα χωρίς κέρατα. Αρσενικό γίδι ή αρσενικό πρόβατο χωρίς κέρατα.
σιουφέρ’ς, ου οδηγός: που βάρισις την τράπιζα μες του Κατζά την Πέτρα, κι σκότουσις ιννιά πιδιά κι του σιουφέρη δέκα [3α, 65].
σιριανάου κάνω περίπατο, γυρίζω στους δρόμους.
σιριάνι, του περίπατος, βόλτα: ιένα Σαββάτου βράδυ, νια Κυριακή δειλ’νό ξιβήκα στου σιριάνι ν-ου μαύρους να χαρού.
σιρκός, -ό αρσενικός, αρσενικό.
σιρκουθήλ’κους, -η, -ου ερμαφρόδιτος.
σιρκουλίβαδου, του λιβάδι που βόσκουν αρσενικά αρνιά.
σιρκουμάδα, η ομάδα από αρσενικά παιδιά, πολλά αρσενικά παιδιά σε μια οικογένεια [3β, τ. 28, 8].
σιρκουχουρίζου χωρίζω τις προβατίνες που γεννούν αρσενικά αρνιά από αυτές που γεννούν θηλυκά. Τις προβατίνες με τα αρσενικά αρνιά τις βάζω σε καλύτερο λιβάδι.
σιρκουχρουνιά, η χρονιά που οι προβατίνες γεννούν αρσενικά αρνιά περισσότερα   από τα θυλυκά.
σιρμαϊά, η απόθεμα.
Σιρμπιάνοι, οι Σαρ. που ζούσαν στη Σερβία. Αργότερα ήρθαν στην Ελλάδα και οι περισσότεροι από αυτούς μένουν σήμερα στο Κορδελιό της Θεσσαλονίκης.
σιρσένι, του (μτφ.) άνθρωπος που δεν ησυχάζει καθόλου, εργατικός.
σιτζίμι, του λεπτός και γερός σπάγκος[17, 156].
σκ’λεύουμι (για σκυλιά) ζευγαρώνω.
σκ’λιουψώμι, του ψωμί για τα σκυλιά που το φκιάχνουμε με πίτουρα.
σκ’λίσιους, -α, -ου αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σκύλο: σι σκ’λί­σιου τουμάρι τυρί δι μπαίνει.
σκ’νί, του (μτφ.) χρόνος ζωής ενός ανθρώπου: σώθ’κι του σκ’νί τ’ς βάβους μ’.
σκ’τάλη, η σκυτάλη, βλ. τσέτλας.
σκ’τιά, τα σκουτιά, ρούχα.
σκάλα, η 1. εργαλείο με το οποίο μαζεύουμε μασούρια. 2. σιδερόσκαλα από τη σέλα, αναβολέας: φέρνει τη σέλα του στραβά, του γκιέμι του κουμμένου, φέρνει κι τουν αφέντη του στη σκάλα κριμασμένου [21β, 25]. 3. (μτφ.) γενιά, ηλικία: παλιότιρα απ’ τ’ θκη μ’ τ’ σκάλα, όπους μουλόγαγαν οι γριές, στα κατασάρκια δεν έβαναν μανίκια [4, έτος 7ο, 23].
σκαλάκι, του ποτήρι.
σκαλιά, τα οι μουσικές κλίμακες στα κουδούνια [26, 124].
σκαλόκουμμα, βλ. κόκκα.
σκάλουμα, του 1. εμπόδιο: τι σκάλουμα ήταν αυτό, σήμιρα! 2. (μτφ.) πρόβλημα.
σκαλουπατήματα, τα σκαλοπάτια: πόσα ξόδιασα για σένα να σι φέρου στην αυλή μου, στα σκαλουπατήματά μου [18, 151].
σκαλώνου σταματάω μπροστά σε ένα εμπόδιο.
σκαμματίζου πλένω τα ρούχα με δύναμη [25β, 197]. Νια βλάχα πλένει στου πουτάμι, πλένει κι σκαμματίζει κι ου Γκραίκους την αγνάντευε ’που πίσου απ’ του πλατάνι [24, 31].
σκαμνάκια, τα παιδικό παιχνίδι.
σκάνια, η στενοχώρια, στενοχώρια και αγανάχτηση μαζί.
σκανιάζου στενοχωριέμαι, στενοχωρώ.
σκάνιασμα, του, βλ. σκάνια: πάψι, κόρη μ’, του σκάνιασμα κι ιέλα στην αγκαλιά μου, να σι χουρτάσου φίλημα, να σι χουρτάσου χάιδια [3α,98].
σκαντζλήθρα, η φλούδα ή πολύ μικρό κομμάτι ξύλου που καίγεται και εκτινάσσεται [12α, 142].
σκαντζουχέρι, του σκαντσόχοιρος.
σκάπιτα, τα μέρη που βρίσκονται πίσω από την κορυφή ενός υψώματος και δεν φαίνονται.
σκαπιτάου χάνομαι πίσω από τη ράχη, δύομαι [26, 83]: σκαπέτ’σι ου ήλιους.
σκαπιτουραχιάζου χάνομαι πίσω α­πό τη ράχη· χάνομαι μέσα στα βουνά, εξαφανίζομαι: απ’ του φόβου μη μι πιάσουν σκαπιτουράχιασα [3β, 12].
σκαρίζου βγάζω το κοπάδι τη νύχτα για βοσκή ή το βγάζω από το στάλο για να βοσκήσει ή το βγάζω για βοσκή: σήκου, Μαρούλα μ’, του προυί κι σκάρισι τα γίδια.
σκαρνουτή, η ποδιά με φυτόσχημες παραστάσεις που τη φοράνε οι γυναίκες στις ανοιξιάτικες μετακινήσεις.
σκάρους, ου έξοδος του κοπαδιού για βοσκή και κυρίως μετά τα μεσάνυχτα: πιδιά, σ’κουθείτι, ήρθι ου σκάρους, ήρθι ου χάρους [26, 54].
σκάρφη γίν’κι έγινε πολύ αρμυρό, π.χ. το φαγητό.
σκάρφη, η το φυτό πόα μέλας ελέβορος που έχει και θεραπευτικές ιδιότητες.
σκάσιμου, του (μτφ.) μεγάλη στενοχώρια: πάρι μι στουν αργαλειό σου, Δημητρούλα μου, για του σκάσιμου τ’ αντρός σου [3α, 196].
σκατόλια, τα παιδικό παιχνίδι.
σκαφίδα, η ξύλινη σκάφη στην οποία ζυμώνουμε το ψωμί ή πλένουμε τα ρούχα.
σκαφίδι, του βαθουλό ξύλινο σκεύος για ζύμωμα [25β, 198].
σκέπη, η [12β, 171], βλ. πάνα.
σκηνίτις, οι αυτοί που ζουν μέσα σε σκηνές και κυρίως οι νομάδες: ιμείς νια ζουή σκηνίτις είμαστι.
σκιάδα, η καπέλλο ψάθινο που προστατεύει από τον ήλιο.
σκιάδι, του σκιάχτρο, παλιόρουχο ή άλλο πράγμα που εκφοβίζει τα άγρια ζώα.
σκιάζουμι φοβάμαι: η χιλώνα δε σκιάζιτι του χαλάζι [19, τόμος 1ος, 339].
σκιαζούρ’ς, ου φοβητσιάρης.
σκιαζούρια, τα, βλ. σκιάδι.
σκιάσματα, τα αγερικά, δαιμονικά, κακά πνεύματα.
σκιάχτρου, του (μτφ.) πολύ άσχημος άνθρωπος.
σκιδιάζου σχεδιάζω.
σκιέλ’σμα, του αγερικό, δαιμονικό.
σκίζα, η κομμάτι από ξύλο που αποσπάται ακανόνιστα από τον κορμό ενός δέντρου ή ενός χοντρού κλαδιού, πελεκούδα.
σκιζάφτ’κου, του σημάδι στα πρόβατα (μια σχισμή στην άκρη από το αφτί) [26, 34].
σκιλίζουμι 1. αδιαθετώ, αρρωσταίνω και αποδίδω στο σκιέλ’σμα (βλ. λ.) την αιτία από το πρόβλημά μου. 2. παραφέρομαι επειδή έχω σκιέλ’σμα, (βλ. λ.): ουρέ, τι κάν’ς έτσι; σκιλ’­σμένους είσι;
σκιντσεύου αρπάζω χρήματα με βασανισμό [27, 428].
σκιόριμα, του 1. πολύ άσχημος ανθρωπος: τέτοιου σκιόριμα νύφη, πού ’ν πάηναν; 2. ανυπόληπτος [25β, 198].
σκιρός, -ή, -ό 1. σοβαρός, αξιόλογος [25β, 199]. 2. «νόστιμος» κι όχι απαραίτητα όμορφος: σκιρή γ’ναίκα η Γιάννινα.
σκιρτσούδα, η (πιθ.) η γυναίκα που κάνει σκέρτσα, πεταχτούλα, κολπαδόρα: βρίσκου Βουργάρα θέριζι μ’ ατσάλινου δριπάνι, σκιρτσούδα μου.
σκλαρ’κάτα, τα, βλ. μαρζιλάτα.
σκλήθρου, του το υδροχαρές δέντρο κλήθρο τη φλούδα του οποίου χρησιμοποιούμε για να βάφουμε υφάσματα [26, 355].
σκληρίζου ρίχνω κλήρο, κληρώνω, λαχνίζω [3α, 28].
σκλήρους, ου λαχνός, κλήρωση.
σκοίνους, ου αειθαλής θάμνος.
σκόπι, του ξύλο, ραβδί [26, 135].
σκόρτσα, η 1. κοριός [27, 428]. 2. χαμόκλαδο [26, 111].
σκόρτσα, τα πλεξίματα με βέργες ή άλλα κλαριά.
σκότ’νους, -η, -ου σκοτεινός.
σκούζα, η θρήνος.
σκουλαμέντρα, η αφροδίσιο νόσημα (βλενόρροια).
σκουλάου σχολάω, τελειώνω.
σκουλάτα, τα είδος από υφαντά.
σκούλη, η πίσω μέρος από ένα κοφτερό αντικείμενο [27, 428].
σκουλύμπρι, του αγκάθι που τρώμε το βλαστό του [25β, 199].
σκουμένους, -η, -ου (μτφ.) εγωιστής.
σκούντα, η αποπληξία.
σκουνταμός, ου σκουντουφλιά.
σκουντουφλάου σκοντάφτω σα να είμαι τυφλός [12α, 145].
σκουντουφλιάρ’ς, ου αυτός που σκοντάφτει συχνά.
σκουριουκούδ’να, τα σκουριασμένα κουδούνια [26, 116].
σκουρπίδι, του 1. σκορπιός [26, 344]. 2. το φυτό κέτεραχ το φαρμακευτικό που το χρησιμοποιούμε σαν φάρμακο για τις πέτρες στη χολή και στα νεφρά, γιατί είναι διουρητικό [2].
σκουρπουφτέρη, η φυτό πόα με θεραπευτικές ιδιότητες.
σκούσματα, τα  δυνατές κραβγές πόνου.
σκουτάδιασι έγινε σκότος.
σκουτειδιάζει γίνεται σκοτάδι πυκνό [21β, 123].
σκουτίδα, η πυκνό σκοτάδι.
σκουτούρα, η 1. η ζαλάδα. 2. (μτφ.) πρόβλημα, έννοια.
σκουτουρέλλα, η σαύρα.
σκουτουριάζουμι ζαλίζομαι [20, 323].
σκουτουτρίτσα, η, βλ. σκουτουρέλλα.
σκούφια, η, βλ. κατσιούλα.
σκρουμπιάζου  γίνομαι σκρούμπος.
σκρούμπους, ου 1. καμένος, παραψημένος [25β, 200]: γίν’κι σκρούμπους του ψουμί. 2. καμμένο μάλλινο υφαντό.
σκρουπάου σκορπίζω.
σκ’τίσια, τα μάλλινα.
σκύλα, η (μτφ.) κακιά, μοχθηρή γυναίκα: τι μο’ κανις, μωρ’ πιθιρά, τι μο ’κανις, μωρ’ σκύλα! [21β, 31].
σμαζώνου μαζεύω, συμμαζεύω, συγκεντρώνω.
σμαλμίσια, τα μακριά μαλλιά περίπου στα 20 εκ. με τα οποία φκιάχνουμε καθημερινές φορεσιές [4, τ. 4ο, 16].
σμέρτου, του καρπός της μυρτιάς.
Σμιγάδι, σαρ.2008
σμίξη, η 1. (μτφ.) αντάμωμα, αντάμωση. 2. συμβολή των ποταμών.
σμίτι, του άσπρο ψωμί.
σμίχτ’ς, ου συνέταιρος με τον τσέλιγκα, αυτός που σμίγει το κοπάδι του με το κοπάδι του τσέλιγκα [26, 1].
σμιχτάδις, οι, βλ. σμίχτ’ς.
σμιχτήδις, οι βλ. σμιχτάδις.
σμπούρα, η αρρώστια και πιθανόν ίλιγγος.
σμπουρίζου καλαμπουρίζω [20, 99].
σμυρτιά, η το φυτό μυρτιά.
σνόρα, η πονηρή γυναίκα.
σντρόκους, ου θάμνος.
σόι, του συγγένεια.
σόλιους, -α, -ου άξεστος, αγροίκος [25β, 202].
σουβάτι, του πάχυνση.
σουβουδιάζου χάνω, πουλάω, τελειώνω με κάτι.
σούδα, η 1. κατεβασμένο ρέμα που φέρνει μαζί του ξύλα και πέτρες. 2. βλ. ουβουρός.
σουδιάζου οδηγώ με τρόπο τα πρόβατα στη βοσκή.
σουϊακός, -ή, -ό, βλ. σουϊλίτ’κους.
σουϊεύου είμαι συγγενής με κάποιον.
σουϊλίτ’κους, -η, -ου σοϊλίδικος, αυτός που είναι από καλό σόι ή από καλό νταμάρι (για ζώα) [17, 160].
σουκόρφι, του 1. μάλλινη αντρική μπλούζα [21α, 162] 2. τσέπη από το μέσα μέρος του σακακιού ή του γιλέκου και περίπου κάτω από τη μασχάλη, τον κόρφο [12β, 181].
σούλι, του, βλ. τιμπλί.
σούλιους, ου ανόητος.
σούμα, η διαλεγμένο μακρύ μαλλί, το καλύτερο μαλλί [26, 97]., βλ. και φίνου.
σουμπέα, η ανησυχία, έγνοια [27, 429].
σουμπόλια, τα σκωπτικά τραγούδια που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα [25β, 203].
σουμπουλιάζου 1. συμπληρώνω κάτι μισοτελειωμένο, το ολοκληρώνω. 2. (μτφ.) κουτσομπολεύω [25β, 203].
σούμπρα, η κουκούτσι.
σουπάνι, του εσωτερικό πανί, φόδρα.
σουργούνι, του 1. ρεζίλι. 2. εκτόπιση [17, 337].
σουϊλής, ου λεβέντης.
σουρκόφι, του [12β, 181], βλ.σουκόρφι.
σούρλα, η, βλ. κατσιούλα.
σουρταλιάρ’κα, τα [23, 150], βλ. γκισιέμι.
σουρτάρα 1. τα πρόβατα το ένα πίσω από το άλλο και τρέχοντας κατεβαίνουν από μια πλαγιά ή πηγαίνουν προς μια κατεύθυνση [26, 53]. 2. μονοπάτι που σχημάτισε το κοπάδι κατεβαίνοντας σουρτάρα [25β, 203].
σουρταριάζου βάνω το κοπάδι σε σουρτάρα, (βλ. λ.) [12β, 173].
σουρταριάρα, η προβατίνα που μπο­ρεί να οδηγήσει το κοπάδι [3β, τ. 32, 1]
σουρτουθ’λιά, η θηλιά από τριχιά που ρίχνει ο βαλμάς (βλ. λ.) για να πιάσει τα ατίθασα άλογα, λάσο [26, 39].
σουσμανιάζου το παρακάνω σε πά χος, γίνομαι υπέρβαρος [25β, 203]: σουσμάνιασι αυτός, μάτια, δεν τουν χουράν’ τα σκ’τιά.
σουσουλιάζου πληθαίνω, γίνομαι μυριάδες.
σουσούρα, η φυτό με το οποίο φκιάνουμε σκούπες.
σουσουρέγκους, ου σωρός.
σούτσι, του κουσούρι, ελάττωμα: είχι σούτσι η κουπέλα κι χάλασι η δ’λειά.
σουφαρής, ου 1. Τούρκος ιππέας: πέντι έξι τσιανταρμάδις κι ένας σουφαρής πάνι να μι κριμάσουν, δε βήκις να μι ιδείς[24, 98]. 2. αυτός που έχει «ύφος», αυστηρός.
σουφλάου έχω οξείς πόνους, πονάω σαν να με τρύπησαν με το σουβλί, με το μαχαίρι: τα πουδαράκια μου πουνούν, τα χέρια μου σουφλάνι [15α, 96].
σουφλάου μπήγω.
σουφλί, του σουβλί.
σουφλιά, η 1. οξύς πόνος. 2. (μτφ.) ραδιουργία, σκευωρία.
σουφλιρός, -ή, -ό μυτερός, οξύς.
σουφλισμένους, -η, -ου (μτφ.) έξυπνος.
σουφλουμάς, ου κομμάτι κρέατος για το σουβλί.
σουφουριάζου κάνω έρωτα.
σουφράς, ου, βλ. τάβλα.
σούφρους, ου ρούφημα του καυτού φαγητού [12α, 145].
σπαθάτους, -η, -ου λυγερόκορμος.
σπαθέλα, η το φυτό υπερικό το διάτρητο, το σπαθόχορτο, χόρτο που τα φύλλα του έχουν σχήμα σπαθιού. Το χρησιμοποιούμε για να επουλώνουμε τις πληγές [2].
σπαθί, του ράβδος που φέρει το ξυλόχτενο [27, 371], βλ. και σπάθις.
σπάθις, οι εξάρτημα του αργαλειού από το οποίο κρέμεται το ξυλόχτενο.
σπανά, τα γυμνά βουνά, βουνά χωρίς δέντρα.
σπανίσιους, -α, -ου αυτός που ζει στα σπανά, (βλ. λ.).
σπανός, ου άντρας που δε βγάζει γένεια.
σπάπια, τα 1. πράγματα, αποσκευές. 2. υποθέσεις [27, 429].
σπαράγγι, του καρπός από τη σπαραγγιά.
σπαραγγιά, η φυτό πόα που τρώμε τον καρπό του και το χρησιμοποιούμε σαν φυλαχτό στα κονάκια [26, 167].
σπαραγγούλα, η παιδικό παιχνίδι [17, 211].
σπαράου κουνάου κάτι από τη θέση του.
σπάργανα, τα 1. κομμάτια από ύφασμα με τα οποία τυλίγουμε το μωρό και τα δένουμε επάνω του με τη φασκιά [12α, 146]: ν-αρρουστημένου μ’ ηύρανι ξιαρμάτουτου στου στρώμα, ν-ουσάν μουρό στην κούνια μου, στα σπάργανα διμένου [21β, 129]. 2. ψιλή καθάρια χριστουγεννιάτικη κουλούρα που την ψήνουμε στη θράκα για να θυμίζει την κουλούρα που πήγαν οι βοσκοί στην Παναγία [17, 293].
σπαργάνι, του μωρό, νήπιο.
σπαργώνου πετρώνω, σκληραίνω.
σπαρτόμαλλη, η προβατίνα με ίσια και αραιά μακριά μαλλιά.
σπάρτου, του φυτό.
σπαταλώνου δυναμώνω.
σπέρδιλους, -η, -ου ευκίνητος, γρήγορος στη σκέψη και στην ενέργεια: σπέρδιλους ου Γιουργάκ’ς τ’ς Θανάσινας, πιάνει π’λιά στουν αέρα.
σπέρδουλους, -η, -ου [12β, 174], βλ. σπέρδιλους.
σπιρδούκλι, του το φυτό ασφόδελος [26, 87].
σπιρδουκουκάλι, του άνθος από το σπιρδούκλι.
σπιτσιέρ’ς, ου φαρμακοποιός.
σπληνάντιρου, του έδεσμα που παρασκευάζεται με το γέμισμα του χοντρού εντέρου του ζώου από κομμάτια σπλήνας [12α, 146].
σπληνουχόρταρου, του βοτάνι.
σπλώνια, τα 1. το φυτό πόα βερμπάσκο το κυματόφυλλο Φκιάχνουμε σκούπες με το ανθοφόρο στέλεχος του φυτου. Το χρησιμοποιούμε ως φάρμακο για τις αιμορροΐδες και τις εξωτερικές φλεγμονές [2]. 2. παιδικό παιχνίδι με φύλλα από σπλώνια σαν τη χειρόσφαιρα [25β, 204].
σπουδάζου (πιθ.) προσπαθώ να πείσω, επιχειρώ να αλλάξω τη γνώμη κάποιου με επιχειρήματα: μάνα κι υγιός δε θέλανι κι η Κώστας τη σπουδάζει [3β, τ.31, 8].
 σπουλάκι (επίρρ.) ευτυχώς.
σπουλλάτι ευχή, με την έννοια «μακάρι να ζήσεις πολλά έτη» [12α, 147]
σπούρνη, η (βλ. σπρούχνη).
σπρούχνη, η στάχτη μαζί με αναμμένα κάρβουνα που μένει στη βάτρα μετά την ολοκλήρωση του καψίματος των ξύλων [26, 314].
στ’λιάρι, του στειλιάρι, στέλεχος στα γεωργικά εργαλεία: κι αυτό ήταν γυφτουτσικουριά που ισιώνει τα στειλιάρια [21β, 343].
στ’μόνι, του στημόνι, νήμα του αργαλειού.
στάλια, τα, βλ. στάλος: πόχουν τα στάλια τα ζιρβά, τις βρύσις μες του ρέμα [21β, 217].
στάλιακας, ου [25β, 205], βλ. κριμαντάλα.
σταλίζουν τα πρότα κάθονται το μεσημέρι στον ίσκιο και αναπαύονται [26, 55].
σταλίκι, του μακρύ και χοντρό ξύλο που το χρησιμοποιούμε για να σκεπάζουμε τα μαντριά [26, 218].
στάλους, ου χώρος στον οποίο σταλίζουν (βλ. λ.) τα πρόβατα [26, 55].
στάλπη, η [1, 105], βλ.πτόγαλου.
σταλώνου στερεώνω, στερεώνομαι.
σταματήρα, η κρίκος από ομαλή επιφάνεια, από μέταλλο ή πέτρα, και χρησιμεύει για να σταματά το αίμα που κυλά [27, 430].
σταμπήσια, τα τυπωμένα [27, 430].
στανεύου φτιάχνω στάνη [25α, 115].
στάνη, η 1. χώρος στον οποίο είναι εγκατεστημένο το τσελιγκάτο, σαρακατσιάνικος οικισμός που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις, ανθρώπους και ζώα [26, 1]: είχαμαν τ’ στάνη δυο ώρις αλάργα απ’ του χουριό.2. τσελιγκάτο: πιράει η στάνη τ’ Μαλαμούλη.
στανιώτις, οι άνθρωποι της στάνης [26, 1].
στανουμάντρι, του απλό μαντρί που στήνουμε στη στράτα, στην πορεία για τα βουνά [25β, 207].
στανουτόπι, του 1. μέρος που είναι η στάνη. 2. τόπος που ανήκει στο κάθε κοπάδι.
στασιά, η στάση, ησυχία [25α, 193].
στασιό [3β, 12], βλ. στασιά.
στατά-στατά επίρρημα που σημαίνει ότι κάποιος είναι έτοιμος, αποφασισμένος να αρχίσει τον καβγά: τουν γλέπ’ς στατά-στατά στέκιτι να μαλώσει [12β, 175].
στατέρι, του είδος ζυγαριάς.
στατιράδις, οι τεχνίτες που φκιάχνουν τα χυτά κυπριά [26, 120].
σταυραγκάθισμα, του τόπος για περισυλλογή: να φκιάσου σταυραγκάθισμα, να σταυρουθού να κάτσου, ν’ ακουρμαστού την πέρδικα.
σταυραδέρφια, τα δυο συνήθως ή και περισσότερα άτομα που θεωρούνται μεταξύ τους αδέλφια μετά από αδελφοποίηση.
σταυράδιφους, -ιρφή αδελφοποιτός, αδελφοποιτή.
σταυραϊτός, ου 1. το πτηνό αετός ο νάνος. 2. (μτφ.) γενναίος, δυνατός: άιντι, σταυραϊτέ μ’, να πάμι, νύχτουσι κι δεν προυπάμι [7α, 8].
σταυράφτ’κου, του σημάδι στα πρόβατα (κόβουμε μικρό κομμάτι αφτιού πίσω και μπροστά και γίνεται σταυρός) [17, 168].
σταυρός, ου 1. είδος από δέσιμο. 2 διασταύρωση στα λούρια.
σταυρουβιλουνιά, η τρόπος που κεντάμε (η βελονιά πηγαίνει χιαστή).
σταυρουγειτουνιά, η (πιθ.) γειτονιά με πολλά σταυραδέρφια: καλότυχη, καλόιμοιρη ν-η σταυρουγειτουνιά μας που έχει ’ναν σταυράδιρφου κι νια σταυραδιρφούλα.
σταυρουδρόμι, του διασταύρωση δρό­μων.
σταυρουδρόμους, ου σταυρουδρόμι: κι στους σταυρουδρόμους βγαίνει κι κρασουπουλεί.
σταυρουκάθισμα, του, βλ. σταυραγκάθισμα.
σταύρουμα, του δέσιμο σε σχήμα σταυρού των ξύλων του σκελετού όλων των κατασκευών [12β, 175].
σταυρουμάνα, η μάνα του σταυράδερφου ή της σταυραδερφής [19, τόμος 3ος, 198].
σταυρουπατέρας, ου πατέρας του σταυράδερφου ή της σταυραδερφής [19, τόμος 3ος, 198].
σταυρουπουδιάζουμι κάθομαι σταυροπόδι.
σταύρουση, η η βασική εργασία για το άνοιγμα του διασιδιού (το στόμα από όπου περνάει η σαΐτα) στη φάση που το ιδιάζουμε.
σταυρουτό, του διακοσμητικό θέμα στην τέχνη..
σταυρουτός, ου είδος από χορό στον οποίο οι χορευτές ενώνουν τα χέρια τους και σχηματίζουν το σχήμα του σταυρού.
σταυρώνου 1. συναντώ. 2. -ουμι διασταυρώνομαι. σταυρώνου γκβέντις (μτφ.) κουβεντιάζω, συνομιλώ.
σταφνίζου 1. τακτοποιώ, σταθμίζω [12β, 175]. 2. –ουμι, βλ. σταφνίζου.
σταχτιάρ’ς, -α, -κου 1. αυτός που δε σαλεύει από τη γωνιά της φωτιάς, τεμπέλης. 2. (μτφ.) αμελής [4, έτος 10ο, 21].
σταχτόκ’λουρα, η, βλ. σταχτου­κ’­λού­­ρα.
σταχτουκ’λούρα, η κουλούρα που την ψήνουμε στη βάτρα (γωνιά) και τη σκεπάζουμε με χόβολη (καυτή στάχτη) [26, 317].
σταχτουλόους, ου χώρος στον οποίο συγκεντρώνουμε τη στάχτη ή δοχείο στο οποίο τη συγκεντρώνουμε [26, 279].
σταχτουπύρι, του χόβολη (βλ. λ.) που τη χρησιμοποιούμε ως θεραπευτικό μέσον στα κρυολογήματα, ως θερμοφόρα [4, έτος 7ο, 42].
σταχτώνου ρίχνω σε κάτι στάχτη [26, 317].
στέγνα, η ξηρασία, ξέρα
στείρα, η βελέντζα χωρίς κρόσσια.
στειρουγκανιά, η φαρμακευτικό φυτό. Τα φύλλα του είναι σα χωνί και ο καρπός του στο κάτω μέρος σαν πατάτα. Βράζουμε τον καρπό του και τον δίνουμε στα ζώα να τον πιούνε [15β, 241].
στειρουπούλα, η προβατίνα που γεννάει για δεύτερη χρονιά και είναι τριών ετών.
στειρουπούλι, του τράγος ενός έτους που δεν έχει ξεκινήσει ακόμη την αναπαραγωγή [27, 351].
στένουση, η δυσφορία στο στήθος, άσθμα.
στέρφα, τα πρόβατα που δε γεννούν [26, 28].
στέρφη, η προβατίνα ή γίδα που δε γεννάει, που δεν παράγει γάλα.
στήνου καλύβι οικοδομώ καλύβι [25β, 208].
στητός, -ή, -ό όρθιος, καμαρωτός.
στινάζου αναστενάζω, γογγύζω.
στινεύουμι 1. (μτφ.) στενοχωριέμαι: μη στινεύισι, πιδάκι μ’, κι πάθ’ς τίπουτα. 2. έχω οικονομικές δυσχέρειες: δεν πήρι παράδις απ’ τουν έμπουρα κι στινεύιτι.
στιρέβουμι στερούμαι: αν είν’ κουτός κι αντρέπιτι να κάτσει να στιρέβιτι [3α, 105).
στιρνά, τα γεράματα.
στιρνός, -ή, -ό τελευταίος.
στιρφάρ’ς, ου τσομπάνος που βόσκει τα στέρφα: κι ιένας βλάχους παλιόβλαχους κι ιένας παλιουστιρφάρης [26, 26].
στιρφεύου (μτφ.) δεν μπορώ να τεκνοποιήσω: στη βρύση βγαίνει ένα νιρό, του λέν’ ασημουνέρι, του πίνπουν ν-οι Ρουμιώτισσις, του πίνουν κι στιρφεύουν [24, 8]
στιρφεύουν τα πρότα τα γαλάρια πρόβατα χάνουν τελείως το γάλα τους.
στιρφόκυπρους, ου κυπρί που βάζουμε σε στέρφη γίδα.
στιρφου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό ανήκει στο πρώτο: στιρφόγρικου, στιρφουκόπαδου, στιρφουμάντρι, στιρφουμπλιόρα (δίχρονη στέρφη προβατίνα), στιρφουπρουβατίνα, στιρφουκάλλισια, στιρφόιδα, στιρφουπράτ’να, στιρφουτόπι, στιρφουλίβαδου, στιρφουγαλιάζου (χάνω το γάλα σιγά-σιγά), στιρφουκουπή, στιρφουβότανου.
στιρφουκρίαρου, του (μτφ.)  άντρας που δεν είναι ικανός να τεκνοποιήσει.
στιφάνι, του 1. στρόγγυλο πελεκημένο ξύλο από το οποίο κρέμεται το κουδούνι από τα πρόβατα ή το κυπρί από τα γίδια [26, 120]. 2. ξύλινο πλαίσιο που στηρίζει την πόρτα (λυσιά) από το κονάκι [26, 208]. 3. κεφαλάρι της σαρμανίτσας [26, 340]. 4. ξύλινος κύκλος στην κατσιούλα του κονακιού. 5. απόκρημνο και δύσβατο μέρος.
στιφανουμάντ’λα, τα, βλ. στιφανουπάνι: φκιάνου στιφάνια ν-απού φλουριά κι τα κιριά απ’ ασήμι κι τα στιφανουμάντιλα ν-αγνό μαργαριτάρι [21β, 314].
στιφανουπάνι, του αγοραστό πανί που το χρησιμοποιούμε στη στέψη του ζευγαριού [20, 183].
στλίτ’ς, ου δυνατός πόνος στην πλάτη.
στοιβάζου του τραγόμαλλου το ετοιμάζω για επεξεργασία.
στοιβανιά, η στοίβα από πράγματα [25β, 208].
στοιχειό, του 1. αόρατο, υπερφυσικό και συνήθως κακοποιό ον. 2. (μτφ.) πολύ δυνατός άνθρωπος: στοιχειό ου Τακούλας· τρεις άντρις δεν μπου­ρούν να τουν κάμουν καλά!
στοίχειουσαν τα πρότα (μτφ.) από την καλή βοσκή πάχυναν κι είναι και πολύ γερά.
στόμα παράς (μτφ.) μικρό, ίσια με ένα νόμισμα, συμμαζεμένο κι όμορφο: να κάτι μάτια μιγάλα σα φλιτζιάνια κι ένα στόμα παράς [22, 137].
στόμα, του 1. άνοιγμα του στημονιού μέσα από το οποίο περνάει η σαΐτα με το υφάδ [22, 112] 2. βλ. πισουστρούγκι.
στουλίστρα, η γυναίκα που στολίζεται.
στουμπάου συνθλίβω [26, 117].
στουμπουλάκι, του το πόδι του αλόγου κάτω από το γόνατο.
στούμπους, ου ξύλινο, σιδερένιο ή πέτρινο εργαλείο (λιθάρι) με το οποίο συνθλίβονται άλλα αντικείμενα [12α, 149].
στουμπουτύρι, του είδος από σκληρό τυρί [16, 57].
στουμώνου τα πρότα σταματώ, γυρίζω πίσω ή κατευθύνω εκεί που θέλω το στόμα, δηλ. τη μπροσνέλα από το κοπάδι [12α, 149].
στούρνα, η μεγάλη πέτρα.
στουρνάρι, του πυρόλιθος που τον χτυπάμε με τον πρυόβολο (βλ. λ.) και ανάβουμε την ίσκα από τις σπίθες που βγάζει [12α, 149].
στραβουγιράζου γεράζω πρόωρα και έχω έκδηλα τα σημάδια της παρακμής: Θε μου, μι στραβουγιέρασις κι άδικα θα πιθάνου [4, έτος 12ο, 29].
στραβουμάρις, οι (μτφ.) κακοτυχίες, αναποδιές: δεν τουν αφήνουν οι στραβουμάρις να ιδεί άσπρη μέρα.
στραβώνου (μτφ.) δωροδοκώ κάποιον για να κάνει τα «στραβά μάτια»: στράβουσι τουν αγρουφύλακα μι δυο τσαντίλις τυρί.
στραγγάνι, του σκούφος.
στραγγίζου τα πρότα τα αρμέγω την περίοδο που έχουν λίγο γάλα.
στραγγίζου του τυρί του αφαιρώ το τυρόγαλο.
στράγγιου, του στραγγερό μέρος, αυτό που δεν κρατάει τα νερά της βροχής: ν-ουπόχει λάσπις κι νιρά τραβάει ν-ου Κουσταντούλας κι όπ’ είνι στράγγιου κι υγρό τραβάει του δαμάλι [21β,17].
στραγγιρός τόπους τόπος που στραγγίζει εύκολα και δεν κρατάει νερά.
στράγγλια, η η φυλακή: κι μ’ έριξις στη φυλακή στην έρημη τη στράγγλια [15α, 82].
στραγγουτσάντ’λα, η η τσαντίλα (βλ. λ.) για το στράγγισμα [26, 85].
στραγγουτσαντίλις, οι τσαντίλες με τις οποίες στραγγίζουμε το γάλα.
στραγγώνου [25β, 208], βλ. στρακώνου.
στρακώνου συμπιέζω
σταλικουπουδιάζου κόυράζομαι από το πολύ ορθοκάθισμα.
στράτα, η 1. δρόμος: θ’ ασπρίσουν τα μαλλάκια σου τηρώντας τις στρατούλις. 2. ταξίδι που κάνουμε για να πάμε από τα χειμαδιά στα βουνά και το αντίθετο: όταν προετοιμαζόμασταν για τη στράτα μετά τον Άη- Γιώργη έπρεπε να φορέσουμε τα καλύτερά μας ρούχα που τα λέγαμε στρατιάτικα [21α, τ. 162]. φ’λάει στράτα τ’ αλουγου (πιθ.) βαδίζει με προσοχή, με ασφάλεια για τον αναβάτη.
στρατεύουμι  κατατάσσομαι στον στρατό.
στρατί, του 1. δρόμος 2. δρομάκι [21β, 231].
στρατιάτ’κα, τα ρούχα που φοράμε στη στράτα (ταξίδι) μας και πρέπει να είναι καλά [21α, τ. 162].
στρατιάτ’κους, -η, -ου αυτός που έχει σχέση με τη στράτα.
στραφταλίζου αστράφτω
στρέου τα όνειρα τα όνειρα βγαίνουν (επαληθεύονται) σύμφωνα με την ερ­­μηνεία που δίνουμε σ’ αυτά.
στρέουμι συμφωνώ, συγκατανεύω.
στρεύλα, η  πειθαρχία.
στρέχα, η σκεπή από μαντρί [26, 62].
στριβάδι, του χορτάρι για βοσκή κατάλληλο από μεγάλα κυρίως ζώα.
στρίβου (μτφ.) ευνουχίζω τα αρσενικά ζώα.
στρίβουν τα χουρτάρια ξεραίνονται.
στριγγλιάτα, η γάλα βρασμένο, αλατισμένο και με τυρομαγιά.
στρίμματα, τα τέσσερις κλωστές από στημόνι που τις ανταμώνουμε και τις πλέκουμε όπως τις κόσες από τα μαλλιά.
στριμούρα, η  συνωστισμός, στρίμωγμα.
στριφουγυρίσματα, τα στροβιλισμοί που κάνουν τα κύματα της θάλασσας: πάρι μι στα κύματά σου, στα στριφουγυρίσματά σου.
στριφτάρια, τα [25β, 209], βλ. τσιμπούκια.
στριφτάρους, ου  αυτός που ευνουχίζει τα ζώα.
στριφτή, η, βλ. στριφτόπ’τα.
στριφτόπ’τα, η είδος από πίτα με κοχλιωτή ανάπτυξη των φύλλων από το κέντρο του ταψιού προς τα άκρα.
στριφτός, -ή, -ό (πιθ.) (μτφ.) 1. αυτός που μιλάει με υπονοούμενα ή τα λέει διφορούμενα. 2. αυτός που ειρωνεύεται. 3. αυτός που «τσεκουρώνει» με τα λόγια του.
στρίφτου στρίβω.
στριφτουκιέρα, η γίδα που έχει τα κέρατα στριφτά σαν μπούκλες.
στριχιάζου καταφεύγω σε κάποιο μέρος για προστασία από την κακοκαιρία, απαγκιάζω.
στρόγγυλις γκβέντις (μτφ.) λογικές κουβέντες.
στρόιους, ου βοτάνι.
στρούγκα, η περιφραγμένο μέρος κυκλικά στο οποίο αρμέγουμε τα πρόβατα [26, 76].
στρουγκάνι, του θάμνος.
στρουγκιάζου βάζω τα πρόβατα στη στρούγκα [26, 81].
στρουγκόλια, τα [21α, τ.162], βλ. στρουγκουλίθια
στρουγκότσιουλα, τα τσιόλια που βάνουμε πάνω στα στρουγκουλίθια για να κάθονται οι αρμεχτάδες[26, 105].
στρουγκουλίθια, τα μεγάλα λιθάρια που τα βάνουμε στο μάτι (βλ. λ.) της στρούγκας για να κάθονται οι αρμεχτάδες [26, 80].
στρουμπάρα, η αρρώστια στα πρόβατα από το χορτάρι.
στρουμπάριασμα, του, βλ. στρουμπάρα.
στρουμπούλου, η παχουλή γυναίκα: στρουμπούλου μου, στ’ αλώνια σου κι όξου στα πιριβόλια σου κάθιτι νιος κι ανύπαντρους [3α, 89].
στρουμπουλούτς’κους, -η, -ου παχουλούτσικος.
στρουνγκλίζου γυρίζω κυκλικά (π.χ. το χέρι κάποιου) [27, 431].
στρουσίδι, του μάλλινο υφαντό που στρώνεται.
στρουφιώμι ( για ζώα) έχω κοιλόπονο και περιστρέφομαι γύρω από τον εαυτό μου [12β, 177].
στρώμα, του 1. επίπεδη γήινη επιφάνεια. 2. [21α, τ. 162], βλ. μουσαφιρλίκια. 3. –τα, βλ. στρουσίδι.
στρώση, η, βλ. στρουσίδι.
στύφακας, ου πολύ ξερός, πολύς στεγνός, πολύ στυφός και ξινός [12β, 177].
στύφτου στερεύω.
στύψη, η στίψιμο, αποξήρανση [25β, 210].
συβάζου 1.αρραβωνιάζω: μικρή νύφη σι σύβασαν, μικρή σ’ αρριβουνιάσαν [24, 44]. 2. -ουμι αρραβωνιάζομαι [17, 338]
σύβαση, η [25β, 210], βλ. συβάσματα.
συβάσματα, τα αρραβώνες [17, 221].
συβαστάδις, οι συγγενείς του γαμπρού που πάνε να αρραβωνιάσουν τη νύφη.
συβαστικιά, η αρραβωνιαστικιά.
συβουμάντ’λα, τα μαντίλια των αρραβώνων που έχουν μέσα τα δαχτυλίδια και βασιλικό [15α, 207 ή τα δαχτυλίδια, ρύζι, ένα λόιδο από κόκκινη τλούπα και καμιά φορά και λίρα [4, έτος 7ο,24].
συγγέν’σα, η το θηλυκό του συγγενής.
συγγένειου, του συγγένεια [22, 159].
συγγένεψη, η συγγένεια [16, 151].
συγγιλέας, ου εισαγγελέας.
συγγινάδια, τα κουνιάδια: να κάμου Τούρκα πιθιρά, διρβίσια συγγινάδια [3α, 47].
συγγινήδις, οι συγγενείς: κι ούλουν τουν κόσμου κάλισι φίλους κι συγγινήδις [21β, 182].
συγγινής, ου κουνιάδος: ου συγγινής μ’ ου Γιώρ’ς ήταν μουλαΐμ’ς άνθρου­πους.
συγγινιά, η συγγένεια.
συγκαθάου πειράζω κάποιον, τον ξεσηκώνω, τον ενοχλώ [17, 338], δε με χωράει ο τόπος, είμαι ανήσυχος.
συγκαθεύου όσου μ’ λέν’ καλά χουρεύου τόσο συγκαθεύου [4, έτος 8ο, 32], βλ. συγκαθάου.
συγκαθιάρα, η 1. άτακτη. 2. ζημιάρα, ανήσυχη [25β, 211].
Συγκαθόκουλη, χαιρ.40
συγκαίρια, τα καραβάνια: ν-ιτούτη τη μαύρη ν-άνοιξη δε φάνηκαν να έρθουν, ν-ούηδι συγκαίρια φάνηκαν, ν-ούηδι τσιατούρια γίν’καν [15α, 109].
συγκιριάζου 1. συνδέω με το καπίστρι το ένα ζώο με το άλλο και προχωρούν σε γραμμή το ένα πίσω από το άλλο 2. βάζω σε σειρά.
σύγνιφα, τα σύννεφα.
συγνιφανταριασμένα β’νά (πιθ.) βουνά που έχουν ομίχλη πυκνή σαν σύννεφο [24, 15]
συγνιφιά, η συννεφιά [21β, 259].
συγχουριμός, ου συγχώρεση, άφεση αμαρτιών: ν-όσα κακά κι αν έκαμις, ν-ούλα συγχουριμένα, μα ιένα κακό που έκαμις, συγχουριμό δεν έχει.
σύθαμπου, του βραδάκι που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και μισοδιακρίνονται τα διάφορα πράγματα.
συλλαλητήρια, τα κήρυκες ή ντελάληδες: συλλαλητήρια βάλανι μέσα σι ιννιά παζάρια [21β, 32].
σύλλουγα, τα σκέψεις, συλλογισμοί, προβλήματα, έγνοιες: καλύτιρα να φύβγουμι παρά να χουριστούμι, να λείψουμι απ’ τα βάσανα, τα σύλλουγα του κόσμου [15α, 35].
συλλουιόμι συλλογίζομαι [7α, 38].
συμμαλίσιου, του   είδος διασιδιού.
σύμμασι μάζεψε, συγκέντρωσε: σύμμασ’ τα πιριστέρια σου κι έρχουντι στην αυλή μου.
συμπαθισμός, ου συμπάθεια: ν-όσα κακά κι αν έκαμις, ούλα συμπαθισμένα κι ένα κακό που έκαμις συμπαθισμούς δεν έχει [3α, 65].
συμπάου 1. συνδαυλίζω τη φωτιά, πασχίζω να μη σβήσει. 2. (μτφ.) παροτρύνω, βοηθάω, ενθαρρύνω: σύμπα κι συ λίγου για να γένει η προυξινιά.
συμπιθιριακό, του συμπέθεροι που πάνε να πάρουν τη νύφη.
συμπιθιρουμάνους, ου προξενητής, αυτός που κάνει τα συνοικέσια.
συμπουδαύλι, του 1. ξύλο με το οποίο σκαλίζεται η φωτιά ή σπρώχνονται ή ξύνονται ή μετακινούνται τα ξύλα που καίγονται [12α, 151]. 2. ξυθάλλι [25β, 211].
συμφάδα, η συννυφάδα [12β, 178].
σύμφουνου, του συμφωνία.
συμφωνή, η, βλ. σύμφουνου.
συν’θάου συνηθίζω.
συναγώι 1. φασαρία, ανακατωσούρα: είχαμαν συναγώι απόψι μέχρι ’ν αυγή. Δεν έκλεισαμαν μάτι. 2. αμπαλάρισμα και ανεβοκατέβασμα της οικοσκευής από τα χειμαδιά στα ξεκαλοκαιριά και το αντίθετο [12β, 178].
συνάζου 1. συναθροίζω. 2. -ουμι συγκεντρώνομαι [25β, 211].
συναλλάζου χρησιμοποιώ δύο ή περισσότερα πράγματα εκ περιτροπής.
συναξάρι, του μάζωξη, συγκέντρωση.
συνδυό δυο-δυο: ν-αυτού συνδυό δεν πιρπατούν, συντρείς δεν κουβιντιάζουν, ν-αυτοί κάθουντι μαναχοί, κάθουντι μαραμένοι [21β, 353].
συνήθειου, του συνήθεια.
συνηθού συνηθίζω, έχω συνήθεια: ν- ιγώ, πασιά μ’, δε συνηθού να στρώνου στα γιουρντάνια, ν-ιγώ ’μι απού την ιξουχή κι απού τα προυβατάκια [3α, 45].
συνιριά, η συναγωνισμός, αντιπαράθεση [12β, 178].
συνιρίζουμι συναγωνίζομαι κάποιον, αμιλλώμαι το παράδειγμά του [12β, 179].
συννυφαδιά, η συννυφάδα: ν-είιδα τη γερου-Κούτρινα μι τη συννυφαδιά της, στουν Αγγιλάκη κάθουνταν μαζί μι του Μπασντάνη [21β, 224].
συνουδειά, η συντροφιά, παρέα: κλέφτης να γιένεις, γιόκα μου, κλέφτης να καταντήσεις, να ’χεις τ’ αγρίμια συνουδειά κι τα πουλιά κουβέντα [3α, 49].
συνουμόλ’κους, -η, -ου συνομήλι- κος [ 3α, 96].
συνουρίτις, οι αυτοί που έχουν στα βοσκοτόπια κοινά σύνορα.
συντάζου 1. ετοιμάζω 2. -ουμι ετοιμάζομαι για αναχώρηση: ια πες μας πού συντάζισι κι ν-είσι αλλαμένους [21β, 353].
συνταρχάου  ετοιμάζω.
σύντραβλου, του [26, 283] ξιθάλι.
συντράμου δίνω βοήθεια.
συντρόφι, του 1. αγαπημένος σύντρο­φος. 2 (μτφ.) γυναικείο εσώρουχο.
συντρουμή, η  βοήθεια.
συντρόφοι, οι δυο βοσκοί που βόσκουν το ίδιο κοπάδι.
συντυχαίνου συναντώ: νια κόρη δεν εσύντυχα στη βρύση να πααίνει, και κρύο νερό δε μο ’χυσε τον κουρνιαχτό να πλύνω [16, 57].
σύρι πήγαινε: για σύρτι κάνα δυο πιδιά σ’ αυτόν του ζυγουριάρη.
σύρμα, του 1. τμήμα, κομμάτι, μέρος από το λιβάδι: το καλοκαίρι ήξεραν μαναχά τους τα κοπάδια το «σύρμα τους», δηλ. το μέρος που κάθε φορά θα βόσκαγαν [20, 144]. 2. στενό μονοπάτι. 3. συνεχής ροή προβάτων [25β, 212].
συρματένια μέση (μτφ.) λεπτή μέση.
συρμή, η επιδημία.
συρόστρατις, οι δρόμοι στενοί που έχουν συνέχεια πρόβατα [15α, 94].
σύρραχου, του κορυφογραμμή.
σύρτ’ς, ου εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο η υφάντρα ξεσέρνει το διασίδι.
συφιρεύου συγυρίζω το νοικοκυριό.
σύφιρτα (επίρρ.) καλώς καμωμένα, καμωμένα με ευνοϊκό τρόπο.
συχνουβάριμα, του συνεχόμενο και για πολλή ώρα χτύπημα: κι απού του συχνουβάριμα κι απ’ τα ψιλά τραγούδια τουν κόπανου τουν τσάκισι, την πλάκα τη ραϊζει [24, 33]
συχνουρουτού ρωτώ συνέχεια και με κάποιο σκοπό: βλαχούλα ν-ιρου­βόλαϊ ν-απού ψηλή ραχούλα κι ου βλάχους την αγνάντιβι κι τη συχνουρουτάει [21β, 214].
σφαγάρι, του εκείνο το σημείο στο λαιμό του ζώου που βάζουμε το μαχαίρι για να το σφάξουμε.
σφαϊό, του δυνατός ρευματικός πόνος στην πλάτη [3α, 25], δυνατός πόνος ιέχου ιένα σφαϊό ιδώια κι τρόμαξα να ξημιρώσου.
σφάλαγγας, ου είδος αράχνης. κρέμιτι σφάλαγγας θα έχουμε μουσαφίρη στο κονάκι (πρόληψη).
σφαλάχτια, τα θάμνη με αγκάθια.
σφαλίζου τα μάτια (μτφ.) πεθαίνω.
σφαχτά, τα γιδοπρόβατα: μας πήρανι πέντι σφαχτά, πέντι παχιά κριάρια [4, έτος 17ο, 13].
σφαχτό, του σφαγμένο και γδαρμένο ζώο [26, 69].
σφηλιώνου στερεώνω, σφηνώνω.
σφήνα ψουμί φέτα από ψωμί, μεγάλη φέτα.
σφηνόκουψι (τα) (μτφ.) φοβήθηκε, τα βρήκε σκούρα.
σφιντάμι, του σφένδαμος, δέντρο με ανθεκτικό ξύλο [26, 355].
σφιντζουράου [12α, 152], βλ. σφρου­ντζλάου
σφίξη, η (μτφ.) ζόρι, δυσκολία: η σφίξη βγάνει λάδι.
σφουγγιόμι σφουγγίζομαι, σκουπίζομαι.
σφουντύλα, η  στροφή, γυροβολιά.
σφουντύλι, του ξύλινο μικρό εξάρτημα από το αδράχτι που διευκολύνει την περιφορά του [26, 359].
σφουριάζου 1. [25β, 213], βλ. σουφουριάζου. 2. -ουμι, βλ. σουφουριάζου.
σφουριασμένη, η ανύπαντρη γυναίκα που έγινε γνωστό πως έκανε έρωτα [25β, 213].
σφούρλα, η 1. ρόδα. 2. στροφή περί τον άξονα ενός ανθρώπου ή ενός αντικειμένου [12β, 181].
σφουρλατάου [12β, 195], βλ. φουρλατάου.
σφουρλέτσι, του ξεσκισμένος, κατά κομματιασμένος.
σφουρλιά, η  βλ. σφούρλα.
σφράιστρου είδος μεγάλης σκαλιστής ξύλινης σφραγίδας που τα διάφορα σχέδιά της αποτυπώνονται πάνω στις κουλούρες και στα πρόσφορα [26, 448].
σφρουντζλάου εκσφενδονίζω.
σώνου 1. φτάνω κάπου: ακόμα να σώσουμι στα κουνάκια, ουρέ πιδιά; 2. πιάνω, φτάνω: να πάταγα ν’ ανέβινα σι νιραντζιάς κλουνάρι, να σώσου του τριαντάφυλλου κι του μακιδουνίσι [3α. 113]. 3. -ουμι σώζομαι 4. τελειώνω. 5. αδυνατίζω: ικειό του πιδί σώθ’κι ντιπ απ’ ’ν αρρώστια.